Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Σταυρόλεξα


Διασταυρώσεις και σταυρόλεξα
Αυτό είναι η ζωή μας
Λέξεις μικρές και μεγάλες
Όνειρα μικρά και μεγάλα
Λίγα ταιριάζουν μεταξύ τους
Όλα μας τα όνειρα σε ένα σταυρόλεξο
Ολονών τα όνειρα κλεισμένα σε κουτάκια
Τα μεγάλα όνειρα και οι μεγάλες λέξεις σπάνια κολλάνε κάπου
Οι μικρές λέξεις κολλάνε παντού
Επαναλαμβάνονται αδιάφορα
Τα μεγάλα όνειρα όμως
Είναι ο κορμός αυτού που είμαστε
Αγαπώ τις  δύσκολες λέξεις
Είναι αυτές που κάνουν το σταυρόλεξο πιο ενδιαφέρον
Σπάνια κολλάνε
Ποτέ δεν κολλάνε τρεις μεγάλες λέξεις
Πάντα δύο
Οριζόντια και κάθετα
Άλλοτε  στην αρχή
Άλλοτε στην μέση
Και  άλλοτε στο τέλος

Διασταυρώσεις ατόμων
Διασταυρώσεις χαρακτήρων
Άλλες για λίγο
Άλλες για πολύ
Και σχεδόν ποτέ για πάντα…



Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Περιμένοντας την Ραπουνζέλ Παρέα Με Τον Χέμινγουεϊ


Μέσα στο δωμάτιο η πλήρης ακαταστασία.  Ένα κρεβάτι με ανακατωμένες κουβέρτες, δύο καναπέδες γεμάτοι με ρούχα, ένα χαμηλό τραπεζάκι γεμάτο ποτήρια και μια σταχτοθήκη ξεχειλισμένη από τσιγάρα. Νιώθω την ανάγκη να πάρω λίγο αέρα, πρέπει να βγω στο μπαλκόνι, δεν είναι και τόσο εύκολο,  μπροστά ακριβώς από την μπαλκονόπορτα έχω βάλει ένα καναπέ που τον είχα σε άλλο δωμάτιο και αναγκάστηκα να τον μετακινήσω γιατί ήρθε μια κοπέλα και την φιλοξενώ για λίγο καιρό, εκεί που ήταν ο καναπές είναι τώρα το κρεβάτι της και ο καναπές βολεύτηκε άνετα μπροστά από την μπαλκονόπορτα. Πίσω από τους καναπέδες και σ όλους τους τοίχους υπάρχουν στοίβες από εκατοντάδες βιβλία, μερικές από αυτές εδώ και καιρό έχουν γκρεμιστεί και τα βιβλία κείτονται στο πάτωμα μιας και δεν υπάρχει κάποιο αξιόλογο άτομο σ αυτό το σπίτι να τα μαζέψει. Περπατάω  πάνω στα βιβλία, πάνω σε πεταμένα κέρματα που κολλάνε στις πατούσες μου, πάνω σε πεταμένες αποδείξεις,   φτάνω στον καναπέ που βρίσκεται μπροστά από την μπαλκονόπορτα, κανονικά για να βγω θα έπρεπε να το τραβήξω και να πάω γύρω του για να βγω στο μπαλκόνι, για να το κάνω αυτό πρέπει να μαζέψω μερικές στοίβες βιβλία από το πάτωμα. Κάνω το άλλο, ανεβαίνω πάνω στον καναπέ, πατάω στα ρούχα, ανοίγω την μπαλκονόπορτα και κάθομαι στην πλάτη του καναπέ κοιτώντας προς  τα έξω.

Στο χέρι έχω ένα ποτήρι βότκα, το αφήνω σε μια στοίβα βιβλία που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την μπαλκονόπορτα, το αφήνω πάνω στο βιβλίο του Χέμινγουεϊ  Ο Γέρος Και Η Θάλασσα. Ψάχνω στην τσέπη από το μπουφάν μήπως έχω έτοιμο κανένα τσιγάρο, βρίσκω ένα, το βγάζω και το κοιτάω. Ένα στραβοπατσαρισμένο κυρτό στριφτό τσιγάρο, το μαύρο του το χάλι είχε, σαν το μακρύ χέρι του Καραγκιόζη τυλιγμένο με κωλόχαρτο έμοιαζε, τι να έκανα; Να το πετούσα; Το άναψα, και έμεινα εκεί να κοιτάω τον απέναντι τοίχο. Ήταν μουχλιασμένος, η μαυρίλα είχε τρέξει με την βροχή και έμοιαζε με μακιγιάζ στα μάτια πενθούσας γυναίκας. Η θλίψη σε τοιχογραφία….

Καθώς ήμουν εκεί κολλημένος με την μαυρίλα να μου τρώει την ψυχή μπαίνει η συγκάτοικος μέσα στο δωμάτιο, της είχα γυρισμένη την πλάτη, δεν της έδωσα σημασία, δεν με ένοιαζε κιόλας, μέχρι που την άκουσα να γελάει, ανάμεσα στα γέλια της την άκουσα να μου λέει:
-Χα χα χα, φαίνεται ο κώλος σου από εδώ!
-Πρόβλημα θα υπήρχε  αν φαινόταν ο  εγκέφαλος μου… της είπα και φύσηξα καπνό χωρίς να γυρίσω ούτε να κάνω καμία προσπάθεια να κρύψω το χαμογελάκι που εξείχε από το παντελόνι μου.
-Πάλι αυτοκτονείς; Μου είπε
-Λέω να πάω να αυτοκτονήσω αύριο, θα πάω στην Πλάκα και θα σταθώ  μπροστά στο κόκκινο τρενάκι που καβαλάει τους τουρίστες να με χτυπήσει…..
-Μα αυτό πάει με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, δεν θα κάνει τίποτα…. Δοκίμασε να πέσεις από την Ακρόπολη!
-Έχει εισιτήριο, δεν πληρώνω λέμε… μάστα, φύγε τώρα….
Και έφυγε,  μαλάκα με είπε μόλις έκλεισε την πόρτα, πουτάνα την είπα.


 Καθόμουν εκεί και κοιτούσα τον απέναντί τοίχο. Βασικά είναι δύο τοίχοι που κάνουν γωνία και το δικό μου μπαλκόνι είναι στην βάση αυτού του ισοσκελούς τριγώνου. Ο τοίχος στα δεξιά φωτίστηκε, σε ένα διαμέρισμα από τα αριστερά άναψε ένα φως. Μια κοπέλα βγήκε στο μπαλκόνι και πήρε δυο μπλουζάκια που είχε απλωμένα,  για λίγο έμεινε και με κοίταξε, αν και για να πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν κοιτούσε εμένα ή την ακαταστασία που επικροτούσε πίσω μου.  Μπήκε μέσα στο σπίτι της, έκλεισε ένα φως και άναψε ένα άλλο. Δηλαδή έκλεισε το φως από το ταβάνι  και άναψε το φωτιστικό δαπέδου.  Η σκιά της προβλήθηκε στον απέναντι τοίχο. Ενδιαφέρον.  Τα πάντα φαινόταν πολύ ξεκάθαρα. Έβγαλε την μπλούζα της,  το σώμα της προβλήθηκε πολύ ρεαλιστικά  και με όλες τις λεπτομέρειες στον απέναντι τοίχο, πέταξε την μπλούζα της κάπου αδιάφορα, σήκωσε τα χέρια της και μάζεψε τα μαλλιά της πίσω από σβέρκο της και τα έφερε όλα   μπροστά και πάνω από το δεξιό ώμο της, τα ελευθέρα στήθη κουνήθηκαν  παρασυρόμενα από τις κινήσεις του κορμιού της, μετά έσκυψε και πήρε  ένα άλλο  μπλουζάκι  από τον καναπέ (και αυτήν στον καναπέ τα έχει πεταμένα τα ρούχα της!) και το φόρεσε. Έφυγε και έσβησε και το φως. Τα πάντα πάλι γύρισαν στην αδιαφορία.  Το θέατρο σκιών τελείωσε και έμεινε ο καραγκιόζης μόνος του.


Άξιζε μια καλή γούλια βότκα για αυτήν την παράσταση, και μια καλή ρουφηξιά καπνού. Τι κάνω  άραγε εδώ, τι περιμένω;  Μάλλον να βρω κάτι να με τραβήξει ψηλά, ο καπνός μου βγαίνει και ανεβαίνει προς τα πάνω,  αποτέλεσμα της φωτιάς,  τα πάντα μετά την φωτιά ανεβαίνουν, μήπως να κάψω την ζωή μου; Δεν έχει μείνει και τίποτα να κάψω. Κάτι πρέπει να βρω να πιαστώ να ανέβω, μια καλή λύση θα ήταν να ήταν εδώ η Ραπουνζέλ να μου ρίξει τα μαλλιά της και να με τραβήξει, αλλά δεν είναι εδώ, ή μπορεί  να κατσάρωσαν τα μαλλιά της και να μάζεψαν προς τα πάνω ή να έγινε σουπερ σταρ και να βρήκε σούπερ γκόμενο με ακριβό ρολόι και αμάξι και να κάνει βόλτες στην παραλιακή.  Δεν είναι εδώ, κάτι πρέπει να βρω όμως, ας είναι και αυτό το χέρι του καραγκιόζη που μάκρυνε γιατί έφτιαχνε μεγάλα τσιγάρα, δεκαπεντάφυλα, και τέντωνε το χέρι του να τα ανάψει. Ας είναι και η μύτη του μαλάκα του Μορφονιού, ας είναι και το κοντάρι του ονειροπαρμένου Δον Κιχώτη, ας είναι και ένα από τα σχοινιά του Ταρζάν, και ας πέσω και στον απέναντι τοίχο. Τώρα που το σκέφτομαι, ο Ταρζάν θα έκανε τέλειο ζευγάρι με την Ραπουνζέλ. Θα μπορούσε να την έχει σε ένα δέντρο στην ζούγκλα και να κρέμεται από τα μαλλιά της και να κάνει πέρα δώθε σαν τον Ταρζάν. Θα προτιμούσα βέβαια να έβλεπα την Ραπουνζέλ με την αμφίεση του Ταρζάν, αλλά όχι και τον Ταρζάν με τα ρούχα της Ραπουνζέλ. Το πρόβλημα είναι ότι θα έπρεπε και αυτή να βρει κάτι να κρέμεται και να κάνει πέρα δώθε σαν τον Ταρζάν… Αουτς, πόνεσε αυτό που σκέφτηκα…  Χρειάζομαι λίγη βότκα.

Πιάνω το ποτήρι που είναι πάνω στο βιβλίο του Χέμινγουεϊ, πίνω μια γερή γουλιά, λίγο στάχτη πέφτει μέσα στο ποτήρι, έμοιαζε σαν ψαρί στον ωκεανό, σαν το ψάρι στο βιβλίο. Πιάνω και το βιβλίο, ανοίγω μια τυχαία σελίδα, διαβάζω ένα τυχαίο κομμάτι, όσο τυχαίο μπορεί να είναι κάτι σε βιβλίο του Χέμινγουεϊ.

   Μια και του έστησα παγίδα ήταν αναγκασμένο να διαλέξει, σκέφτηκε ο γέρος.
Και διάλεξε να μείνει στα ανοιχτά, μέσα στα βαθειά ,σκοτεινά νερά. Μακριά απ όλες τις παγίδες, τις ενέδρες και τις επιβουλές. Εγώ διάλεξα να πάω να το βρω, εκεί που κανένας άνθρωπος δεν θα πήγαινε. Μακριά απ όλο τον κόσμο. Όμως, να, ανταμώσαμε και είμαστε μαζί από το μεσημέρι. Και κανένας δεν θα μας βοηθήσει, ούτε αυτό, ούτε έμενα.

Κατέβασα το βιβλίο, σκέψεις και συνειρμοί πλημύρισαν το μυαλό μου. Συνέχισα να κοιτάω έξω, αλλά δεν έβλεπα τον τοίχο,  μόνο κάτι σκηνές από το παρελθόν. Είναι σαν την πόρτα που έχω στο μπαλκόνι, έχει σπάσει το δοντάκι που ασφαλίζει αυτήν την πόρτα. Δεν ασφαλίζει ποτέ, εδώ και τρία χρόνια, την έκλεισε με δύναμη μια κοπέλα γιατί  χτύπησε το τηλέφωνο της και έπρεπε να φύγει τρέχοντας. Εδώ και τρία χρόνια αυτήν  την μπαλκονόπορτα μπορεί να την ανοίξει οποιοσδήποτε και να μπει. Έτσι και το μυαλό, μόνιμα ανοιχτό, να ξεφεύγει και να ταξιδεύει ή να δημιουργεί κόσμους.

Ξέχασα ότι είχε πέσει στάχτη μέσα και ήπια ακόμα μια γουλιά,  πιο πικρή αυτή τη φορά. Άλλαξα σελίδα, πάλι σε τυχαία σελίδα.

Τώρα σκοτίστηκε το μυαλό σου, συλλογίστηκε. Πρέπει να κρατήσεις καθαρό το μυαλό σου. Κράτα το μυαλό σου καθαρό, και μάθε να υποφέρεις σαν άντρας. Ή σαν ψάρι, σκέφτηκε.
-Ξεκαθάρισε κεφάλι είπε με φωνή που μόλις την άκουγε. Ξεκαθάρισε.
Δεν ξέρω, σκέφτηκε ο γέρος. Κάθε φορά έφτανε στο σημείο να αισθάνεται πως θα σβήσει, πως θα του φύγει η ζωή, δεν ξέρω. Όμως θα προσπαθήσω ακόμα μια φορά.

Έκλεισα το βιβλίο και το πέταξα πίσω μου, τώρα οι σκέψεις έχουν γίνει βασανιστικές και αυτή η πουτάνα η Ραπουνζέλ δεν λέει να φανεί. Το τσιγάρο τελείωσε, το πέταξα σε μια γλάστρα με ξερό βασιλικό που έχω στο μπαλκόνι. Αυτός βασιλικός στέκει εκεί ξερός εδώ και δυο χρόνια, τον είχα πάρει για να ομορφύνω λίγο το μπαλκόνι αλλά ξεράθηκε εξαιτίας της έλλειψης φωτός. Τώρα στέκει εκεί νεκρός μέσα στην γλάστρα του και εγώ τον έχω μετατρέψει σε νεκροταφείο τσιγάρων. Τα ξερά κλαδιά του και φύλλα έχουν γεμίσει με αποτσίγαρα και δεν ντρέπομαι καθόλου , χαλάω κάτι που έπρεπε να είναι όμορφο, νιώθω ότι εκδικούμαι άλλους. Πέφτω προς τα πίσω και ξαπλώνω στον καναπέ. Κοιτάω  το ταβάνι.

 Μια ζωή Δον Κιχώτης, περίγελος με μεγάλα όνειρα. Όλοι τραβάμε τον δρόμο μας, και εγώ τον δικό μου, άλλοι περπατάνε δυναμικά, άλλοι όμορφα, άλλοι αργά, εγώ παραπατώ, σκοντάφτω και πέφτω, αλλά η μεγάλη μου διαφορά είναι ότι ξέρω που  θέλω να πάω,  δεν ξέρω αν θα φτάσω, ούτε αν θα ανταπεξέλθω σε όλες τις δυσκολίες, αλλά ξέρω που θέλω να πάω. Και έχω διαλέξει δύσκολο δρόμο.

Εγώ διάλεξα να πάω να το βρω, εκεί που κανένας άνθρωπος δεν θα πήγαινε. Μακριά απ όλο τον κόσμο.

Ίσως αυτές οι στιγμές να είναι η τιμωρία μου για τον βασιλικό που τον βεβηλώνω τόσο άσχημα, ίσως να είναι το τίμημα για τον δρόμο που τραβάω, ίσως απλά να είμαι τελείως καμένος. Όπως και να χει αυτός είμαι και δεν μπορώ να αλλάξω, όσο σκληρά και προσπάθησα.

Πάντα Δον Κιχώτης
 μόνο που οι Κιχώτες παν μπροστά και οι Πάντσο Βίλα ακολουθάνε….



Ο άνθρωπος καταστρέφεται, ποτέ δεν νικιέται…..
Έρνεστ Χέμινγουεϊ





Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Μπαλκόνι στο πηγάδι


Καιρό είχα να ανοίξω την μπαλκονόπορτα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω άλλωστε, με βολεύει η σκοτεινιά και η κλεισούρα,  άσε που δεν έχει και τίποτα να δω έξω,  αυτό που υπάρχει έξω από την μπαλκονόπορτα είναι οι τοίχοι των απέναντι πολυκατοικιών. Σε ένα εσωτερικό ισόγειο στους Αμπελόκηπους  το μόνο που θυμίζει κάτι από την παλιά μου ζωή είναι το ότι όταν βγαίνω στο μπαλκόνι περιτριγυρισμένος από τοίχους σκοτεινούς και άδεια μπαλκόνια ,όλα μοιάζουν σαν να είμαι στο πάτο του πηγαδιού που υπάρχει δίπλα στο σπίτι μου στο χωριό. Δεν είναι κανένα μικρό η στενό πηγάδι, έχει διάμετρο γύρω στα πέντε μέτρα και βάθος εννέα. Τα τοιχώματα του πηγαδιού έχουν πρασινίσει από την πολύ υγρασία, και έχουν φυτρώσει δέντρα στο εσωτερικό του πηγαδιού. Αυτό το πηγάδι χρησίμευε για τις ποτιστές εργασίες, όταν άδειαζε από τα τοιχώματα έτρεχαν μικροί καταρράκτες με νερό που το ξαναγέμιζαν. Είχα κατεβεί μια φορά εκεί κάτω  σ αυτό το πηγάδι,  όχι για τουριστικούς λόγους, αλλά για να βγάλω μια πάπια που είχε πέσει μέσα, ήταν η  ξεχασμένη εποχή που ακόμα έκανα καλές πράξεις.  Και από κάθε καλή πράξη αποκομίζεις μια καλή εμπειρία.

Όταν αντιλήφθηκα ότι υπάρχει μια πάπια εκεί μέσα αμέσως ‘’έβαλα μπρος το μοτέρ’ και άφηνα το νερό να τρέχει μέχρι να αδειάσει το πηγάδι ώστε να μπορέσω να κατέβω κάτω.  Πότε δεν άδειαζε τελείως το νερό, έμενε πάντα μισό μέτρο στον πάτο, όταν έφτασε σε αυτό το σημείο η στάθμη του νερού, έριξα μια τριχιά  που έφτανε μέχρι τον πάτο και άρχισα να κατεβαίνω. Όταν έφτασα κάτω  μια απόκοσμη αίσθηση κατέκλυσε το μυαλό μου. Τα πόδια μου κολλούσαν στην λάσπη του πάτου, ήμουν σε ένα σημείο όπου κανένας δεν είχε πατήσει από την μέρα που έγινε αυτό το πηγάδι, και απ όσους είχαν πατήσει τότε τώρα δεν ζει κανείς. Εκεί κάτω ήμουν μόνο εγώ η πάπια και τα δύο καρλίσια ψάρια που ζούσαν τα τελευταία πέντε χρόνια στο πηγάδι. Άγγιξα με το χέρι μου τον τοίχο του πηγαδιού, μια υγρή πρασινάδα  επέτρεπε τα πάντα να γλιστράνε όμορφα πάνω της, από τα τοιχώματα του πηγαδιού έβγαινε κρύο καθαρό νερό και  σχημάτιζε μικρούς καταρράχτες που έπεφταν γύρω μου. Η πάπια ήταν ανήσυχη, εγώ καθόλου, κοιτούσα ψηλά τον ουρανό από τον πάτο του πηγαδιού και απολάμβανα την υγρασία που έπεφτε στο πρόσωπο μου.
-Πως είναι; Με ρώτησε ένας φίλος που με περίμενε πάνω.
-Ωραία… του απάντησα μετά από αρκετή ώρα.
Η στάθμη ανέβαινε αργά και εγώ έπρεπε να πιάσω την πάπια, δεν ήταν καθόλου δύσκολο εκεί μέσα, το δύσκολο ήταν να την κρατάω και να ανεβαίνω. Μάλλον δεν ήταν δύσκολο, ήταν αδύνατο, προσπάθησα μία φορά την πάρω  κάτω από την μασχάλη, αλλά δεν μου καθόταν με τίποτα η βλαμμένη,  τελικά έβγαλα το μπλουζάκι μου, πέρασα το λαιμό της πάπιας μέσα από το μανίκι και έδεσα με την τριχιά τα πόδια της μαζί με το μπλουζάκι, το έκανα αυτό για να μην κουνάει τα φτερά της και τραυματιστεί. Φώναξα τον από πάνω να την τραβήξει. Αυτός τραβούσε το σκοινί και η πάπια έκρωζε πανικοβλημένη. Μέσα στο πηγάδι το νερό είχε φτάσει μέχρι το στήθος μου, ήταν παγωμένο αλλά ευχάριστο. Τα ψάρια κολυμπούσαν γύρω μου.  Ήταν η εποχή που ήμουν έφηβος, ήμουν ευτυχισμένος και δεν το ήξερα, θαρρώ πως  ήμουν ευτυχισμένος γιατί είχα όνειρα.  Μάλλον τώρα τα βλέπω σαν όνειρα, τότε είχα βλέψεις  και σιγουριά.

 Νομίζω ότι τα ψάρια ζούνε ακόμα, η πάπια σίγουρα όχι, όταν βγήκα τότε από το πηγάδι ρώτησα τον φίλο που είναι ή πάπια, μου έδειξε προς την μεριά που ήταν όλες οι πάπιες, ήταν πολλές μαζί και όλες παίζανε χαρούμενες στα νερά που είχα βγάλει από το πηγάδι για να το αδειάσω, στα νερά που είχαν σχηματίσει μια λίμνη δίπλα από την ροδακινιά.  Αδύνατο να ξεχωρίσεις ποια πάπια είχε ζήσει την εμπειρία του πηγαδιού, όλες ήταν το ίδιο χαρούμενες,  και πάντα έτσι θα μείνουν στο μυαλό μου, σαν πάντα χαρούμενες.

Το καλοκαίρι τα κλαδιά αυτής της ροδακινιάς σχεδόν έσπαζαν από το βάρος, οι χαρούμενες πάπιες απέθεταν πολύ κοπριά στην ροδακινιά και αυτή γέμιζε με φρούτα, τόσα πολλά που ούτε η ίδια δεν μπορούσε να τα κρατήσει, τα κλαδιά υποχωρούσαν κάτω από το βάρος των φρούτων και έσκυβαν προς τα κάτω, λές και μας πρόσφεραν τα φρούτα με χάρη και χωρίς να θέλουν να κουραστούμε.

Τώρα… ούτε πηγάδι, ούτε ροδακινιά,  ούτε πάπιες, μόνο αυτοί οι τοίχοι που μου κρύβουν τον ήλιο και το φεγγάρι. Και το ποτήρι που μοιάζει με πηγάδι και γεμίζει με καταρράκτες από βότκα.  Δεν θα το αδειάσω όλο, θα αφήσω λίγη βότκα στο πάτο… έτσι… για χάρη των ψαριών και των ονείρων  που γυρίζουν ακόμα κλεισμένα  στα κρύα νερά  ενός ξεχασμένου πηγαδιού.



real photo 1981