Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Παλαμακία Στα Μπουζούκια

Στο γνωστό άθλιο επαρχιώτικο μπουζουξίδικο της Λάρισας Μπούζιος είμαστε μια παρέα απο 4 άτομα, η Άννα, ο Γιώργος που είναι γκόμενος της, ο αδερφός του Γιώργου ο Νίκος και εγώ. Με την Άννα καθόμαστε απέναντι ο ένας στον άλλο, και ο γκόμενος της την έχει αγκαλιά. Έγω βρίσκομαι στην παρέα ως φίλος της Άννας.Εβλεπα απέναντι μου την Άννα πανέμορφη, χλωμή, μελαγχολική, σχεδόν αδιάφορη για το που ήταν, ό κάγκουρας ό φίλος της ναι μεν την είχε αγκαλιά αλλά κοιτούσε συνέχεια προς την πίστα, ο μαλάκας, ο ανίκητος ... Που και που γυρνουσε και έλεγε κάτι σύντομο στην κοπέλα του στυλ σ αρέσει εδώ μωρό μου; και αυτή του έγνεφε ναι και κοιτούσε πάλι αλλού αδιάφορα και αυτός την ταρακουνούσε συγκατανευτικα, άστην ρε μαλάκα θα την χαλάσεις! Ήμουν εκεί μόνο για την Άννα και ήταν το μόνο καλό εκεί μέσα, δεν συχνάζω σε τέτοια μέρη και θεωρώ αυτού του είδους την διασκέδαση γύφτικη (τουλάχιστον), ούτε της Άννας της αρέσουν αυτά, αλλά λόγω του κάγκουρα....(καγκουρα τον λέω έγω, η Άννα τον αγαπάει και έχουν μια καλή σχέση, ήσυχη, πεζή, με αλληλοκατανόηση και στα πλαίσια αυτής αποδέχεται αυτήν το συγκεκριμένο τρόπο διασκέδασης και αυτός έμενα) Του την σπάει που Άννα δείχνει συμπάθεια προς εμένα γιατί είμαι το τελείως αντίθετο από αυτόν, αν και η Άννα που και που του δείχνει κάποια σημεία που έχουμε κοινά αλλά.... Την έβλεπα μελαγχολική σχεδόν στα χαμένα, μάλλον μόνο αυτήν κοιτούσα και δεν φοβόμουν μην με αντιληφθούν οι άλλοι γιατί όλη τους την προσοχή την είχε απορροφήσει η εύσωμη τραγουδιάρα , που χαμογελούσε και αυτοί την έραναν με λουλούδια, < ρίξε και συ λουλούδια ρε, μην κάθεστε έτσι, αντε, άντε>> είπε ο κάγκουρας, << αν ξεκινήσω δεν θα σταματάω, τόσο πολύ μου αρέσει που θέλω να την καλύψω όλη με λουλούδια, παράγγειλε μια νταλίκα λουλούδια παρακαλώ>> και χαμογελάω πριν προλάβει να στραβώσει ο κάγκουρας, και έτσι κοιτάει αλλού, της Άννας της ξεφεύγει ένα γελάκι από την μύτη. M'άρεσε αυτό γέλιο, μ αρέσει να κοιτάω την Άννα γενικά, κάποτε της είχα πει<<¨εχω δει υπέροχα κτήρια, πανάκριβα αυτοκίνητα, τέλειας αρμονίας φυσικά τοπία, αλλά μόνο εσένα θα μπορούσα να κοιτάω για πάντα, είσαι τόση όμορφη που ακόμα και η πιο όμορφη πόλη μοιάζει τόσο ασήμαντη μπροστά σου>> ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής δεν της το είπα ποτέ αλλά έχω φανταστεί να της το λέω και είμαι σίγουρος και αυτή θα έχει σκεφτεί να της το λέω οπότε... Και έτσι είναι όλοι μας έχουμε την ανάγκη της παρατήρησης, με παρατηρούν άρα υπάρχω, θέλουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που δείχνουμε να τυγχάνει παρατήρησης και επεξεργασίας από τους άλλους. δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη αρχή όλων των θρησκειών είναι:μίλα και ο θεός θα σε ακούσει. Η Άννα εκείνη την μέρα, ίσως και πολλές άλλες δεν τύγχανε της παρατήρησης του κάγκουρα, εκλιπαρούσε για λίγο παρατήρηση, αλλά όλες αυτές οι εκκλήσεις μέναν μέσα της, << κοίταξέ με! είμαι εδώ!κοιταξέ με! σε παρακαλώ, σε εκλιπαρώ... >> σήκωσε τα μάτια της και με έπιασε να την κοιτάω, αμέσως έστρεψα το βλέμμα μου αλλού μην την τρομάξω, και καλά ποιον κοροϊδεύω... τη ξανακοίταξα δήθεν τυχαία όπως γυρνούσα το βλέμμα και την είδα να με κοιτάει και να μου χαμογελάει κάπως πονηρά, με ένα ύφος σαν μου λεγε <<έλα να κάνουμε μια τρέλα>> πήρα πάλι αμέσως το βλέμμα μου από πάνω της και ένιωσα ένα απότομα σφίξιμο στο στομάχι μου. Με την άκρη του ματιού έβλεπα ότι ακόμα χαμογελούσε, και ένιωσα το πόδι της να χαϊδεύει το δικό μου, είχε βγάλει το γοβάκι της με χάιδευε στη γάμπα και ανέβαινε όλο και πιο πάνω, επιστράτευσα όλο μου το θάρρος και έβγαλα και γω το παπούτσι μου και την χάιδευα με την αναστροφή του ποδιού μου τις γάμπες, θεέ μου τι τελειότητα, ο ορισμός της κομψότητας.. κομψότητα η απόλυτη αρετή στις μέρες μας... κοιτούσαμε αλλού δήθεν αδιάφορα και κάτω από το τραπέζι μια μυστική ερωτοτροπία έβγαζε φλόγες, σαν ξαναμένα φίδια τα πόδια με αργές βασανιστικές κινήσεις κάναν το παιχνίδι τους, πότε ανέβαιναν ψηλά πότε κατέβαιναν χαμηλά, πότε γυρνούσαν για να τους αγγίξει το άλλο πόδι στη μεριά που θέλαν, ένας άλλος κοσμος κάτω από το τραπέζι.Πάνω από το τραπέζι δεν κινήτο τίποτα. Είχε αλλάξει η τραγουδιάρα και βγήκε ένας παχουλοκομψός κύριος με φαλάκρα και μπεζ μεταξωτό πουκάμισο και έλεγε βαριά τραγούδια, πολύ βαριά,για πολύ βαρύμαγκες, και η πιτσιρικοπαρέα που πριν από λικνιζοταν στα απαίσια άσματα τουρκοτσιφτετελιού, τώρα είχαν νταλκάδες και χόρευαν ζεμπεκιές, βαριές ζεμπεκιές, πολύ βαριές, με ανοιχτό πουκάμισο και τσιγάρο στραβα στο στόμα. Ναι μάλακα πιτσιρικα έχεις νταλκάδες, δεν σου κανε αναπάντητη η γκόμενα; ή δεν σου κανε like στο facebook; αί κατούρα ρε. Σε μια αλλαγή τραγουδιού πετάγετε ο κάγκουρας και λέει << Όπα μάγκες, αυτό είναι δικό μου>> <<Τι εσύ το γραψες;>> μου ήρθε να του πω, αλλά ούτε αυτό το είπα. Σηκώθηκε και τραβούσε την κοπέλα για να του βαρέσει παλαμάκια << Σε λίγο μωρό μου του λέει>> και με κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου στα μάτια με νόημα και αγωνία.Όπως ήταν τα παπούτσια κάτω από το τραπέζι μες την αναμπουμπούλα παίρνω το γοβάκι προς το μέρος μου και σπρώχνω το σπορτεξ στο μέρος της, το φοράει με μια γρήγορη κίνηση και κάνει απότομα να σηκωθεί και μόνο όταν πατάει το πόδι της καταλαβαίνει ότι φοράει το σπορτέξ μου, με κοιτάει απότομα σχεδόν τρομαγμένη,εγώ τα χω παίξει ο κάγκουρας την τραβούσε, και στο επόμενο βήμα θα φαινόταν το σπορτέξ, με αστραπιαία κίνηση σηκώνομαι και σηκώνω το τραπέζι μαζί και πέφτουν όλα τα ποτήρια και κάνουν μούσκεμα την Άννα, Η Άννα κάθεται πάλι κάτω και σαστισμένη μου φωνάζει <<Κοίτα τι έκανες! Κοίτα!>> ο κάγκουρας, να ναι καλά το παιδί, την ηρεμεί και της λέει<< Έλα δεν πειράζει καταλάθος έγινε, δεν πειράζει, πάω να χορέψω και έρχομαι>> και φέυγει.. <<Καλά είσαι απίστευτος, πότε πρόλαβες να το σκεφτείς;>> μου κάνει η Άννα, << Ε , σιγά μωρέ,δεν το σκέφτηκα καν απλά με τρόμαξε η ιδέα να εμφανιστώ με μπεζ γοβακια... δεν έχω την ασορτί τσάντα,όχι τίποτα άλλο>> Και αρχίζει να γελάει και γελάω και γω και μας πιάνει ένα σπαστικό γέλιο, και έχουμε γίνει ρόμπα σ όλο το μαγαζί, ο καγκουρας με πολύ πάρα πολύ σοβαρό ύφος περπατούσε στραβοχυμμένος έκοβε βόλτες πάνω στην πίστα, πότε πότε γυρνούσε δεξιά αριστερά το κεφάλι του και το σώμα του σαν έτρωγε σφαλιάρες από κάποιον αόρατο εχθρό και γυρνούσε να δει ποιος είναι και συνέχιζε την βόλτα του, κοινώς: χόρευε. Κι όλα αυτά είπαμε: με πολύ σοβαρό ύφος....ενω εμείς σπαρταρούσαμε από τα γέλια στο τραπέζι, όχι τόσο γιατί ήταν αστείο αυτό που είχα πει αλλά για τον συγκεκριμένο απροσδιόριστο λόγο που πολλές φορές γέλας χωρίς να μπορείς να σταματήσεις, κι όταν σταματάς απορείς γιατί γέλασες τόσο, κι όταν το λες στους άλλους πότε δεν γελάνε όσο νόμιζες ότι θα έπρεπε να γελάσουν(και μερικές φορές δεν γελάνε και καθόλου). Όντως ήταν έξυπνο αυτό να σηκωθω και να βρέξω την Άννα για να αναγκαστεί να μην πάει στην πίστα, αλλά δεν είχα σκεφτεί ακριβώς αυτό... Σκέφτηκα να σηκώθω (έστω και με ένα παπούτσι) να πιασω τον καγκουρα και να τον πω να ανεβούμε μόνο άντρες στην πίστα, ώστε τον σύντομο αυτό χρόνο της διαπραγμάτευσης να προλάβει η Άννα να άρει το γοβάκι της και να το φορέσει, σχέδιο που σίγουρα θα κατέληγε σε αποτυχία, γιατί έπρεπε να στριμωχτώ για να περάσω από τα τις καρέκλες των πίσω και θα αργούσα πολύ να φτάσω τον κάγκουρα. Ευτυχώς ξύπνησε μέσα μου ο Mister Bean που τόσες και τόσες φορές με έχει καταρρακώσει, και αυτή την φορά με έσωσε....
Οπότε έχουμε και λέμε, άλλα γινόταν κάτω από το τραπέζι άλλα πάνω από αυτό, άλλο νόμιζε η Άννα ότι είχα σκεφτεί και άλλο (ευτυχώς) έγινε στα αλήθεια, αλλιώς έχει μείνει αυτή ανάμνηση στο μυαλό της Άννας και αλλιώς στο δικό μου, αλλιώς τέλειωσε στα αλήθεια η ιστορία και αλλιώς νομίζετε εσείς ότι τέλειωσε......

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Τι έγινε κάτω από το τραπέζι;

ΠΟΤΕ ΠΑΝΩ ΠΟΤΕ ΚΑΤΩ

-Ρε φίλε τι κάνει η Αννά;
-Καλά είναι, προχτές μιλήσαμε
-Παντρεύτηκε τελικά τον μαλάκα;
-Έλα ρε, δεν είναι μαλάκας, απλά λίγο αγαθός είναι...
-Τι λίγο ρε; Δεν θυμάσαι το σκηνικό στα μπουζούκια, τότε που λυθήκατε στα γέλια, και δεν ήξερε κανένας γιατί;
-Πως δεν θυμάμαι, άσε παλιές εποχές, δεν συμβαίνουν τέτοια τώρα...
-Ε, ναι οι γκόμενες είναι πιο κότες τώρα, ούτε καν πλάκα δεν μπορούν να κάνουν
-Ή νομίζουν ότι κάνουν, το παίζουν δήθεν ελεύθερες και ανεξάρτητες...παπαρίες...
-Ναι άλλο ελευθερία και άλλο ελευθεριότητα, αλλά ποιος να το καταλάβει αυτό, όλοι το παίζουν δήθεν
-Όλοι το παίζουν δήθεν και όλοι νομίζουν ότι είναι επαναστάτες, όλοι όμως! ο καθε ένας στον τομέα του, <<α εγώ δεν ακούω τέτοια μουσική, εγώ ακούω ψαγμένα>> <<α, εγω δεν έγω τηλεόραση, προτιμώ το ράδιο>> <<α, εγω με τον ή την συντροφό μου έχουμε προχωρημένη σχέση, δεν είμαστε σαν τους άλλους>> <<α, εμεις στην Θεσαλλονίκη ξέρουμε να τρώμε, εσείς δεν ξέρετε>> και όλο τέτοιες παπαριές..
-Καλά αυτό είναι μεγάλη κουβέντα...και ποιος είναι επαναστάτης τελικά; ή μάλλον εσύ που είσαι επαναστάτης;
-Εγώ που είμαι; πουθενά! κάνω όσο πιο απλή γίνεται την ζωή μου, μπορώ να ζήσω και με τα λίγα και με τα πολλά, δεν φοβάμαι τίποτα και κανέναν,είμαι φτερό στον άνεμο, έτοιμος να προσφέρω και πάρω κάθε απλή χαρά της ζωής, δεν ζω με κανόνες, τους κανόνες τους φτιάξανε οι άνθρωποι, τις επιθυμίες της μας τις έδωσε ο θεός.
-Ετσι όπως μου τα λες όμως, ναι μεν ακούγονται ωραία, αλλά μου κάνει σαν ένα άτομο δίχως προσωπικότητα, όταν έχεις προσωπικότητα ξέρεις ακριβώς και τι θες, και δεν λες ποιηματάκια δεξιά και αριστερά περι ελευθερίας, αυτό δεν είναι ελευθερία αυτό είναι δεν ξέρω τι θέλω
-Ακόμα και αν είναι έτσι, δεν με νοιάζει καλύτερα να με κατηγορείς σαν άτομο που δεν ξέρει τι θέλει παρά να νιώθω ότι κάνω αυτό που μου ορίζουν οι άλλοι και να περιορίζω την ζωή μου κανόνες
-Και πάλι δεν μπορώ να συμφωνήσω μ αυτό που λες, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τους κανόνες για να μπορούν να κατηγορούν τους κανόνες για το ότι δεν μπορούν να κάνουν, ουσιαστικά δεν υπάρχουν κανόνες, υπάρχει μια επιφανειακή τήρηση των κανόνων, ή τήρηση αυτών κατά το δοκούν, ή ακόμα και οι κανόνες κάνουν το "παράνομο" να φαντάζει πιο γλυκό, και ίσως και να είναι, αλλά το θέμα είναι ότι οι κανόνες ουσιαστικά δεν υπάρχουν, γιατί ΔΕΝ πρέπει να κάνεις προσπάθεια για να ΜΗΝ τους τηρήσεις, αλλά προσπάθεια για να τους τηρήσεις, εσύ τους φέρνεις στην ζωή σου,γεννιέσαι ελέυθερος και αν το θες σκλαβώνεσαι με "πρέπει"
-Ε, και που διαφωνούμε; Σχεδόν τα ίδια δεν λέμε;
-Σχεδόν, απλά εσύ το παίζεις μάγκας γιατί δεν έχεις κανέναν κανόνα στη ζωή σου, ουσιαστικά δεν κάνεις κάτι πολύ ιδιαίτερο, γιατί ναι μεν δεν έχεις το άγχος των κανόνων αλλά έχεις τον φόβο αυτών, και κατευθύνεις την ζωή σου έτσι ώστε να μην πέσεις πάνω σε κανόνες.Δεν ζεις ελεύθερα όπως λες, ζεις με έναν εσωτερικό φόβο
-Ε και;τι θα πει εσωτερικός φόβος,ζω καλύτερα από πολλούς άλλους που είναι εγκλωβισμένοι και μαραζώνουν και περνάν οι μέρες τους έτσι
-Και εδώ έρχεται η επιβεβαίωση, και μόνο που συγκρίνεις την ζωή σου με τις ζωές άλλων για να νιώσεις καλύτερα σημαίνει ότι δεν είσαι εντελώς εντάξει με τον εαυτό σου και επίσης ο-
-Όπα ρε φιλαράκι εντάξει ίσως και να έχεις δίκιο, δεν έχω όρεξη να αλλάξω, ίσως με κάνουν τα γεγονότα να αλλάξω, ίσως.. και επειδή είμαι και φύση αισιόδοξος άνθρωπος ακόμα και όταν περάσω στην άλλη μεριά να είμαι και πάλι ευτυχισμένος, θα βρω τις δικαιολογίες μου, θα σπάσω μερικούς κανόνες, θα δημιουργήσω άλλους, κάπως θα την βολέψω...και ας μου λες εσύ ότι δεν έχω προσωπικότητα.... στα αρχίδια μου
-Αυτό είναι καλό που λες, τελικά βγήκες πάλι από πάνω...
-Ε, τι σημασία έχει... πότε πάνω ποτέ κάτω, ο καιρός περνάει
-Χμ, όπως τότε με την Αννα άλλα γινόταν πάνω από το τραπέζι άλλα από κάτω
-Χαχαχα! σωστός παραλληλισμός! θα τους πεις επιτέλους τί έγινε με την Άννα
-Ποιούς να πω;
-Τι ποιους ρε; αυτούς που διαβάζουν τώρα το blog
-Ε, καλά άστο άλλη φορά...
-Τι άλλη φορά ρε, θα σε βρίσουν! έχεις κι άλλα σε εκκρεμότητα
-Έλα μωρέ δεν πειράζει θα δούμε, δεν ξέρω άσε με
-Αι καλά μου φαίνεται ότι έγινες σαν και μένα
-Μπα μάλλον το ίδιο είμαστε, πότε πάνω πότε κάτω

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Μεγαλώνω

Μετά βάδιζαν σιωπηλοί και τα βήματά τους ακουγόταν σαν ένα βήμα μέσα στη σιγαλιά. Ξαφνικά είπε ο άντρας με τα μαύρα: << Πόσο χρονών είσαι, Γκίκα;>>.
<<Δεκατέσσερα*>> απάντησε το παιδί και τεντώθηκε λίγο, <<και κάθε μέρα που περνά λίγο περισσότερο>>. Ο ξένος χαμογέλασε.
<<Αλλά>> είπε και αυτή χαμογελώντας, <<εσύ πόσο χρονών είσαι;>>.
<<Μεγαλύτερος από σένα Γκίτα, έχω τα διπλά σου χρόνια και με την κάθε μέρα που περνά μεγαλώνω πολύ περισσότερο, πάρα πολύ περισσότερο>>.

*Στο πρωτότυπο λέει δεκάξι
Είναι απόσπασμα από ένα διήγημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Θλιμμένος Κλόουν

Αυτό πως να το πω
Πως να βρω τα λόγια
Πως να περιγράψω κάτι που είναι πάνω από μενα
Ποτέ δεν έδωσες τίποτα απ ότι ήθελα
Πότε δεν σου δωσα τίποτα ότι ήθελα
θα έδινα όμως και την ζωή μου για να νιώσεις έστω και τα μισά άπ ότι νιώθω
Το βάρος που κουβαλάω όλα αυτά τα χρόνια
Τον πόνο που μου ρουφάει την ζωή κάθε μέρα
Τις νύχτες που δεν περνάνε χωρίς το γέλιο σου
Τα τσιγάρα που καίνε τα μάτια
Λίγο από το σώμα σου
Λίγο από το χέρι σου
Λίγο από τα μάτια σου
Λίγο απ το γέλιο σου
Και όλη μου η ζωή δική σου
Ξεράθηκε το σάλιο μου στο στόμα και δεν μπορώ να στρίψω άλλο τσιγάρο, το κόλλησα όμως με ένα δάκρυ, χαμένο δεν πήγε το δάκρυ.
Και πως να στο πω
Θα ζω όμως χωρίς εσένα
Θα γίνω ένας μελαγχολικός κλόουν
Θα φοράω την μάσκα και θα γελάω με όλα και με όλους
Θα γυρνάω στο σπίτι και θα κρύβομαι στην γωνία
Σαν παιχνίδι που το βαρέθηκες
Σαν παιχνίδι που το χάλασες
Και θα σε βλέπω να λες όσα σου έλεγα σε άλλους
Να παίρνεις ότι γράφω και να τα λες αλλού
Να παίρνεις τα τραγούδια που σου αφιέρωνα και να τα αφιερώνεις αλλού
Και δεν θα σε κατηγορώ που μ άφησες να σε ερωτευτώ
Και δεν θα σε κατηγορώ που έπαιξες μαζί μου
Θα σε κατηγορώ μόνο για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω
Για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω
Για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω
Για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω
Για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω
Για το ότι κάνεις ότι δεν ξέρεις πως νιώθω

Ένας Σκελετός Με Ρούχα

Καθισμένος στην καφετέρια του χωριού σκεφτόμουν την θεωρία του χωροχρόνου και του χωριοχρόνου που είχα ακούσει κάποτε... Ο χωριοχρόνος ο χρόνος του χωρίου δηλαδή, συστέλλεται και διαστέλλεται ταυτοχρόνως.Για παράδειγμα ενώ είμαι ένα τέταρτο της ώρας σ αυτή την γαμημένη αδιάφορη καφετέρια, μου φαίνεται ότι είμαι εδώ για πάνω από τέσσερις ώρες βαρεμάρας και αν σκεφτώ τι έχω κάνει ή τι έχω δει όλη αυτή την ώρα μου φαίνεται ένα δευτερόλεπτο..... Ο γαμημένος χωριοχρόνος.... υπάρχουν όμως στιγμές που σε βγάζουν από την παγερότητα της αδιαφορίας της ύπαρξής σου και σε αναταράσσουν με μια χαιρέκακη εκδικητικότητα. Όπως τα γεγονότα που ακολουθούν...
(Η ιστορία ξεκινάει από το post : Η Μπακαλόγρια)
Γυρνώντας στο σπίτι,στον πάλαι ποτέ οικείο δρόμο με τα ακουστικά του κινητού στα αυτιά και με το μυαλό μου να πλημμυρίζει με αναμνήσεις καιρό θαμμένες, "μην φοβάσαι, θα είμαι πάντα δίπλα σου, έχω καλή καρδιά, θα σε προσέχω" είχε πει με νυσταγμένα μάτια και αποκοιμήθηκε. Δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στο σπίτι ούτε καν το σκυλί που κόντεψε να με δαγκώσει στον δρόμο δεν μπόρεσε να με βγάλει από τον κυκεώνα των σκέψεων. Χαμένο παρελθόν... Βρέθηκα μες το καθιστικό του σπιτιού και με συνοπτικές διαδικασίες εξήγησα για ποιό λόγο δεν έφερα τα ψώνια και αμέσως πήγα στο δωμάτιο μου και άνοιξα το άλμπουμ με της φωτογραφίες από το σχολείο. Μετά από δυο ώρες που ουτε και αυτές κατάλαβα πως πέρασαν, ήμουν ξαπλωμένος στο δωμάτιο του καθιστικού και κοιτούσα την κλειστή τηλεόραση, με έτρωγε η αγωνιά να μάθω πληροφορίες, αλλά το μόνο άτομο που βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ώρα ήταν ή γιαγιά μου. Η γιαγιά πάντα αυτή την ώρα της ημέρας κάθεται στην αυλή του σπιτιού με μέτωπο προς τον δρόμο απ΄ όπου περνάνε και οι άλλες γριές του χωριού εκείνη την ώρα και ανταλλάσσουν χαιρετισμούς και κουτσομπολιά εαν υπάρχουν. <<Γιαγιά!>> φώναξα ενώ ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι<<Τι θες;>> μου απαντάει, <<Έλα λίγο..>> <<Δεν μπορώ τώρα, θα ρ8ω μετά! Τι θες;!>> χμμ, πρέπει να καταφύγω αμέσως στα μεγάλα μέσα, να μην το κουράζω το θέμα, αφού το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο... και φώναξα με μια τραγικότητα στην φωνή <<Γιαγιά! Έλα γρήγορα σου λέω το γατί κρέμεται από τις κουρτίνες!>>γκράκ, ακούστηκε ο ήχος της καρέκλας και ένα συνεχόμενο βεβιασμένο σύρσιμο παντοφλών στο τσιμέντο.Το ξερα ότι θα έπιανε! Ανοίγει την πόρτα με μια πρωτοφανή δύναμη και μπαίνει μέσα με απίστευτη φόρα που για μια στιγμή τρόμαξα. << Που 'ν' το σκασμένο!>> Και την άφηνα να πλησιάζει, και αφού απομακρύνθηκε πολύ από την εξώπορτα, την ρώτησα <<Ξέρεις ποια βρήκα στον δρόμο;>> <<Αι να χαθείς σαρδανάπαλε, πλάκα έκανες πάλι!>> και γυρισε και έφευγε << Την Τάδε>> <<...>> << Μην φεύγεις κάτσε να σου πω>> δεν απάντησε ούτε σταμάτησε, αλλά λίγο πριν φτάσει στην πόρτα το πέταξα << Έχει γκόμενο>>ουπς, κόκκαλο η γριά.<<Ναι μίλησαμε σήμερα, και απ όι κατάλαβα από αυτά που μου είπε, κάτι παίζει>>και τα μάτια της γιαγιάς άστραψαν, σαν να απέκτησε ξαφνικό ενδιαφέρον η ζωή της<<Το ξέρω ότι μιλήσατε..για πες..>>δεν χρειάστηκε να ρωτήσω που το μάθε, σίγουρα κάποια άλλη γρια θα της το είπε<<Πες μου εσύ πρώτα τι έχει γίνει μ αυτήν, δέκα χρόνια έχω να την δω, την θυμάμαι μια χρονιά στο λύκειο, και μέτα πήρε μετάθεση ο πατέρας της και δεν την ξαναείδα, δεν έχει και facebook...>> <<Πως δεν έχει, έχει αλλά έχει ψευδώνυμο, Τάδε L.>> <<Και που ξέρεις ρε γιαγιά εσύ τι είναι το facebook;>> <<Πως δεν ξέρω δεν τα είχε η Αλέκα το Μπούργα με έναν που γνώρισε από το facebook;>> <<Καλά, καλά...για πες για την Τάδε>><<Τι να σε πω, να παντρεύτηκε τον Γιάννη του Μαγκούρα, καλό παιδί, προκομμένο, κάναν και ένα παιδί και ένα κορίτσι και από πέρυσι μένουν εδώ στο χωριό, τον Γιαννάκη τον ξαναβρήκε όταν πήγε αυτός φοιτητής στην Κρήτη, για πες ποιον έχει γκόμενο;>> <<Α τότε λάθος έκανα, νόμιζα ότι αυτόν είχε γκόμενο....>> <<Άι να χαθείς μπακαλιάρε, με κρατάς τόση ώρα τζάμπα εδώ!>> Βγήκε έξω η γριά και με άφησε μόνο να προσπαθώ να ξεδιαλύνω τις σκέψεις, η Τάδε με τον Γιαννάκη! πως και δεν είχα μάθει τίποτα, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα, είχα κόψει επαφές με όλους από το χωριό και αυτοί με μένα. Δεν λυπάμαι όμως για τίποτα, το μόνο που το οποίο με λυπεί είναι ή κατάντια της Τάδε.Την θυμάμαι όταν ήταν μικρή ήταν η πιο όμορφη του σχολείου, όλοι σχεδόν ήταν ερωτευμένοι με αυτήν, αντικείμενο σκέψεων και συζητήσεων όλης της παρέας, περνούσε από μπροστά μας και νομίζαμε ότι θα σκιστεί η γη, και αν μη τι άλλο είμαστε σίγουροι ότι θα ζήσει μια ευτυχισμένη ζωη, ότι θα πάει μπροστά, ότι θα είναι για πάντα όμορφη, και άλλα πολλά θετικά για την Τάδε. Τώρα όμως πριν ακόμα από τα τριάντα της, έχει την εμφάνιση των σαράντα, διπλάσια κιλά απ ότι είχε τότε και δεν ζει τίποτα περισσότερο απ ότι ζει ένα κατοικίδιο. Η Τάδε κατοικίδιο, δεν είναι δυνατόν να το πιστέψω,και όχι μόνο αυτό, το χειρότερο είναι ότι πλέον δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, δεν είναι το άτομο με τις άπειρες δυνατότητες που ήταν. Απομυθοποιήση...Πάντα όταν την σκεφτόμουν είμασταν πάντα εκεί... Που εκεί;Κάπου σ ένα χωράφι... Στο σχολειό η τάδε φορούσε πάντα πάντα ανάλαφρα μπλουζάκια και τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω της καθώς περπατούσε μια προκλητική αφέλεια, και που και που έσκυβε και η γενναιοδωρία της δεν περνούσε καθόλου μα καθόλου απαρατήρητη. Μια μέρα στο σχολείο μιλούσαμε για φαντάσματα και ιστορίες περίεργες από το χωριό. Της είπα για τον ολόκληρο σκελετό με ρούχα που υπάρχει στο υπόγειο του κοιμητηριού του χωριού (που είναι αλήθεια) και για ένα αρχαίο άγαλμα που υπάρχει στη μέση του χωραφιού του Τάκη του Πατλμιντζάνα (που στην ουσία είναι ένα κομμάτι από μια σπασμένη βρύση) Δεν σε πιστεύω μου έλεγε, το απόγευμα της λέω ραντεβού στην πλατεία να σε πάρω να στα δείξω, μετα απο μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και απο ένα δολοφονικό διστακτικό χαμόγελο, μέσα, μου είπε. Οι φίλοι μου δεν μιλούσαν, παρά μονό όταν απομακρύνθηκε, μου χτυπούσαν την πλάτη και είχα γίνει ο ήρωας της παρέας,θα έβγαινα με την Τάδε! Ναι ήμουν ο ήρωας, αλλά τα πόδια μου τρέμανε, το στομάχι μου είχε σφυχτεί κόμπος και ίδρωνα χωρίς να κουνιέμαι καθόλου. Οι ατελείωτοι αιώνες υπομονής μέχρι να φτάσει το απόγευμα περάσαν και ήταν βασανιστικά ωραίοι, γιατί δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από το να περιμένεις να δεις ένα αγαπημένο πρόσωπο, πόσες γαμημένες ώρες έχω περάσει τα τελευταία χρόνια χωρίς να περιμένω τίποτα... Και την βρήκα εκεί στην πλατεία, η αναμονή και για να την δω με έκανε να πιστεύω ότι θα συναντήσω το ομορφότερο πλάσμα στον κόσμο, το φεγγάρι είναι ένας καθρέφτης που ζήτησε η γη να της φτιάξουν για να βλέπει το ομορφότερο πλάσμα στο κόσμο.. εσένα! της είχα γράψει κάποτε και κάτι για την θάλασσα που πάλευε να βγει να την αγγίξει και οι άλλοι νομίζανε ότι είναι κύματα, και τη είδα μπροστά μου με τα άσπρα φτηνά της ρούχα και μπορώ να ορκιστώ πως έλαμπε. Ανέβηκε στο μηχανάκι και πήγαμε πρώτα στο κοιμητήριο, ήταν πολύ πριν πάνε οι γριές στο νεκροταφείο, όποτε δεν υπήρχε φόβος να μας δουν. Κατα τη διαδρομή αισθανόμουν το κορμί της στην πλάτη μου, σαν το όνειρο στο κύμα του Παπαδιαμάντη,και τα χέρια της στη μέση μου τόσο απαλά αλλά και τόσο σφιχτά που σχεδόν με πονούσε. Όταν σταματήσαμε ο αέρας έριξε για λίγες στιγμές τα μαλλιά της στο πρόσωπο μου και κάτι είπε και γέλασε, δεν άκουσα τι, αλλά γέλασα και γω μαζί της. Πήγαμε στο υπόγειο του κοιμητηρίου, χρόνια είχε να πατήσει κάποιος έκτος απο την παρέα μου. Ένα μέρος γεμάτο ανοιχτές κάσες με νεκροκεφαλές, ο τελευταίος μπορεί να είχε πεθάνει και πριν από πενήντα χρόνια, υπήρχαν και άτομα που είχαν πεθάνει πριν από εκατό χρόνια, και σε μια γωνιά ένας ακέραιος σκελετός με ρούχα μισολειωμένα. Το βλέμμα της έπεσε στον τοίχο όπου υπήρχε μια εικόνα ενός αγίου που το σώμα και το πρόσωπο του αγίου ειχαν καεί με κερι και έμεινε μόνο το καφέ περίβλημα του σώματος ανέπαφο, προφανώς κάποιος το έκανε επιμελώς. Τρομαγμένη μου είπε να φύγουμε, και ξανανεβήκαμε στο μηχανάκι, αν είχα το σπαθί του Φρόντο από τον άρχοντα των δαχτυλιδιών θα γινόταν μπλέ, γιατί απο μακρυά φαινόταν οι πρώτες γριές να πλησιάζουν απειλητικά αργά. Κόλλησε το σώμα της πάνω μου και ξεκινήσαμε για το "αρχαίο άγαλμα". Φτάσαμε στο απομακρυσμένο χωράφι, η εποχή ήταν άνοιξη και τα στάρια είναι καταπράσινα και ύψους ενός μέτρου. Το αρχαίο άγαλμα ήταν στο κέντρο του χωραφιού το οποίο κέντρο απείχε σχεδόν διακόσια μέτρα από τον δρόμο. Μόλις σταματήσαμε και κατεβήκαμε φώναξα για πλάκα <<Φ'ιδι!>> άρχισε να ουρλιάζει και εγώ άρχισα να γελάω, με έσπρωξε<<βλάκα!>> μου είπε, και μου ριξε ένα χαστούκι χλιαρό για πλάκα,<< Τώρα θα δεις!>> και άρχισα να την κυνηγάω, αυτή ούρλιαζε και γελούσε ταυτόχρονα και έτρεχε μέσα στο χωράφι με τα στάρια, αν και μπορούσα να την πιάσω άνετα μάλλον περισσότερο την ακολουθούσα παρά την κυνηγούσα. Κάπου στη μέση του χωραφιού τη άρπαξα από την μέση και τη έριξα κάτω και έπεσα δίπλα της, στα μαλάκα. Εκεί ξαπλωμένοι στο κέντρο του χωραφιού με τα στάρια να είναι οι τοίχοι και το πάτωμα του δωματίου μας και ο ουρανός το νταβάνι, γελούσαμε λαχανιασμένοι. Μέχρι που σταματήσαμε να γελάμε, άλλα δεν μιλήσαμε,ξαπλωμένοι κοιτούσαμε πάνω, μέχρι που γύρισα το σώμα προς το μέρος της και την κοιτούσα, από κάτω μέχρι πάνω, τα πόδια της, την λεπτή κοιλία της, τα ελεύθερα στήθη της που διαγραφόταν κάτω από το μπλουζάκι της, τον λαιμό της, το χαμόγελο, τα μάτια της που με κοιτούσαν. Γύρισε και αυτή προς το μέρος μου και με πλησίασε, και έβαλε το χεράκι της πάνω στην μέση μου και το πέρασε διστακτικά κάτω από το μπλουζάκι μου, και όπως ήμουν πλάγια με έσπρωξε ελαφρά, και ξαναβρέθηκα με το σώμα να κοιτάει προς τον ουρανό ενώ αυτή γύρισε μπρούμυτα. Έβαλε το κεφάλι της πάνω στον ώμο μου και τα χείλη της πολύ κοντά στο λαιμό μου, αισθανόμουν την ανάσα της, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, το χέρι μου το είχε πλακώσει με το σώμα της και έτσι ένιωθα και τη δική της καρδιά να χτυπάει τρελά.Τα μάτια της ήταν κλειστά.Έμοιαζε σαν ονειρεύεται, σαν να ζούσε μια και μοναδική στιγμή, μια στιγμή σωτηρίας, ένα βάλσαμο, μια όμορφη μελαγχολία. Με το χέρι της έπαιζε πολύ αργά πάνω στην κοιλιά μου, ένα βασανιστικά αργό χάδι, ακολουθούσε τα σχήματα των κοιλιακών μου, μετά ακολουθούσε τις γραμμές των πλάγιων κοιλιακών, έκανε κύκλους που γινόταν όλο και μεγαλύτεροι, κάποια στιγμή βρέθηκε να παίζει με τις άκρες των δακτύλων της στην άκρη της φόρμας μου, μετά απο λίγο οι άκρες των δαχτύλων της περάσανε το λαστιχάκι της φορμας, το δικό μου χέρι που ήταν πλακωμένο έπαιζε με την δαντέλα του εσωρούχου της στα πλάγια των γοφών της, δεν μιλούσαμε, δεν μιλούσα απλώς μια βαριά συναινετική σιωπή κάλυπτε τα πάντα, μερικές κοφτές ανάσες ξεκίνησαν, και η αδυναμία των κορμιών να μείνουν ακίνητα, που τεντώνονται για να..δεν ξέρω γιατί... τεντώνονται και οι κύκλοι με τον ίδιο ρυθμό μεγαλώνουν και πλησιάζουν και ντριιν, ντριιιιιιιιν, το τηλέφωνο του σπιτιού διέκοψε της σκέψεις μου. Σηκώθηκα μες τα νεύρα, πήγα στο τηλέφωνο, και απάντησα με δυσθυμία<<Ναι...>> <<....>> <<Ναι,λεω...>>τίποτα καμιά απάντηση, λίγο πριν κατεβάσω το ακουστικό, ακούω μια διστακτική φωνή να λέει το όνομα μου με ερωτηματικό ύφος, ενώ είχε καταλάβει ότι είμαι εγώ, είπε το όνομά μου σαν ερώτηση, η οποία ερώτηση ουσιαστικά έπρεπε να ήταν :με κατάλαβες; κι αν ναι μου μιλάς; κι όλο αυτό μετουσιώθηκε στο όνομα μου με ερωτηματικό. Και κάπου εκεί άρχισα να πιστεύω ότι τίποτα δεν γίνεται τυχαία ......

Δυστυχώς και πάλι το τράβηξα πολύ, αν και δεν το ήθελα....η συνέχεια προσεχώς.....
Και για να μην αφήνω απορίες η για να δημιουργήσω άλλες στο τηλέφωνο δεν ήταν η Τάδε.....

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Επίθεσή Στο Όνειρο

Σου δειξα ένα χωράφι
Και το έβαλες φωτιά
Έσπειρα λουλούδια
Και έστειλες ακρίδες να τα καταστρέψουν
Μεταμόρφωσα τις ακρίδες σε μέλισσες
Και πήρες το μέλι και το στείλες να με πνίξει
Βγήκα από το μπαλκόνι
Και χύθηκε το μέλι σ όλη την πολυκατοικία
Και έγινε η πολυκατοικία χρυσαφί
Και έστειλες μύγες πάνω στο μέλι
Και έγινε η πολυκατοικία μαύρη
Και έριξα τόνους γιαουρτιού
Και την έκανα να μοιάζει με πιγκουίνο
Και έκανες το ένα
Και έκανα το άλλο
Μέχρι που κουράστηκα να άλλαζω τον κόσμο σου
Και μείναμε και οι δυο μόνοι μας
Ή μέχρι που κουράστηκες να αλλάζεις τον κόσμο μου
και μείναμε μαζί, οι δυο μας

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Η μνήμη του χρόνου

Ο καιρός περνάει
Τα χρόνια μένουν πίσω
Κι όλα αλλάζουν
Οι μνήμες όμως μένουν εκεί
Πάντα εκεί
Αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας
Ούτε ο χρόνος μας ρωτάει αν θα περάσει
Ούτε οι μνήμες αν θα μείνουν
Για τα μόνα πράγματα που δεν μετανιώνουμε ποτέ είναι οι αμαρτίες
Για όσα μετανιώνουμε είναι για τα όσα δεν τολμήσαμε να κάνουμε
Οι αμαρτίες είναι αυτές που επιβεβαιώνουν ότι κάποτε υπήρξαμε νέοι και τολμηροί
Κι όσο ο καιρός περνάει τόσο λιγοστεύουν οι ευκαιρίες για λάθη
Κι ότι δεν κάναμε πληγή που καίει
Τις αμαρτίες πάντα βρίσκουμε τρόπο και τις δικαιολογούμε
Τις απουσίες ποτέ
Και ο καιρός περνάει
Και δεν είναι ότι μεγαλώνουμε εμείς, αλλά το ότι μεγαλώνουν οι άλλοι
Και δεν είναι ότι μεγαλώνουν οι άλλοι, αλλά το ότι δεν μεγαλώνουμε εμείς
Ποιοι εμείς;
Όλοι οι τρελοί ονειρόπολοι
Όλοι οι ασυμβίβαστοι
Όλοι όσοι θέλουμε περισσότερα
Όλοι εμείς που δεν κάνουμε πρόγραμμα για την ζωή, αλλά όνειρα
Είμαστε λίγοι ναι,
Αλλά έστω και αυτοί οι λίγοι μπορούμε να κάνουμε κάτι
Μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο
Μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω
Να διορθώσουμε ο ένας του άλλου τα κενά
Πάλι όνειρα κάνεις, θα μου πεις...
Πάλι, θα σου πω

Η μπακαλόγρια

Και ξαφνικά όλα αλλάζουν με μια διαπίστωση. Πριν από μερικές μέρες βρεθηκα στο χωριό απο όπου έλειπα τα τελευταία τρία χρόνια. Ο λόγος ήταν μια γιορτή όπου ήταν και ευκαιρία να δω και πολλά άτομα που είχα καιρό να δω. Η μέρα ξεκινάει πάντα με τον ίδιο σπαστικό τρόπο με την μάνα μου να μπαινει στο δωμάτιο και να ανοίγει τα παράθυρα και τα παντζούρια για να ξεμυρίσει το δωμάτιο, και με ξυπνάω μες την γαμημένη ψύχρα πρωί πρωί. Επόμενο βήμα το πρωινό, μα έλα που δεν είχαμε φρυγανιές, << να πας να πάρεις!>> <<μα δεν πειράζει, δεν θέλω φρυγανιές >> <<να πας να με πάρεις και άλλα πράγματα που θέλω>> και πήγα. Βγαίνοντας από το σπίτι έβαλα τα ακουστικά όχι τόσο για να ακουσω μουσική όσο για να μπορώ να αποφεύγω τις γριές από τις αυλές που θα με φωνάζανε να με ρωτήσουν τίνος είμαι. Και όντως το κόλπο έπιασε, με φωνάζανε αλλά εγώ έκανα ότι δεν άκουγα. Έτσι έφτασα στο μπακάλικο του χωριού, ή ίδια γριά, στην ίδια θέση, με τα ίδια ρούχα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αφού όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι είχε γεννηθεί με αυτά τα ρούχα. << Καλήμερα >> είπα μόλις μπήκα μέσα, η γριά με κοιτούσε προσπαθώντας να καταλάβει ποιος είμαι, βέβαια το ότι γριά είναι μισότυφλη και εγώ δεν έχω πλέον τα μακρυά μαλλιά που είχα πριν τρία χρόνια δυσκόλευε το έργο της αναγνώρισης, και η γριά ως μη συνηθισμένη στις δυσκολίες διέκοψε την αμήχανη σιωπή με την πολύ πρωτότυπη ερώτηση <<τίνος είσαι συ;>> Οι προοπτική αν απαντούσα με ειλικρίνεια ήταν να αναπτυχθεί μια συζήτηση περί του τι κάνω, που βρίσκομαι, αν παντρεύτηκα, αν έχω δει κανέναν διάσημο στην Αθήνα κτλ κτλ πότε προτίμησα να πω ότι είμαι περαστικός από το χωριό, << και από που μας έρχεσαι, αν επιτρέπετε >> νιεχ, ήξερα ότι αυτό θα τραβούσε πολύ και απάντησα πάλι κοφτά ένα φανταστικό χωριό που δεν θα το ήξερε με τίποτα<<Απ τα Σέκλανα>> της λέω <<Σέκλανα; που είναι αυτό;>> <<Μακρυά από δω, που έχετε φρυγανιές;>> αναγκάστηκα να ρωτήσω για να μην δείξω ότι ήξερα το μέρος, και ενόσω μου εξηγούσε εγώ είχα πάρει ήδη τον δρόμο. Βρέθηκα μπροστά από τις φρυγανιές οι οποίες ήταν καλυμμένες με σκόνη, λες και παίζανε αλευροπόλεμο ήταν το μέρος, έπιασα ένα πάκο φρυγανιές το σήκωσα και έτσι φάνηκε το χρώμα του πάγκου με ένα τέλειο ορθογώνιο σχήμα, και μετά από ένα φύσημα αποκαλύφθηκε η μάρκα του προϊόντος, κοίταξα την ημερομηνία λήξης ενώ ταυτόχρονα κρατούσα την αναπνοή μου μέχρι να καταλαγιάσει η σκόνη. ΟΚ, ήταν ληγμένο μόνο τρεις μήνες.Έβαλά ξανά στο ράφι το πάκο με τις φρυγανιές προσπαθώντας, δεν ξέρω γιατί, να το αφήσω στο ίδιο σημάδι που είχε μείνει πάνω στην σκόνη. Μια φωνή ακούστηκε << Το βρήκες;>>, τι να απαντούσα; δεν απάντησα πήγα εκεί και τις είπα ότι άλλαξα γνώμη και ότι θα πάρω μόνο γάλα, ανοίγω το ψυγείο πιάνω ένα κουτάκι, το κοιτάω, μονό δυο μέρες ληγμένο. Πληρώνω το γάλα και φεύγω, με το που βγήκα από το μπακάλικο βλέπω μια κυρία να με χαιρετάει, και καθότι είμαστε στον ίδιο δρόμο με αντίθετες διασταυρούμενες κατευθύνσεις φτάσαμε κοντά, απέναντι. <<Γειά σου>> μου λέει και με προσφωνεί και με το μικρό μου όνομα. <<Γειά>> τις απαντώ προσπαθώντας να θυμηθώ πια είναι, γιατί μου φαινόταν πολύ γνωστή και νεότερη απ όσο από μακριά έδειχνε. << Πως πάει,όλα καλά; καιρό έχουμε να τα πούμε;τι καιρό; χρόνια>>μου λέει με ένα ομολογουμένως ευχάριστο χαμόγελο, << Όλα καλά, να χτες ήρθα για λίγο και θα φύγω σύντομα, εσύ πως τα πας;>> έκανα την ερώτηση ελπίζοντας να δώσει μια πληροφορία που θα έκανε τις αναμνήσεις να ξεχυθούν στο μυαλό μου, <<Ε, πως να τα πάω τα ίδια, εδώ, σπίτι, με τα παιδιά... ε ξέρεις πως είναι τα πράγματα>> ποια παιδιά εννούσε; παιδιά δικά της; μια παλιά παρέα που έπρεπε να ξέρω και δεν ήξερα ότι ήταν και αυτήν μέλος; << Τι κάνουν τα παιδιά;>> ρώτησα ελπίζοντας να πάρω επιτέλους την πληροφορία <<Τι να κάνουν; μεγαλώνουν....>> φτου γαμώτο! τίποτα..μεσολάβησαν καναδυό δευτερόλεπτα αμηχανίας και απάντησα <<Όλοι μεγαλώνουμε,τι να κάνουμε>> σκεφτόμουν αν υπήρχε κάποιος τρόπος να την ρωτήσω κάτι να καταλάβω πια είναι χωρίς να καταλάβει αυτή ότι δεν τη έχω γνωρίσει ακόμα.Αλλά με πρόλαβε η κυρία και μου είπε<<Χάρηκα πολύ που σε είδα, αλλά πρέπει να φύγω, με περιμένουν ξέρεις....>> <<Ναι μην το συζητάς, και γω χάρηκα που τα είπαμε έστω και λίγο, να μου φιλήσεις τα παιδιά>> <<Ευχαρίστως>> και όπως λέγαμε τις τελευταίες αυτές λέξεις περπατούσαμε και γυρνούσαμε και για μια στιγμή έπεσε το μάτι μου στο παράθυρο το μπακάλικου όπου η γριά παρακολουθούσε από το παράθυρο να δει τι γίνεται. Μου θυμίζει τους ανάπηρους δεν πτοούνται από την αναπηρία τους και προσπαθούν να ζήσουν φυσιολογικά,ήρωες οφείλω να ομολογήσω, έτσι και η γριά, αν και μισοτυφλη, ήθελε όπως και δήποτε να μάθει ποιοι ήταν αυτοί οι δυο που μιλούσαν στο δρόμο, δύσκολο πράγμα να κόψεις το κουτσομπολιό. Πολύ θα ήθελα να δω τη χαρά της λέγοντάς της ποιοι είμαστε αλλά δεν ήξερα ούτε εγώ. Και έφυγα, προσπαθώντας να θυμηθώ ποια ήταν η κοπέλα, και σκεφτόμουν, τα μάτια της κάτι μου θύμιζαν , αλλά το όλο υπόλοιπο τίποτα, ουτε τα μαλλιά, ούτε το σώμα,και προσπαθούσα και προσπαθούσα, ώσπου μια στιγμή ξανάρθε στο μυαλό μου το χαμόγελο και σαν πυρηνική έκρηξη μες το μυαλό μου θυμήθηκα ποιά ήταν η κοπέλα και χωρίς να το καταλάβω σταμάτησα να περπατάω....


Επειδή το έχω τραβήξει ήδη πολύ, πράγμα που δεν το συνηθίζω, η συνέχεια οσονούπω...

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Όνειρα Σαν Βροχή

Μ αρέσει η βροχή
Μ αρέσει η μελαγχολία πριν την βροχή
Μ αρέσει το άρωμα του νοτισμένου χώματος μετά την βρόχη
Θέλω να βλέπω το καπέλο μου ανάποδα να πλημυρίζει με νερό
Να περπατάω με τα χέρια στραμμένα προς τον ουρανό
Να βλέπω το βρεγμένο μπλουζάκι σου να κολάει πάνω στο κορμί σου
Να βλέπω τα μαλλιά σου να οδηγούν το νερό στους λευκούς σου ώμους
Να μας κυνηγάνε μπάτσοι
Να μας κυνηγάνε αναρχικοί
Να σου γράψω ένα τραγούδι που θα το ακούσεις μια μέρα τυχαία στο ράδιο και θα καταλάβεις ότι είναι για σένα
Να πιούμε σφηνάκια με τον Μικ Τζάκερ
Να ταξιδέψουμε στην Ινδία
Θέλω να σου δώσω και να σε κάνω να δώσεις τα πάντα, αλλά δεν μπορώ , είμαι ο πιο απλός άνθρωπος στον κόσμο . Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ονειρεύομαι, και μόνο αν ξέρω ότι και συ ονειρεύεσαι περίπου τα ίδια θα μπορέσουμε να νιώσουμε ότι αυτά τα όνειρα είναι κάπως αληθινά κι ωραία.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Στιγμές Μέρες Χρόνια

ποτέ δεν κοιτάς τον ουρανό
χωρίς φεγγάρι
σε φοβίζει το σκοτάδι και το χάος
θες τη σιγουριά του φεγγαριού και του φωτός
κι όμως δεν μπορείς να απαντήσεις
γιατί πάντα φιλάς με κλειστά τα μάτια
όλοι ζουμε στο σκοτάδι
και ζητάμε μια στιγμή χαράς
σαν το χώμα που τρώει άπληστα
τη σάρκα των νεκρών
έτσι και η ζωη καταβροχθίζει αχόρταγα
την αθωότητά μας
και μας αφήνει κάθε μέρα
με έναν λιγότερο λόγο να ερωτευθούμε
με έναν μεγαλύτερο φόβο να μην ερωτευθούμε
και με μια αδιαφορία για το ποιοι μας αγαπάνε
οι μέρες μας τρώνε λίγο λίγο
και τα χρόνια μας ξερνάνε
και μας αφήνουν κουρασμένους ζητιάνους
της ευτυχίας
μας μαθαίνουν όμως τη λύση
μας φορτώνουν με εμπειρία
μας δείχνουν την έξοδο απο
την δυστυχία
αλλα έρχεται ο φόβος
και θολώνει τη λύση
κλείνει την πόρτα της εξόδου
και μένουμε μόνοι
στο δωμάτιο της μοναξιάς
και του χαμού και
το μόνο που μας μένει
είναι να κοιτάζουμε
από την κλειδαρότρυπα
την ευτυχία

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Ο Χοντρός

Μες στο νοσοκομείο στο τέλος του διαδρόμου βρίσκεται ο αξονικός τομογράφος, μέσα στον αξονικό τομογράφο ένας υπέρβαρος πολύ χοντρός άντρας ετοιμάζεται να κάνει εξέταση. Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα, δεν χωρούσε η κοιλία του να περάσει από τον κοίλωμα του τομογράφου. Οι νοσοκόμες προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν πιέζοντας την κοιλιά του και αλείφοντας την με λάδι. Εκείνη την ώρα μπήκε ένας πιο έμπειρος νοσοκόμος και τους φώναξε <<Επ. τι κάνετε εκεί; Ακόμα και αν tον βάλετε μέσα, μετά πως θα τον βγάλετε;>> Και έτσι κατάλαβαν ότι δεν γίνετε τίποτα με τον φίλο μας. Τον πήραν απο την αίθουσα του τομογράφου και τον βάλαν σε ένα δωμάτιο μέχρι να αποφασίσουν τι να κάνουν με την περίπτωσή του. Κατά την διαδρομή μέχρι το δωμάτιο αισθανόταν πολύ άσχημα, εξευτελισμένος, ένοχος για την κατάστασή του, και νοσηρές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Μέσα στο δωμάτιο βρέθηκε με άλλα άτομα, όλοι τους είχαν από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, αλλά εξωτερικά αν και καταβεβλημένοι φαινόταν φυσιολόγοι. Εσωτερικά όμως όλοι είχαν κάποιο πρόβλημα, αν τους έβλεπες στον δρόμο θα τους προσπερνούσες χωρίς να τους δώσεις σημασία, κι όμως πολλοί από αυτούς μπορεί να έχουν και το ίδιο πρόβλημα με σένα, κι αν όχι αυτοί. κάποιοι άλλοι θα έχουν το ίδιο πρόβλημα με σένα, είτε οικονομικό, είτε ερωτικό, είτε πολιτισμικό, και ίσως και αν τους αναγνώριζες να μπορούσες να βοηθήσεις και να βοηθηθείς. Το πρόβλημα το χοντρού είναι εξόφθαλμο και άνετα μπορεί να βρει άλλους που θα έχουν τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια προβλήματα. Το κατάλαβε αυτό χοντρός και επίσης κατάλαβε ότι και για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι και σε καλύτερη μοίρα από τους άλλους, αποφάσισε να κάνει το πρόβλημά του όπλο του. Οι άλλοι για τα προβλήματά τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν γιατί άλλος φοβόταν την γελιοποιήση, άλλος πίστευε ότι κανείς δεν θα καταλάβει τι θέλει, άλλος από έλλειψη εμπιστοσύνης μην τυχόν και αυτός που το πει το διαδώσει σε άλλους, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια εσωστρέφεια στην κοινωνία. Το θέμα είναι να πιστέψεις ότι σίγουρα κάπου υπάρχει κάποιος που θέλει αυτό που θες και συ.Σίγουρα κάπου υπάρχει.

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Όταν χαλάει η τηλεόραση....

Με πήρε τηλέφωνο η γιαγιά μου
-Ναι;
-Έλα είσαι καλά τώρα;
-Καλά είμαι γιαγιά, και πριν καλά ήμουν, γιατί ρωτάς;
-Δεν ήσαν καλά, σε ξεμάτιασα και γιατί ήσαν χάλια.
-Καλά για να το λές εσύ έτσι θα είναι...εσείς τι κάνετε; Πως είστε;
-Άσε παιδάκι μ', μας χάλασε η τηλιόρασ' και δεν έχουν τι να κάνουμε, να ο παππούς διαβάζει αυτόν τον Λάφκα
-Ποιον Λάφκα ρε γιαγιά τι λες;
-Να ένα βιβλίο που είχες αφήσει εδώ, η Δίκη
-Πες του να μην το διαβάσει αυτό! θα καεί! και δεν είναι Λάφκα είναι Κάφκα
-Τι θα κάνει; θα καεί; τι να τον πω να μην το διαβάσει το χει πιάσει από το πρωί και δεν το αφήνει
-Αι καλά... δεν πάει καλά ο κόσμος, το πρώτο βιβλίο του παππού θα είναι η Δίκη...
-(Παππούς from the badkround)Τι θα γίνει με τον Κ. στο τέλος;
-(γιαγιά)Τι θα γίνει με τον Κ. στο τέλος;
-Θα τον σκοτώσουν
-(γιαγιά)Θα τον σκοτώσουν λέει
-(Παππούς from the badkround)Τι θα τον σκοτώσουν ρε αφού είναι ο πρωταγωνιστής!
-(γιαγιά) Τι θα τ...
-Το άκουσα γιαγιά, έλα κλείσε τώρα θα τα πούμε μετά.
-Καλά γειά σου, και να κάνς τον σταυρό σ'
-Καλά γειά...
Και μόλις το έκλεισα σκέφτηκα το τί είχα μόλις ακούσει και συνέλαβα τον εαυτό μου να κάνει τον σταυρό του.Ο παππούς διαβάζει Λαφ, εεε Κάφκα, αν είναι δυνατόν!Θα καεί! Στο άμαθο απο ανάγνωση μυαλό του αυτό θα είναι μια πλημμύρα καυτής λάβας πάνω σε ρυζόχαρτο. Κατευθείαν στα βαθιά...κανονικά θα έπρεπε να τον ζήλευα, αν του αρέσει η ανάγνωση έχει όλα τα καλά βιβλία μπροστά του, έστω και αργά μπορεί να ανακαλύψει αριστουργήματα.Εγώ δυστυχώς τα χω όλα πίσω μου, σπάνια και αραιά ανακαλύπτω πλέον καλά βιβλία, διάβασα ότι καλύτερο υπήρχε και τώρα όχι μόνο δεν έχω κάτι πολύ καλό υπόψιν μου, αλλά και όλα τα προηγούμενα αποτελούν μέτρο σύγκρισης και κάνουν όλα τα επόμενα να μοιάζουν πολύ "λίγα". Κάπως έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα και στη ζωή, όταν βιάζεσαι να τα ζήσεις όλα νωρίς χάνουν το νόημά τους, και καταλήγεις μια μέρα να παρακαλάς για κάτι που θα σε συγκινεί, μα δεν βρίσκεις τίποτα, ενώ άλλοι που μπορεί να έχουν ζήσει πολύ λιγότερα μπορούν να ανατριχιάσουν με αυτό που εσένα μπορεί να σου φανεί σχεδόν αδιάφορο.
Μερικές ώρες αργότερα....
-Ναι;
-Έλα, ο παππούς τελείωσε τον Λάφκα, και μ είπε ότι βρήκε έναν Βάρκες Εκατό χρόνια μοναξιάς, είναι καλός;
-Πρώτον είναι Κάφκα, δευτέρον είναι Μάρκες, τρίτον είναι μοναξιά, και τέταρτον ναι είναι καλός
-Α ωραία... θα του το πω.... δεν πιστεύω να πεθαίνει πάλι ο πρωταγωνιστής;
-Όλοι πεθαίνουν σ ατό το βιβλίο γιαγιά όλοι
-Πως όλοι, δεν μένει κανένας στο τέλος να σκοτώνει τους άλλους;
-Όχι, ο πρώτος πεθαίνει δεμένος σε ένα δέντρο και τον τελευταίο τον κουβαλάνε νεκρό τα μυρμήγκια
-Πώπω τι παράξενο βιβλίο...
-Και η ζωή είναι παράξενη γιαγιά
-Και τι σχέση έχει η ζωή με τα βιβλία;
-Έχει..πίστεψε με, έχει....
-Ούλο χαζαμάρες....

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Οι Δείκτες

Το ρολόι
οι δείκτες
το πλαίσιο άχρηστο
οι δείκτες είναι που κάνουν την δουλειά
οι δείκτες είναι που κουνιούνται
Οι δείκτες είναι που μας αγχώνουν
η ζωή μας
οι άλλοι
οι δείκτες των άλλων
μας υποδεικνύουν που να πάμε
μας καταδεικνύουν τι να κάνουμε
μας καταδίδουν
μας επικρίνουν
Πως να αντέξω όλους αυτούς τους δείκτες
πως να συνεχίσω όπως έχω ονειρευτεί
Η ζωή μου είναι ο καμβάς
και όλοι χορεύουν πάνω του
με προκλητική αγένεια
Οι δείκτες
και οι δέκτες
Δεν θέλω να είμαι
ούτε το ένα ούτε το άλλο
Κλείνω τα αυτιά μου
Κλείνω τα μάτια
Κλείνομαι στον εαυτό μου
Διπλώνομαι
Πονάω
Υποφέρω
Κοιμάμαι
Ξυπνάω
Ξαναρχίζω
Δεν ξέρω που πάω
Μη μου δείχνετε
Δεν σας ρωτάω
Προχωράω

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Δυο Πίνακες

Μες στο σπίτι, μες την βαρεμάρα, μη έχοντας τι να κάνω αποφάσισα έτσι για πλάκα να μαγειρέψω, για την πείνα ή απλά για να γεμίσω τον χρόνο. Πήρα ένα ταψί και το κοιτούσα σκεφτικός, μια και δεν ήξερα καμιά συνταγή αποφάσισα να αυτοσχεδιάσω. Έβγαλα πάνω στον πάγκο ο,τι "μαγειρέψιμο " είχα και ξεκίνησα δουλειά. Έστρωσα όλη την βάση του ταψιού με μουστάρδα, μετά έκανα γραμμές με το μπουκάλι της κέτσαπ δημιουργώντας ακαθόριστα τετράγωνα. Μετά έστρωσα χοντρές γραμμές με μερέντα και αυτές τις γραμμές τις χάραξα κάθετα με ένα πιρούνι και τις έκανα να μοιάζουν με λάστιχο από εσώρουχο της γιαγιάς. Μετά έριξα λάδι, συνέχισα να κάνω σχήματα με ότι έβρισκα. Είχε φύγει η ιδέα του να κάνω κάτι να φάω, τώρα δημιουργούσα! Με είχε πιάσει καλλιτεχνικός οίστρος, το έργο μου κάποια στιγμή ήταν έτοιμο, για να ολοκληρωθεί αυτή καλλιτεχνική πρωτοτυπία έπρεπε και να το ψήσω. Έβαλα λοιπόν το ταψί στο φούρνο και περίμενα, και όσο περίμενα σκεφτόμουν και το επόμενο "έργο" μου. Όπως ψηνόταν το "έργο" το λάδι φούσκωσε και σκάσαν οι φούσκες και κάθε φούσκα στο σημείο που έσκασε άφησε έναν κρατήρα, και έγινε το περιεχόμενο του ταψιού σαν πολύχρωμο σεληνιακό τοπίο. Όταν έβγαλα το ταψί από τον φούρνο, το μύρισα, οκ δεν τρώγεται. Περίμενα να κρυώσει και έβγαλα τον πίνακα και αμέσως ξεκίνησα να δημιουργό και τον δεύτερο πίνακα. Σε λίγη ώρα είχα δυο μοναδικά καλλιτεχνήματα παγκόσμιας πρωτοτυπίας. Δυο πίνακες που θα μπορούσαν να κρεμαστούν σε κάποιο τοίχο, να ζήσουν σε μια αποθήκη,να κλαπούν, να προκαλέσουν περιέργεια, αποστροφή και θαυμασμό. Οποιοσδήποτε μπορεί να ερμηνεύσει ένα πίνακα ή ένα ποίημα ή ένα βλέμμα όπως νιώθει, ανάλογα την στιγμή και την ψυχική του διάθεση.Άλλα είναι τα ποιήματα και πίνακες και τα βλέμματα που δίνουν χρώμα στα όνειρά μας, και φανταζόμαστε και τα όνειρα των άλλων που κατ επέκταση είναι δικά μας όνειρα. Είναι η πνευματική τροφή που έχουμε ανάγκη, μα και τώρα που το σκέφτομαι και αισθάνομαι την πείνα να με θερίζει έχουμε ανάγκη και από πραγματική τροφή, οι ανάγκες του σώματος πολλές φορές υπερτερούν αυτές του μυαλού. Πρέπει να φάω... όχι γύρο πάλι γαμώτο!!!!!!

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Ο Κύκνος Της Λίμνης

Ξυπνώντας κάθε πρωί με τον μόνιμο πονοκέφαλο, για λίγο προσπαθώ να επεξεργαστώ τα περίεργα όνειρα που είδα το βράδυ, μετά αμέσως τα ξεχνάω. Σπάνια όμως κάθομαι και τα καταγράφω γιατί είναι τόσο περίεργα που και μένα με τρομάζουν.


Είναι μια γαλοπούλα που αντί για λαιμό έχει ένα μπλε χέρι, και αντί για κεφάλι μια μπλε παλάμη με μεγάλα νύχια. Και στο στήθος αντί για πούπουλα ένα κεφάλι γουρουνιού. Αυτή γαλοπούλα λοιπόν με έπιασε και μου δάγκωσε το χέρι και άρχισα να αισθάνομαι άσχημα, και μετά την κυνηγούσα πάνω στο χιόνι. Και τρέχαμε, και τρέχαμε, μέχρι που φτάσαμε σε ένα κτήριο που η πύλη του ήταν ένας ελέφαντας που είχε γυρισμένα τα οπίσθιά του και έπρεπε να περάσουμε από κάτω για να μπούμε μέσα. Και μπήκε μέσα η γαλοπούλα και εγώ από πίσω . Με το που μπήκαμε διαπίστωσα ότι είμαστε σε ναό, οι καρέκλες κενές, τα εικονίσματα αντί για αγίους είχαν φωτογραφίες ζώων, στο βάθος δεξιά είδα έναν καθολικό ιερέα και δίπλα του ένα μαύρο παιδάκι με κατσαρά μαλλιά. Η γαλοπούλα χάθηκε από το πλάνο και το μόνο που έβλεπα ήταν ο ιερέας και το μαύρο παιδάκι, όταν έφτασα εκεί διαπίστωσα ότι το παιδάκι ήταν ό Michel Jackson μικρός και κρατούσε ένα κουβά γεμάτο με ζάρια. Έμεινα να τους κοιτώ μέχρι που με τράβηξε ο ιερέας και μου είπε <<κοίτα>>. Ο μικρός Michael Jackson πήγε με τον κουβά στον κεντρικό διάδρομο και περίμενε, μετά από λίγο ακούστηκε φασαρία στην πόρτα και είδα την γαλοπούλα να μπαίνει μέσα και από πίσω πάλι εμένα να την κυνηγάω. Ο μικρός Michael Jackson σκόρπισε τα ζάρια πού είχε μέσα στον κουβά πάνω στον διάδρομο. Η γαλοπούλα πέρασε άνετα, αλλά ο άλλος μου εαυτός έτρεξε πάνω στα ζάρια και γλίστρησε και έπεσε. Ο ιερέας στάθηκε δίπλα μου και μου είπε <<περπάτα τώρα ήρεμος πάνω στα ζάρια>>. Και περπάτησα, και πέρασα από τον διάδρομο χωρίς να πέσω. Άκουσα τον ιερέα να λέει << Δεν πρέπει ποτέ να τρέχεις πάνω στην τύχη σου, περπάτα ήρεμος και θα φτάσεις εκεί που θες>>. Ξαφνικά ένιωσα την γη να τρέμει, σεισμός, βγήκα έξω από τον ναό τρέχοντας και αφού απομακρύνθηκα γύρισα και είδα τον ναό να γκρεμίζεται, και όταν καταλάγιασε η σκόνη αντί για ερείπια υπήρχε μια λίμνη, και πάνω σ αυτή την λίμνη, η παραμορφωμένη γαλοπούλα άλλαζε και σιγά σιγά ώσπου έγινε κύκνος. Ένας μοναχικός κύκνος με σκυμμένο κεφάλι που γυρνούσε ακαθόριστα στην λίμνη του , και μου θύμισε τον εαυτό μου τις αμέτρητες νύχτες που δεν άντεχα καθόλου μέσα στο σπίτι και έβγαινα και έκανα βόλτες με τα πόδια στην έρημη Αθήνα.

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Τρύπιες κάλτσες

Μέσα στην εγκατάλειψη άφησα και τον εαυτό μου και άφησα και τα νύχια των ποδιών μου άκοπα. Κι έτσι μεγάλωσαν τα νύχια μου, ειδικά τα νύχια στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου είχαν γίνει τερατώδη. Οι χειμερινές κάλτσες μου νόμιζα ότι θα άντεχαν, αλλά έκανα λάθος, μια τρύπα άνοιξε σε κάθε μια κάλτσα εκεί που είναι το μεγάλο δάχτυλο και εξείχαν το νύχια. Για να μήν καταστρέψω και τα παπούτσια άλλαξα θέση στις κάλτσες, έβαλα αυτή που φορούσα στο αριστερό πόδι στο δεξί και αντίστοιχα έκανα και με την άλλη. Μέσα σε λίγες μέρες όμως τρύπησαν πάλι. Οπότε τώρα κάθε κάλτσα είχε δύο τρύπες. Τις έβγαλα και τις άφησα στο πάτωμα, σαν δύο μπαλάκια, με τις τρύπες προς τα πάνω. Περνώντας μετα από λίγο κοίταξα προς το μέρος τους και μου φάνηκε σαν να είδα δυο προσωπάκια. Ήταν οι κάλτσες με τις τρύπες να μοιάζουν με μάτια που με κοιτούσαν μελαγχολικά. Δυο μισόκλειστα μάτια σε κάθε προσωπάκι-κάλτσα έτοιμα να κλάψουν. Κοιτούσαν προς τα πάνω, με κοιτούσαν μέσα στα μάτια, μοιραζόμασταν την ίδια μελαγχολία, ακίνητες, αμίλητες, θλιβερές. Τα μάτια τους ήταν κενά, αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο δεν μπορούσα να δω μέσα τους, έμεινα στο βλέμμα τους, βλέμμα που ικετεύει, βλέμμα απελπισίας. Τι θέλετε; μου ήρθε να ρωτήσω. Δεν ήταν ότι τις είχα κουράσει από πολυχρησία, τις είχα τραυματίσει από κακομεταχείριση. Αλλά τους έδωσα μορφή, μα γιατί με κοιτάτε έτσι; δεν φταίω. Δεν φταίω! σήκωσα τα μάτια να αποφύγω το θλιβερό τους βλέμμα, και η μάτια μου έπεσε στην πρίζα στον τοίχο. Και σύ με κοιτάς;Τι θες; Μπήκα στο δωμάτιό μου και αερόθερμο είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Τι; του φωνάζω απότομα. Ο νυχοκόπτης μέσα στην ντουλάπα χαμογελούσε, το στυλό πάνω στο τραπέζι μου δείχνε την πόρτα, και η πόρτα είχε ένα χερούλι σαν αηδιαστικό σαλιγκάρι, σιχαινόμουν και δεν ήθελα να το πιάσω, αλλά πίεσα τον εαυτό μου και την άνοιξα. Μόλις βγήκα από την πολυκατοικία ο ήλιος μου ρίξε μια σφαλιάρα στο πρόσωπο που σχεδόν με τύφλωσε. Μόλις άρχισα να συνέρχομαι και να κοιτάω γύρω μου συνειδητοποίησα ότι τίποτα δεν ήταν ακίνητο, ε, και αυτό ήταν κάπως καλύτερο...

Νερό αέρας όνειρα

Μια φυγή από το εδώ
Μια κραυγή για το εκεί
Εκεί που είναι το όνειρο
Διαδρομή δύσκολη
Απόφαση δύσκολη
Πως να αφήσω ότι έχω κερδίσει
Πως να γκρεμίσω ότι έχω χτίσει
Δεν είναι το ταξίδι που αξίζει
Αλλά ο προορισμός
Μόνο αν φτάσεις εκεί αξίζει το ταξίδι
Αν χαθείς στη μέση, μένεις μισός
Και μισός θα προχωράς
Με το βάρος της αποτυχίας να βαραίνει τα βήματα σου
Κι όμως δεν θα αφήνουν σημάδια
Στο πέρασμά τους αυτά τα βαριά βήματα
Μόνο κούραση στο σώμα
Κι αν ποτέ φτάσεις στην πόλη
Θα σαι κουρασμένος και γέρος
θα καθίσεις σε μια γωνιά
Και θα εύχεσαι να είχες πάρει άλλο δρόμο
Έστω κι αν σ'έβγαζε σε άλλη πόλη,μικρότερη
Και πάλι εκεί ξεκούραστος
Θα ευχόσουν να είχες πάρει άλλο δρόμο
Αφού έχεις κι άλλες δυνάμεις
Γιατί δεν ζήτησες το τέλειο;
Κι συνέχεια η ίδια απορία
Μήπως μπορούσα και καλύτερα;
Κι αν όχι αυτή τότε η άλλη
Μήπως ξεπέρασα τα όριά μου;
Το όνειρο ένα αεράκι, ένα τρεχούμενο ποτάμι
Κι εμείς ένα φτερό, ένα φύλλο
Πόσο μικροί στα μεγάλα όνειρά μας
Δεν μπορούμε να πάμε κόντρα ούτε να τα αγνοήσουμε
Παίζουμε με τους κανόνες της φύσης
Όταν όμως κάπου νιώθουμε ότι χάνουμε
Μπαίνει ο εγωισμός, ξεφεύγουμε από την ροή της φύσης
Και θέλουμε να πάρουμε εμείς τον έλεγχο
Και εκεί είναι που χάνουμε
Η φύση νικάει τον άνθρωπο
Αν όμως την αφήσεις να σε παρασύρει
Έτσι όπως μόνο αυτή ξέρει
Θα σου δώσει ευτυχία
Παράτα τους κανόνες
Άσε τους εγωισμούς
Γίνε ένα φύλλο ή ένα φτερό
Άσε τον αέρα και το νερό να σε παρασύρει
Κάτι παραπάνω θα ξέρουν