Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Ιλιάδα 3 (ο ανυπέρβλητος)

Τα πλοία των Ελλήνων φαίνονται από μακριά, οι στρατιώτες της Τροίας μαζεύουν τα πτώματα των διαδηλωτών που αλληλοσφάχτηκαν όσο πιο γρήγορα μπορούνε. Στο παλάτι έχουν μια και μόνη ανησυχία,  ποιοι από τους μεγάλους ήρωες των Ελλήνων θα ρθούνε… υπάρχει ένα όνομα το οποίο κανείς δεν τολμά να το αναφέρει. Και μόνο στη σκέψη του παραλύουν.


Οι Έλληνες έχουν πλησιάσει την ακτή, ένα πλοίο όμως βρίσκεται πιο μπροστά από όλα τα άλλα,  σ αυτό το πλοίο βρίσκεται ο δυνατότερος ανυπέρβλητος ήρωας των Ελλήνων, και τραβάει μόνος του κουπί, ναι ένας άντρας μόνος του κάνει ένα τεράστιο πλοίο να πηγαίνει πιο γρήγορα από όλα τα άλλα. Οι στρατιώτες είναι παρατεταγμένοι στην ακτή, έτοιμοι να αποκρούσουν την απόβαση. Βλέπουν αυτό το μόνο πλοίο να πλησιάζει και ακούνε βρυχηθμούς μόχθου σε κάθε τράβηγμα του κουπιού. Ένας άντρας μόνος, ποιος να είναι άραγε; Ο Αχιλλέας; Αυτός δεν πάει ποτέ μόνος του έχει και τους Μυρμιδόνες μαζί του.  Το πλοίο βγαίνει στην ακτή , η πλώρη του σκαλώνει στην άμμο, όλοι κοιτάνε παγωμένοι να δούνε τι θα βγει από εκεί μέσα. Ένας άντρας μόνος βγαίνει στην πλώρη του πλοίου, τους κοιτάει αγέρωχα, πήδάει από ψηλά και προσγειώνεται στην ακτή, η γη ταρακουνήθηκε με το που πάτησε τα πόδια του στο χώμα αυτός ο άντρας. Οι στρατιώτες πάγωσαν από τον φόβο τους μόλις τον είδαν.
-Παναγία μου! Ο Απόστολος Γκλέτσος! Φώναξε ένας στρατιώτης , όλοι άρχισαν να οπισθοχωρούν με τρεμάμενα πόδια.
Ο Απόστολος Γκλέτσος έφτιαξε λίγο το μπουφάν του, πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα από τα μαλλιά και τα σήκωσε λίγο.  Έβαλε το χέρι του στα αχαμνά του, πάνω από το τζιν του και μετακίνησε το τεράστιο μόριο του γιατί τον έκοβαν οι ραφές. Πήρε το μοιραίο βλέμμα, φόρεσε με στυλ τα μαύρα του γυαλιά και άρχισε να περπατάει. Με το πρώτο του βήμα οι στρατιώτες παράτησαν τα όπλα τους και άρχισαν  τρέχουν πανικόβλητοι προς την πόλη τους. Οι στρατιώτες φώναζαν «Βοήθεια! Βοήθεια! Ο Απόστολος Γκλέτσος!» Οι φωνές τους ακουγόταν μέχρι την πόλη, τους άκουσε και ο βασιλιάς που βρισκόταν ψηλά στα τείχη και παρακολουθούσε την απόβαση. Έσφιξε τα χέρια του πάνω στην άκρη του τοίχου έσκυψε και μονολόγησε  πολύ σιγά «ο Απόστολος Γκλέτσος….», η γυναίκα του που καθόταν πιο πίσω κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και τον ρώτησε τι έγινε
-Καταστροφή… απάντησε θλιμμένα ο Πρίαμος
-Γιατί; Τι έγινε;
-Ήρθε….
-Ποιος ήρθε;
-Ο Απόστολος Γκλέτσος
-Ο ποιος; Ρώτησε έντρομη η βασίλισσα
-Ο Απόστολος Γκλέτσος, επανέλαβε ο βασιλιάς
-Παναγία μου! Δεν είναι δυνατόν! Ο Απόστολος Γκλέτσος!!!!!!!!!!!!!!!! Ούρλιαξε η βασίλισσα .
 Οι γιοι του βασιλιά τρέμανε κάθε φορά που άκουγαν αυτό το όνομα , ο καθένας σκεφτόταν μια λύση για να νικήσουν τον Απόστολο Γκλέτσο. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα στην πόλη και μόνο ένα όνομα υπήρχε στο στόμα και στη σκέψη του κάθε Τρώα: Απόστολος Γκλέτσος…..



Ο ναύαρχος των Ελλήνων ήταν μεγάλο αρχίδι γι αυτό και το πλοίο του λεγόταν ναυαρχίδα. Σ αυτό το πλοίο ήταν και ο Αγαμέμνονας με τον κοντοπίθαρο τον Μενέλαο  και όλοι τους οι σύμβουλοι. Ο Αγαμέμνονας καταφανώς ενθουσιασμένος που είχε και τον  Απόστολο Γκλέτσο στο στρατό του ήταν πολύ χαρούμενος. Είδε από μακριά τον Απόστολο Γκλέτσο α διώχνει τον στρατό της Τροίας και να προχωράει μόνος του στα τείχη της πόλης, σε λίγο θα τα γκρέμιζε και αυτά και θα ήταν πολύ εύκολο  γι αυτούς να εισβάλουν χωρίς αντίστασή. Ο Βασιλιάς ήταν ευδιάθετος και έλεγε αστεία. Όλοι γελούσαν, κάποια στιγμή ο βασιλιάς είπε  «Είναι τρελός αυτός ο Γκλέτσος!» κανείς δεν γέλασε, όλοι πάγωσαν απότομα
-Τι έγινε ρε παιδιά; Ρώτησε ο βασιλιάς
-Κανείς δεν τολμάει να λέει Γκλέτσος, πρέπει να πεις ολόκληρο το όνομα, ή Απόστολος Γκλέτσος ή τίποτα! Του απάντησε ο αδερφός του
-Γιατί; Τι θα μου κάνει ο Γκλέτσος;
-Μη! Μη! Αδελφέ μου, μη το κάνεις αυτό! Αμα το μάθει ο Απόστολος Γκλέτσος την γαμήσαμε!
-Γκλέτσος ! Γκλέτσος! Γκλέτσος!
Ένας σπιούνος άκουσε τον βασιλιά και ανυπομονούσε να βρει τον Απόστολο Γκλέτσο να του πει τι έλεγε ο βασιλιάς, ο σπιούνος γελούσε χαιρέκακα….

Στην  Τροία ο Απόστολος Γκλέτσος  έχει φτάσει στην μεγάλη πόρτα την πόλης και προσπαθεί να την σηκώσει, δεν γίνεται είναι αδύνατό! Τίποτα όμως δεν μπορεί να σταματήσει τον Απόστολο Γκλέτσο. Ο τιτανομεγαλοτεράστιος ήρωας αρχίζει να χτυπάει με δύναμη την πόρτα. Σε κάθε του χτύπημα όλη η πόλη έτρεμε, ήταν λες και γινόταν σεισμός. Οι πάντες είναι σφιγμένοι και αγκαλιασμένοι, παρακαλάνε να αντέξουν τα τείχη και μείνει αυτή η λαίλαπα δύναμης και αντρισμού έξω από την πόλη. Η Ελένη  ήταν μόνης της στο δωμάτιο και έβαφε τα νύχια της όταν ένιωσε το πρώτο τράνταγμα, της έφυγε το πινελάκι και έβαψε και το δέρμα της λίγο, σπάστηκε, δεύτερο χτύπημα, «κάτι σοβαρό πρέπει να συμβαίνει» σκέφτηκε. Έκλεισε το καπάκι με την βαφή νυχιών και ξεκίνησε να βρει τους άλλους. Όπως περπατούσε στους διαδρόμους που την οδηγούσαν στο μπαλκόνι αναγκαζόταν σε κάθε χτύπημα να ακουμπάει στον τοίχο γιατί έχανε την ισορροπία της.
Ο βασιλιάς με τον Εκτόρα συζητάνε, ο Πάρις είπε ότι είχε μια ιδέα και θα γρνούσε γρήγορα
-Τι να κάνουμε να απαλαχτούμε  άπο τον Απόστολο Γκλέτσο…. Είπε ο βασιλιάς
-Δεν μπορούμε να κάνουμε τιποτα πατέρα, ο Απόστολος Γκλέτσος είναι ανίκητος. Είπε ο Εκτόρας
-Μα κάτι θα υπάρχει δεν μπορεί, μήπως να του δώσουμε χρήματα;
-Όχι πατέρα ο Απόστολος Γκλέτσος είναι αδέκαστος Μπάρας
-Μήπως να του στέλναμε γυναίκες
-Ούτε αυτό πατέρα, ο Απόστολος Γκλέτσος είναι χορτάτος από γυναίκες, για να καταλάβεις είναι ο μοναδικός άντρας στον κόσμο που δεν έχει δει το dvd της Τζιούλιας!
-Της Τζούλιας;….. Θεέ μου με τι άνθρωπο έχουμε μπλέξει….
-Άσε πατέρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα
-Μήπως να του δίναμε το καλύτερο φαγητό με δηλητήριο;
-Ο Απόστολος Γκλέτσος δεν τρώει
-Μήπως να τον υπνωτίζαμε
-Ο Απόστολος Γκλέτσος δεν κοιμάται
-Μα τι είναι τέλος πάντων αυτός ο Απόστολος Γκλέτσος, δεν έχει κανένα αδύνατο σημείο; Όλοι οι σουπερ ήρωες έχουν.
-Δεν ξέρω πατέρα… δεν νομίζω…
Εκείνη την ώρα εμφανίζεται ο Πάρις με μια πανέμορφη κοπέλα. Όλοι μένουν άναυδοι. Ο Πρίαμος πλησιάζει τον γιο του  και του λέει
-Που την βρήκες αυτήν  ρε παιδάκι μου;  Σ αυτήν δεν θα μπορέσει με τίποτα να αντισταθεί ο Απόστολος Γκλέτσος! Αυτήν μάλιστα….
-Δεν είναι αυτό που νομίζεις πατέρα, απαντάει ο Πάρις
-Τι δεν είναι; Κοίτα πόδια, κοίτα μάτια,  τι απίστευτό σώμα… μα είναι μια θεά, θα τον κάνει κομμάτια τον Απόστολο Γκλέτσο. Πως σε λένε κοπέλα μου; Ρωτάει ο βασιλιάς την κοπέλα.
-Ζήνα. Του απαντάει η κοπέλα με νάζι.
-Και ναζιάρα, μπράβο Πάρι γιε μου!  Που την βρήκες αυτήν;
-Πατέρα  δεν είναι αυτό που νομίζεις. Η Ζήνα από εδώ είναι τουρίστρια και μια μέρα μου μιλούσε για τον μεγάλο αυτό  άντρα της πατρίδας και μου είπε ότι είναι από τις λίγες που ξέρουν το αδύνατό σημείο του Απόστολου Γκλέτσου.
-Και γιατί δεν μας το λέει να τελειώνουμε. Λέει ο Πρίαμος
-Γιατί πατέρα λέει ότι αν μας το πει δεν θα παίξει καθόλου ρολό σ αυτή την ιστορία.
-Τι; Τι θες κοπέλα μου πες μου.. λέει ο Πρίαμος απευθυνόμενος στην Ζήνα
-Λοιπόν, θέλω πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι το τέλος της ιστορίας, και επίσης θέλω να είμαι πολύ ψηλή και να χάσω και ενάμισι κιλό
-Δεν μπορώ να στα εγγυηθώ αυτά κοπέλα μου, αλλά θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ, άντε πήγαινε να νικήσεις τον Απόστολο Γκλέτσο πριν μας γκρεμίσει την πόρτα.
-Εν τω μεταξύ… λέει η Ζήνα
-Ασε τα εν τω μεταξύ και φύγε! Ότι θες ναι! μόνο κάνε γρήγορα.
Ο Πάρις αρπάζει την Ζήνα από την μέση και την παίρνει να φύγουν, εκείνη ακριβώς την στιγμή βγαίνει η Ελένη στο μπαλκόνι και βλέπει τον άντρα της με την Ζήνα αγκαλιά.
-Ποια είναι αυτή; Ρωτάει θυμωμένη η Ελένη
-Αγάπη μου δεν είναι αυτό που νομίζεις
-Όλοι την ίδια μαλακία λέτε!
-Μα αγάπη μου η Ζήνα από δω_
-Τι ;!έχει και όνομα τώρα! Να πας στο διάολο αλήτη!
-Μα αγάπη μου άκουσε με, η κοπέλα θα σώσει την πόλη μας
-Την πόλη μας; Από τι θα την σώσει;
-Δεν τα έμαθες; Από τον Απόστολο Γκλέτσο
-Τι είναι εδώ ο….. ω θεοί δεν είμαι καλά……. Η Ελένη βάζει την αναστροφή του καρπού της στο μέτωπό της και παραπατάει σαν να ζαλίζεται
-Αγάπη μου είσαι καλά; Ρωτάει ο Πάρις
-Δεν μπορώ… δεν είμαι καλά… είναι εδώ ο….. Θα καταρρεύσω……
Και καταρρέει

Ο Απόστολος Γκλέτσος είναι έξω από τη πόρτα και την χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Τα τείχη τρέμουν, η γη αναταράσσεται,  ο Απόστολος Γκλέτσος  ουρλιάζει δυνατά, η φωνή του σκίζει τον αέρα και κάνει τα σύννεφα να τρέχουν να κρυφτούν.  Η Ζήνα πλησιάζει τον  μαινόμενο  γίγαντα,  αυτός δεν την έχει δει ακόμα. Η Ζήνα στέκεται σε μια ασφαλή απόσταση από τον Απόστολο Γκλέτσο, της έχουν κοπεί τα πόδια. Ο Απόστολος Γκλέτσος αντιλαμβάνεται την παρουσία της και την κοιτάει υποτιμητικά, όσο πιο υποτιμητικά μπορεί . Στραβώνει το κάτω χείλος του και της λέει
-Τι θες μωρή χαμούρα;
-Έχω κάτι για σένα… του απαντάει η Ζήνα χωρίς να πειραχτεί για ο χαμούρα
-Αι πάενε ρε….  Είπε ο Απόστολος Γκλέτσος και συνέχισε να χτυπάει την τεράστια πόρτα
-Σου έφερα μύγδαλα, του είπε η Ζήνα και άνοιξε τα χέρια της και του έδειξε τα μύγδαλα που έκρυβε μέσα στις χούφτες της 


Ο Απόστολος Γκλέτσος σταμάτησε να χτυπάει την πόρτα και σαν μαγνητισμένος πήγαινε προς τα μύγδαλα, ήταν το αδύνατό του σημείο. Όταν ήταν μικρός η γιαγιά του τον κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά της και του έδινε μύγδαλα γιατί ήταν φτωχή και ξόδευε όλα της τα λεφτά στα ναρκωτικά. Η γιαγιά του Απόστολου Γκλέτσου  καθώς τον τάιζε μύγδαλα του χάιδευε τα μαλλιά και του έλεγε να φας πολλά μύγδαλα να γίνεις δυνατός άντρας, και ο Απόστολος Γκλέτσος έτρωγε όσα περισσότερα μπορούσε, και έγινε δυνατός άντρας, ακόμα και τώρα ,αν και ξέρει ότι είναι ψυχαναγκαστικό , κάθε φορά που βλέπει μύγδαλα θέλει να τα φάει όπως και δήποτε. Τα μύγδαλα έχουν εκλείψει πλέον από την Ελλάδα εξαιτίας του Απόστολου Γκλέτσου, η Ζήνα όμως είχε βρει μερικά στην Τροία και τα κρατούσε στα χέρια της, μπροστά του, και  του τα πρόσφερε.  Ο Απόστολος Γκλέτσος άπλωσε το χέρι του (όχι ευγενικά) να τα πάρει, ή Ζήνα άρχισε να τρέχει. Ο Απόστολος Γκλέτσος την πήρε από πίσω. Η Ζήνα έτρεχε μπροστά ο Απόστολος Γκλέτσος  την κυνηγούσε και τις φώναζε:
Στάσου μωρη χαμούρα! Τα μύγδαλα!
Στάσου μην τρέχεις! Θέλω να μου δώσεις τα μύγδαλα!
Στάσου τα μύγδαλα!
Στάσου μωρή χαμούρα! Τα μύγδαλα σου λέω
Η Ζήνα δεν απαντούσε, κοιτούσε τρομαγμένη πίσω τον Απόστολο Γκλέτσο να την κυνηγάει, κρατούσε σφιχτά τα μύγδαλα στα χέρια της και έτρεχε. Ευτυχώς είχε λεπτεπίλεπτο και ντελικάτο κορμί που της επέτρεπε να τρέχει γρήγορα. Όπως έτρεχαν ένα άλλο ζευγάρι ερχόταν προς το μέρος τους, μια γυναίκα κυνηγούσε έναν άντρα. Όταν έφτασαν κοντά  η Ζήνα είδε ότι ήταν ο Κώστας Σόμερ και τον κυνηγούσε η Ρούλα Βροχοπούλου, είχε δει ένα θεατρικό οπόυ ο Κώστας Σόμερ έπαιζε τον Αλβανό και τον ερωτεύτηκε, από τότε δεν τον έχει αφήσει σε ησυχία, τον κυνηγάει σε όλο τον κόσμο, τώρα ή μοίρα τους έφερε να τον κυνηγάει έξω από τα τείχη της Τροίας,  του φώναζε στα αλβανικά να σταματήσει, του έλεγε ότι θα του χαρίσει ένα κάρο με δέκα άλογα. Ο Κώστας Σόμερ έτρεχε μπροστά τρομαγμένος, μόλις διασταυρώθηκε με την Ζήνα του έφυγε ο τρόμος από τα μάτια του της έριξε ένα λάγνο βλέμμα, μετά διασταυρώθηκαν τα βλέμματα του Απόστολου Γκλέτσου με του Κώστα Σόμερ, τα δυνατά αρρενωπά βλέμματα του κόσμου, ο αέρας εξαφανίστηκε ανάμεσα από τα δύο βλέμματα, η γη ταρακουνήθηκε για λίγο, οι δύο άντρες αναμετρήθηκαν για λίγο στην σκληρότητα του βλέμματος, οι πάντες πάγωσαν και ο χρόνος σταμάτησε για λίγο,  το τρέξιμό τους όμως δεν σταμάτησε, πήραν ταυτόχρονα ο ένας το βλέμμα από τα μάτια του άλλου αφήνοντας την   υπόσχεση ότι αυτή η μάχη θα συνεχίστεί άλλη φορά. Η Ρούλα Βροχοπούλου έριξε ένα βλέμμα μίσους στην Ζήνα, την ζήλευε που την κυνηγούσε ένας άντρας και αμεσως μετα έριξε ένα βλέμμα γεμάτο πάθος στον Απόστολο Γκλέτσο, η μάχη των βλεμμάτων τελείωσε. Η Ζήνα έτρεχε και οδήγησε τον Απόστολο Γκλέτσο μέσα στην πόλη από μια κρυφή πύλη. Ο Απόστολος Γκλέτσος και η Ζήνα έτρεχαν μέσα σε μια στενή στοά,  η Ζήνα οδήγησε τον ανυπέρβλητο επίδοξο κατακτητή μέσα σε ένα κελί, μόλις μπήκαν μέσα κάποιος έκλεισε την πόρτα πίσω τους, η Ζήνα έκανε έναν ελιγμό και γύρισε προς τα πίσω, απέφυγε τον Απόστολο Γκλέτσο πηδώντας από πάνω του κάνοντας μια κολοτούμπα στον αέρα, φάνηκε το βρακάκι της για λίγο,  προσγειώθηκε πέρασε το λεπτό της κορμί ανάμεσα από τα κάγκελα και βγήκε από το κελί. Ο Απόστολος Γκλέτσος  την ακολούθησε και έπεσε με φόρα πάνω στα κάγκελα που του έκοψαν την φόρα. Έπιασε τα κάγκελα με τα δύο του χέρια και κόλλησε το πρόσωπο του  ανάμεσα στο κάγκελα, τα μούσια ακούμπησαν τα σίδερα του κελιού και ένας ανατριχιαστικός ήχος μέταλλο με μέταλλο συντάραξε τους πάντες
-Τουλάχιστον δώσε μου τα μύγδαλα , είπε ο Απόστολος Γκλέτσος 
Η Ζήνα γύρισε και του τα έδωσε, ο Απόστολος Γκλέτσος  την κοιτούσε στα μάτια, έβαλε μπρος την γοητεία του για να την κάνει να τον ερωτευτεί και να τον βοηθήσει. Η Ζήνα ανταπέδωσε το  βλέμμα. Του άγγιξε τα γένια απαλά και τον κοιτούσε στα μάτια
-Sometime you have to go to the barber, του είπε η Ζήνα
Αυτός της έπιασε το χέρι και πάντα με το ίδιο βλέμμα της είπε
-Να ξυριστώ; Ε; Αυτό εννοείς;
Η Ζήνα συνέχισε να τον κοιτάει στα μάτια ενδίδοντας στην γοητεία του Απόστολου Γκλέτσου,  αυτός χαμογέλασε, η Ζήνα ξίνισε απότομα τα μούτρα της και έφυγε. Ο Απόστολος Γκλέτσος  έπαθε σοκ από αυτή την προσβολή του αντρισμού του, τον έπαιξε μια γυναίκα, την στιγμή που την είχε ανάγκη και τον άφησε μόνο έγκλειστο σε ένα σκοτεινό κελί.  Ο Απόστολος Γκλέτσος  άρχισε να ταρακουνάει τα κάγκελα και έξω γίνεται σεισμός.  Ήταν ο Τιτάνας που τον δούλεψε μια γυναίκα και τον έκλεισε σε ένα κελί,  στην αρχή λεγόταν Γκλέτσος, μετά με την εξέλιξη της γλώσσας Εγκλέτσος,  αργότερα Εγκελέτσος, και κατέληξε μετά από πολλά χρόνια να λέγεται Εγκέλαδος, και κάθε φόρα που θυμάται τι έπαθε ταρακουνάει με βία τα σίδερα της φυλακής του και γίνεται σεισμός στον έξω κόσμο.

Αν δεν είχε παρεμβληθεί η Ζήνα οι Έλληνες θα είχαν μπει πολύ άνετα στην Τροία, αλλά τώρα χωρίς την παρουσία του Απόστολου Γκλέτσου υπάρχει ισορροπία δυνάμεων και πρέπει πολεμήσουν στα ίσα. Οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στην ακτή και άρχισαν να οργανώνουν το στρατόπεδό τους χωρίς τον Απόστολο Γκλέτσο

Οι Τρώες πανηγύριζαν για την νίκη τους έναντι του τιτανομεγαλοτεράστιου αυτού Έλληνα και με την νέα τους ηρωίδα θα έβγαιναν στον πόλεμο με μεγάλη  αισιοδοξία.




Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Μπλε Πλανήτης


Δεν μπορούσα να μην αναφέρω τον στοίχο του Ελύτη για το γαλάζιο της χώρας μας

Θεέ μου πόσο μπλε ξόδεψες για να μην σε βλέπουμε

Ξεκινάω να γράφω χωρίς να έχω κάτι στο μυαλό μου, είναι τελείως άδειο, μόνο ένας γαλάζιος ουρανός υπάρχει αυτή την στιγμή στο μυαλό μου. Θα άξιζε άραγε να χαλάσω αυτή την εικόνα για να γράψω κάτι;

Ένας γαλάζιος ουρανός, μόνο αυτό βλέπω, είμαι ξαπλωμένος στο γρασίδι και κοιτάω πάνω, ευτυχώς έχει ωραία μέρα σήμερα, δεν έχει καθόλου σύννεφα, δεν είναι εύκολο να κοιτάς τον ουρανό έτσι για πολύ ώρα, τα μάτια δεν μπορούν να εστιάσουν και πονάνε, σφίγγω λίγο τα μάτια και συνεχίζω να κοιτώ, με το χέρι μου χαϊδεύω το χορτάρι δίπλα μου, τα φύλα του σπάνε και αναδύεται ένα άρωμα πρασινάδας, λίγο πράσινο μπαίνει στο μυαλό μου.   Κοιτώ το γαλάζιο πάνω μου και μου έρχεται μια εικόνα, ένας ζωγράφος κρατάει ένα πινέλο, στην άκρη του πινέλου μια σταγόνα έντονο μπλε προσπαθεί να κρατηθεί με όλες της τις δυνάμεις, δεν τα καταφέρνει, πέφτει σε ένα κουβά με διαλυτικό και απλώνεται, σε λίγο όλο το διαλυτικό γίνεται γαλάζιο,  αυτό το γαλάζιο έριξε ο ζωγράφος πάνω σε έναν λευκό καμβά και έγινε ο ουρανός που βλέπω τώρα.  Η σταγόνα απλώθηκε όπως το λάδι στο νερό στο ξεμάτιασμα,  «να της πάρω μια χάντρα θαλασσιά, να μην την πιάνει το μάτι» σκέφτηκα.  Αυτή η μπλε σταγόνα που έπεσε μέσα στον κουβά θα μπορούσε να ήταν μια λέξη, μια λέξη που αν έπεφτε στις άχρωμες μέρες μου και θα απλωνόταν και θα τις έδινε χρώμα, στην αρχή ανοιχτό, πολύ ανοιχτό είναι πολλές οι μέρες, και αν έπεφταν κι άλλες θα γινόταν όλο και πιο κλειστό, αν ξόδευε πολύ μπλε ίσως κάποια μέρα να  γινόταν όλα σαν το καθαρό φωτεινό ουρανό. Συνεχίζω να σπάω φυλλαράκια από χορτάρι με το χέρι μου.  Παίρνω το βλέμμα μου από τον ουρανό, κοιτάω κάτω, δίπλα μου, το χέρι της, έχει ένα χαμομήλι ανάμεσα στα δάχτυλά της και  το σπάει, το κίτρινο του χαμομηλιού απλώνεται στα δάχτυλά της , τα άσπρα του φύλλα μικρά κομμάτια καμβά που κιτρινίζουν και τσαλακώνονται, μυρίζει χαμομήλι,  γυρνάω μπρούμυτα, ακουμπάω τους αγκώνες μου κάτω και την κοιτώ απο ψηλά. Τα μάτια της λάμπουν κάτω από τον καθαρό ουρανό,  όπως ο ουρανός προήρθε από μια σταγόνα μπλε που απλώθηκε, τα μάτια της είναι δυο σταγόνες χρώμα μελί που δεν απλώθηκαν.   Αν μπορούσε όλο το  γαλάζιο του ουρανού να συγκεντρωθεί και να γίνει μια σταγόνα πόσο όμορφη θα ήταν αυτή η σταγόνα; Τόσο όμορφα είναι τα μάτια της, αλλά σε άλλο χρώμα.
Γυρνάει και με βλέπει. Παίρνω το βλέμμα μου χαλαρά και κοιτάω μπροστά.
-Τι σκέφτεσαι; Με ρωτάει
-Τίποτα. Της απαντώ
Με ακούμπησε στο μπράτσο με τις άκρες των δαχτύλων της που είχαν ακόμα γύρη από το χαμομήλι και συνέχισε να κοιτά τον ουρανό,  την ξανακοίταξα, με κοίταξε πάλι για λίγο και μου χαμογέλασε.
Μια σταγόνα μπλε έπεσε στο άχρωμο διαλυτικό που μοιάζει με τις μέρες μου
-Τελικά είναι ωραία εδώ. Μου είπε
-Ναι, πολύ ωραία. Της απάντησα



Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ιλιάδα 2 (πολιτική)


Ο Αγαμέμνων έχει στείλει τους αγγελιαφόρους του σε κάθε πόλη της Ελλάδας με το μήνυμα να ετοιμάσουν τον στρατό τους να πάνε για πόλεμο στην Τροία.  Άλλο που δεν θέλανε οι υπόλοιποι Έλληνες, όλοι απάντησαν θετικά. Μέσα σε λίγες μέρες είχαν μαζευτεί στις Μυκήνες οι στράτοι απ όλη την Ελλάδα. Τώρα το μόνο που περίμεναν ήταν τα πλοία των Αθηναίων για να τους μεταφέρουν στην Τροία. Χιλιάδες πλοία θα κατέφταναν, όλα για τιμή της Ελένης. Από εκείνη την εποχή έμεινε στην καθομιλουμένη  η φράση «Το μουνί σέρνει καράβια» . Το όνομα Ελένη σημαίνει λαμπάδα ή μπορεί να προέρχεται και από την ρίζα ελε δηλαδή κατακτώ, ελέ και ναυς  , δηλαδή αυτή που κυριεύει τα καράβια, και τα σέρνει.  Μετά από πολλές μέρες βαρεμάρας και αναμονής έρχεται ένας αγγελιαφόρος από την Αθήνα, μπαίνει στο παλάτι και κατευθείαν αναφέρεται στο βασιλιά


-Βασιλιά μου καταστροφή! Οι Αθηναίοι δεν μπορούν να στείλουν τα καράβια!
-Γιατί;! Ρωτάει με θυμό ο βασιλιάς
-Γιατί κάνουν απεργία για το καμποτάζ
-Τι θα πει καμποτάζ; Τι μαλακίες είναι αυτά;
-Βασιλιά μου μαζευτήκαν άτομα από σωμάτια και πολιτικούς φορείς και έχουν αποκλείσει το λιμάνι και δεν αφήνουν  κανένα πλοίο να μπει και κανένα να φύγει
-Ωχ, καταστροφή! Οι Αθηναίοι απέκλεισαν το λιμάνι….. τι θα κάνουμε τώρα….
-Βασιλιά μου όχι όλοι οι Αθηναίοι,  απ ότι είδα και άκουσα και είδα είναι εκπρόσωποι από 6 σωματεία και από 22 πολιτικούς φορείς….
-Δηλαδή για πόσα άτομα μιλάμε;
-Εννιά βασιλιά μου…
-Εννιά χιλιάδες; Γαμώ τον Δία μου μέσα, είναι πάρα πολλοί…
-Όχι βασιλιά μου…. Εννιά άτομα…..
-Τι;;; είναι δυνατόν εννιά άτομα να κλείνουν το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και να μπορούμε να κουνηθούμε;
-Έχουν δημοκρατία εκεί βασιλιά, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, άσε που αν κάνουν κάτι θα βγουν οι κωμικοί στα θέατρα και κράξουν τους πολιτοφύλακες και θα μιλάνε για βιασμό της δημοκρατίας και τέτοια. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα…. Πρέπει να περιμένουμε…
-Δεν θα περιμένουμε τίποτα, θα ξαναπάς εκεί με τρεις από τους καλύτερους στρατιώτες και θα λύσεις το θέμα, μπορείς;
-Φυσικά και μπορώ, αν έχω την υποστήριξη σας μπορώ.
-Έφυγες! Ακόμα εδώ είσαι;
Φεύγει ο αγγελιαφόρος παίρνει και τρεις στρατιώτες και στο λιγότερο δυνατό χρόνο έφτασε την Αθήνα.  Μέσα σε τρία λεπτά από την άφιξη του  στο λιμάνι έληξε το καμποτάζ… Ο στρατός των Ελλήνων έχασε σχεδόν δέκα μέρες λόγω του καμποτάζ.  Στην Τροία όμως είχαν μαζευτεί πολίτες από όλες τις γειτονικές Ελληνικές πόλεις και διαδήλωναν έξω από τα τείχη της διεκδικώντας την απελευθέρωση της Ελένης.

Στα αριστερά των τειχών της Τροίας  υπήρχαν περίπου χίλια άτομα. Αν περπατούσε κάποιος ανάμεσα τους θα έβλεπε διάφορα άτομα διαφόρων ηλικιών. Θα έβλεπε και πολλούς περίεργους. Μια σύντομη βόλτα ανάμεσα από αυτά τα άτομα: Μια κοπέλα κρατάει συμβολικά ένα τριαντάφυλλο, μια συμβολική γρια δίνει το συμβολικό της παρόν στη συμβολική αυτή διαδήλωση, ένας νέος με ράστα (τσιβανάκιας) κρατάει συμβολικά ένα τεράστιο τσιγάρο στο στόμα και πίνει, διάφοροι κουκουλοφόροι, αν και δεν είχε κρύο, με στάμνες στα χέρια γεμάτες με λάδι και βουλωμένες από πάνω με ένα φελλό κινούνται συμβολικά απειλητικά ανάμεσα στο πλήθος, ένας νεαρός με μια συμβολική  σφυρίχτρα στο στόμα σφύριζε συμβολικά ένα στρατιωτικό εμβατήριο,  μια μάνα κρατούσε συμβολικά το μωρό της στην αγκαλιά. Λίγο παραδίπλα πίσω από ένα θάμνο κάποιος έχεζε συμβολικά, και ακόμα πιο μακριά κάποιοι κάναν συμβολική παρτούζα.

Στα δεξιά των τειχών, υπήρχαν γύρω στα εκατό άτομα, σ αυτούς δεν χρειάζεται να κάνεις βόλτα ανάμεσα τους, όλοι ήταν ίδιοι. Το μόνο που είχε ενδιαφέρον εκεί μέσα ήταν να ακούς κοσμοθεωρίες περί μεγαλοπρέπειας και σημαντικότητας των Ελλήνων. Παράδειγμα: οι Έλληνες προέρχονται από εξωγήινους, εμείς είμαστε οι εκλεκτοί που θα νικήσουμε τους Νεφελίμ, κάτω από την  Ελλάδα υπάρχει μόνο χρυσός και αν τον εξορύξουμε θα γίνουμε η πλουσιότερη χώρα στο κόσμο, οι Έλληνες είμαστε 250.000.00 και δεν το ξέρουμε όταν το μάθουν και οι τα 249.000.000 θα κατακτήσουμε τον κόσμο! Κάθε λογής θεωρία ακουγόταν εκεί μέσα, αυτό που αξίζει να παραδεχτούμε είναι ότι ήταν ατρόμητοι, γιατί πίστευαν ότι μόνοι τους μπορούσαν να πάρουν την πόλη, βλακεία ξεβλακεία το πίστευαν.

Το θέμα ήταν ότι αυτοί που βρισκόταν από τα αριστερά ζητούσαν την απελευθέρωση της Ελένης γιατί ήταν γυναίκα και δεν μπορούσαν να δεχτούν την φαλλοκρατική καταπίεση προς το άλλο φύλλο. Αυτοί που ήταν από τα δεξιά απαιτούσαν την απελευθέρωση της Ελένης γιατί ήταν Ελληνίδα και δεν είναι δυνατόν να πηδάει ένας Τρώας μια Ελλήνουπούλα.

Οι προστριβές δεν άργησαν να φανούν ανάμεσα στους διαδηλωτές που βρισκόταν στα αριστερά. Κάποιοι μιλούσαν για την ατομική ατομικότητα του ατομικού ατόμου, μια άλλη συνιστώσα υποστήριζε την ατομικότητα του ατόμου χωρίς ατομικές   ατομεύσεις , μια άλλη συνιστώσα υποστήριζε  την ανατομική ατόμευση του ατομικού ατόμου και μια άλλη υποστήριζε σφόδρα την αυτοϊκανοποίηση του ατόμου (μαλακία). Γενικά πολλές συνιστώσες με πολλά ατομικά άτομα.  Οι διαμάχες οξύνθηκαν και παραλίγο να πιαστούν στα χέρια μεταξύ τους. Αλλά κάτι συνέβη, μπροστά στην κεφαλή της διαδήλωσης όπου υπήρχαν Τρώες στρατιώτες , αυτοί οι στρατιώτες προσπαθούσαν να κρατήσουν  το μπούγιο. Μέσα από το μπούγιο βγήκε ένας παππούς και πήγε και χτύπησε έναν στρατιώτη στο κράνος. Ο στρατιώτης αμέσως τον έπιασε από το μανίκι και τον τράβηξε πίσω από την γραμμή που είχαν σχηματίσει αυτός και οι άλλοι στρατιώτες. Μια γριά ακούστηκε να φωνάζει:
 Ρε! Τον Ιεροχρήσμων;  Δεν ντρέπεστε λίγο ρε; Ξέρετε ποιος είναι ο Ιεροχρήσμων;
Κανένας στρατιώτης δεν απάντησε αλλά το νέο απλώθηκε προς τα πίσω ραγδαία,  όσοι ήταν μπροστά και είδαν και άκουσαν  για τον Ιεροχρήσμων γύρισαν στους πίσω και είπαν :
-Ρε σεις πιασαν τον Ιεροχρήσμων!
-Ποιος είναι αυτός;
-Μα καλά δεν ξέρεις τον Ιεροχρήσμων; Είσαι σοβαρός;
-Πως δεν τον ξέρω; Τον ξέρω φυσικά
-Πες το και στους άλλους
Αυτός ο διάλογος έγινε πολλές φορές και κάθε φορά έμπαινε και μια επιπλέον πρόταση και έφτασε στο τέλος ο Ιεροχρήσμων να τα έχει βάλει μόνος του με όλο τον στρατό της Τροίας και μετά από πολύ έντονη μάχη νικήθηκε ηρωικά. Απ την μια στιγμή στην άλλη από εκεί που δεν ήξερε κανένας τον Ιεροχρήσμων τον έμαθαν όλοι και κατηγορούσαν όποιον δεν τον ήξερε. Φωνάζανε συνθήματα και ετοίμαζαν πανό που ζητούσαν την απελευθέρωση του Παπαχ… Ιεροχρήσμων .
  
 Το απόγευμα ένας γεράκος βγήκε από μια σκηνή, πλησίασε κάτι νεαρούς που ετοίμαζαν ένα πανό. Το πανό έγραψε ΛΕΦΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟΧΡΗΣΜΩΝ. Ο γεράκος είδε το πανό και είπε
-Τι κάνετε εκεί ρε παιδιά;
-Δεν τα έμαθες γέρο; Πιασαν τον Ιεροχρήσμων
-Μα… εγώ είμαι ο Ιεροχρήσμων….
-Σύντροφε! Δραπέτευσες; Είπε με ενθουσιασμό ο τζιβάτος
-¨Όχι ακριβώς, με είχανε παρατημένο σε μια γωνιά και βαρέθηκα και έφυγα και πήγα την σκηνή μου να ξεκουραστώ
-Ήρωα! Αγνόησες του περιοριστικούς όρους και έφυγες! Ποιος ξέρει τι θα σου κάναν αν έμενες λίγο ακόμα
-Μα παιδιά δεν είναι έτσι, το θέμα είναι-
-Ήρωα! Εμείς απασχολούσαμε τον στρατό μπροστά και εσύ έφυγες!
Ο γεράκος δεν μίλησε άλλο, ο τζιβάτος έσκυψε πάνω στο πανό και συμπλήρωσε μια λέξη και το πανό τώρα έγραφε : ΔΩΣΑΜΕ ΤΗΝ ΛΕΦΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟΧΡΗΣΜΩΝ. Ο γεράκος κυκλοφορούσε ανάμεσα στους άλλους που όλοι τον ήξεραν και κανείς δεν τον ήξερε, μόνο οι στρατιώτες της Τροίας όμως στιγματίστηκαν για αυτήν τους την άγνοια.

Αυτοί που ήταν στα δεξιά αποφάσισαν να επιτεθούν στους άλλους Έλληνες και κινήθηκαν εναντίον τους, οι Τρώες στρατιώτες σχημάτισαν μια γραμμή ανάμεσα τους και προσπάθησαν να σταματήσουν αυτήν την σύγκρουση, δεν είχαν όρεξη να μαζεύουν πτώματα. Οι αριστεροί κατηγορούσαν τους στρατιώτες ότι συνεργάζονται με τους δεξιούς, οι δεξιοί κατηγορουσαν τους στρατιώτες ότι είναι μαλθακοί και έχουν πάει με το μερός των αριστερων και έχουν γίνει φεμινιστες. Το πιο κωμικό ήταν οι διάλογοι και οι προσβολές ανάμεσα στους αριστερούς και δεξιούς. Να ένας ενδεικτικός
-Φασίστα!
-Βρωμιάρη!
-Γορίλα!
-Πουστράκη!
-Αμόρφωτε
-Άπλυτε!
-Ρε εμείς θα σώσουμε την Ελένη γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε την καταπίεση της γυναίκας στην εποχή μας
-Όχι εμείς θα την σώσουμε γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε την αρπαγή μιας Ελληνίδας
-Ρε τι ξέρετε εσείς από επανάσταση;
-Δηλαδή εσύ επειδή άπλυτος και αξύριστος είσαι επαναστάτης
-Δεν μιλάω με φασίστες
-Αν ξυριστείς δεν θα μιλάς με γυναίκες γιατί η μούρη σου θα είναι σαν ζαμπόν!
-Δεν μιλάω με φασίστες
-Πουστράκι
-Δεν μιλάω με φασίστες!
Ο δεξιός ρίχνει μια ροχάλα στον αριστερό και αυτήν τον πετυχαίνει στο μάτι, ο αριστερός πέφτει κάτω και σφαδάζει σαν να τον πέτυχε σφαίρα, λίγο παραδίπλα ένας αριστερός χτυπάει έναν δεξιό με ένα λοστό στο κεφάλι, ο δεξιός κάνει δεν κατάλαβε τίποτα, «μη γαργαλάς ρε!» του λέει, ο αριστερός τον ξαναχτυπάει με τον λοστό στο κεφάλι, ο δεξιός πάλι κάνει ότι δεν κατάλαβε τίποτα, τον ξαναχτυπάει και πέφτει ο κάτω ο δεξιός και ψυχορραγεί δίπλα από τον αριστερό που έχει βρεθεί στην ίδια κατάστασή με ροχάλα στο μάτι. Ποιος είναι πιο ηλίθιος;
(Εσύ που τα πιστεύεις)

Οι καυγάδες συνεχιζόταν και στρατιώτες και συγγραφέας βαρέθηκαν, ο βασιλιάς της Τροίας, ο Optimus Prime, ελληνιστή Πρίαμος, έδωσε διαταγή να απομακρυνθούν οι στρατιώτες από το σημείο . Όταν απομακρύνθηκαν οι στρατιώτες οι αριστεροί και οι δεξιοί άρχισαν να σφάζονται μεταξύ τους, θα νικούσαν οι αριστεροί αλλά άρχισαν και αυτοί ν μαλώνουν μεταξύ τους, η μια συνιστώσα με την άλλη. Μεγάλη σφαγή μπροστά από τα τείχη της Τροίας. Από ψηλά οι Τρώες είδαν τους επίδοξους απελευθερωτές της Ελένης να σφάζονται μεταξύ τους και χαιρόταν. Στο τέλος ζωντανός έμεινε μόνο ένας δεξιός ο οποίος σκότωσε τους τελευταίους τρεις αριστερούς. Όταν έμεινε μόνος επιζών αυτός ο τύπος έβγαλε μια θριαμβευτική πολεμική  κραυγή και όρμησε τρέχοντας προς τους στρατιώτες της Τροίας που είχαν απομακρυνθεί. Μόλις έφτασε κοντά στην παράταξη των στρατιωτών ένας στρατιώτης απλά κατέβασε το δόρυ του και ο δεξιός έπεσε πάνω του. Το δόρυ καρφώθηκε στην κοιλιά του και τον διαπέρασε.


Η βασιλική οικογένεια της Τροίας έβλεπε από ψηλά τα πλοία των Ελλήνων  στον ορίζοντα.
Ο πόλεμος θα ξεκινούσε την επόμενη μέρα.


Σεβασμό στον Καννέλο (ο σκύλος των φωτογραφιών) 
Για τους άλλους... άστο καλύτερα.....







Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ιλιάδα 1 (αιτία πολέμου)


Μέσα στο παλάτι πολύ φασαρία, η μουσική είναι στο τέρμα και όλοι πίνουν και γλεντάνε. Οι Μυκηναίοι φιλοξενούν μια αντιπροσωπεία των Τρώων. Στα ανάκλιντρα όλοι χαμουρεύονται,   οι γκαρσόνοι πηγαινοφέρνουν  κρασί, φρούτα και φαγητά. Πίσω από μια κολόνα μια κοπέλα είναι μόνη της και μελαγχολική.  Κρατάει ένα ποτήρι με κρασί και κοιτάει με απέχθεια τα τεκταινόμενα μέσα στο παλάτι. Ο πρίγκιπας της Τροίας ο Πάρις κάθεται μαζί με τον βασιλιά των Μυκηνών τον Αγαμέμνονα . Ο Αγαμέμνων του ζαλίζει τα αρχίδια για το πόσο καλός είναι στο κυνήγι και για το πόσο καλός είναι στο πότο, ο Πάρις κάνει ότι τον ακούει αλλά όλη του η προσοχή είναι στην μελαγχολική κοπέλα. Η κοπέλα κάθεται ακουμπισμένη στην κολόνα και  είναι ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας,  τα κατάμαυρα μαλλιά της πέφτουν  πάνω στους γυμνούς της  ώμους, είναι ψιλή και λεπτή,  η ομορφότερη του παλατιού. Ο Πάρις έχει απηυδήσει από τις μαλακίες τους Αγαμέμνονα και σηκώνεται όρθιος.  «Πάω τουαλέτα»  λέει του Αγαμέμνονα, «Μην αργήσεις, έλα να σου πω πως έφαγα ένα ολόκληρο  γουρούνι μόνος μου πριν από μερικά χρόνια» του λέει ο άλλος.  Ο Πάρις δεν απαντάει, πάει κατευθείαν προς την κοπέλα. Ο Αγαμέμνων τον βλέπει να απομακρύνεται και θαυμάζει τον κώλο του Πάρι. Αυτή τον βλέπει να έρχεται και περνάει από την πίσω μεριά της κολόνας, ο Πάρις πάει και την βρίσκει.  Ξεκινάει την κουβέντα , αλλά μιλούσαν πολύ δυνατά γιατί η κοπέλα ήταν δίπλα στα όργανα και έτσι δεν άκουγαν καλά ο ένας τον άλλο
-Γεια, της λέει φωναχτά μέσα στο αυτί
-Γεια σου, του λέει και αυτή.
-Με λένε Πάρι
-Χάρη; Του λέει φωναχτά
-Ναι Πάρι! Εσένα πως σε λένε;
-Ελένη!
-Ναι σε λενε, αλλά πως σε λένε;
-Ελένη!
-Αααα Ελένη, πολύ ωραίο όνομα, γιατί δεν διασκεδάζεις Ελένη;
-Δεν μου αρέσει αυτού του είδους η διασκέδαση….
-Ούτε και μένα μ αρέσει, αλλά αφού είμαστε που είμαστε εδώ δεν πρέπει να φροντίσουμε να περάσουμε και καλά;
-Εγώ είμαι εδώ γιατί με υποχρεώσανε να είμαι, εσύ είσαι γιατί το θες
-Μα ούτε και εγώ το θέλω, και έμενα με υποχρεώσανε, τι νομίζεις ότι μου αρέσει να κάθομαι να ακούω αυτόν τον χοντρομαλάκα για το πόσο καλός είναι στο πιοτό;
-Αυτός ο χοντρομαλάκας είναι αδερφός του άντρα μου
-Του άντρα σου;!!!! Είσαι γυναίκα του Μενέλαου;
-Ναι, γιατί δεν το ήξερες;
-Είχα ακούσει για την ομορφιά σου, αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι μια γυναίκα σαν και εσένα θα μπορούσε να είναι με έναν τέτοιο τύπο,  ωχ, συγνώμη , δεν ήθελα να προσβάλω τον άντρα σου…
-Να τον προσβάλεις, είναι βλαχοκάγκουρας και είναι και κοντός!
-Καλά πρώτο μπόι δεν τον λες, αλλά δεν είναι και ο πιο κοντός άνθρωπος στον κόσμο
-Καλά, καλά, αν είναι να είσαι εδώ για να δικαιολογείς τον άντρα μου σήκω και φύγε. Του είπε η Ελένη.
-Έλα μην κάνεις έτσι, κατάλαβε ότι είναι λεπτή η θέση μου
-Και μένα είναι λεπτή η μέση μου! Πήγαινε πες του του μαλάκα γιατί αυτός δεν το έχει πάρει ακόμα χαμπάρι.
-Χαχαχα
Και χου χου χου, και ο Πάρις έκατσε όλη την υπόλοιπη ώρα να ακούει τα προβλήματα της Ελένης με τον άντρα της, για καμάκι πήγε, φίλος έγινε, φιλενάδας.  Η Ελένη μιλούσε ασταμάτητα, αλλά μιλούσε μόνο για το πώς της φέρεται ο άντρας της. Ο Πάρις όμως δεν έφευγε, καθόταν και άκουγε,  δεν της είπε ούτε ένα κομπλιμέντο, περίμενε την Ελένη να σταματήσει να κλαίγεται αλλά αυτό δεν έγινε. 

Ο Αγαμέμνων άρχισε να ανησυχεί για το που είναι ο Πάρις,  ήθελε να του μιλήσει, μαγεύτηκε από την ομορφιά του Πάρι, ο Αγαμέμνων αν και σκληροτράχηλος πολεμόχαρος κατακτητής καταβάθος ήταν πολύ ευαίσθητος. Μπορεί να μιλούσε με αβρότητα στον Πάρι αλλά μέσα του έλειωνε για την αδιόρατη  μελαγχολία που απέπνεε το βλέμμα του νεαρού Τρώα.  Κάποιος ήρθε και του είπε στο αυτί ότι γυναίκα του αδερφού του μιλούσε με τον Πάρι. Ο Αγαμέμνων χτύπησε δυνατά το χέρι στο τραπέζι και έψαχνε με το βλέμμα του δει που είναι αυτοί οι δύο.  Το πόδι άρχισε να τρεμοπαίζει κάτω από το τραπέζι. Δεν τους είδε,  αγρίεψε ο Αγαμέμνων και φώναξε ένα από τους φρουρούς  και του λέει «Πήγαινε πιάσε αυτό το πουτανάκι την Ελένη και φερ την στο δωμάτιό μου»

Μετά από λίγη ώρα είναι στο δωμάτιο ο Αγαμέμνονας και η Ελένη, μόνοι τους
-Τι έκανες εκεί τόση ώρα μωρή με τον ξένο; Ρεζιλεύεις τον αδερφό μου;
-Ο αδερφός σου είναι ρεζίλι από μόνος του, δεν χρειάζεται να κάνω κάτι για να τον ρεζιλέψω
-Με το να τσιλημπουρδίζεις όμως ρεζιλεύεις όλο το παλάτι
-Με ποιον μωρε τσιλημπούρδιζα; Τι λες;
-Με τον ξένο, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις!
-Μα τι λες; Αυτός που μιλούσα πριν είναι gay!
-Είναι; Gay; Σου το είπε;
-Όχι, το κατάλαβα…
-Α, αν είναι έτσι αλλάζει το πράγμα….
Ο Αγαμέμνονας χάρηκε που έμαθε την σεξουαλική ταυτότητα του Παρι, και γύρισε να φύγει χωρίς να δώσει καθόλου σημασία στην Ελένη, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να πάει να βρει τον νεαρό πρίγκιπα και να του μιλήσει, η Ελένη τον σταμάτησε και μίλησε λίγο διστακτικά
-Θα φύγω αύριο με τους Τρώες, σε παρακαλώ μην με κυνηγήσεις
-Χέστηκα και αν φύγεις
-Θα φύγω με τον Χάρη
-Ποιος είναι πάλι αυτός;
-Hallooo, gay;
-Κιάλlος gay; Τι γίνεται με τους Τρώες τέλος πάντων… όλοι gay είναι; Αυτός ο Χάρης, Μπάμπης, Λάμπης ή όπως τον λένε τέλος πάντων έχει καμία σχέση με τον Πάρι;
-Δεν ξέρω κανέναν Πάρι, ούτε και μου ανέφερε τίποτα, γιατί ρωτάς;
-Να μην σε νοιάζει… η μάλλον θα σου πω… Θέλω να μείνει ο Πάρις για να συζητήσουμε μερικές πολεμικές τακτικές. Φύγε με όποιον θες στα αρχίδια μου κιόλας… μόνο με τον Πάρι δε θέλω να έχεις σχέση.
-Θα φύγω! Δεν σας αντέχω άλλο! Μόνο ένας gay θα μπορούσε να καταλάβει τι περνάω και να με βοηθήσει να ξεκινήσω από την αρχή.
Ο Αγαμέμνων δεν της απάντησε, έφυγε ψυχρός και πήγε κατευθείαν να βρει τον Πάρι.

Ο Πάρις ήταν μόνος του στο πανηγύρι και ήταν χαρούμενος που η όμορφη Ελένη του ανοίχτηκε και του μίλησε τόσο πολύ. Δεν τον ένοιαζε για τους γελοίους που γλεντοκοπούσαν. Σκεφτόταν να βρει ένα τρόπο να μείνει στο παλάτι για  να είναι δίπλα στην Ελένη αλλά δεν του ερχόταν τίποτα. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε το χέρι του Αγαμέμνονα που τον ακούμπησε στη μέση. Ο Πάρις τινάχτηκε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Αγαμέμνων χάιδεψε τα μούσια του, κοιτούσε τον Πάρι και του μίλησε απότομα χωρίς περιστροφές.
-Μήπως θα ήθελες να μείνεις στο παλάτι και να μην φύγεις με τους άλλους αύριο;
-Φυσικά! Απάντησε ο Πάρις χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του. Από αυτόν τον ενθουσιασμό πιάστηκε ο Αγαμέμνων  και συνέχισε την κουβέντα
-Θα σου παραχωρήσω το καλύτερο δωμάτιο του παλατιού και θα έχεις ότι θες όταν το θες
-Σ ε ευχαριστώ βασιλιά, αλλά γιατί είσαι τόσο γαλαντόμος;
-Τι είμαι;
-Γενναιόδωρος. (ούτε ελληνικά δεν ξέρει αυτός ο βασιλιάς)
- Α, γιατί τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τον λαό σας, θα ήθελα να ανταλλάξουμε πολλές απόψεις σε πολλούς τομείς. Ξέρεις… είναι μερικά πράγματα που εδώ τα παρεξηγούν… εσείς είστε πιο προοδευτικοί απ ότι πρόσφατα κατάλαβα.
-Με χαρά βασιλιά να σου προσφέρω ότι θες, αλλά σε ποιου τομείς αναφέρεσαι;
-Στις σχέσεις των ανθρώπων… καταβαίνεις…  εδώ όλα παρεξηγούνται με άσχημο τρόπο.
-Πιστεύω ότι θα μπορέσω να καταλάβω πολλά περισσότερα αύριο, το κρασί σου ήταν πολύ καλό και δεν μπόρεσα να αντισταθώ καθόλου στην κατανάλωση του. Φεύγω. Πάω να ξεκουραστώ.
-Μα εγώ σε βλέπω μια χαρά, μείνε να μιλήσουμε λίγο ακόμα σήμερα
-Όχι βασιλιά μου, έχουμε πολλές μέρες μπροστά μας να τα λέμε, τα λέμε λοιπόν..
-Μα..
Ο Πάρις έχει γυρίσει την πλάτη του και φεύγει, πηγαίνει χαρούμενος να βρει την Ελένη να της πει ότι βρήκε τρόπο να μείνει. Ο βασιλιάς φεύγει προσπαθώντας να κρύψει την θλίψη του και πηγαίνει να συνεχίσει ανόρεχτος το  γλέντι που ο ίδιος δίνει προς τιμή των Τρώων.
Η Ελένη είναι στο δωμάτιό της και ετοιμάζεται να στείλει μια υπηρέτρια να βρει τον Πάρι και να του ζητήσει να φύγουν . Η υπηρέτρια σηκώνεται και μόλις ανοίγει την πόρτα βλέπει τον  Πάρι έτοιμο να χτυπήσει την πόρτα «Κυρία, αυτός είναι;»  «Ναι, φύγε», φεύγει η υπηρέτρια ,ο Πάρις μπαίνει
-Δεν το πιστεύω! Μόλις έστελνα την υπηρέτρια να σε φωνάξει! Λέει με ενθουσιασμό η Ελένη
-Και εγώ ερχόμουν για σένα! Καρμικό;
-Καρμικό ναι! Μην μου πεις ότι πιστεύεις και εσύ στα ζώδια;
-Ναι, πιστεύω. (gay!) είπε ο Πάρις χωρίς να πιστεύει, δεν ήθελε να την απογοητεύσει.
-Καλά είσαι τόσο τέλειος….
-Αλήθεια το λες; Ήρθα να σου πω ότι βρήκα τρόπο να μείνω και να βλεπόμαστε κάθε μέρα, αν το θες και εσύ…
-Μα εγώ δεν θέλω να μείνω εδώ, θέλω να με πάρεις να φύγουμε μαζί
-Μα αυτό θα είναι αιτία πολέμου
-Μίλησα με τον βασιλιά, δεν έχει πρόβλημα, τον άντρα μου μην τον υπολογίζεις, είναι κοντός βλαχοκάγκουρας, δεν του δίνει σημασία
-Μα ο Βασιλιάς ήρθε και μου είπε να μείνω
-Σου είπε να μείνεις; Δεν θέλει εσένα, ένα Πάρι μου είπε ότι θέλει να μείνει να μιλήσουν για πολεμικές τακτικές
-Μα… εγώ είμαι ο Πάρις….
-Τι! Δεν σε λένε Χάρη;
-Όχι, αφού σου είπα με λένε Πάρι και Αλέξανδρο
-Μα εγώ άκουσα Χάρης… θεέ μου τι θα κάνουμε;
-Πες μου το εννοούσες ότι θα παρατούσες όλα και θα ερχόσουν μαζί μου;
-Αλήθεια, δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να έφευγα μαζί σου και να ξεκινούσα μια καινούρια ζωή στην Τροία
-Τότε έλα, δεν νομίζω να ξεκινήσει πόλεμο ο βασιλιάς γιατί δεν θα είμαι εδώ να μιλάμε για πολεμικές τακτικές
-Αλήθεια το λες; Είπε με ενθουσιασμό η Ελένη
-Αλήθεια
Η Ελένη έπεσε πάνω στον Πάρι και τον αγκάλιασε σφιχτά, ο Πάρις την έσφιξε και αυτός και κόλλησε το μάγουλο στο δικό της, αισθάνθηκε την θερμότητα της και τράβηξε αργά το κεφάλι του προς τα πίσω και την φίλησε στο στόμα. Η Ελένη σοκαρίστηκε και τον έσπρωξε προς τα πίσω «Τι κάνεις εκεί!» του λέει
-Μα… σε φιλώ… τι κάνω;
-Γιατί με φιλάς; Αφού είσαι gay!
-Τι!!!!!!!!!!!!!!
-Νόμιζα ότι είσαι gay, με τον τρόπο που μου μιλάς αυτό νόμιζα
-Τι gay ρε; Τι λες; Πως σου μιλάω;
-Δεν το πιστεύω, θεέ μου, δεν το πιστεύω
-Κανονικά εγώ θα έπρεπε να είμαι ο θυμωμένος,  αυτό ήταν πολύ προσβλητικό
Ο Πάρις γυρνάει και πάει να φύγει, η Ελένη σκέφτεται ο χάνει την μοναδική της ευκαιρία να ξεφύγει και τρέχει πίσω του και τον αγκαλιάζει.
-Συγνώμη, Συγνώμη ,του λέει, δεν θέλω σε χάσω, τώρα που ξέρω ότι δεν είσαι gay το θέλω ακόμα περισσότερο να φύγω μαζί σου
Του Πάρι του φουσκώσανε τα αρχίδια μόλις το  άκουσε αυτό, γύρισε και την κοίταξε στο πρόσωπο
-Αν το εννοείς αυτό απόδειξέ το τώρα
-Με ποιον τρόπο;
Ο Πάρις την φίλησε δυνατά και αυτή ανταπέδωσε αμέσως,  κατέβασε τα χέρια του στον κώλο της και μετά λύγισε λιγο τα γόνατα του και έπιασε τα πόδια της Ελένης πίσω ακριβώς από τα γόνατά της, με μια γρήγορη κίνηση τα τράβηξε προς τα εμπρός και την σήκωσε στον αέρα, η Ελένη τύλιξε τα πόδια της με δύναμη γύρω από την μέση του Πάρι και αυτός την κόλλησε στον τοίχο, συνέχιζαν να φιλιούνται με πάθος.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Αγαμέμνων είναι στο λιμάνι και χαιρετάει τους Τρώες που φεύγουν με το πλοίο.  Δεν βρήκε τον Πάρι το πρωί και τώρα κοιτάει μήπως τον δει να ανεβαίνει, δεν τον είδε, χαιρετάει το πλοίο που σιγά σιγά απομακρύνεται. Μετά από λίγη ώρα επιστρέφουν στο παλάτι κα ζητάει από τους υπηρέτες του να ψάξουν να βρουν τον Πάρι.  Ο Μενέλαος ο αδερφός του βασιλιά μπαίνει θυμωμένος στο δωμάτιο, κοντοπίθαρος με την νυχτικιά του να σέρνεται στο πάτωμα.
-Προσβολή, προσβολή αδερφέ μου
-Τι έπαθες ;του λέει ο Αγαμέμνονας
-Αδερφέ μου, πάει μας το κλέψαν το Λενάκι και άλλος τώρα χαίρεται το τρυφερό-
-Ποιος την έκλεψε; Τον έκοψε απότομα ο αδερφός του
-Αυτό ο αλήτηριος ο Πάρις!  Ο πρίγκιπας της Τροίας που τον ταΐζαμε δυο μέρες
-Τι λες ρε τρελάθηκες; Ο Πάρις δεν έφυγε κάπου εδώ γύρω είναι, πως σου ήρθε αυτό;
-Πως μου ήρθε; Μου άφησε και γράμμα η πουτάνα να πάρτο και κοίτα
Παίρνει ο βασιλιάς το γράμμα το ανοίγει και διαβάζει το γράμμα που απευθυνόταν στον αδερφό του

Αγαπημένε αντρούλη, είσαι κοντός και εγώ σ αφήνω, συγχώρεσε με που δεν σε χαιρετάω, φεύγω με τον Πάρι, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω αλλά και να ήθελα δεν ήξερα που να σε βρω. Νύχτα ήρθα και νύχτα φεύγω. Ελπίζω να μη λυγίσεις τώρα που σ αφήνω και να σταθείς στο ύψος σου χαχαχα. Δεν χρειάζεται να σκύβεις στις πόρτες για περνάς, δεν εννοώ ότι δεν έχεις κέρατα, έχεις, αλλά είσαι ήδη πολύ κοντός για να σε εμποδίσει αυτό. Θα μπορούσα να το συνεχίσω πολύ ώρα ακόμα αυτό, το απολαμβάνω, πίστεψε με, αλλά το πρόβλημα σου δεν είναι ότι είσαι μόνο κοντός, αλλά ότι είσαι και βλαχοκάγκουρας. Άντε και γαμήσου
Ελένη

Ο βασιλιάς τσαλάκωσε το γράμμα και έσκυψε, δεν μπορούσε να κρύψει τον θυμό του και την λύπη του. Η Ελένη τον πούλησε, τον κορόιδεψε, του έκλεψε τον Πάρι. Μα γιατί να του είπε ότι είναι gay; Τι σχέδιο είχε το πονηρό θηλυκό της μυαλό;  Πουτάνες γυναίκες! Όλο σχέδια κάνουν!  Ήθελε να την εκδικηθεί, ήθελε να βρει και τον Πάρι. Για να τα κάνει αυτά και τα δύο έπρεπε να πάει στην Τροία. Μα πως τον δούλεψε έτσι μια γυναίκα. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε το γράμμα στο πάτωμα και είπε
-Αυτό σηκώνει πόλεμο!
Συνέχισε να περπατάει, ήθελε να βγει από το δωμάτιο να πάρει αλλά κάποιος τον σταμάτησε
-Βασιλιά; Πως θα τον ονομάσουμε αυτόν τον πόλεμο;
Ο βασιλιάς κοίταξε λίγο πάνω από τον ώμο του και είδε ότι αυτός που μίλησε ήταν ο Παλαμήδης .
-Πως θες να τον ονομάσουμε
-Να τον ονομάσουμε Τροιακό πόλεμο επειδή πάμε στην Τροία!
-Όχι, δεν μου αρέσει σκέψου κάτι άλλο
-Να τον πούμε Ελενιακός Πόλεμος, για την  Ελένη
-Ούτε αυτό, άλλο.
-Γιατί όχι βασιλιά μου, για την πουτάνα την Ελένη που είναι στην Τροία και τον τρώει
-Τον τρώει; Λοιπόν έτσι θα τον ονομάσουμε τον πόλεμο
-Πως;
-Τρωικό Πόλεμο


Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Ποδήλατο, σκυλιά και γριές

Χτες το πρωί είπα να κάνω μια βόλτα με το ποδήλατο, φόρεσα τον σκούφο, κούμπωσα το δερμάτινο μηχανής με αυτοπεποίθηση και έβαλα να παίζει στο κινητό ο δίσκος Ride the Lightning  των Metallica , πρώτο τραγούδι Fight fire with fire with fire (είχα ανάγκη από thrash.. εντελώς τυχαία έγραψα το thrash χωρίς να έχω βάλει τα αγγλικά και βγήκε η λέξη τήραση, ούτε και αυτό είναι λάθος αν και δεν υπάρχει αυτή η λέξη….) Με το μουσική να ταρακουνάει το μυαλό μου κατέβηκα την Πανόρμου έστριψα δεξιά στην Αλεξάνδρας και στο στάδιο του Παναθηναϊκού αριστερά για Λυκαβηττό .  Πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, το επέβαλε και η μουσική, περνούσα ανάμεσα από αυτοκίνητα, έκανα ελιγμούς, πέρασα όλα τα κόκκινα φανάρια, δεν σταματούσα πουθενά, σταμάτησα μόνο στα μισά της ανηφόρας  του λόφου. Πριν από μισή ώρα κοιμόμουν και τώρα είμαι λαχανιασμένος με το ήλιο στα δεξιά μου να δημιουργεί μια υπέροχη εικόνα στην πρωινή ατμόσφαιρα της πόλης. Άξιζε να την δω καλύτερα αυτή την θέα. Πίεσα τον εαυτό μου και συνέχισα, αντί να κατεβάσω ταχύτητα, ανέβασα και έκανα την ανάβαση ακόμα δυσκολότερη. Όταν τελείωσε η ανηφόρα κατέβηκα αμέσως από το ποδήλατο και το πήρα στον ώμο και ανέβηκα με τα πόδια ένα χωματόδρομο με σκαλάκια από ξύλο. Ήξερα ότι αυτός ο δρόμος οδηγεί ψηλά στην πίσω μεριά του θεάτρου του Λυκαβηττού . ¨Έφτασα στη κορυφή και αμέσως έκατσα σε μια πέτρα, μπροστά μου ο Υμηττός με σύννεφα να είναι καθισμένα στις πλαγιές του, ακριβώς πίσω από το βουνό μόλις είχε βγει ο ήλιος, οι ακτίνες περνούσαν ανάμεσα από τα σύννεφα και έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά, τα παιδιά πάντα ζωγραφίζουν τον ήλιο με ακτίνες.  Τα σύννεφα μετακινούνται  και μαζί τους μετακινούνται και οι ακτίνες, λες και κάποιος είχε στήσει μια παράσταση με φαντασμαγορικά λέιζερ,  είσοδος δωρεάν, όποιος επιθυμεί ας προσέλθει.  Οι δρόμοι της πόλης γυάλιζαν, όλα φαινόταν χρυσαφί, έβγαλα μια φωτογραφία με το κινητό, ούτε στο ελάχιστο δεν απέδωσε την ομορφιά του τοπίου. 

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη βιος για την ζωή. Η λέξη βιός  προέρχεται από την λέξη βία. Η ψυχή είναι κλεισμένη με την βία μέσα στο κορμί και παλεύει να βγει να πετάξει, να ελευθερωθεί.  Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν πέσει πλέον, έχω ηρεμήσει και παίρνω κανονικές ανάσες αλλά αντιλαμβάνομαι την λέξη βιος πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.  Το κορμί είναι ένα όχημα που περιορίζει την ψυχή, αλλά και χωρίς αυτό δεν μπορείς να πας πουθενά. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να επιλέγω τις καλύτερες δυνατές διαδρομές με το όχημα που μου δόθηκε, αν είχα αυτοκίνητο θα είχα κολλήσει στην κίνηση, τώρα είμαι ψηλά στο βουνό και βλέπω την καλύτερη θέα της. Ακούω γαβγίσματα σκύλου, σπαστικό γάβγισμα άρα μικρό σκυλί, νιεχ, το βλέπω να μυρίζει ένα θάμνο,  κατουράει, με κοιτάει, είναι μαύρο, μια φωνή γριάς το φωνάζει «Γκρούπο;» σηκώνει το κεφάλι ο Γκρούπος και φεύγει, αν ήταν θηλυκό πως θα το λέγαν; Groupie; Έφυγε ο ηλίθιος Γκρούπος, εγώ τι να κάνω; Έφυγα και εγώ, έριξα μια τελευταία ματιά στην πόλη πήρα το ποδήλατο στον ώμο και ροβόλησα τον κατήφορο. Στα τελειώματα της κατηφόρας είδα την γριά που φώναξε τον Γκρουπο να κάθεται σε ένα παγκάκι και παρατηρούσε τον σκύλο της που σκορπούσε κάτουρα δεξιά και αριστερά, είδε και μένα, κόλλησε η γριά. Δεν είναι και λίγο να βλέπει πρωί πρώι ένα τύπο με ποδήλατο στον ώμο να ξεπροβάλει ανάμεσα από τα πεύκα. Εκτός από το ποδήλατο είχα και το δερμάτινο , από κάτω φόρμα παλιά και σταράκια παπούτσια (το εσώρουχο δεν σας ενδιαφέρει). Πλησιάζω προς την γριά που ακόμα με κοιτάει περίεργα, σταματάω μπροστά της και ανεβαίνω στον ποδήλατο, πάω να φύγω αλλά κάτι με ρωτάει «Εδώ μένετε;» νιεχ, με πέρασε για άστεγο, «Ορίστε;» της λέω, «Ρώτησα αν μένετε εδώ..» τι να της πω; «Ναι εδώ μένω» απαντάω σχεδόν αδιάφορα, «Κρίμα, νέο παιδί δεν έχεις που να μείνεις… δεν έχεις δουλεία;» «Έχω» της λέω « Τι δουλεία κάνεις;» μου λέει «Δημόσιος υπάλληλος» της απαντάω και φεύγω.

Ο κατήφορος είναι πιο εύκολος και πιο απολαυστικός, θα μπορούσε να είναι και αλληγορική αυτή πρόταση για τον ηθικό κατήφορο αλλά δεν είναι, αυτό είναι άλλο θέμα που δεν έχει σχέση με την ποδηλασία. Έχω πάρει τον κατήφορο λοιπόν και αφήνομαι στη δύναμη τις βαρύτητας να οδηγήσει εμένα και το όχημά μου κάτω, στον πάτο. Στα μισά της κατηφόρας σκέφτομαι ότι θα ήταν καλύτερα να βγω από την άσφαλτο, στρίβω δεξιά,  βγαίνω από την άσφαλτο και κατεβαίνω σε χωματόδρομο, συνεχίζω την κατηφόρα σε ανώμαλο έδαφος, συνιστώ σε όποιον δεν είναι καλός ποδηλάτης να μην το κάνει  αυτό για κανένα λόγο. Λίγο παρακάτω βλέπω έναν Φιλιπινέζο με τέσσερα σκυλάκια κανίς, Κολωνακιώτης Φιλιπινέζος, ένα από αυτά τα κοπρόσκυλα ορμάει καταπάνω μου, ο Φιλιπινέζος το φωνάζει «Ντάστυ! Έλα εδώ!» Ουάου! Και ο σκύλος και ο Φιλιπινέζος ξέρουν ελληνικά! Ο σκύλος υπακούει, γυρνάει πίσω, σταματάει, κατουράει ,τρέχει. Ντάστυ; Δηλαδή σκονάκι; Λόγο μεγέθους δεν είναι άκυρο το όνομα, αλλά για οποιοδήποτε άλλο λόγο είναι. Άκου εκεί Ντάστυ… δηλαδή όπως είναι μικρό αυτό όταν το δαγκώνουν οι άλλοι σκύλοι τι λέει ο Φιλιπινεζος στο αφεντικό του; Another one bites the dust; Συνεχίζω την κατηφόρα και για να μην τα πολυλογώ άλλο με τα σκυλιά ακούω διάφορα ονόματα, Φλου! Ανούβις! Τσίου! Μπρίκο!   Νεσαμπουλιάτα! (φεύγα νεσαμπουλιάτα  ψαροκάικα..νιεχ.) Γκίκο! Ντούκι! Κατσίκα! Μουστάρδα! Και ότι άλλο άσχετο όνομα μπορεί να φανταστεί κανείς, πιστεύω ότι η διαστροφή του ανθρώπου φαίνεται στο πως ονοματίζει  τα σκυλιά  του.

Βγαίνω από τον λόφο,  προχωράω προς Κολωνάκι, η ώρα κοντεύει 9:00, κοιτώ το ρολόι μου, όχι εκεί, εδώ, τώρα που γράφω, πρέπει να τελειώσω σε λίγο, οπότε πηδάμε τα 30 χιλιόμετρα βόλτας που έκανα με διάφορα σκηνικά και επιστρέφω στους Αμπελόκηπους. Πρέπει να πάω στον Κωτσόβολο να πάρω το καινούριο μου κινητό. Για να πάω εκεί πρέπει να περάσω από την υπόγεια διάβαση της Κηφισίας στο ύψος του Γηροκομείου, κατεβαίνω και βρίσκομαι ακριβώς από κάτω από τον δρόμο, πάντα όταν βρίσκομαι εκεί χτυπάω την κόρνα του ποδηλάτου, ντριν ντριν, έχει πλάκα ο αντίλαλος  μέσα στον κλειστό χώρο, στρίβω δεξιά και παίρνω την ράμπα για να βγω έξω από τα έγκατα της γης που τα γαργαλούσα με το κουδουνάκι, οκ, μην μουντζώνεις…  με το φτάνω στο τέλος της ράμπας  τι λές να έγινε; Τι άλλο; Γριά… σταματάω στην λίγο πριν την τέλος γιατί υπάρχουν οι απαγορευτικές ράμπες που δεν επιτρέπουν μηχανές να περνάνε, τις γριές γιατί της επιτρέπουν; Όπως είμαι σταματημένος και περιμένω να κατέβει ένα ζευγάρι και μια γρια ακουμπάω το χέρι μου στον τοίχο, η κοπέλα από το ζευγάρι με ευχαριστει με ένα νέυμα που τους περίμενα να περάσουν και ανταποδίδω ανάλογα. Η γριά έρχεται και σταματάει δίπλά μου
-Νεαρέ, το ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι παράνομο;
-Τι κάνω; της λέω
-Κανονικά απαγορεύονται τα ποδήλατα εδώ! Μου λέει με νεύρο!
-Τα ποδήλατα δεν απαγορεύονται, τι μηχανάκια απαγορεύονται
-Μωρ τι μας λες…. Θες να στο αποδείξω;
-Με ποιον τρόπο;
-Θα φωνάξω το εκατό!
-Την  αστυνομία εννοείται;
-Με κοροϊδεύεις κιόλας;  Δεν φτάνει που μπορεί να σκοτώσεις καναν άνθρωπο πουλάς και πνεύμα
-Εντάξει, λάθος μου που περάσω από εδώ να φύγω τώρα
-Α, τώρα θες να φύγεις; Να φύγεις! και να μην σε ξαναδώ εδώ!
Εκείνη ακριβώς την στιγμή πέρασε από δίπλα μας ένα άλλο ζευγάρι (τι γίνεται ρε παιδιά όλο ζευγαράκια βλέπω, παρεμπιπτόντως η κοπέλα είχε πολύ ωραίο…. στυλ) ο τύπος με κοίταξε και γέλασε λίγο μ αυτά που τραβούσα με την γριά και συνέχισαν προς τα πάνω. Εδώ πρέπει να πω ότι η γριά ήταν φουλ στο χρυσό, κολιέ, δαχτυλίδια, βραχιόλια, δόντια……
-οκ, της λέω και προχωράω
-Να μην σε ξαναδώ! Το άκουσες!
Δεν απάντησα, αλλά το παιδί που είχε περάσει πριν φώναξε ένα Ια! και  η γριά νόμιζε ότι το φώναξα εγώ και άρχισε να βρίζει «Ια και στα μούτρα σου γάιδαρε! Ανάγωγε! Τώρα θα φωνάξω την αστυνομία!» Έχω απομακρυνθεί και δεν βλέπω πλέον την γριά αλλά ακούω την φωνή της σαν μέσα από  το πηγάδι και θυμήθηκα ένα παλιό τραγουδάκι από μια σειρά

Μέσα στο σκοτάδι υπάρχει ένα φως
Μια ελπίδα λάμπει σαν χρυσός
Ω Κλαρίτα, Κλαρίτα;

Αυτό τραγούδι έχει μεγάλη ιστορία, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία




Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Προς Το Παρόν Αντίο.....

Ένας χρόνος....
Είχα σκεφτεί να μην γράψω επετειακό ποστ,  και δεν θα γράψω...
Λίγα πράγματα τα βλέπω να κλείνουν χρόνο, συνήθως όλα τελειώνουν πριν καν αρχίσουν ή δεν αρχίζουν καν.
Σε μια ζωή που όλα αλλάζουν ραγδαία από την μια στιγμή στην άλλη και με ευκαιρίες που περιφέρονται στον αέρα και τα πόδια καρφωμένα στο πάτωμα να τα βλέπω όλα να περνάνε και να προσπαθώ να τα φτάσω.

Μην κοιτάς ψηλά θα μου πεις... Αντε και γαμήσου θα σου πω

Πριν από ένα χρόνο δεν ήξερα να γράψω τίποτα, πάντα είχα την τάση να σκέφτομαι τρελά πράγματα και ονειρεύομαι αλλά δεν μπορούσα να γράψω. Δεν μπορώ να πω ότι τώρα αλλά πιστεύω ότι είμαι λίγο καλύτερα.

Είπα ότι δεν θα γράψω επετειακό και έγραψα.... μην με εμπιστεύεσαι

Ακόμα και εγώ ο ίδιος το ξέρω ότι είμαι ένα ψέμα

Όλα ξεκίνησαν με αυτό το κείμενο αν και δεν ήταν το πρώτο που δημοσίευσα

Έλα γρήγορα
Μια χελώνα πνίγεται στην τσέπη μου,
Η μύτη μου που είναι?
Δεν την βλέπω!
Λες να την έχει ο Αι Βασιλης μες το σάκο του?
Οχι ειπες και ενα αστέρι κουδούνιζε μες το πλυντίριο σου
και μετά ήρθε ένας ζωγράφος
και σου είπε βγάλε το αστέρι από το πλυντίριο
και συ το εβγάλες
και έβαλε νερό καφέ και αίμα
και έφτιαξε χρώμα
και έβαψε όνειρα της μόναξιάς.
Το αστέρι έλαμπε μες το δωμάτιο με ένα πρασινογάλανο φως
και ολα μοιάζαν
με τον πάτο της θάλασσας
μαζί με τους χαμένους θυσαυρούς
και τα μελαγχολικά ναυάγια,
και ό,τι άλλο κάνεις ποτέ δεν είδε,
μόνο όσοι αυτοκτόνησαν
με μια πέτρα στο λαιμό,
κι ομως πολύ αργά να μετανιώσουν
Το δωμάτιο από μακρυά έμοιαζε
με αποκριάτικη κολοκύθα
με το φως να βγαινει απο τα παράθυρα
με τα ενοχα μυστικα κρυμένα
μετά τιποτα, σκοταδι, μαυρο.
Και ενας μάυρος γάτος περνούσε ανάμεσα στα πόδια μου
την ωρα που φώναζα πως είμαι ο βασιλίας
του Μαρόκου
το Μαρόκο-κο-κο!κο-κο-κο!κο-κο?
και κάνοντας την κότα
τράβουσα περισσότερη προσόχη,
τρέχοντας λοιπόν μες τον δρόμο
κουνώντας τα φτερά μου
χωρίς να μπορω να πεταώ
(ποτε δεν μπόρεσα άλλως τε)
άρχισαν να φέυγουν όλα μου τα πούπουλα
και έμεινα μια γυμνή κότα στο δρόμο.
αρκτά γελοίο θέαμα.
Ετσι σαν γυμνό κοκτόπουλο έμοιαζα
και όταν ήμουν μικρός
ή σαν σαυρα.
Γιαυτό και ίσως κάπου μέσα μου να πιστέυω ότι
ποτέ δεν μεγάλωσα.
Τα χρόνια πέρασαν και έρχονται στα όνειρα μου
και χτυπάνε την πόρτα
γρατσουνάνε τους τοιχους
χτυπάνε τα παράθυρα
και ουρλιάζουν
και με βρίζουν,
με βρίζουν
σαν δολοφονιμένοι
που δεν τους άφησα να ζήσουν
όσο έπρεπε όταν έπρεπε.
Και αν έδινα όνομα σε κάθε χρόνο
θα ήταν όλα γυναικών,
ετσι φυλακισμένες στη νιότη τους
παντα να έρχονται
στον ύπνο μου
και να μου τον χαλάνε.


 Μπορώ να πω ότι μετά από ένα χρόνο τίποτα δεν έχει αλλάξει τότε τι να γιορτάσω;

Όταν ξεκίνησα να γράφω ήμουν σε πολύ περίεργη φάση,  και παραδέχομαι ότι τα πρώτα κέιμενα δεν διαβάζονται με τίποτα, με τίποτα όμως.....

Αυτό το μπλογκ έχει και τρέλα, έχει και γέλιο, έχει μαυρίλα, αισιοδοξία, έχει ότι θες, το καλό ή το κακό όπως το πάρει κανείς είναι ότι αλλάζω συνέχεια το ύφος μου, κάπου θα καταλήξω που θα πάει......

Έτσι σκέφτηκα να γιορτάσω αυτό τον χρόνο με μια μεγάλη απουσία...

Τα λέμε λοιπόν.......