Ένα δέντρο. Τα κλαδιά του που κοιτάνε προς το βορρά φτάνουν μέχρι τον τοίχο ενός διώροφου σπιτιού. Είναι χειμώνας, είναι νέκρα τα κλαδιά. Ένα κοιμισμένο κοράκι κάθεται στην άκρη ενός κλαδιού. Το ράμφος του ακουμπάει στον απέναντι τοίχο, τα φτερά του κοιτάνε παρακλητικά προς τα κάτω, κρέμονται σαν φτερά ναρκωμένου πουλιού. Μια πολύ λεπτή ισορροπία κρατάει το κοιμισμένο κοράκι πάνω στο κλαδί. Τα πόδια του και το ράμφος του, τα μόνα που ακουμπάνε κάπου. Το κλαδί σαλεύει ελάχιστα από το λιγοστό αεράκι. Ο λαιμός του πουλιού, εύκαμπτος, υπακούει σε κάθε πρόσταγμα της κίνησης του κλαδιού και συμβάλει στην διατήρηση αυτής της γελοίας ισορροπίας. Μαλακές, απαλές κινήσεις, το κλαδί κουνιέται, το μαύρο ζωντανό ισορροπεί χωρίς να το θέλει, χωρίς να το ξέρει. Δεν θυμάμαι που ήμουν και το έβλεπα, αλήθεια δεν θυμάμαι, αλλά το έβλεπα, είχα κολλήσει. Ο καιρός ήταν μουντός, έτοιμος να βρέξει. Σίγουρα ήμουν μόνος μου εκεί, πάντα και παντού ήμουν μόνος. Το κοράκι κοιμόνταν και ισορροπούσε στην άκρη του κλαδιού. Μια σκοτεινή φιγούρα με τα φτερά άψυχα αφημένα παρακλητικά προς τα κάτω. Μια σταγόνα βροχής έπεσε εκείνη την μέρα, μια και μοναδική και αυτή πήγε και έπεσε στο δεξί φτερό του κορακιού. Σιγά σιγά άρχισε να γέρνει προς την μεριά που είχε πέσει η σταγόνα, το ράμφος γλιστρούσε απαλά από τον τοίχο, η ισορροπία είχε χαθεί, το κεφάλι έτριψε προς τα αριστερά παρασυρμένο από την αργή κάθοδο της απώλειας της ισορροπίας, ο λαιμός του τερμάτισε στην στροφή και αφέθηκε να πέσει στο κενό. Η διαδρομή ήταν σύντομη, το κοράκι δεν ξύπνησε, αφέθηκε να πέσει όπως ήταν όταν έχασε την ισορροπία του. Έσκασε με το κεφάλι. Έσπασε ο σβέρκος του. Έμεινε ασάλευτο, με μια διαφορετική ισορροπία.
Possessives Of Nicotine (Aougaros)
Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012
Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012
Μη μου το λες 7 (Για ένα βιβλίο....)
Προσπαθούσα να την πείσω να πάμε σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, και τι δεν είπα για την πείσω, ήθελε οπωσδήποτε να πάμε στον εθνικό κήπο. Στο τέλος αναγκάστηκα να προσφύγω στα μεγάλα μέσα.
- Το ξέρεις από πού προμηθεύονται τα βιβλία αυτά τα μαγαζιά; Αμ, δεν το ξέρεις γιαυτό δεν θες να πάμε. Λοιπόν άκου να σου πω, όλα τα βιβλία που βρίσκονται εκεί μέσα είναι βιβλία από πεθαμένους.
- Για πές, για πές… μου είπε με ξαφνικό ενδιαφέρον.
-Ναι, είναι από άτομα που έχουν πεθάνει και οι δικοί τους δεν ενδιαφέρονται για τα βιβλία, έτσι αντί να τα πετάξουν τα σκοτώνουν όσο όσο στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Έτσι κάθε φορά που πάω σε ένα από αυτά τα μαγαζιά ρωτάω τον ιδιοκτήτη, «τι λέει πέθανε κανένας αυτή τη βδομάδα;» αν μου πει ναι, μπαίνω και ψάχνω, αν μου πει όχι πάω στο επόμενο και ξαναρωτάω το ίδιο.
-Αχ, τι τέλεια! Τι τέλεια! Μου είπε χαρούμενη χτυπώντας παλαμάκια.
-Τώρα τι λες; Πάμε;
-Ναι! Πάμε, αλλά θα ρωτήσω έγω τον μαγαζάτορα αν πέθανε κανείς
-Ε, όχι, άστο καλύτερα για την επόμενη φορά, έμενα με ξέρουν γιαυτο τους μιλάω έτσι.
-Καλά λες, δεν είναι καλο να μιλάς με αγνώστους, μπορεί να έρχονται απο κηδεία και να μην έχουν όρεξη για κουβέντα, δεν ξέρεις ποτέ.....Α, χτες, είχα πάει βόλτα μόνη στο Φάληρο, έβλεπα τις βαρκούλες που ήταν αραγμένες στο λιμάνι στη σειρά. Έτσι λευκές όπως είναι μου θυμίζαν τα μνήματα στο νεκροταφείο. Κι αυτά στη σειρά είναι αλλά δεν κουνιούνται. Γιατί δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς να κάνει ένα μνήμα σε σχήμα βάρκας; Πιστεύω ότι οι ψαράδες ας πούμε θα έπρεπε να είχαν μνήμα σε σχήμα βάρκας, μη σου πω ότι το κάθε επάγγελμά θα έπρεπε να είχε ένα μνήμα αντίστοιχο με το αντικείμενό του. Οι παπάδες μνήμα σε σχήμα σταυρού, οι δημοσιογράφοι σε σχήμα μικροφώνου, οι συγγραφείς σε σχήμα βιβλίου κου ου τω καθ εξής…. Ωραία δεν θα ήταν;
-Τέλεια θα ήταν, αλλά έχω μια απορία… το μνήμα το γυναικολόγων τι σχήμα θα έπρεπε να είχε;
-Ιιιιιιι! Είσαι χυδαίος!
-Δεν είμαι και δεν ξέρω τι σου ήρθε στο μυαλό, εγώ πάντως σκέφτηκα κάτι σε σχέση με καμήλα
-Τι εννοείς ότι όλες οι γυναίκες είμαστε καμήλες;
-Όχι ολόκληρη την καμήλα, μόνο το πόδι
-Αν εμείς είμαστε καμήλες εσείς είστε γαϊδούρια!
-Θα θέλες, αλλά σ αυτόν τον παραλληλισμό δεν νομίζω ότι είναι όλοι γαϊδούρια, τέλος πάντων άλλο είπα άλλο κατάλαβες, έχεις μείνει λίγο πίσω.
-Αχ, εξήγησέ μου, δεν θέλω να μένω πίσω. Μια φορά όταν ήμουν μικρή ένα παιδί έμεινε πίσω και πέθανε. Είχαμε πάει εκδρομή με το σχολείο στην κηδεία του προέδρου του χωριού που είχε πεθάνει και στον γυρισμό ένα παιδί είχε μένει πίσω τελευταίο στο δρόμο και το πάτησε ένα αυτοκίνητο που έτρεχε. Από τότε μας λέγανε συνέχεια στο σχολείο να μην μένει κανείς πίσω και να μην ξεκόβει από την ομάδα. Α, την επόμενη μέρα πήγαμε πάλι εκδρομή σε κηδεία, του παιδιού που είχε μείνει πίσω. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά μου είχε καρφωθεί η ιδέα όταν βγάλουν το παιδί να πάρουμε τα κόκκαλα του για το σπίτι μας, αλλά η μαμά μου μου έλεγε να μην λέω βλακείες.
- Τι! Τι; Τι τα θελες τα κόκκαλα του παιδιού.
-Α, ναι, δεν στο πα. Όταν ήμουν μικρή η μαμά μου έλεγε να πίνω πολύ γάλα γιατί εχει ασβέστιο και ότι το ασβέστιο φτιάχνει τα κόκκαλα. Έτσι τότε πίστευα ότι όταν ασβεστώνουν το σπίτι χρησιμοποιούσαν μπογιά με τριμμένα κόκκαλα, ανακύκλωση ξέρεις. Νόμιζα ότι όλοι τοίχοι του σπιτιού είναι καλυμμένοι με τριμμένα κόκκαλα και ότι τα κεραμίδια είναι φτιαγμένα από μείγμα σκόνης από κόκκαλα και με αίμα. Το παιδί αυτό που είχε μείνει πίσω έπινε πολύ γάλα και πίστευα ότι θα ήταν καλό να παίρναμε τα κόκκαλα του για το σπίτι μας. Μετά σκέφτηκα ότι ίσως να τα ήθελαν οι γονείς του για το δικό τους σπίτι, και μετά σκέφτηκα ότι γιαυτό και η γιαγιά έλεγε ότι ο παππούς θα ζει πάντα εδώ σ αυτούς τους τοίχους, και μετά σκέφτηκα ότι και εγώ κάποια μέρα θα γίνω σαν τον παππού και θα πασαλείψουν τα κόκκαλά μου σε ένα τοίχο. Είπα την μαμά μετά από πολλά χρόνια , όταν έρθει εκείνη η ώρα, να μην με βάλουν στην τουαλέτα γιατί βρωμάει.
-Πάντως σε ένα πράγμα έπεσες μέσα. Έγινες ντουβάρι. Ευτυχώς που δεν έγινες μπάζο και σου μιλάει κανείς που και που.
- Έλα ρε, μην με κάνεις πλάκα , δεν είμαι ντουβάρι, ήμουν μικρή τότε. Πάντως σε ευχαριστώ που λες ότι δεν είμαι μπάζο. Αλήθεια από πού προέρχεται η χρήση της λέξης μπάζο;
-Τι; Ούτε αυτό το ξέρεις; Όλα εγώ θα στα εξηγώ; Λοιπόν άκου να δεις, να μάθεις και λίγο ιστορία. Επισήμως το πρώτο καταγεγραμμένο μπάζο είναι η γυναίκα του πρωτομάστορα από το γιοφύρι της Άρτας. Μέχρι τότε η λέξη μπάζο δεν ήταν ταυτόσημη με τις άσχημες γυναίκες. Η γυναίκα του πρωτομάστορά όμως ήταν κακάσχημη και πολύ χοντρή, εκτός από την εξωτερική εμφάνισή ήταν και πολύ στριμμένη. Μια μέρα λοιπόν όταν ο πρωτομάστορας είδε ότι ξεμένει από υλικά έστειλε να φωνάξουν την γυναίκα του και την έκλεισε μέσα στην βάση της γέφυρας και έτσι του φτάσανε τα υλικά, έπιανε και πολύ χώρο ούτως ή άλλως η φακλάνα. Από τότε λοιπόν όταν μια γυναίκα είναι σαν του πρωτομάστορα την αποκαλούνε μπάζο.
- Εγώ νόμιζα ότι την έχωσε εκεί μέσα για να στεριώσει το γεφύρι και τότε άρχισα να πιστεύω ότι τα μνήματα είναι τόσο στέρεα και δεν πέφτουν με τίποτα επειδή έχουν νεκρό μέσα. Ο θείος μου ο Παυσανίας έφτιανε μνήματα, ήταν πολυτεχνίτης, ήξερε από μάρμαρα, από οικοδομικά, από ξυλουργική από τα πάντα. Όταν περνούσε το ξύλινο ταβάνι στο σπίτι του παπά έπεσε από την σκάλα και του καρφώθηκαν τα καρφια που είχε στο στόμα στον ουρανίσκο, δεν πέθανε από αυτό όμως, πέθανε ένα μήνα αργότερα γιατί έπαθε μόλυνση από ένα καρφί και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα σε εκείνο το σημείο οι γιατροί.
-Επίσης και σε μερικά μυαλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα οι γιατροί…. Εδώ είμαστε, επιτέλους φτάσαμε, πάμε να δούμε για κάνα βιβλίο….
-Από πεθαμένους , ε;
-Ναι πασάκα μ, από πεθαμένους…..
Μπήκαμε μέσα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, τα βιβλία των πεθαμένων φάνταζαν σαν διαμάντια στα μάτια της, ζούσε ένα όνειρο, για μένα ήταν απλώς βιβλία από πρεζάκια που τα σκοτώσανε για να πάρουν την δόση τους. Εκεί μέσα χωρίς να το καταλάβω χωριστήκαμε. Μετά από λίγο ήρθε προς μέρος μου κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι και με ένα θλιμμένο ύφος.
-Τι έγινε; Της λέω
-Κοίτα, ένα βιβλίο της τρίτης δημοτικού…. Κρίμα το παιδάκι…… Από τι να πέθανε άραγε;
-Τι; Α, ναι… καλά άστο αυτό εδώ, πάνε απέναντι και δες τα βιβλία με τα ζωάκια, έχει και φωτογραφίες μέσα …..
Μετά λίγο ήρθε πάλι κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι, αυτή τη φορά είχε χαρούμενο ύφος.
-Κοίτα εδώ! Μου είπε και μου έδωσε ένα ανοιγμένο βιβλίο, μόλις το κράτησα και με είδε ότι είδα την φωτογραφία που ήθελε να μου δείξει, μίλησε πάλι δυνατά και ζωηρά.
-Δελφίνια κάνουν σεξ!
-Ενδιαφέρον, της είπα ψυχρά και συνέχισα στον ίδιο τόνο: το ήξερες ότι οι άνθρωποι και τα δελφίνια είναι τα μόνα ζώα που κάνουν σεξ για ευχαρίστηση ;
-Τι εννοείς; Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν σεξ με δελφίνια; Και μάλιστα για ευχαρίστηση; Απαράδεκτο! Απαράδεκτο!
Ειλικρινά δεν άντεξα, άρχισα να χτυπάω το κεφάλι μου με το βιβλίο κρατούσα στο χέρι μου, το βιβλίο που μου είχε δώσει αυτή……..
Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012
Χωρίς Σύννεφα
Σήμερα ξύπνησα νωρίς, όχι δεν είμαι άρρωστος, ο από πάνω είναι μαλάκας. Του ήρθε λέει σε περιόδους οικονομικής κρίσης να κάνει ανακαίνιση στη κουζίνα. Δεν σκέφτηκε ο συνάνθρωπος ότι το κομπρεσέρ ενδεχομένως να ταράξει μερικούς ανθρώπους. Ώρα 8:30 το πρωί. Το πάπλωμα στέκει βαρύ στο σώμα μου. Βλέπω όνειρα με πιγκουίνους. Ξαφνικά ένας δυνατός θόρυβος συνταράσσει το παγωμένο τοπίο και οι θλιμμένοι πιγκουΐνοι χοροπηδάνε σαν φακές πάνω σε μπάλα ξαπλωμένου ηχείου. Σταματάει ο θόρυβος, οι πιγκουίνοι κοιτιούνται περίεργα. Απροειδοποίητα και απροκάλυπτα ξαναρχίζει ο θόρυβος. Οι πιγκουίνοι χοροπηδάνε πάλι. Ξυπνάω. Στέκομαι καθιστός στην άκρη του κρεβατιού. Το σπίτι τρίζει ολόκληρο. «Γαμιέσαι ασύστολα» είπα στον από πάνω αλλά δεν με άκουσε, με κάλυψε ο θόρυβος του κομπρεσέρ. Έπρεπε να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το σπίτι, μισώ γαρ τους θορύβους. Ντύθηκα και σε πέντε λεπτά ήμουν έξω στους δρόμους. Πρωτόγνωρο σκηνικό για μένα η πρωινή πόλη. Κάποιοι δούλευαν άλλοι πήγαιναν στις δουλείες τους, τίποτα άλλο ενδιάμεσο, εγώ τι ρόλο βαρούσα ανάμεσά τους; Είχα ανάγκη από καφέ, πήγα στο Βενέτη στη γειτονιά. Πολύ χαρά και πολύ ευγένεια έχει πέσει εκεί μέσα. Η μοίρα είχε γράψει γα μένα αυτή τη μέρα να παραγγέλνω καφέ στις 8:40 το πρωί και εγώ δεν την διέψευσα καθόλου . Παρήγγειλα τον καφέ μου, καπουτσίνο διπλό, σκέτο. Περίμενα, κοιτούσα, ένας Βενέτης πέρασε από πίσω και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη «Καλημέρα σας, πως είστε σήμερα» μου είπε χαμογελώντας. Κούνησα το κεφάλι μου θετικά και από μέσα μου είπα «σκατά». Πήρα τον καφέ από την κοπέλα που μου χαμογελούσε και πήγα στο ταμείο σαν ζόμπι. Ήταν αυτός μου είχε χτυπήσει φιλικά την πλάτη. «Δύο ευρουλάκια παρακαλώ» μου είπε χαρούμενα. Δεν άντεξα άλλο τον κοίταξα περίεργα. Μα τι παίρνουν τέλος πάντων πρωί πρωί; Του δίνω το money , παίρνω τον καφέ και φεύγω. Καθώς έφευγα και αυτός έβαζε τα λεφτά στο ταμείο είπε στην πλάτη μου που είχε χτυπήσει πιο πριν φιλικά «Να έχετε μια υπέροχη δημιουργική μέρα!». Σήκωσα το χέρι μου και τον χαιρέτησα χωρίς να τον κοιτάξω. Πέρασα διπλά από την κοπέλα που μου έφτιαξε με τόση αγάπη και στοργή τον καφέ «Γεια σας! Γεια σας!» πετάχτηκε σαν πορδή. «Γεια σου» της είπα και έφυγα. Να δεις που αυτοί οι δυο κάνουν σεξ μεταξύ τους μόλις έρχονται στην δουλειά, σκέφτηκα. Απομακρυνώμενος φυσούσα τον καφέ, ένας άλλο μπήκε μέσα άκουσα από την κοπέλα να λέει πάλι χαρούμενα «Καλημέρα!» κοίταξα λίγο πίσω με απορία, στο επόμενο βήμα έπεσα πάνω σε μια γριά, παραλίγο να της χύσω τον καφέ. Την κοίταξα, μια ανεξήγητη χαρά σκίρτησε μέσα μου, μια πρόταση σχηματίστηκε στο μυαλό μου «Πες το μου να φτιάξεις την μέρα…»
-Πρόσεχε βρε, που πας; Δεν κοιτάς μπροστά σου! Μου είπε η γριά
-Συγνώμη… της είπα και έφυγα χαρούμενος
Αχ… αυτοί είναι άνθρωποι! Άφησα την γριά και απομακρύνθηκα . Στάθηκα έξω από την είσοδο του Μετρό. Μια καταπληκτική ιδέα μου ήρθε στο μυαλό. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να αντικαταστήσουν τους άντρες των ΜΑΤ με γριές με σκουπόξυλα. Τους Ματατζήδες δεν τους πάει κάνεις, ενώ ποιος έκανε επίθεση σε γριές με σκουπόξυλα; Να σας πάει γατάκια. Επίσης θα δίνανε την ευκαιρία σε γριές να κάνουν αυτό που έχουν σαν μεγάλο απωθημένο: να χτυπάνε νεαρούς ! Είναι μια πραγματικά εύκολη και φθηνή λύση και απορώ πως δεν το έχει σκεφτεί κανείς.
Έξω από την είσοδο το Μετρό μπαινόβγαινε πολύς κόσμος. Μεταξύ αυτών και μερικά γκομενάκια. Πιγκουίνοι, γριά, γκομενάκια, τι άλλο μπορεί να μπορεί να μου συμβεί για να νιώσω ολοκληρωμένος; Μια γκαντεμιά ίσως… αλλά ήταν νωρίς ακόμα. Καθόμουν εκεί στο πουτσόκρυο και σκεφτόμουν τι να κάνω για γεμίσω αυτό το πρωινό. Όταν ήμουν στο σχολείο πριν από μια δεκαετία είχα βρει λύσεις, μια από αυτές ήταν να ζωγραφίζω μελαγχολικά τέρατα που ξεριζώνουν την καρδιά τους και την πρόσφεραν σε μια όμορφη κοπέλα. Η ομορφότερη της τάξης καθότανε στο διπλανό θρανίο ακριβώς κάτω από το παράθυρο . Τώρα εδώ έξω από την είσοδο του μετρό μια κοπέλα απέναντί μου καθόταν και περίμενε το αστικό. Μου θύμισε την ομορφότερη κοπέλα της τάξης. Κάτι σκίρτησε μέσα μου. Είχε υπέροχα πόδια, γυμνασμένα, ικανά να τρέξουν μακριά μου αν τυχών την πλησιάσω, όπως η ομορφότερη κοπέλα της τάξης πριν από δέκα χρόνια. Τώρα πια όμως είμαι πιο ώριμος, βρίσκω αυτοπεποίθηση όταν την χρειάζομαι. Ακούμπησα την πλάτη μου σε έναν τοίχο και περίμενα δράξω το βλέμμα της την ώρα που θα έπεφτε πάνω μου και να το αιχμαλωτίσω. Το ήξερα ότι θα συμβεί, πάντα συμβαίνει και πάντα τα καταφέρνω, το μετά είναι το θέμα. Δεν πέρασε πολύ ώρα, το γκομενάκι γυρνάει και με κοιτάει από κάτω μέχρι πάνω. Αν και φορούσα γυαλιά ηλίου το κατάλαβε ότι την κοιτούσα. Τσίμπησε το γκομενάκι. Έμεινα σοβαρός όπως πρέπει, περίμενα το επόμενο βλέμμα και στο τρίτο θα την χαιρετούσα. Έφερα τον καφέ κοντά στο στόμα μου και περίμενα. Σήκωσα λίγο το ποτήρι ακουμπώντας το στα χείλι, το γκομενάκι έστριψε λίγο διστακτικά, κοίταξε λίγο κάπου αλλού περνώντας το βλέμμα από πάνω μου, κοίταξε πάλι μπροστά και πολύ γρήγορα ξανακοίταξε ξεκάθαρα σε μένα. Τέλεια, σκέφτηκα και φύσηξα μέσα στο ποτήρι του καφε για να κρυώσει λίγο. Καθώς το γκομενάκι με κοιτούσε, σ αυτό το καθοριστικό δευτερόλεπτο της ζωής μου, ο αέρας που βγήκε από το στόμα μου μέσα σε ελάχιστα κλάσματα έκανε έναν τραγικό για μένα κύκλο, πρώτα έπεσε πάνω στον καυτό καφέ, εκεί αναγκαστικά άλλαξε την πορεία του, επέστρεψε πίσω, χτύπησε στο πρόσωπό μου, ανέβηκε προς τα πάνω, χτύπησε στα φρύδια μου και κατέληξε στο εσωτερικό των γυαλιών μου. Τα γυαλιά μου θολώσανε απότομα και έγινα ένα γελοίο θέαμα. Το ήξερα ότι θα συμβεί, πάντα συμβαίνει, νομοτελειακά θα μπορούσα να πω. Και έτσι πρώτου το καταλάβω ένα σύννεφο μπήκε ανάμεσα μας.
Έφυγα, τι να έκανα; Έστριψα δεξιά και απομακρύνθηκα από το σημείο της καταστροφής. Έβγαλα τα γυαλιά και τα έβαλα στην τσέπη μου. Δεν τα χρειάζομαι άλλο, την έκαναν καλά την δουλειά τους. Κρατούσα ακόμα τον καφέ στα χέρια. Έπαιξα με το γκομενάκι αλλά τελικά έμεινα με τον καφέ στο χέρι. Ήταν ζεστός μέσα στην παλάμη μου, σαν να κρατούσα μια ξεριζωμένη καρδιά, σαν αυτήν των τεράτων που ζωγράφιζα τις ώρες που δεν κοιτούσα την ομορφότερη της τάξης. Τον καφέ τον πέταξα στην άβυσσο του πρώτου κάδου απορριμμάτων που βρήκα μπροστά μου. Συνέχισα να περπατάω. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά μέσα στις τσέπες, μερικά κέρματα ενοχλούσαν τις άκρες των δακτύλων μου. Ένας ζητιάνος καθόταν στο δρόμο , με είδε να πηγαίνω προς το μέρος του και άπλωσε παρακαλώντας το χέρι του ζητώντας κάτι από αυτά που ενοχλούσε τις άκρες των δακτύλων μου, τον προσπέρασα χωρίς να του δώσω καμιά σημασία. Προφανώς δεν είμαι το παιδάκι που ζωγραφίζει τέρατα που ξεριζώνουν την καρδιά τους πλέον. Περνάνε τα χρόνια. Όλα αλλάζουν. Μόνο οι αναμνήσεις μένουν ίδιες. Η καλύτερη στιγμή της ημέρας για όλα τα αγόρια της τάξης ήταν η ώρα που πρωινός ήλιος έπεφτε πάνω στο σώμα της ωραιότερης κοπέλας της τάξης. Τότε τα άφηνα όλα και την κοιτούσα. Με έπιανε να την κοιτάω αλλά δεν της έδινα σημασία, μια φορά τη ρώτησα «Σε πειράζει που σε κοιτάω;» όχι μου είπε. Ήταν καλή κοπέλα δεν μας μάλωνε που την κοιτούσαμε. Μια φορά, άνοιξη αρχές καλοκαιριού, είχε έρθει στο σχολείο με φορεματάκι, κόκκινο με τιράντες. Μετά το πρώτο διάλειμμα, μόλις μπήκαμε στην τάξη πήγαμε μπροστά από το θρανίο της τρία αγόρια και της είπαμε διαμέσω εμού. «Εκ μέρος όλων των αγοριών της τάξης και κατ επέκταση του σχολείου θέλουμε από καρδιάς να σε ευχαριστήσουμε που ντύθηκες τόσο όμορφα σήμερα» . Κάθε φορά που την κοιτούσα βούλιαζα σε μια άχρονη πνευματικότητα η οποία απέπνεε την αναμονή της μοναξιάς. Μακάρι να ήξερα και τότε ότι η μοναξιά είναι πιο υποφερτή όταν κουβαλάς όμορφες εικόνες.
Εκείνη την μέρα κούφανα τον καθηγητή της φυσικής, μας είχε βάλει μια άσκηση σχετική με την ταχύτητα του φωτός. Ξέαμε ήδη ότι το φως κινείται με διαφορετική ταχύτητα μέσα στο νερό και με διαφορετική ταχύτητα εκτός νερού. Ξέραμε ήδη τις ταχύτητες του φωτός αντίστοιχα σε νερό και αέρα. Στην άσκηση έλεγε: ¨Ένα φως ξεκινάει από τον πάτο της θάλασσας που βρίσκεται στα δέκα μέτρα, σε πόση ώρα θα φτάσει το φώς σε ένα αεροπλάνο που πετάει εκατό μέτρα πάνω από την θάλασσα; Υποτίθεται ότι ήταν πολύ απλή άσκηση, το μόνο που έπρεπε να κάνει κάποιος ήταν δύο πολλαπλασιασμούς και μια πρόσθεση. Εμένα το μόνο που με ένοιαζε για το φως ήταν να συλλάβω με τα μάτια μου αυτό που έπεφτε πάνω στην ομορφότερη της τάξης και την έκανε να μοιάζει αγγελική, για όλα τα άλλα αδιαφορούσα. Φυσικά και δεν θα έχανα ούτε ένα δευτερόλεπτο για να κάνω καναδυο άψυχους, άχρηστους υπολογισμούς και να δώσω μια απάντηση που θα μπορούσε να δώσει ο οποιοσδήποτε. Μετά από ώρα ο καθηγητής ρώτησε φυσικά εμένα. Ήθελε να μου την πει επειδή ήμουν αδιάφορος . Με ρώτησε λοιπόν
-Για πες μας εσύ Ηρακλή…. Σε πόση ώρα θα φτάσει το φως από τον βυθό στο αεροπλάνο;
-Με συγχωρείτε κύριε αλλά δεν μπήκα καν στην διαδικασία να υπολογίσω επειδή ή άσκηση είναι από την διατύπωση της άκυρη…
-Άκυρη; Για εξήγησε μου και μένα που είμαι καθηγητής και δεν ξέρω πολλά… Μου είπε με μια σχετική ειρωνεία.
-Μάλιστα. Όπως μας έχετε πει το φως αποτελείται από σωματίδια, σωστά; Εδώ σε αυτήν την άσκηση πρέπει να βρούμε έναν αριθμό με πάρα πολλά δεκαδικά ψηφία, δηλαδή ψάχνουμε την λεπτομέρεια. Μας λέτε όμως να υπολογίσουμε δυο αποστάσεις που έχουν διανυθεί με διαφορετική ταχύτητα, αλλά σε μένα δεν μου φαίνεται ένα εφικτό ένα σώμα να βρεθεί από την μια στιγμή στην άλλη ακαριαία με διαφορετική ταχύτητα. Αν είναι να έχει κάποια ρεαλιστική βάση αυτή η άσκηση έπρεπε να μας είχατε δώσει και έναν τύπο για την επιτάχυνση του σωματιδίου έστω και αν αυτό άλλαζε ελάχιστα το αποτέλεσμα.
Ο καθηγητής σήκωσε το χέρι του και έξυσε του πηγούνι του. Με κοιτούσε και σκεφτόταν τι να μου απαντήσει. Του την είπα. Δεν μου απάντησε, ρώτησε την ομορφότερη της τάξης και εγώ ξανακύλησα στην ενατένιση της τέλειας χρωματικής μάζας που είχε βρει σωστά την άτοπη άσκηση που μας είχε βάλει ο καθηγητής. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη ονείρου και πραγματικότητας στον ίδιο χώρο κρατάει πάντα λίγο, μετά ξυπνάς, ή κοιμάσαι. Όπως και την μέρα που κοιτούσα την κοπέλα που έμοιαζε με την ομορφότερη της τάξης μπήκε ένα σύννεφο ανάμεσά μας (δηλαδή τι σύννεφο, τα χνώτα μου έπεσαν στα γυαλιά μου και τα θάμπωσαν) έτσι και την μέρα που κοιτούσα την ομορφότερη της τάξης που φορούσε κόκκινο φορεματάκι μπήκε ένα σύννεφο ανάμεσα σε αυτήν και στον ζωοδότη ήλιο και η εικόνα σκοτείνιασε κάπως. Αυτό ήταν και η μεγάλη μου τιμωρία που την είπα στον καθηγητή μου.
Η ώρα τότε και τώρα ήταν 9:00 το πρωί. Τώρα έπρεπε να βρω να κάνω κάτι για να γεμίσω τη μέρα.
Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012
Αλληγορική Πέτρα Που Έγινε Ξανθιά
Κάτι ήξερα όταν έβαλα την πουτάνα την τηλεόρασή στο πατάρι. Σαπίλα, βαρεμάρα, αυτοκτονία. Δυστυχώς όμως δεν το έχουν κάνει και οι φίλοι μου. Ήμουν στο σπίτι του Μανώλη, πηγαίνω εκεί που και που να κατεβάσω καμιά ταινία να δω στον υπολογιστή και για να παίξουμε κάνα Tekken. Η γυναίκα του Μανώλη τον έβαλε να της αγοράσει μια καφετιέρα. Τώρα πρέπει με κάποιον τρόπο να αξιοποιήσει αυτήν αγορά. Ο δικός μου ο ρόλος είναι να πηγαίνω εκεί και να πίνω καφέ από την καφετιέρα του ζεύγους και αυτή με ανταμείβει με γλυκά , πίτες , φαγητά και φιλοφρονήσεις. Κάθε φορά φεύγω με τάπερ από το σπίτι τους. Μα και εγώ βέβαια δεν είμαι τελείως άχρηστος, πάντα επιστρέφω τα τάπερ πλυμένα. Έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι, αυτοί αξιοποιούν την καφετιέρα και εγώ φεύγω με ταινίες και φαγητά.
Την αποφράδα τούτη μέρα όμως έφυγα με σκυφτό κεφάλι. Είχα βάλει τις ταινίες να κατεβαίνουν και άρχισα να στριβώ τσιγάρο. Ο φίλος μου ο Μανώλης μου όση ώρα έψαχνα για τις ταινίες έβλεπε ειδήσεις. Μιλούσαν για την καταστροφή του κόσμου. Στα αρχίδια μου εμένα, από το ένα αυτί έμπαιναν από το άλλο έβγαιναν, πλήρης αναισθησία. Σε μ ια στιγμή ο Μανώλης σηκώθηκε να πάει να πλύνει τα ποτήρια και τα πιάτα, σε λίγο θα γυρνούσε η γυναίκα του από την δουλεία. Δεν θα ήταν και το πιο ευχάριστο θέαμα να μπει στο σπίτι της και να δει δύο μαντράχαλους να παίζουν play station και η κουζίνα να είναι γεμάτη με άπλυτα πιάτα. Το κακό είναι ότι ο μαλάκας ο Μανώλης άφησε ανοιχτή την τηλεόραση. Δεν έδινα και πολύ σημασία σ ότι έλεγαν εκεί μέσα, ασχολιόμουν με το τσιγάρο. Ξαφνικά εκεί που έστριβα άκουσα στην τηλεόραση να λένε για την νέα ταινία του spider man. Επιτέλους, σκέφτηκα,κάτι ελαφρώς ενδιαφέρον στις ειδήσεις, ξεκίνησε το trailer. Δεν μου αρέσουν πολύ αυτού του είδους οι ταινίες αλλά νταξ, με το να δω ένα trailer έγινε και τίποτα. Βλέπω τον γνωστό κοκκινομπλέ μαλάκα να κάνει κωλοτούμπες στον αέρα και να αμολάει μακαρόνια από το χέρι του. Νομίζω ότι η στολή του έχει τα χρώματα της αμερικάνικής σημαίας, τυχαίο; Το προσπέρασα και αυτό, αλλά αυτό που με τσάκισε και κυριολεκτικά με διέλυσε είναι όταν είδα την Emma Stone ξανθιά. Δεν ήξερα ότι θα έπαιζε σ αυτήν την ταινία και δεν το περίμενα. Γαμώ την πουτάνα μου! Είναι δυνατόν η Emma Stone ξανθιά; Μα ξανθιά; Η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια, έμεινα να κοιτάω με ανοιχτό το στόμα, δεν ήξερα τι να κάνω, μια μου ερχόταν να σπάσω την τηλεόραση και μία να βγω στο μπαλκόνι και να βρίσω. Ποιοι μαλάκες είναι αυτοί που παίρνουν αυτές τις αποφάσεις; Την κατέστρεψαν την κοπέλα, την εξαφανίσανε, μια ηθοποιός μας είχε μείνει που να μην είναι πάρα πολύ όμορφη αλλά απόλυτα ερωτεύσημη και αυτοί πήγανε και την κάνανε ξανθιά. Ένα άλλο θέμα που δεν έχω αναφέρει ποτέ είναι ότι για μένα οι ξανθιές πολύ απλά δεν υπάρχουν, δεν λέω αν είναι άσχημες ή όμορφες, απλά δεν υπάρχουν, δεν τις βλέπω καν στο δρόμο. Αν κάνω μια βόλτα και μετά προσπαθώ να θυμηθώ τι έχω δει σίγουρα δεν θα υπάρχει καμία ξανθιά.
Όταν μπήκε ο Μανώλης μέσα στο σαλόνι έπαιζε ακόμα το trailer, στην αρχή μπήκε χαλαρός αλλά μόλις είδε τι βλέπω έτρεξε, πήδηξε πάνω από το χαμηλό τραπέζι και έκανε βουτιά στον καναπέ. Άρπαξε το τηλεκοντρόλ και μια πλήρη περιστροφή του κορμιού του έσβησε την τηλεόραση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με είδε που ήμουν θλιμμένος και μου μίλησε κάπως συγκρατημένα
-Ρε φίλε, ήθελα να στο πω κάποια στιγμή, αλλά δεν ήξερα πως….
-Δηλαδή το ήξερες και δεν μου έχεις πει τίποτα;
-Θα στο λέγαμε κάποια στιγμή με τρόπο, το ξέρω δεν ήταν σωστό να το μάθεις έτσι αλλά…
-«Λέγατε;;;» Δηλαδή το ήξερε και η γυναίκα σου; Και πόσο καιρό το ξέρετε;
-Έλα ρε φίλε, γάματο, άστο… συμβαίνουν αυτά.
-Και το λες έτσι απλά; «Συμβαίνουν αυτά» λες και είναι καραμέλες που έπεσαν στο δρόμο, λες και είναι καμιά μείωση μισθού….
-Ρε φίλε και εγώ φρίκαρα όταν την είδα ξανθιά αλλά αυτό που ανησυχούσε περισσότερο ήταν πως θα το πούμε σε σένα.
Έμεινα σκυμμένος, δεν μιλούσα, τι μου να φταίει και ο Μανώλης; Λες και αυτός της τα έβαψε τα μαλλιά. Άντε το καταλαβαίνω ότι η μοίρα κάθε καστανής είναι να εξαφανιστεί, δηλαδή να γίνει ξανθιά. Αλλά οι κοκκινομάλλες; Το πλήγμα ήταν μεγάλο. Οι μαχαιριές ήταν πολλές. Γέμισε το σώμα μου πληγές από αυτό που είδα. Να γινόταν οι λαβωματιές μου μάτια και δάκρυα να τρέξουν αυτά, γιατί τα δυο μου μάτια δεν είναι αρκετά για θρηνήσουν αντάξια την ομορφιά που εχάθει. Τσαλάκωσα το τσιγάρο μες την χούφτα μου και το πέταξα στο τασάκι. Πήγε και αυτό χαμένο σαν αστέρι που δεν έλαμψε πότε και έμεινε να αιωρείται δημιουργώντας μόνο σκιές στο χάος. Σηκώθηκα να φύγω.
-Θα σαι εντάξει; Με ρώτησε ο Μανώλης
-Νταξ… έχουν συμβεί και χειρότερα…
-Λες για την Kiera Knightly στο Love Actually που ήταν ένα τόνο πιο κάτω από καστανό
-Ναι, κι αυτό… Λοιπόν την κάνω…
-Καλώς ρε φίλε, μην ανησυχείς έχω την βεβαιότητα ότι δεν θα το ξανακάνει. Όλοι κάνουν λάθη που και που
-Μακάρι, αν και …. άμα ραγίσει το γυαλί…. Τέλος πάντων…. Τα λέμε αύριο….
Πήγα να ανοίξω την πόρτα, εκείνη την ώρα ακούστηκε το κλειδί να μπαίνει στην πόρτα. Ήταν η γυναίκα του. Τράβηξα τη πόρτα και το κλειδί ήρθε προς τα μέσα μαζί με την πόρτα. Έμεινε το χέρι της κοπέλας να αιωρείται εκεί που πριν ήταν η πόρτα. Με κοίταξε.
-Τι έπαθες εσύ; Μου είπε.
-Έμαθε για την Emma Stone που έγινε ξανθιά. Της είπε ο Μανώλης, εγώ δεν μίλησα.
-Αχ, γλυκούλη, κρίμα. Κοίτα να το ξεπεράσεις, δεν σου αξίζει να υποφέρεις, πες μου τι γλυκό θες να σου φτιάξω για αύριο;
-Τίποτα Αντιγόνη μου, να σαι καλά.
-Έλα μην κάνεις έτσι θα περάσει…..
-Ναι , ναι… όλα περνάνε, έτσι δεν λένε;
Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012
Μη μου το λες 6 (Το τέλειο έγκλημα)
Είχαμε κανονίσει για καφέ στην Πανόρμου, αυτή με πήρε, εγώ την περίμενα, στο Μπραφ. Θα ερχόταν με το ποδήλατο μου, υποπτεύτηκα ότι θα αργούσε αλλά τελικά ήρθε σχεδόν στην ώρα της. Καθόμουν σε ένα τραπέζι όταν μπήκε μέσα, ήρθε και έκατσε απέναντί μου. Ήταν λαχανιασμένη.
-Τι έγινε; Της είπα
-Έτρεχα με το ποδήλατο, πάντα τρέχω. Όχι επειδή βιάζομαι, όχι, όχι, τρέχω γιατί φοβάμαι να πάω αργά. Νομίζω ότι θα με πατήσει κανένα λεωφορείο, απ αυτά που έχουν κόσμο μέσα, οδηγώ όρθια και κοιτάω πίσω. Μια φορά έπεσα κιόλας, χτύπησα το χέρι μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ μετά, έβλεπα κινέζους στον ύπνο μου. Αλήθεια έχεις δει ποτέ νεκρό κινέζο; Εγώ δεν έχω δει, ούτε σε ταινία. Όταν έπεσα ήταν κάτι κινέζοι εκεί και γελούσαν. Γιατί γελούσαν οι κινέζοι με μένα; Μια φορά ένα παιδί στο χωριό είχε πέσει με το ποδήλατο και πέθανε, θα γελούσαν οι κινέζοι αν το βλέπαν αυτό;
- Κάτσε ρε, πως γίνεται να έπεσε με το ποδήλατο και να πέθανε;
-Ναι! Είχε πάει στο χωράφι του θείου Φιλώτα να κλέψει καλαμπόκια και του επιτέθηκαν οι λύκοι, αυτός ανέβηκε στο ποδήλατο και άρχισε να τρέχει, μέχρι που πάτησε μια μεγάλη πέτρα και έπεσε. Πήγαν και τα καλαμπόκια χαμένα….
-Τον φάγανε οι λύκοι δηλαδή;
-Ναι! Εμένα δεν μου αρέσουν οι λύκοι, είναι κοκκαλιάρηδες σαν εσένα. Μικρή ζωγράφιζα συνέχεια φάλαινες. Τις έκανα πάντα χαμογελαστές. Θυμάσαι μια ιστορία με ένα τύπο που τον είχε φάει η φάλαινα και τον είχε κρατήσει τρεις μέρες στο στομάχι της μετά τον έβγαλε; Πολύ μου άρεσε αυτή η ιστορία. Ήταν και Έλληνας, απ την Μικρά Ασία, Ίωνα τον λέγανε.
- Το μόνο που τον κάνει Έλληνα ήταν ότι είπε ψέματα στην γυναίκα του. Από εκεί ξεκίνησε η μυθιστοριογραφία, ένας μπάρμπας την έκανε για τρεις μέρες από το σπίτι του και όταν γύρισε είπε στην γυναίκα του ότι τον είχε φάει ένα ψάρι και τον είχε τρεις μέρες στην κοιλιά του.
- Μα καλά και αυτή δεν ανησύχησε αν είχε πεθάνει; Εγώ αυτό θα σκεφτόμουν, ότι πέθανε. Θα μου κάνεις μια χάρη;
-Τι; Να πεθάνω;
Έβγαλε το καλώδιο του hands free από την τσέπη της και το άφησε μπροστά μου . Ήταν μπερδεμένο.
-Μπορείς να το ξεμπλέξεις; Εγώ δεν μπορώ να το βλέπω καν, μου θυμίζει την αδερφή της γιαγιάς μου.
-Είχε ακουστικό;
-Όχι δεν την γνώρισα ποτέ. Πέθανε πολύ μικρή. Όταν ρώτησα την γιαγιά μου από τι είχε πεθάνει μου είπε «κομποδέθκαν τα άντερα και πάει» . Έτσι έλεγαν παλιά όταν δεν ήξεραν από τι πέθαινε ένα παιδί, ότι κομποδέθηκαν τα άντερα. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, αλλά έμενα μου έχει μπει αυτή η εικόνα στο μυαλό και δεν μπορώ να βλέπω μπερδεμένα καλώδια. Σαν τον Γόρδιο δεσμό ένα πράγμα, που τον έκοψε ο Αλέξανδρος με το σπαθί. Αν σου κομποδεθούν τα άντερα καλύτερα να σου καρφώσουν ένα σπαθί στην κοιλία παρά να υποφέρεις μέρες μέχρι να σου βγει η ψυχή.
-Μ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Της είπα προσπαθώντας να ξεμπλέξω το καλώδιο.
-Μ αρέσει ο τρόπος που ξεμπλέκεις το καλώδιο, δεν νομίζω να φαντάζεσαι ότι ξεμπλέκεις τα έντερα της αδερφής της γιαγιάς μου;
-Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό…… Πριν μιλήσεις άκου να σου πω και εγώ ένα άσχετο. Χτες ήμουν στο booze με τον Χάρη, καθόμασταν σε σκαμπό σε ένα τοίχο. Απέναντί μου ήταν μια πολύ όμορφή κοπέλα. Φυσικά την ερωτεύτηκα. Αλλά αυτή ρε συ δεν γύρισε να κοιτάξει καθόλου. Όχι μόνο εμένα κανέναν δεν κοίταξε, είχε τα μάτια της καρφωμένα στον τοίχο συνέχεια. Ακόμα και όταν σηκώθηκε ο gay φίλος της να πάει στην τουαλέτα δεν κοίταξε πουθενά, κοιτούσε συνέχεια στον τοίχο. Θα μπορούσα να πάω να σκοτώσω και να αφήσω σημείωμα ότι ο δολοφόνος είναι αυτός που καθόταν στη διπλανή παρέα. Πάλι δεν θα με αναγνώριζε, δεν με είχε δει καθόλου. Θα ήταν το τέλειο έγκλημα, σαν την ζωή μου. Περιδιαβαίνω τις μέρες μου χωρίς κανένα μάρτυρα, ζω στο τέλειο έγκλημα.
-Ναι αλλά αν τον σκότωνες μετά θα έπρεπε να εξαφανίσεις το πτώμα. Καλό θα ήταν να το θάψεις. Και ξέρεις τι θα ήταν το ποιο γαμάτο; Εκεί που σκάβεις για να τον θάψεις, να βρεις ένα άλλο πτώμα θαμμένο!
Έφερα με δύναμη το χέρι μου στο μέτωπο και έσκυψα κουνώντας το κεφάλι. Η καμενιά της ξέφυγε από τα όρια.
-Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί τέτοιο κόλλημα με τους πεθαμένους;
-Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω ότι όταν πεθαίνει κάποιος είναι σαν να γεννιέται σε έναν άλλο κόσμο ποιο φωτεινό, και συμβαίνει το αντίστροφο από το να γεννιέται κάποιος στο κόσμο. Όταν ένα παιδί γεννιέται δεν τον νοιάζει τίποτα, ο κόσμος είναι ένας μεγάλος παιχνιδότοπος, σιγά σιγά όμως γίνεται άνθρωπος και αποκτά ανησυχίες και υποφέρει, στεναχωριέται για το παραμικρό και ζυγίζει την κάθε του κίνηση. Όταν πεθαίνει κάποιος κουβαλάει τις ανησυχίες του. Σιγά σιγά όμως μαθαίνει ότι λίγα έχουν σημασία και ότι όλα θα βρουν τον δρόμο τους όπως και να χει. Μικρές ή μεγάλες πράξεις στο πέρασμα του χρόνου χάνουν την σημασία τους. Μπορεί μια μικρή αυθόρμητη πράξη να σου αλλάξει την ζωή για πάντα ή μια πολυζυγισμένη πράξη σε λίγο καιρό να μην έχει καμιά επίπτωση στην εξέλιξή σου.
-Μ αυτό που λες είναι σαν να καταργείς τον φόβο του θανάτου
-Δεν είναι φόβος θανάτου, είναι φόβος αγνώστου. Αν ξέραμε τι γίνεται μετά δεν θα φοβόμασταν.
-Ας πούμε ότι τα λες καλά, αλλά πάλι δεν δικαιολογεί το κόλλημά σου.
-Δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω γιατί σοκάρεστε όλοι. Με το να αναφέρομαι σ αυτούς είναι σαν να τους πειράζω. Σαν να τους κάνω πλάκα που έχουν πεθάνει, Σαν να καταλαβαίνω λίγο το πώς βλέπουν τον κόσμο μας. Γελάω μαζί τους που γελάνε με μας που αγχωνόμαστε και στενοχωριόμαστε. Άραγε όταν πεθαίνουν οι εξωγήινοι πάνε στον ίδιο κόσμο με μας; Δηλαδή οι δικοί μας πεθαμένοι κάνουν παρέα με πεθαμένους από άλλους πλανήτες;
-Πάνω που πήγες να πεις κάτι καλό το γάμησες τελείως…. Έλα το ξεμπέρδεψα, πάρε το άντερο της αδερφής της γιαγιάς σου.
Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012
Μέσα Στο Μηδέν
Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί όταν με παίρνουν τηλέφωνο με ρωτάνε αν δουλεύω, αφού η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Αρχίζω να πιστεύω ότι το κάνουν για να ξεκινήσουν την κουβέντα. Και μ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η κουβέντα με την Μαριάνα εκείνο το πρωί του Μάιου πριν από τέσσερα χρόνια μες τα άγρια χαράματα στις δώδεκα το μεσημέρι. Ξαπλωμένος όπως ήμουν στο κρεβάτι άκουσα το κινητό μου να χτυπάει και ο μόνος λόγος που το σήκωσα ήταν επειδή κατάλαβα από την αντιστοιχία ήχου κλήσης ποια με καλούσε. Ήταν η αιώνια Μαριάνα….
-Ναι
-Καλημέρα, τι κάνεις; Μήπως δουλεύεις;
-Ναι, εργάζομαι πάνω στην διεύρυνση του μέγιστου τις ικανότητας του ατόμου στον ύπνο, και εσύ με διακόπτεις….
-Τι θέλω και ρωτώ, αφού πάντα τέτοια μου λες και με αρρωσταίνεις, άκου να σου πω πως έχουν τα πράγματα , χτες δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ και σήμερα δεν ξέρω πως και το έπαθε το αφεντικό και μου έδωσε ρεπό, είσαι για καμία βόλτα; Εκτός αν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις
-Πάμε, αν και…. τέλος πάντων…. Για πού λες;
Κάπου εδώ πρέπει να πω ότι μ αυτήν είμαστε μονό ‘’φίλοι’’, την ξέρω σχεδόν τρεις μήνες και μέχρι στιγμής έχουμε βγει μόνο βράδυ. Δυστυχώς δουλεύει πάρα πολλές ώρες και βγαίνει σπάνια. Είμαι από τα λίγα άτομα που μιλάει στην Αθήνα. Όταν ήρθε στην Αθήνα από την Ξάνθη δεν ήξερε κανέναν, μας σύστησε μια κοινή μας φίλη, από τότε κάνουμε που και που παρέα.
-Έχει ωραίο καιρό σήμερα, θες να πάμε καμιά παραλία; Μου είπε.
Α, ξέχασα να αναφέρω ότι αυτή η φίλη είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο κατά την γνώμη μου και δεν το ξέρει. Τώρα είναι λίγο μεγάλη, στην ηλικία μου, είκοσι έξι χρονών, αλλά κρατιέται πολύ καλά. Κάποτε ήταν μπαλαρίνα, με τις όποιες ευεργετικές και καταλυτικές επιδράσεις στην κινησιολογία της και στην κορμοστασιά της . Επίσης είναι και πολύ καμένη στο μυαλό. Ψιλή, αδύνατη , μελαχρινή με γαλανά μάτια και καμένη, περιττό να πω πως ήμουν τρελά ερωτευμένος μαζί της παρόλο που είμαστε ‘’φίλοι’’. Τώρα λοιπόν αυτή η θεσπέσια ύπαρξη μου προτείνει να πάμε παραλία. Δεν την έχω δει ποτέ μέρα και τώρα έχω την ευκαιρία να την δω και μάλιστα με μαγιό σε μια παραλία χωρίς κόσμο. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα έλεγα όχι, επειδή είμαι κρυουλιάρης και μου αρέσει η ζέστη σαν γνήσιος Λαρισαίος που είμαι. Αλλά όχι σ αυτήν δεν πάει, μόλις μου το είπε μου ήρθε να πετάξω από την χαρά μου αλλά έκανα τον δύσκολο στην αρχή, μετά δέχτηκα .
Έχω ξεχάσει πως είναι να είσαι σε αυτοκίνητο. Από τότε που πάτησα στην Αθήνα ελάχιστες φορές έχω μπει σε αυτοκίνητο και αυτές ήταν μόνο σε γυναίκες οδηγούς. Έτσι και εκείνη την μέρα οδηγούσε αυτή. Ήταν πολύ χαρούμενη. «Πολύ χαίρομαι που πάμε εκδρομή, το είχα ανάγκη, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες» μου είπε. «Και εγώ χαίρομαι που πάμε παραλία» της είπα και συμπλήρωσα: «τελικά και την μέρα είσαι πολύ όμορφη» . Είπαμε φίλοι φίλοι αλλά όχι και να μην της την πέφτω. Σε όλες τις φίλες μου την ψιλοπέφτω, όχι για να βγάλω κάτι περισσότερο για την πλάκα. Μ αυτήν ήμουν ερωτευμένος έδειχνα το δεν είχα καταλάβει ότι το ήξερε, όπως και αυτήν έδειχνε ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα. Και αυτή παίζει να με γούσταρε και έκανε παιχνίδι κατά κάποιο τρόπο. Οι λόγοι που μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας είναι πολλοί και συγκεκριμένοι, δεν χωράει συζήτηση επ αυτού προς το παρόν, ας αρκεστούμε στο ότι δεν ταιριάζανε τα ζώδια μας και ας μείνουμε σ αυτό.
Οδηγεί και άγρια η τρελή, μετά από μια τρελή κούρσα φτάσαμε επιτέλους στην παραλία. Κάπου στην ανατολική Αττική. Ήταν καθημερινή και ήταν Μάιος. Εκτός από εμάς ήταν και άλλες δυο παρέες στην παραλία. Δυο γκομενάκια και ένα ζευγάρι σε ικανοποιητική απόσταση μεταξύ τους. Εμείς απλώσαμε τα πράγματα στην μέση και κάπου εκεί άρχισε το μαρτύριο μου. Τι το ήθελε και έβγαλε τα ρούχα της το μαλακισμένο, κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Η ποιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο με μαγιό, τελικά ήταν πιο όμορφη απ όσο τολμούσα να φανταστώ. Το δέρμα της ήταν κάτασπρο και λείο σαν Γιαπωνέζας. Ο ήλιος έπεφτε πάνω του και το έκανε χρυσαφί. Δεν ήξερε πόσο όμορφο ήταν το μαλακισμένο. Πέταξε τα ρούχα της κάτω και έτρεξε προς την θάλασσα χαρούμενη. Σταμάτησε εκεί που έσκαγε το ελαφρύ κύμα και δοκίμασε το νερό με το ποδαράκι της. Ήταν κρύο. Γύρισε προς τα πίσω και καρφώθηκα στους κοιλιακούς της. Είχα βγάλει ήδη την μπλούζα μου.
-Μπα, έχουμε και κοιλιακούς; Μου είπε
-Μπα, το πρόσεξες; Της είπα
-Ναι, αλλά εμένα μου αρέσουν οι άντρες με τρίχες
-Να σου βρούμε ένα γορίλα τότε
Πρέπει να κρατάω κάποια ισορροπία στο τι της λέω, υπήρχε σοβαρός λόγος. Θα μπορούσα να πω πολλά για το σώμα της αλλά έπρεπε να κρατηθώ, ήταν το κάψιμό της, θα εξηγήσω παρακάτω . Αυτή όμως μου την πέταξε την κακιούλα της. Δεν με πείραξε, το αντίθετο μάλιστα, μου έδωσε την δικαιολογία να κατεβάσω τα στάνταρ του σεβασμού μου απέναντί της. Έπεσε με τα γόνατα στην πετσέτα της και ξάπλωσε μπρούμυτα. Γύρισε την πλάτη της στον ήλιο, στον ουρανό και στον θεό που τόσο όμορφα την έπλασε. «Θέλω να λιώσω σήμερα» είπε, όχι σε μένα, γενικά σε όλους το είπε αλλά εγώ ήμουν και εκεί και το άκουσα, δεν είπα τίποτα. «Δεν αντέχω άλλο την πόλη , την φασαρία και τους δρόμους, δεν αντέχω άλλο να δουλεύω όλη την μέρα, θέλω μείνω για πάντα εδώ και να μην σκέφτομαι τίποτα» είπε και γύρισε ανάσκελα, έβαλε την αναστροφή του χεριού της στα μάτια της για να προστατευτεί από τον ήλιο. Γενικά δεν μιλάω πολύ, πιστεύω ποιο πολύ στην κοινωνικοποίηση μέσω τους ξεψειρίσματος, σαν τις μαϊμούδες που κάθονται όλη μέρα στον ήλιο και φροντίζουν το ένα ζώο το άλλο. Κατά βάθος είμαι πολύ ρηχός. Οξύμωρο. Δεν έλεγα τίποτα, έστριβα τσιγάρο. «Ωραία είναι εδώ» μου είπε «πολύ μιλάς» της είπα. «Δηλαδή δεν θα σε πειράξει αν δεν μιλήσουμε πολύ σήμερα» «Καθόλου» και το εννοούσα. Έβγαλε τα λάδια της και άρχισε να πασαλείβεται. Κάπνιζα και δεν την κοιτούσα. Κοιτούσα την θάλασσα, ίσως να ήταν πιο όμορφη απ αυτήν. Αλλά αυτή είναι σπάνια, όπως και οι συναντήσεις μας. Ξέχασα ότι δεν καπνίζω όταν είμαι μαζί της, είχα ταραχτεί. Εκτός απ την πρώτη φορά που βρεθήκαμε δεν ξανάναψα τσιγάρο μαζί της, ούτε απ την στιγμή που ήξερα ότι θα την συναντούσα ούτε και δυο μέρες μετά. Δεν το είχα ανάγκη. Τώρα δεν ξέρω πως μου ξέφυγε. Ένιωθα το βάρος του αέρα που την είχε αγγίξει ασήκωτο μέσα στα πνευμόνια μου, ο καπνός αραίωνε αυτόν τον αέρα και τον έκανε κάπως πιο υποφερτό. Αρε καψουρίτσα τι μαλακίες λέω για σένα. Αφού τελείωσε την τελετουργία του πασαλείμματος των λαδιών σαν γάτα που κάνει την περιποίησή της γύρισε πάλι μπρούμυτα. Το ψυχανεμίστηκα ότι θα μου το ζητούσε, ή μπορεί και να το προκάλεσα με την έντονή σκέψη μου.
-Θα μου βάλεις λάδι στην πλάτη;
Δεν της απάντησα, έσβησα το τσιγάρο σε μια πέτρα και με το ίδιο χέρι πήρα το αντηλιακό από το δικό της . Στάθηκα δίπλα από το κωλαράκι της στα γόνατα. Είπα κωλαράκι; Από δω και πέρα χαλάει κάθε ρομαντισμός που έχω φτιάξει μέχρι τώρα . Η τύπισσα είχε απίστευτο σώμα, και δεν μπορώ να πω ότι αυτό δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο για το πώς την έβλεπα. Είπαμε είμαι ρηχός. Άρχισα να αλείφω το λάδι στην πλάτη της σιγά σιγά. Το χέρι μου πάνω στο υπέροχο λευκό δέρμα της έμοιαζε σαν παλιοσαβουριασμένο δερμάτινο καφέ πορτοφόλι πεταμένο άτσαλα πάνω σε λευκό φρεσκοπλυμένο και σιδερωμένο τραπεζομάντιλο . Ένα πορτοφόλι χωρίς χρήμα, χωρίς ψυχή, μια φάλτσα νότα σε μια ήρεμη συμφωνία. Κοιτούσα τον κώλο της και μου ήρθε ένα τραγούδι στο μυαλό «αχ κωλαράκι-κωλαράκι – ξύλο που θα το φας….» Καθώς άλειφα το λάδι μου ερχόταν να σηκώσω το χέρι και να το ρίξω μία σπλάτς! στα κωλομέρια. Συνέχισα να την αλείφω λάδι μη μπορώντας να βγάλω αυτή την σκέψη από το μυαλό μου. Το τέλειο κωλαράκι αψηφούσε προκλητικά τον νόμο της κυτταρίτιδας. Φορούσε κόκκινο μαγιό, κανονικό, ούτε στριγκ, ούτε κοφτό, καλύτερα έτσι, όσο κάφρος και να είμαι μπορώ να πω ότι δεν μ αρέσουν τα στριγκ στην παραλία. Η αλήθεια είναι ότι παρέτεινα αρκετά την διαδικασία επάλειψης. Σε κάποιο σημείο κάτω από την ωμοπλάτη της κατάλαβα ένα κόμπο , ένα πιάσιμο. Τον έτριψα με τον αντίχειρα.
-Τι είναι αυτό; Της είπα
-Πιάσιμο, μα πως βρίσκεις πάντα το κατάλληλο σημείο;
-Χρειάζεσαι επειγόντως μασάζ
-Αχ, ναι…. αυτό είναι……
- Χαλάρωσε, άστο πάνω μου.
-Αν δεν σε πειράζει…. Αχ ναι έτσι…..
-Τι να με πειράζει, έχω υπέροχη θέα από δω πάνω.
Γύρισε και με κοίταξε, «τι εννοείς;» μου είπε με πειραχτικό βλέμμα, «Αυτό που κατάλαβες, μπροστά τώρα» της είπα και της έσπρωξα το αποφασιστικά σαγόνι μπροστά. Την είδα που χαμογέλασε. Της έλυσα το κορδόνι από το πάνω μαγιό στο σβέρκο και στην πλάτη. Η πλάτη της γυμνή. Άρχισα να την τρίβω, αυτή έβγαζε ήχους ευχαρίστησης. Το χέρι φόρτωνε για σπλάτς, λίγο ακόμα ήθελα να το σηκώσω και να της σκάσω το σκαμπίλι. Κάποια στιγμή σταμάτησε τα αχ και μίλησε «Πρέπει να πιάστηκα χτες το βράδυ, κοιμήθηκα φορώντας μόνο ένα σορτσάκι χωρίς σεντόνι και με τα παράθυρα και τα παντζούρια ανοιχτά» μου ήρθε η εικόνα αυτή στο μυαλό, το χέρι σηκώθηκε για σπλάτς, δάγκωσα τα χείλη μου και το κατέβασα πάλι. Με έπαιζε.
-Μια σφήκα τριγυρνάει, να ξέρεις, αν κάτσει στον κώλο σου θα την σκοτώσω, μην παρεξηγηθείς.
-Μην τολμήσεις….
-Και να αφήσω να πληγωθεί κάτι τόσο όμορφο, κάτι τόσο τέλειο, κάτι τόσο θεσπέσιο, κάτι τόσο ονειρικό, κάτι τόσο…
-Σταμάτα! Μου είπε και με χτύπησε σιγανά με χέρι της. Χαμογελούσε.
-Εσύ σταμάτα να μου λες πως κοιμάσαι στο κρεβάτι, τι με πέρασες;
Δεν απάντησε, μ άφησε να κάνω την δουλειά μου. Το ξεψείρισμα που λέγαμε. Συνέχιζα και σκεφτόμουν πώς να κάνω πέρασμα στην επόμενη φάση, οι συνθήκες ήταν καλές. Κάτι ρομαντικό; Μια κουβέντα γεμάτη ειλικρίνεια; Το απότομο πέσιμο μ αυτήν δεν έπαιζε, είχε θέμα και το ήξερα, ο ρομαντισμός θα πήγαινε περισσότερο, σιγά σιγά όμως. Την σκέψη μου διέκοψε μια φράση της.
-Πως θα σου φαινόταν να κάνω topless;
Ε, δεν κρατήθηκα, σήκωσα το χέρι μου και της έσκασα ένα σπλάτς στον πισινό. Δεν φταίω, μόνο του το έκανε το χέρι, αφού μου είπε μαλακία, δεν κάνουν τέτοιες πλάκες, δεν είμαι και από σίδερο. Γύρισε και με κοίταξε άγρια.
-Τι ήταν αυτό;
-Σφήκα, γύρνα μπροστά
-Τι ήταν αυτό; Μου ξανάπε άγρια
-Σφήκα, της απάντησα και της έστριψα με το χέρι το κεφάλι μπροστά
Για λίγο σιωπή, όλα κρεμόταν από μια κλωστή για το αν θα με πλακώσει στο ξύλο ή για το αν θα το πάρει στην πλάκα. Πριν σκεφτόμουν πώς να παρακάμψω όλα τα εμπόδια και να φτιάξουμε και τώρα το μυαλό μου στρόφαρε για το πώς να σώσω αυτό. Μια ήταν η λύση. Επίθεση.
-Να την πάλι, γυρνάει;
-Εεεε! Μου είπε απότομα
-Έξενος! Θα ξαναπείς μαλακία;
-Δηλαδή εγώ φταίω;
-Γυρνάει, γυρνάει, ζζζζζζ
-Εντάξει, εντάξει
-Τι εντάξει; Γυρνάει γυρνάει
-Εντάξει, δίωξ την
-Ξιουτ! Να έφυγε….. για σου σφήκα, και σε ευχαριστώ πολύ πέρασες από δω
-Είσαι απίστευτος.
-Και εσύ…..
Συνέχισα να της κάνω μασάζ στους ώμους, μακριά από το κωλαράκι. Επόμενη φορά δεν σώζεται, και αυτή με χίλια ζόρια την έσωσα. Την ένιωσα να πάλλεται κάτω από τα χέρια μου. Γελούσε κρυφά.
-Τι ρε; Της είπα
-Δεν υπάρχεις, μα σφήκα;
-Βλέποντας να φεύγει η σφήκα και αναμοχλεύοντας την μόλις προηγούμενη εικόνα στο μυαλό μου, θυμήθηκα ένα ανέκδοτο
-Ποιο;
-Ανοίγει Τσακ Νόρις την πόρτα του ψυγείου και βλέπει το ζελέ να τρέμει «Μη φοβάσαι, μια μπύρα θα πάρω» του είπε
-Που κολλάει αυτό;
Δεν απάντησα, περίμενα, δάχτυλα μου έχουν αρχίσει κουράζονται, μετά από πέντε δευτερόλεπτα με χτύπησε πάλι παιχνιδιάρικα.
-Έι! Μου είπε
- Τώρα το κατάλαβες; Μαζούτ;
Αυτή μαζούτ και εγώ μαυρίλα στην ζωή μου. Έπρεπε πια να σταματήσω το μασάζ, τα δάχτυλά μου δεν ανταποκρινόταν πλέον. Πριν τα πάρω από πάνω της σκέφτηκα έναν παραλληλισμό με το ανέκδοτο που μόλις πριν από λίγο είχα πει. Κάτι πολύ καμένο. Αλήθεια μετά το σκέφτηκα, πρώτα το ανέκδοτο και μετά αυτό.
Βλέπει (όχι ο Τσακ Νόρις) το κωλαράκι να τρέμει και του είπε «μη φοβάσαι, κάτι άλλο θέλω να πάρω»
Έσφιξα τα χείλη μου με την μαλακία που σκέφτηκα και απόρησα με τον εαυτό μου. Αυτόν τον συνειρμό δεν πρέπει να τον αναφέρω ποτέ πουθενά, σε κανέναν και για κανέναν λόγο.
Την άφησα και ξάπλωσα στην πετσέτα μου, αυτήν έδεσε και πάλι το μαγιό της, «να σαι καλά, έχεις μαγικά χέρια» « το ξέρω» της είπα. Το μεγάλο πρόβλημα με την Μαριάννα ήταν ότι είχε μια μοναδική ικανότητα να εξαφανίζεται από τους πάντες και από τα πάντα. Υπήρχαν φορές που δεν έδινε σημεία ζωής για μια ολόκληρη βδομάδα. Δεν απαντούσε σε τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα. Στην αρχή με ενοχλούσε πολύ. Η φίλη που μας γνώρισε μου είπε ότι πάντα το έκανε αυτό και ότι δεν έχει καμία σχέση με μένα. Κλεινόταν στο σπίτι και έκλεγε με τις ώρες κρυμμένη κάτω από τα σεντόνια. Ήταν μια ταλαιπωρημένη ψυχή. Δεν ανοιγόταν εύκολα. Και μένα υπήρξε δύσκολο να συμβεί αυτό. Τις πρώτες φορές βγήκαμε με την κοινή μας φίλη. Πρίν με γνωρίσει άκουγε ιστορίες για μένα από την κοινή φίλη, έκανα πολλές καμενιές τότε. Ήταν σαν να με ήξερε. Και εγώ ήταν σαν να την ήξερα, η κοινή φίλη μου έδειχνε φωτογραφίες που ήταν με την Μαριάννα. Τις είπα ότι ήταν η ομορφότερη γυναίκα που έχω δει πότε στη ζωή μου. «και εσύ;» μου είπε υποτιμητικά η φίλη, τότε δεν κατάλαβα τι εννοούσε μ αυτό το κι εσύ, νόμιζα ότι ζήλεψε. Όταν όλοι έλεγαν ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Τζολί ή η Μπελούστι εγώ έλεγα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Μαριάννα ή φίλη της Λένας. Έξι χρόνια μ αυτήν την πεποίθηση και ήρθε η μοίρα να καταρρίψει το νόμο της απιθανότητας και η Μαριάννα όταν ήρθε στην Αθήνα έμεινε στην γειτονιά μου. Για δυο μήνες δεν το ήξερα ότι μένουμε τόσο κοντά. Όταν ήρθε η Λένα στην Αθήνα μου είπε να βγούμε όλοι μαζί, τότε έμαθα ότι η πιο όμορφη γυναικά στον κόσμο μένει δίπλα μου. Η ομορφιά της ήταν και η κατάρα της. Της την πέφτανε όλοι. Η ίδια δεν το παραδέχτηκε ποτέ σε μένα ότι συνέβαινε αυτό, επειδή δεν ήταν καθόλου ψώνιο, μόνο μια φορά μου είπε για το αφεντικό της που της την έπεσε. Η Λένα μου είπε ότι η Μαριάννα δεν μπόρεσε πότε να κάνει φίλο άντρα, όλοι της την πέφτανε. Μια φορά παραλίγο να μαλώσουν και η δυο τους γιατί ο γκόμενος της Λένας ερωτεύτηκε παράφορα την Μαριάννα. Γιαυτο όταν της είπα κοιτώντας την φωτογραφία ότι είναι η ομορφότερη γυναικά στον κόσμο μου είπε αυτό το υποτιμητικό «και εσύ;» . Και τώρα που την γνώρισα και ξέρω ότι δεν έχει περάσει καλά στην ζωή της εξαιτίας της ομορφιά της, έχω γίνει χωρίς να το θέλω και εγώ εν δυνάμει ένας από όλους αυτούς που την πληγώνουν. Ποια ισορροπία να κρατήσω; Δεν το έπαιζα ξεκάθαρα φίλος, μα ούτε και της την έπεφτα ξεκάθαρα. Δεν έλεγα ψέματα μα ήμουν ψεύτης γιατί κατά βάθος ήμουν και εγώ ένας από όλους αυτούς την ποθούσανε για την ομορφιά της. Ο μόνος τρόπος ήταν να την πλησιάσω με ευγένεια αλλά και η ευγένεια γίνεται βαρετή. Δεν ξέρω πώς να προσδιορίσω τον τρόπο που βρήκα να την πλησιάζω σιγά σιγά, δεν έχει περιγραφή, ήταν αυτό που μου φαινόταν πιο σωστό και πιο αποτελεσματικό. Και πήγαινε καλά, μέχρι που έτρωγε μια φρίκη για άγνωστο λόγο και εξαφανιζόταν για μέρες αποσυντονίζοντας με. Η κατάρα της ομορφιάς, από μικρή εκτός όλων των άλλων θα την διεκδικούσαν οι καταφερτζήδες, αυτοί ξέρουν πώς να μιλήσουν και πώς να πλησιάσουν μια κοπέλα και είναι αυτοί οι ίδιοι που φέρονται χειρότερα από όλους στις γυναίκες επειδή έχουν την σιγουριά ότι κάπου παρακάτω θα βρουν κάτι άλλο καλύτερο. Η κατάρα της ομορφιάς, να μην διεκδικήσει ποτέ τίποτα, να μην χρειαστεί να προσπαθήσει για τίποτα, να μην χρειαστεί να περιμένει για μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο από ένα συγκεκριμένο άτομο, να μην χρειαστεί ποτέ να ζήσει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, να μην χρειαστεί ποτέ να μείνει μόνη ενώ δεν το θέλει. Μισή ζωή. Άδεια ζωή. Σε πια ισορροπία να πορευτώ, τι να κάνω για να μην είμαι ένας απ όλους αυτούς που της την έχουν πέσει για την ομορφιά της; Η Μαριάννα είχε υιοθετήσει ένα πολύ απόμακρο ύφος με όσους δεν ήξερε, περισσότερο ήταν φόβος παρά σνομπισμός. Όποτε βγαίναμε έξω δεν κοιτούσε ποτε κανέναν, αν και όλοι την κοιτούσανε. Έμοιαζε πολύ σοβαρή αλλά αν ποτέ τυχόν ανοιγόταν σε κάποιον, πράγμα σπάνιο και ποτέ ερωτικά, γινόταν το πιο ευχάριστο και αυθόρμητο άτομο. Ένας από τους λόγους που δέχτηκε να ρθούμε πιο κοντά ήταν οι πάμπολλες διαβεβαιώσεις της Λένας ότι δεν είμαι πέφτουλας. Αυτό που έβλεπα ήταν ότι ήθελε να ρθούμε πιο κοντά αλλά και απ την άλλη φοβόταν μην γίνω ένας απ αυτούς. Τώρα θα μου πει κάποιος γιατί έμπλεξα σε μια τέτοια κατάσταση, ένας φίλος γνωρίζοντας την κατάσταση και όλα τα προηγούμενα μου είπε « κάτι που επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, μόνο σε μπλεγμένες ιστορίες πας και μπλέκεις, σε τραβάνε τα περίεργα, αν βρεθείς σε μια νορμάλ φάση βαριέσαι» και δεν έχει και άδικο, πάντα σε μπλεγμένες ιστορίες βρίσκομαι. Η Μαριάννα είναι η μόνη που μου πήρε τον τίτλο του ανέφικτου και τον πάτησε και μου τον πέταξε στα μούτρα. Για πρώτη και μοναδική φορά σκέφτηκα ότι υπάρχει ένα άτομο με το οποίο θα ήθελα να είμαστε για πάντα μαζί. Ακόμα και να φύγουμε και να πάμε οι δύο μας σε ένα ερημονήσι, δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο, μόνο αυτήν.
Τώρα όμως δεν είμαστε σε ερημονήσι ούτε και σκέφτομαι όλα τα προηγούμενα, είμαστε στην παραλία και λειτουργώ φυσιολογικά, όχι το σπλάτς, ξέχνα το αυτό πάει πέρασε, έχει περάσει και μισή ώρα από το τέλος του μασάζ. Είμαστε ξαπλωμένοι αντικριστά. Αυτή έχει ακουμπήσει τον αγκώνα της στην πετσέτα και στηρίζει στον καρπό της το κεφάλι της. Τα μαύρα μαλλιά της κάνουν τέλεια αντίθεση με τον πήχη του χεριού της. Της άρεσε πολύ να της λέω διάφορα πράγματα που δεν ήξερε, είχε πάντα τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού όταν τις έδειχνα ή της έλεγα κάτι ωραίο. Ανάμεσα μας, στην άμμο έκανα σχέδια με το δάχτυλό μου, τις έδειχνα για τους αριθμούς που στην πρωταρχική τους μορφή έχουν μόνο γωνιές. Ο αριθμός δεν είναι σύμβολο, είναι άθροισμα οξειών και καθέτων γωνιών. Ζωγράφισα πρώτα το 1, που γράφεται όπως αυτό του πληκτρολογίου χωρίς την κάθετη γραμμή από κάτω, έχει μόνο μια γωνία πάνω, μετά σχημάτισα στην άμμο τον αριθμό 2 οποίος γράφεται ακριβώς όπως το Ζ, έχει δύο οξείες γωνίες, μετά το τριά το οποίο γράφεται όπως Σ, αντίστροφα, με τρεις ορθές γωνίες και ου τω καθεξής. Σε κάθε αριθμό μάτια της έλαμπαν, στο τέλος σχημάτισα το μηδέν και τις είπα: «για το τέλος το πιο καλό, κοίτα το μηδέν, δεν έχει καμία γωνία» . Έκανα ένα μεγάλο κύκλο για να απεικονίσω το μηδέν. Ενθουσιάστηκε. Με κοίταξε για λίγο.
-Κοίτα και κάτι άλλο μαγικό. Μου είπε
Με το δάχτυλο της μέσα στον κύκλο του μηδέν που συμβόλιζε την ζωή μου χωρίς αυτήν σχημάτισε ένα πρόσωπο. Δυο τελείες για μάτια και από κάτω ένα χαμόγελο. Στο μηδέν της ζωής μου αυτή έβαλε ένα χαμόγελο.
-Χαμογελάκι….
-Εσύ είσαι αυτή;
-Εγώ τώρα
Ε, τώρα είναι η στιγμή! Πήγα να την φιλήσω. Αυτή έσκυψε πιο γρήγορα και με φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε γρήγορα χαρούμενη.
-Έλα πάμε για βουτιές. Μου είπε περπατώντας προς πίσω κοιτώντας προς το μέρος μου και όχι την θάλασσα. Ήταν ευτυχισμένη και φαινόταν. Εντάξει δεν ήταν η στιγμή ,αλλά σίγουρα ήταν η μέρα. Πάλι με έπαιζε.
-Μια σφήκα! Έρχεται να σε τσιμπήσει. Της είπα και σήκωσα την παλάμη μου και την απείλησα με σπλάτς.
Η Μαριάννα ούρλιαξε και έτρεξε μέσα στην θάλασσα. Την ακολούθησα.
-Οι σφήκες δεν μπαίνουν στο νερό!
-Θα σε περιμένει έξω μην φοβάσαι
-Έλα να κάνουμε βουτιές. Εννοούσε να την παίρνω στους ώμους και να την πετάω ψηλά
Παιχνίδι αυτήν; Παιχνίδι και εγώ. Τώρα δεν θα την πλησίαζα, ούτε θα είχα τάση για φιλί, θα την κρατούσα σε απόστασή χωρίς όμως βέβαια να δείχνω παρεξηγημένος.
-Πάμε να κολυμπήσουμε
-Βουτιές! Βουτιές!
-Μετά βουτιές, τώρα θέλω να πάω λίγο στα βαθειά, έλα.
Κολυμπήσαμε μέχρι που κουραστήκαμε. Βγήκαμε έξω, ήταν ακόμα νωρίς. Της είπα να ξαπλώσουμε λίγο να ξεκουραστούμε. Διάβαζα ένα βιβλίο. Αυτή έβαλε τα γυαλιά ηλίου και ξάπλωσε ανάσκελα και κοιμήθηκε. Πέρασε έτσι μια ώρα.
Μετά από αυτόν τον σύντομο ύπνο σηκώθηκε και κάθισε κοιτώντας προς την θάλασσα. Μάζεψε τα γόνατά της κοντά στο στήθος. Δεν της έδωσα καθόλου σημασία. Έκανα πως διαβάζω ενώ σκεφτόμουν πώς να την ξαναφέρω σε κατάστασή επικείμενου φιλιού. Το σωματικό είναι χωρίς επιστροφή. Σκέφτηκα κάτι. Πρόκληση. Ήξερα ότι θα έπαιζε. Και επίσης υπήρχε και η αποφυγή του προηγούμενου φιλιού χωρίς όμως να δείξει ενόχληση. Ίσως και να υπήρχε στο μυαλό της η υπόνοια για το αν ενοχλήθηκα εγώ.
-Μπορείς να κάνεις και topless άμα θες, δεν θα σε τσιμπήσει η σφήκα.
-Και τι εντύπωση θα σου δώσω αν κάνω κάτι τέτοιο; Μπορεί να με παρεξηγήσεις.
Με έπαιζε. Ούτε ναι ούτε όχι. Δεν με κοιτούσε, με βόλευε αυτό.
-Αυτό είναι το θέμα; Το αν θα σε παρεξηγήσω; Απ όσο ξέρω έχεις ξανακάνει topless
με τη Λένα, μου το είπε, σωστά;
-Σωστά, και;
-Σίγουρα αν κάνεις τώρα θα μου είναι πολύ ευχάριστο θέαμα, πάρα πολύ δεν λέω. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ας πούμε μερικές εκδοχές για το πώς θα μπορούσα να το πάρω για να δεις ότι δεν στέκει αυτό που λες. Μάλλον φοβάσαι μην σε παρεξηγήσω ή να μην το πάρω σαν κάτι που το κάνεις για με προκαλέσεις. Έχοντας υπόψη ότι κάνεις topless το να κάνεις και τώρα εδώ θα μπορούσε κάποιος να πει ότι με γουστάρεις και το κάνεις για να με προκαλέσεις, επίσης θα μπορούσε κάποιος να πει για την ίδια πράξη ότι δεν με γουστάρεις καθόλου και με βάζεις στην ίδια μοίρα με όλους τους άλλους και το κάνεις αυτό για να μου δείξεις δεν έχω καμιά διαφορά από τους υπόλοιπους. Με το να μην το κάνεις έχοντας υπόψη ότι το έχεις κάνει παρουσία άλλων θα μπορούσε να πει κάποιος ότι εμένα με σιχαίνεσαι και ότι δεν θες με τίποτα να δω το στήθος σου, η θα μπορούσε κάποιος να πει ότι επειδή εμένα με γουστάρεις κρατάς χαρακτήρα και δεν κάνεις topless για να μην σε παρεξηγήσω. Ποια εκδοχή απ όλες να πάρω; Και πάλι δεν έχει σημασία. Θα σου πω δυο υποθετικές περιπτώσεις για να δεις τι έχει σημασία. Στην πρώτη περίπτωση είσαι σε μια παραλία με την παρέα σου και κάνεις topless, και χωρίς να το ξέρω έρχομαι και σε βρίσκω και εσύ ουρλιάζεις και κάνεις οτιδήποτε για να κρυφτείς. Στη δεύτερη περίπτωση, είσαι σε μια παραλία και με παίρνεις τηλέφωνο, μου λες που είσαι , τι κάνεις και τα σχετικά, σου λέω ότι δεν μπορώ να ρθω και εσύ μου λες, «κρίμα, χάνεις, είμαι και topless» έστω και πλάκα. Υποθετικά μιλάμε πάντα. Στην πρώτη περίπτωση σε βλέπω topless ενώ στην δεύτερη περίπτωση δεν σε βλέπω. Πίστεψε με, όσο και θα μου είναι ευχάριστο ένα τέτοιο θέαμα, προτιμώ την δεύτερη περίπτωση, γιατί εκεί φαίνεται το αν νιώθεις άνετα μαζί μου……
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να μιλήσει. Γύρισε και με κοίταξε πρώτη φόρα αφ ότου είχα μιλήσει.
-Τώρα το σκέφτηκες όλο αυτό;
-Δεν σκέφτηκα τίποτα, απλά είπα πως βλέπω τα πράγματα.
-Καλό ήταν
-Δηλαδή αισθάνεσαι άνετα
-Εεεε, ναι κάτι τέτοιο…
-Θα στο κάνω πιο εύκολο, αισθάνεσαι άνετα αλλά ντρέπεσαι κιόλας λίγο, μη μιλάς, κάνε ότι θα σου πω. Φέρε τα γόνατα και κόλα τα στο στήθος σου. Ωραία τώρα βάλε τα χέρια σου μπροστά από τα γόνατα και κράτα τα σταθερά.
Το έκανε, είχε ψιλοκοκκινήσει. Πήγα από πίσω της και της έλυσα το μαγιό. Το πήρα στο χέρι. Τώρα το στήθος κρυβόταν από τα γόνατά της. Ακούμπησα το μαγιό δίπλα της.
-Αν αλλάξεις γνώμη, εδώ είναι. Νιώσε άνετα.
Της είπα και γύρισα έκανα ότι διαβάζω βιβλίο. Δεν την έβλεπα αλλά ήξερα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο που κλαίει ώρες ατελείωτες χωρίς να το ξέρει κανείς ήταν δίπλα μου γυμνόστηθη και ντροπαλή. Ακόμα είχε κολλημένα τα γόνατα στο στήθος της. Μικρό στήθος, όμορφο, αθλητικό, μπαλαρίνας. Την άφησα λίγη ώρα έτσι. Όχι ότι ήμουν άνετος, το αντίθετο μάλιστα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Η πολύ άνεση ίσως να μην κάνει καλό, ένιωθα ότι έκανα κάτι λάθος. Γύρισα και σηκώθηκα χωρίς να την κοιτάξω . Στάθηκα όρθιος μπροστά της. Αυτή έβλεπε την πλάτη μου και εγώ την θάλασσα. Με βόλευε κιόλας έτσι, έκρυβα το πρόσωπό μου και το πόσο την θέλω. Λύγισα τα γόνατα μου και έψαξα στα τυφλά πίσω μου τα χέρια της, τα βρήκα και την κράτησα και από τα δύο χέρια.
-Τι κάνεις; Μου είπε
-Έλα, πάμε να κάνουμε βουτιές. Της είπα και την τράβηξα.
Σηκώθηκε χωρίς αντίσταση. Της κρατούσα τα χέρια και την οδηγούσα προς την παραλία. Περπατούσε πίσω μου γυμνόστηθή, δεν ξέρω ποιανού η καρδιά χτυπούσε πιο δυνατά η δική μου ή δική της; Και μόνο στην ιδέα ότι ο αέρας χάιδευε το στήθος μου ερχόταν παράλυση. Δεν ήταν το γεγονός, ήταν το άτομο με το οποίο συνέβαινε το γεγονός και μου προκαλούσε τόσο έντονα συναισθήματα. Παρόλα αυτά στάθηκα κύριος, δεν κοίταξα ούτε μια στιγμή πίσω. Καθώς περπατούσαμε είπε «δεν το πιστεύω…» μόνο αυτό τίποτα άλλο. Αλλά ούτε και σ αυτό έδωσα σημασία.
Μπήκαμε στην θάλασσα, προχωρήσαμε μέχρι να φτάσει το νερό λίγο κάτω από το λαιμό μου. Σταμάτησα εκεί. Αλλάξαμε την λαβή των χεριών, έφερα την αναστροφή της παλάμης του κάθε χεριού μου δίπλα από τον κάθε ώμο. Έβαλε τα χέρια της πάνω στα δικά μου και κόλλησε το σώμα της πάνω μου. Το ένιωσα. Ρίγος.
-Έτοιμη; Της είπα
-Πάνετοιμη! Μου απάντησε με απρόσμενη ζωηράδα
-Ένα, δυο, τρία…. Και βούλιαξα κάτω από το νερό.
Αμέσως αυτή πάτησε τα χεριά προς τα κάτω για να μην με σηκώσει η άνωση και έβαλε ένα ένα τα πόδια της στους ώμους μου. Κατάλαβα ότι ήταν πλέον στη σωστή θέση στους ώμους μου, έτοιμη για πέταγμα. Λίγο η ταχυκαρδία, λίγο το ότι με ακούμπησε πριν με το σώμα της, ένιωσα να έχω πολλαπλάσια δύναμη. Δεν ήταν και βαριά. Την πέταξα πολύ ψηλά και μακριά. Το πολύ είναι σχετικό, περισσότερο απ ότι περίμενα είναι το σωστό. Την είδα για λίγο στον αέρα και έσκασε κάθετα στο νερό με τα πόδια μαζεμένα, με το ένα χέρι είχε κλείσει την μύτη της. Βγήκε από το νερό και αμέσως έφτιαξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και ήρθε κολυμπώντας προς το μέρος μου σαν σκυλάκι.
-Καλό;
-Τέλειο! Τέλειο! Πάμε ξανά!
Ήρθε πίσω μου και έπιασε τα χέρια μου τα είχα βάλει ήδη στη σωστή θέση για να ανεβεί. Έκανε τα πάντα με μεγάλη ανυπομονησία. Σαν να είχε ξεχάσει τελείως ότι ήταν γυμνή. Δεν είχε φανεί και τίποτα. Στο πρώτο άλμα είχε φανεί μόνο η πλάτη της, στο κολύμπι προς το μέρος φαινόταν μόνο μια διάθλαση. Αλλά και πάλι δεν προσπάθησα να δω. Με κέρδισε περισσότερο το φως και ζωηρά στα μάτια της. Είχε βρεγμένα μάτια και όχι από δάκρυα που τόσα και τόσα άσκοπα έχει ξοδέψει. Μέτρησα μέχρι το τρία και βυθίστηκα πάλι κάτω από νερό. Στο αυτό πέταγμα την άκουσα να ουρλιάζει από χαρά στο αέρα. Έπεσε στο νερό με τον ίδιο τρόπο. Βγήκε από το νερό και ερχόταν πάλι χαρούμενη «Ξανά! Ξανά!»
Μετά από μισή ώρα βγαίναμε προς τα έξω. Με κρατούσε από τα χέρια και περπατούσε προς τα πίσω. Ουσιαστικά τώρα αυτή με τραβούσε. Κοιτιόμασταν στα μάτια και είχε ένα περίεργο χαμόγελο. Λίγα μέτρα πριν βγούμε στην αμμουδιά και αφού το νερό έχει φτάσει στη μέση της κνήμης της σταμάτησα. Δεν είχα αμφιβολία για τίποτα πλέον. Περίμενε, ήξερε τι θα συμβεί, το ήθελε και το ήξερα. Έσκυψα και τράβηξα τα πόδια της. Την έριξα στο νερό και έπεσα δίπλα της. Η θάλασσα ίσα που κάλυπτε τα σώματα μας. Για λίγο κοιταχτήκαμε στα μάτια και μετά από αυτό που έγινε δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα όμορφο χωρίς να έχει επίκεντρο εκείνη.
Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012
Μακρύς Διάδρομος
Χτες το βράδυ, κατά τις δέκα, την ώρα που έφτασα στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένω είδα μια γριά να πατάει ένα κουδούνι και να περιμένει στην πόρτα. Έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη μου και δείχνοντας τα κλειδιά της είπα «Συγνώμη, να ανοίξω;» «Ναι παλικάρι μ΄» μου απάντησε η γριά και έκανε στην άκρη. Αφού μπήκα μέσα στην πολυκατοικία κράτησα την πόρτα ανοιχτή για να περάσει και η γριούλα, την ίδια στιγμή ακούστηκε και ο θόρυβος που κάνει η πόρτα όταν πατάει κάποιος το κουμπί από πάνω για να ανοίξει. «Εντάξει» είπε η γριά στο θυροτηλέφωνο και μπήκε μέσα. Η πολυκατοικία που μένω είναι μεγάλη και ο διάδρομος μακρύς, περπατούσα πολύ γρήγορα, η γριά έσερνε τα πόδια της. Δημιουργήθηκε μεγάλη απόστασή μεταξύ μας, δεν το έκανα για να την αποφύγω, δεν είχε δώσει σημεία ΄΄γριοσύνης ΄΄ μέχρι τώρα. Και πάνω εκεί που σκέφτηκα τι καλή γιαγιούλα την ακούω να φωνάζει από πίσω:
-Ει! Μη μου πάρεις τι ασανσέρ! Περίμενέ με!
-Θα πάω από τις σκάλες…. της είπα ψιλοαδιάφορα χωρίς να την κοιτάξω.
-Να πάς εσύ από τις σκάλες! Ακούς εκεί θα με πεις έμενα μεγάλη γυναίκα να πάω από τις σκάλες!
Σταμάτησα λίγο να περπατάω, γάμα το είπα από μέσα μου και συνέχισα να περπατάω
-Περίμενε βρε! Μου φώναξε η γριά μόλις έφτασα στο ασανσέρ αλλά εγώ έκανα πως δεν την άκουσα και ανέβηκα τις σκάλες.
Μένω στον δεύτερο, έκανα μια σύντομή στάση στον πρώτο. Περίμενα να ξεκινήσει το ασανσέρ με την γριά από το ισόγειο. Μόλις είδα ότι ξεκίνησε πάτησα το κουμπί και το κάλεσα στον πρώτο για να κάνει στάση. Συνέχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, το ίδιο έκανα και στον δεύτερο, να μάθει η κολόγρια! Πηγαίνοντας στον πάντα μακρύ διάδρομο προς το σπίτι μου είδα την γειτόνισσα να βγαίνει από το δικό της. Μένουμε δίπλα δίπλα, είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας, καλό γκομενάκι, ψιλή, αδύνατή, μελαχρινή. Οπότε έχουμε την γριά που ανεβαίνει με το ασανσέρ και σε κάθε όροφο θα σταματάει χωρίς να είναι κανείς και το γκομενάκι-γειτόνισσα που πηγαίνει προς το ασανσέρ. Μέχρι στιγμής εδώ και δυο μήνες που μένω σ αυτή την πολυκατοικία δεν έχουμε μιλήσει με την τύπισσα, μόνο μερικά νεύματα ευγενείας όταν συναντιόμαστε στο μακρύ διάδρομο. Νομίζω την ότι την λένε Μαριάνα. Το παράδοξο με αυτήν είναι ότι καταβαίνει με το ασανσέρ και ανεβαίνει από τις σκάλες. Μάλλον από τις σκάλες θα έφτιαξε ωραίο κώλο. Έπρεπε λοιπόν να την αποτρέψω από το να βρεθεί μπροστά στο ασανσέρ που κουβαλάει γριά μέσα. Πρώτον θα έβλεπε αναμμένο το λαμπάκι που θα σήμαινε ότι κάποιος το έχει καλέσει , (ποιος άραγε;) και δεύτερον ήταν πολύ πιθανό να της έλεγε η γριά ότι κάποιος της κάνει πλάκα ή ακόμα χειρότερα να έβγαζε την μούρη της έξω και να με έδειχνε στον διάδρομο και να έλεγε «Να! Αυτός είναι!». Περπατώντας γρήγορα στο διάδρομο λοιπόν της λέω με παρακλητικό ύφος απλώνοντας τα χέρια μου σε ένδειξη αθωότητας :
-Συγνώμη, συγνώμη, με ξέρεις, έτσι; Σε παρακαλώ μια εξυπηρέτηση, νομίζω ότι έχω κάνει μαλακία με το πλυντήριο και μάλλον θα τρέχει νερά. Έλα ένα λεπτό σε παρακαλώ μήπως και σώσουμε τίποτα.
Τα τελευταία λόγια τα είπα έχοντας φτάσει ήδη στην πόρτα και γυρνώντας το κλειδί. Αυτή ήταν δίπλα μου και με κοιτούσε μάλλον με απορία.
-Εντάξει….. μου είπε
Μπήκα πρώτος μέσα στο διαμέρισμα και με ακολούθησε «περίμενε λίγο εδώ» της είπα και την άφησα στον προθάλαμο δίπλα από το σαλόνι. Έκανα να πάω προς το μπάνιο, ακούστηκε η πόρτα από το ασανσέρ, μια φωνή γριάς αντήχησε στον μακρύ διάδρομο «επ, ποιος το κάνει αυτό;!!!!!» . Δεν είχα κλείσει την πόρτα, ακούστηκε καθαρά μέσα, γύρισα και την έκλεισα απότομα και έκανα να φύγω γρήγορα προς το μπάνιο όπου υποτίθεται ότι έτρεχαν τα νερά.
-Τι ήταν αυτό; Μου είπε το γκομενάκι-γειτόνισσα
-Τίποτα, μάλλον ο Κύπριος απέναντι θα άνοιξε την τηλεόραση
-Καλά λες, το κάνει συχνά αυτό…
-Ναι, είναι κάφρος, μισό λεπτό έρχομαι…. Της είπα και πήγα γρήγορα προς το μπάνιο
Όταν γύρισα αυτή είχε πάει στο σαλόνι. Μπαίνοντας εκεί την είδα σκυμμένη να κοιτάει την βιβλιοθήκη. Κοιτούσε στα χαμηλά ράφια. Είχε βάλει τα χέρια της στα γόνατά της και είχε κυρτώσει την μέση της προς τα μέσα. Την είδα από πίσω. Ευτυχώς δεν έχω σύνδρομο Tourette, αν είχα θα με χαστούκιζε. Αχ Κούλα με την κουλάρα σου.
-Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα. Της είπα και διέκοψα το υπέροχο σκύψιμό της
-Πολύ ωραία βιβλία έχεις, τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;
-Ναι, μπορείς να δανειστείς όποιο, θες όποτε θες, φαγητά και σκευή μόνο μη μου ζητήσεις ποτέ.
-Τι έγινε τελικά με το πλυντήριο; Μου είπε και περιφερόταν άσκοπα μέσα στο δωμάτιο κοιτώντας τα πάντα, αφίσες, βιβλία σε άλλο σημείο, τα φυτά, λες και ήταν σε μουσείο.
-Α, το πλυντήριο…. Νόμιζα ότι δεν είχα βάλει το λάστιχο που πετάει τα νερά στην μπανιέρα, την έχω ξαναπατήσει, γι αυτό γύρισα τρέχοντας από εκεί που ήμουν, αλλά τελικά εντάξει, δεν είχα βάλει καν το πλυντήριο στην πρίζα.
-Μ αρέσει που δεν έχεις τηλεόραση, αλλά πως περνάς την ώρα σου; Μου είπε λες και δεν της είχα πει τίποτα για το πλυντήριο.
-Παίζω με τον πιγκουίνο που ζει κάτω από το κρεβάτι μου
-Αλήθεια! Έχεις και εσύ πιγκουίνο;
-Μη μου πεις……….
-Σου λέω…….
Οκ , καμένη, αυτό είναι είπα μέσα μου, παντρεύομαι. Αλλά πριν πάω στο γάμο έπρεπε να το σιγουρέψω κάπως….
-Αν και είναι πολύ ευχάριστη η παρέα σου, δεν θα ήθελα να σε στερήσω άλλο από αυτούς, αυτόν; που σε περιμένουν. (γιατί αν το έκανε κάποιος αυτό σε μένα θα τον μισούσα θανάσιμα). Αυτό μες την παρένθεσή το σκέφτηκα αλλά δεν το είπα ευτυχώς, γιατί μετά θα μισούσα εμένα θανάσιμα.
-Κανείς δεν με περιμένει πουθενά, για κάνα γύρο έβγαινα, σε πειράζει να παραγγείλλουμε κάτι και να το φάμε εδώ;
-Καθόλου, και ευτυχώς είπες τη σωστή λέξη ΄΄παραγγείλουμε ΄΄ γιατί αν περίμενες από μένα να φτιάξω κάτι….
-Σε καταλαβαίνω, και εγώ έτσι είμαι.
Και καθίσαμε στον καναπέ, μιλήσαμε για τους πιγκουίνους, για το πώς έσπασα την τηλεόραση, πριν από μερικά χρόνια, και γιατί ρε γαμώ το τόσο καιρό γείτονες-γκομενάκια να μην έχουμε πει μια κουβέντα . Ακόμα δεν έχουμε παραγγείλει τίποτα, κρασάκι και χαμηλή μουσική. Τα υπέροχα λεπτά της πόδια μαζεμένα πάνω στον καναπέ, ελαφρώς πλαγιασμένη, μιλούσαμε από απόστασή ασφαλείας. Σιγά σιγά, όλα θα γίνουν σκεφτόμουν. Και κάπου σε ένα κενό της μουσικής ακούστηκε ο κοινός μας εχθρός, όχι ο Κύπριος που μένει απέναντι μας ούτε ο διαχειριστής, ήταν τα γαμημένα τα κωλοπεριστέρια που γουργούριζαν. Την είδα που ξίνισε το προσωπάκι της.
-Σου την σπάνε και σένα; Της είπα
-Ναι τα γαμίδια….. Πρώτη φορά την άκουσα να βρίζει, αλλά δεν με πείραξε, μ άρεσε, ήταν αυθόρμητο.
-Και να φανταστείς ότι έχουν βγάλει και τραγούδια για αυτά, όπως αυτό του Ζαμπέτα και χίλια περιστέρια να φιλούν τα χέρια… πόσο διαστρεμμένο μπορεί να είναι αυτό;
-Ή το άλλο της Τζένης Βάνου και μες στα χέρια σου τα χέρια μου δυο τρομαγμένα περιστέρια…..
-Απίστευτο! Που το ξέρεις αυτό; Είσαι και εσύ cult;
-Ω, ναι, το παραδέχομαι…..
-Το άκουγα στο χωριό μου κάθε μέρα αυτό, αλλά και τι άλλο άκουγα; Στο ίδιο cd με τα ερωτικά που έπαιζε κάθε μέρα στο repeat στην καφετέρια του χωριού και είχε και ένα των Scorpions, το White Dove, τώρα το μισώ μόνο και μόνο για τον τίτλο, τότε το μισούσα για άλλο λόγο.
-Και εγώ το μισώ τώρα, αλλά για πες μου τον άλλο λόγο
-Δηλαδή πόσο πιο γλίτσα μπορεί να γίνει ένας στοίχος, άκου να δεις τι λέει σε ένα σημείο το τραγούδι : Can anyone tell me why , The children of the world, Have to pay the price. Δεν σου βγάζει έναν εμετό αυτό πράγμα; Ούτε ο Βασιλάκης Καΐλας τόσο κλάψα, ακούς εκεί the children of the world have to pay the price. Πραγματικά πες μου, δεν είναι πολύ γλίτσα;
-Είναι
-Ούτε καν Κνιτης σε πρωτοετή επαναστάτρια φοιτήτρια στην πλατεία Εξαρχείων δεν λέει τέτοια ατάκα….
Μια νοσηρή μαλακιά που έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι με κάνει να νομίζω πως μπορώ να μιλάω εντελώς ελεύθερα για όλα τα θέματα. Και ότι οι άνθρωποι δεν παρεξηγούνται. Να μια μούντζα. Η κοπέλα απέναντι μου δεν γελούσε, ούτε χαμογελούσε και κρίμα της πήγαινε τόσο πολύ το χαμόγελο.
-Έχεις κάτι με τους Κνίτες; Μου είπε ψυχρά
-Τίποτα , ούτε και θέλω να αποκτήσω
-Τι είσαι; Αναρχικός; Μήπως είσαι φασίστας;
-Τίποτα από τα δυο, χαλάρωσε, δεν έγινε τίποτα…..
-Έχεις δίκιο, άδικα αρπάχτηκα, άλλωστε δεν έγινε τίποτα. Αλλά νομίζω ότι έχει περάσει η ώρα, πρέπει να φύγω
-Αλήθεια λες τώρα; Τι να σου πω… όπως αγαπάς
Και χαιρετηθήκαμε και χαρήκαμε στην πόρτα, όντως δεν παρεξηγήθηκε, πλέον όταν συναντιόμαστε στο διάδρομο θα λέμε ένα ΄΄γειά΄΄ ή ίσως ένα ΄΄τι κάνεις;΄΄. Κάτι είναι και αυτό, είπαμε ωραίο γκομενάκι….
Δεν μου το βγάζετε από το μυαλό ότι για όλα φταίει η κωλόγρια…..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




