Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Μη μου το λες 5 (Τα Μήλα Της Βαρεμάρας)


 Έξω από την Αγροτική Τράπεζα . Μια γριά είναι σκυμμένη στο ΑΤΜ,  πίσω από την γριά και σε απόστασή 5  μέτρων περίπου είναι κάποιος που καπνίζει τσιγάρο, ποιος να είναι άραγε; Ω τι μεγάλη έκπληξη,  είμαι εγώ και περιμένω την γριά πόση ώρα  να βγάλει χρήματα για να βγάλω και εγώ με την σειρά μου.  Τι κάνει τόση ώρα ή κολώγρια,  «Αι μαρί τελείωνε… ΑΤΜ είναι, δεν είναι tetris»   σκέφτηκα να πω, αλλά δεν το είπα.  Δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, ή η γρια με έχει δει και φοβάται να φύγει ή έχει πατήσει αντίστροφα τον κωδικό και περιμένει την  αστυνομία να έρθει να με πιάσει.  Εδώ μια άχρηστη πληροφορία: Αν πατήσει κάποιος ανάποδα τον κωδικό της κάρτας στο ΑΤΜ μπορεί να βγάλει χρήματα αλλά ταυτόχρονα ειδοποιούνται και τα κεντρικά της αστυνομίας. Όπως και να έχει η γριά ήταν σίγουρη ότι ήθελα να της κάνω κακό. Συνέχιζε να παίζει tetris, συνέχιζα να καπνίζω.   Άντε να δούμε που θα πάει αυτή η δουλειά….


Κάποια στιγμή επιτέλους η γριά έφυγε, με  κοίταξε, την κοίταξα,  δεν είπαμε τίποτα, η σιωπή τα έλεγε όλα, «Τι έκανες τόση ώρα;;!!!!!!!!» της είπα με το βλέμμα «Σκάσε βλαμμένο, φεύγω!» μου απάντησε με το δικό της. Την έβλεπα να φεύγει , πετώ το τσιγάρο, τελευταίο πλάνο, θεέ μου  είχε μια βαρεμάρα απελπιστική….. Κι όμως κι αν είναι δυνατόν, την ώρα που έβαλα την κάρτα μέσα στο ΑΤΜ, κάποια ήρθε από πίσω και μου έκλεισε τα μάτια με τα χέρια της.  Μαλακά χεράκια. «Ποια είμαι; Μάντεψε;» μου είπε χαζοχαρούμενα.  Έσφιξα τα χείλη, έπιασα τα χέρια της και τα κατέβασα αργά,  εννοείται ότι κατάλαβα ποια είναι, αλλά δεν έχω καθόλου όρεξη για κάψιμο, τώρα τελευταία δεν το ‘χω. Μήπως  δεν το έχει και αυτή; Μήπως; Λες να είμαι τόσο τυχερός; Γυρνάω να την δω,  «Τσα!» μου κάνει μες τα μούτρα μου μόλις βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. «Merde»  είπα με μια σχετική  αποστροφή.
-Τι κάνεις; Καλά είσαι; Τι ωραία που σε βρήκα πάλι. Καιρό έχω να σε δω, άρχισα νομίζω ότι έχεις πεθάνει, ή ότι έχεις αρρωστήσει βαριά, ή ότι έπεσες στις γραμμές του Μετρό, ή ότι σε δάγκωσε κανένας δηλητηριασμένος σκύλος,  ή ότι έπεσες με το μηχανάκι και δεν φορούσες κράνος,  φοράς πάντα κράνος;  Δεν σου χαλάει τα μαλλιά όταν το φοράς; Τι κάνεις εδώ, χρήματα θες να βγάλεις;
-Όχι, ήρθα να παίξω tetris,  εσύ βλέπω… σταθερή αξία……….
-Τι εννοείς; Τι σταθερή αξία;  Πάλι με κάνεις πλάκα;  Αχ γιατί με δουλεύεις συνέχεια, εγώ χαίρομαι  πάντα όταν σε βρίσκω και μαθαίνω καινούρια πράγματα, α,α, το μηχάνημα κάνει μπιπ μπίπ, γιατί κάνει έτσι;   Χάλασε;
-Όχι,  το μπιπ μπιπ σημαίνει: Βλαμμένε, άσε τις κουβέντες με τα γκομενάκια και βάλε τον κωδικό σου αλλιώς θα σου  φάω την κάρτα.
-Αντε βρε πάλι με δουλεύεις.
Μήπως να βάλω τον κωδικό ανάποδα;
-Δεν σε δουλεύω καρδιά μου, άσε να κάνω την δουλειά μου εδώ και μετά πάμε βόλτα όπου θες αν δεν έχεις τίποτα να κάνεις .
-Ωραία! Τέλεια, τέλεια, να δεν κοιτάω,  κάνε την δουλειά σου, μια φορά στο χωριό
-Δεν σου είπα να μην κοιτάς, να μην μιλάς εννοούσα.
-Αχ, ναι, συγνώμη,  δίκιο έχεις, αλλά τώρα την ξεκίνησα την ιστορία και δεν μπορώ να σταματήσω, δεν κάνει να κοιτάς εκεί που δεν έχεις δουλειά, μια φορά στο χωριό ένα παιδί κοιτούσε ένα μήλο και πέθανε.
-……..
-Βασικά,  δεν πέθανε  επειδή κοιτούσε το μήλο,  τον είχε πάρει μαζί του ο θείος του για να κυνηγήσουν  γουρούνια  αλλά το παιδί βαριότανε   και κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο , είχε ένα μήλο στο χέρι και ο θείος του νόμιζε ότι έβλεπε γουρούνι και τον πυροβόλησε. Μια φορά όμως μόνο έριξε, όταν άκουσε το ά! δεν ξανάριξε,   μπαμ και κάτω, ανεψάκι μου φευγάτο. Ακόμα με τα λεφτά; Τι κάνεις τόση ώρα εκεί;  Παιχνίδι το πέρασες;
-Δεν ξέρω, κάτι έπαθε και αργεί να βγάλει χρήματα.
-Αχ αυτά τα μηχανήματα όταν αργούνε μου την σπάνε πολύ,  λες να έπαθε τίποτα αυτός που χειρίζεται το μηχάνημα από την άλλη μεριά; Λες να πέθανε και να έχει  ριγμένο το κεφάλι του στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή;  Μια φορά μιλούσα με την γιαγιά μου στο τηλέφωνο, εκεί που τα λέγαμε η γιαγιά μου είπε να περιμένω λίγο και να  μην κλείσω,  ήθελε να πάει να δει το φαί που είχε πάνω στο μάτι της κουζίνας. Εγώ περίμενα δεν έκλεισα, περίμενα πολύ ώρα, ίσως και μισή ώρα, αλλά η γιαγιά είχε πεθάνει στο δρόμο προς την κουζίνα, ούτε άχνα δεν έβγαλε. Το φαί πρέπει να κάηκε εκείνη την μέρα, τζάμπα ξεκίνησε να το φτιάχνει, έτσι είναι η ζωή, σαν ένα φαί που κάηκε,  ξεκινάς να κάνεις κάτι μα στα μισά σου τυχαίνει κάτι άλλο και αυτό που είχες ξεκινήσει καίγεται και μυρίζει άσχημα, αυτό όμως που σου έτυχε δεν ξέρεις αν σου βγει σε καλό η σε κακό, δεν το έχεις διαλέξει, ακόμα με τα λεφτά; Αντε, τι κάνεις τόση ώρα;
-Τώρα τελειώνω… μίλα εσύ , σε προσέχω, κάτι για ένα φαγητό που κάηκε έλεγες
- Έλεγα για την γιαγιά μου που πέθανε. Ο θείος ο Επαμεινώνδας μας είπε μετά ότι είχε σκοντάψει η γιαγιά σε ένα  συρτάρι που ήταν ανοιχτό και χτύπησε το κεφάλι της στο πόμολο από ένα ντουλαπάκι κάτω από τον νεροχύτη.  Βαριότανε να  το κλείσει το συρτάρι.   Α! έβγαλες τα χρήματα ωραία! Πάμε, είχα αρχίσει να βαριέμαι.
-Δεν κάνει να βαριέσαι, η βαρεμάρα είναι  μεγάλη αμαρτία.
-Δεν πέθανε ποτέ κανείς από τη βαρεμάρα
-Α, έτσι σου είπαν να λές;  Σε όλες τις εκδοχές του μήλου της Εύας  είναι ή δεν είναι η βαρεμάρα  το κυρίαρχο χαρακτηριστικό
-Αχ, δεν ξέρω… εξήγησε μου….
-Ωχ, τι είσαι εσύ παιδάκι  μου…. Τεσπα,  λοιπόν, άκου, η Εύα έδωσε το μήλο στον Αδάμ σωστά;  Ο θεός είχε απαγορεύσει στους πρωτόπλαστους να φάνε από την απαγορευμένη μηλιά. Μια μηλιά υπήρχε όλη και όλη στον παράδεισο.   Ο Αδάμ και  Εύα ζούσαν ευτυχισμένοι στο δάσος, σαν πιθικάκια, τρέχανε από δω από εκεί,  παίζανε, σκαρφαλώνανε σε δέντρα και γενικά περνούσανε καλά. Μα έλα όμως που Εύα πήγε και έφαγε το πρώτο μήλο. Από τότε η Εύα άρχισε να σκέφτεται και να μιλάει λίγο,  μήλο, μιλιά, ομιλία, καταλαβαίνεις, ο Αδαμ όμως δεν είχε φάει ακόμα μήλο, του άρεσε να παίζει χωρίς να σκέφτεται,  η Εύα έφαγε κι άλλο μήλο και σκεφτόταν ακόμα περισσότερα πράγματα,  άρχισε να θέλει ρούχα, σπίτια, παιδιά, ο καημένος ο Αδάμ όμως δεν καταλάβαινε, νόμιζε ότι όλα είναι παιχνίδι, νόμιζε ότι η Εύα απλώς κουνούσε το στόμα της.  Η Εύα στο τέλος είχε φάει σχεδόν όλα τα μίλα από το δέντρο και δεν έπαιζε καθόλου, ο Αδάμ πάλι δεν καταλάβαινε τι γινότανε, έβλεπε την γυναίκα που δεν ήθελε να παίξει, την έβλεπε να φοράει ρούχα και έξυνε την κεφάλα του. Την ώρα λοιπόν που η Εύα πήγαινε να φάει το τελευταίο μήλο  πετάχτηκε ο φίδις  μέσα από το δέντρο και τρόμαξε η κοπέλα όπως τρόμαξες εσύ εμένα πριν με το τζα.  Ο κύριος φίδις λοιπόν είπε στην Εύα να δώσει  το τελευταίο μήλο στον Αδάμ για να αρχίσει και αυτός να σκέφτεται και να μιλάει. Έτσι και έγινε. Από τότε άρχισε και ο Αδάμ να σκέφτεται,  πολύ λιγότερο όμως  από την Εύα και μιλούσε ακόμα λιγότερο.  Δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε σε τίποτα, μαλώνανε συνέχεια. Του τα ζαλίζανε του θεού , μέχρι που τα πήρε ο πρωτομάστορας  στο κρανίο και τους πέταξε έξω από τον παράδεισο. Ουστ ρεμάλια να πάτε αλλού να μαλώσετε. Και έτσι χάσαμε τον παράδεισο. Η πολύ σκέψη φέρνει ή λόγια ή βαρεμάρα και αυτά με την σειρά τους φέρνουν καυγάδες.   Όσο  λιγότερο σκέφτεσαι και όσο λιγότερο μιλάς, πρόσεχε ΜΙΛΑΣ, τόσο πιο κοντά στον παράδεισό είσαι .
-Μήπως με δουλεύεις;  Στο σχολείο αλλιώς μας τα είπανε.
-Αλλιώς τα είπανε, μα άλλα σημαίνουν, είναι όλα μεταφορικά γραμμένα, δηλαδή τι πίστευες ότι ο κόσμος φτιάχτηκε σε έξι μέρες;  Απλά είναι διαχωρισμός  σε  μεγάλες γεωλογικές περιόδους που κράτησαν και δισεκατομμύρια χρόνια η καθεμιά, κάτι σαν την σχετικότητα του χρόνου που όταν μιλάω μαζί σου…. Αστό……
-Δηλαδή έτσι χάσαμε τον παράδεισο;  Και τι σχέση έχει αυτό με την βαρεμάρα;
-Μισό λεπτό να σκεφτώ…
-Τι να σκεφτείς, εσύ δεν είπες ότι δεν κάνει να σκεφτόμαστε
-Δεν είπα αυτό,  να μην σκέφτεσαι αυτά που σε βάζει το φίδι να σκέφτεσαι,  να μην σκέφτεσαι περισσότερο από ότι χρειάζεται,  και να μην μιλάς περισσότερο από ότι χρειάζεται.  Πάντα θα έρχονται φιδάκια για να σου δώσουν μήλα και να σου χαλάσουν τον παράδεισο. Το φίδι λοιπόν καλή μου φίλη είναι η βαρεμάρα, όταν αντί να κουνήσεις τον κώλο σου και αν κάνεις καμιά δουλειά ή να κάνεις καμία βόλτα ή  να χαρείς με κάτι απλό, έρχεται το φιδάκι και σε βάζει να σκέφτεσαι πως θα το αποφύγεις ή το πώς θα βρεις μια λύση να κάνεις τους άλλους να κουραστούν για σένα.
-Με μπέρδεψες
-Και εγώ μπερδεύκα άστο μην το ψάχνεις.  Να θυμάσαι μόνο αυτό , μου το είπε ένας παππούς στην Λάρισα «Λίγο μυαλό καλά είναι, καθόλ΄ μυαλό καλύτερα».   
-Ωραίος ο παππούς, έχει πεθάνει;
-Ναι
-Από τι; Άσε μη μου πεις θα μαντέψω!



Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Θα μπορούσε να έχει ειρμό.


Τα πλοία έρχονται και φεύγουν αδειάζουν μπανάνες και παγωτά, σπάνε σε κομμάτια γίνονται οδοντογλυφίδες, καθαρίζουν τα δόντια κάνουν μαγικά και χάνονται στα μαύρα σύννεφα που βρίσκονται πάντα πάνω από το τελευταίο μυρμήγκι που επέζησε από την  οικονομική κρίση.  Φτάνει που έγινε και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, θα γραφτούν τραγούδια και ποιήματα, θα προσπαθήσουν να  το περιγράψουν στα γουρούνια μα αυτά θα γουστάρουν τις λάσπες ,  θα στριφογυρνάνε μέχρι να πέσουν σε κόμμα, θα κατηγορήσουν τα άστρα,  θα κρύψουνε τα άστρα, θα βάλουν φωτιές , θα μας πνίξουν.  Οι άσπρες κάλτσες πεταμένες   στο πάτωμα, φωσφορίζουν και μοιάζουν με μισοφέγγαρα στο σκοτεινό  κενό που εκτείνεται κάτω από τα πόδια μας, τα γυμνά μας πόδια, οι κάλτσες έγιναν μισοφέγγαρα και η Σελήνη αγαπάει Αλέξη.   Αστράφτει το σπαθί του καβαλάρη που πολιορκεί τα σύννεφα λίγο πριν την αλλαγή της τρίτης χιλιετίας ημέρα Τετάρτη ξεχασμένη σε ένα βάζο με μαγιονέζα δίχως καπάκι. Εκεί στα βόρεια στις κρύες κουβέρτες και τα δροσερά σεντόνια λαμβάνει χώρα η μεγάλη γιορτή του πνιγμού των δέντρων που προσκυνάνε ξυπόλυτα έναν άγνωστο θεό. Θα μπορούσαν όλα να είχαν ειρμό και χάρη αλλά θα μπορούσαν και να μην είχαν, δύο πράγματα μπορούν να συμβούν, αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν, όλα τα άλλα είναι μάταια, μάπα και το καρπούζι, χωρίς σπόρια, άσπορο, άσπρο, σαν    το χιόνι που μια μέρα ένας τρελός έκοψε τις φλέβες του και περπατούσε ακαθόριστα με τα χέρια του να κρέμονται παρακλητικά προς τα κάτω , το αίμα έβαφε το χιόνι,  τα πόδια του χαλούσαν αυτό το τέλειο αψεγάδιαστο τοπίο. Περπατούσε μέχρι που ολοκλήρωσε αυτό που ήθελε , έγραψε με το αίμα του ένα όνομα, ένα όνομα με κόκκινα μεγάλα γράμματα, έπεσε νεκρός, έγινε κρύος και σαν άσπρος σαν το χιόνι, από ψηλά με τα μάτια της ψυχής του έβλεπε για πιο λόγο πέθανε,  το χιόνι έλειωσε και το πρωί δεν υπήρχε τίποτα εκεί που είχε γράψει το όνομα του, τίποτα ούτε γράμματα, ούτε χιόνι, ούτε γη, ούτε αέρας , ούτε κενό, δεν υπήρχε  τίποτα.  Γεννηθήκαν όλα από την αρχή για ένα δευτερόλεπτο και πάλι έσβησαν με μια ριπή του ανέμου, απαγορεύεται να γεννιέσαι, πρέπει να γίνεσαι, πρέπει να γίνεις και να διαλέξεις τον τρόπο που θα πεθάνεις, και αν το πετύχεις έχεις γίνει, αν όχι απλά είχες γεννηθεί .

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Nemo me impune lacessit


Πολλές φορές  έχω μια ιστορία να γράψω αλλά δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Όσο το σκέφτομαι τόσο η εισαγωγή μεγαλώνει.   Καιρό τώρα είχα σκοπό να γράψω την ιστορία με την Μαρίνα.   Κάθε φορά όμως που την σκέφτομαι, την Μαρίνα,  μεγαλώνει,  η εισαγωγή.  Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να αφήσω απ έξω τις εισαγωγές και τους προλόγους και να μπω κατευθείαν στο ψητό, κάτι που δεν έκανα το βράδυ που γνώρισα την Μαρίνα.

Είμαστε μέσα στο Marabou στην Πανόρμου, τέσσερα άτομα παρέα,  ο Μήτσος ο Πατσάς συμμαθητής μου από το λύκειο, ένας κάγκουρας του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι και η Μαρίνα.  Η κατάστασή έχει ως εξής, ο Μήτσος τα έχει με μια δασκάλα, η Μαρίνα είναι συνάδελφος της κοπέλας  του Μήτσου, ο Κάγκουρας είναι συνάδελφος του Μήτσου στο στρατό,  και όλοι μαζί τραγουδάνε ζωηρά ‘’δύο μισθοί, δύο μισθοί’’ . Ο Κάγκουρας είχε δει την   Μαρίνα σε μια φωτογραφία απ την παρέα του Μήτσου και ζήτησε προξενιό για σεξ και ‘’δύο μισθοί, δύο μισθοί’’.  Κανονίστηκε ραντεβού ,τετράδα,  με τις δασκάλες και τους δυο στρατέους.  Η κοπέλα του Μήτσου αρρώστησε και  έφυγε αλλά παρακάλεσε τον Μήτσο  να μείνει εκεί για να μην χαλάσει το προξενιό. Οπότε ο Μήτσος για να μην είναι ξέμπαρκος ανάμεσα στο  προσεχώς ‘’δύο μισθοί’’  πήρε  εμένα τηλέφωνο που μένω στην γειτονιά. Γιατί δεν το έκανε από την αρχή;  Επειδή πολύ απλά είμαι εντελώς αντικοινωνικός και ο Μήτσος το ξέρει πολύ καλά αυτό.   Δύο πράγματα σιχαίνομαι περισσότερο σ αυτόν τον κόσμο, τον Μιχάλη Χατζηγιάννη  και τις παρέες με άσχετους. Γιατί βγήκα; Είχα ανάγκη από λίγη βλακεία και ο Μήτσος είναι ο καλύτερος προμηθευτής σ αυτόν τον τομέα.  Εκείνο το βράδυ  σάπιζα στο σπίτι μου και φυλλορροούσα τις απεγνωσμένες προσπάθειες των μωβ δαχτυλιδιών του καπνού   να παραμείνουν ζωντανά και στρόγγυλα στην πορεία τους προς το ταβάνι .   Όταν μου ετέθη το δίλημμα σαπίλα ή Μήτσος  έστριψα άλλο ένα τσιγάρο  και το σκέφτηκα αρκετά.   Το αποφάσισα,  σαπίλα με τον Μήτσο . Και τώρα αυτό που σκέφτομαι είναι πότε θα τελειώσω επιτέλους αυτή  την εισαγωγή.  Εισαγωγές-Εξαγωγές ο Μήτσος.

Οι  προσεχώς ‘’δύο μισθοί’’  καθόταν απέναντί μου.  Ο Μήτσος δίπλα μου.  Η Μαρίνα είναι μια απίστευτα όμορφη κοπέλα,  ψιλή, λεπτή , μελαχρινή, ο ορισμός της κομψότητας. Ο κάγκουρας είναι μπρατσαράς με κοντομάνικο ριγέ πουκάμισο μέσα στο χειμώνα, αυτό τα λέει όλα.  Καθώς μου μιλούσε ο Μήτσος χωρίς να δίνω σημασία τι μου λέει, παρατήρησα ότι κάγκουρας με  ‘’έκοβε’’.  Οι μπρατσαράδες έχουν την τάση όταν βλέπουν έναν άλλον άντρα να τον ζυγίζουν με το μάτι και να υπολογίζουν αν μπορούν να τον δείρουν, το ξέρω από το στρατό αυτό, είχαμε πολλούς μπρατσαράδες στις Ειδικές Δυνάμεις.   Ο συγκεκριμένος τύπος  μιλούσε στην Μαρίνα και που και που μου έριχνε υπολογιστικές  ματιές. Εγώ κοιτούσα διακριτικά την Μαρίνα  και που και που μου έριχνε και αυτή ματιές. Κατάλαβα ότι ο τύπος της έλεγε μαλακιές και αυτή τον άκουγε από ευγένεια .  Μάλλον θα της εξηγούσε κάποιο πενταετές πλάνο ή την οικονομική ευρωστία την οποία φαντάζεται ότι έχει και ότι έχει σημασία. Ο Μήτσος απ όσο μπόρεσα να καταλάβω από τα συμφραζόμενα  μου εξηγούσε τα νέα διοικητικά του καθήκοντα που ανέλαβε στη μονάδα μετά την  προαγωγή του.  Είχα μόλις μισή ώρα και ήθελα να φύγω, η αντικοινωνικότητά μου χτυπούσε κόκκινο. Για να την παλέψω γύρισα το μυαλό μου στο burn mode.  Ζήτησα βοήθεια να έρθει να με σώσει και σαν από θαύμα εμφανίστηκε ο Άγιος Δημήτριος μέσα στο μαγαζί. Περήφανος πάνω στο λευκό του άλογο που έλεγαν Μανώλη εισέβαλε μέσα στο μαγαζί και ερχόταν προς μέρος μας.   Ήταν ντυμένος σαν τον Έλβις αλλά ήταν ο Άγιος Δημήτριος. Ερχόταν με σηκωμένο το φωτόσπαθό του έτοιμος να κόψει το κεφάλι του κάγκουρα.  Και το έκανε, με το που άγγιξε τον κάγκουρα με το σπαθί αυτός εξαφανίστηκε και έπεσαν τα άθλια ρούχα του στο κένο.  Χάρηκα, ο Άγιος Δημήτριος ήρθε να λάβει την πληρωμή  του. Αλλά έκανε ένα λάθος, αυτό ήθελε δεν θα του το έδινα. Άπλωσε τα χέρι του να  μου πάρει το μπολάκι με τα φιστίκια.  Μέγα λάθος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο μπολάκι και κοιτώντας τον σοβαρά και απειλητικά μέσα στα μάτια του είπα
-Δεν νομίζω Τάκη…..
Ο Μήτσος με σκούντησε και πετάχτηκα έξω από το burn mode. Είχα κάνει μαλακία, το Μαρινάκι είχε απλώσει το χεράκι της να πάρει φιστίκι αλλά εγώ έβαλα την χοντροχεράκλα μου και το κάλυψα από πάνω.  Όσο έκαιγα το μυαλό μου κοιτούσα το μπολάκι με τα φιστίκια, όταν με σκούντησε ο Μήτσος είδα το χέρι μου πάνω στο μπολάκι, πάνω από χέρι μου ένα όμορφο απαλό χεράκι περίμενε, σήκωσα σιγά σιγά το βλέμμα και είδα με την σειρά, τραπέζι,  βυζάκια Μαρίνας,  λαιμός Μαρίνας, πρόσωπο Μαρίνας, χαμογελούσε, με ρώτησε  γλυκά «Να πάρω;»  ξύπνησα απότομα, τράβηξα το χέρι μου  ακόμα πιο  απότομα και κοίταξα αλλού.  Στο βάθος ένας ωραίος κώλος, κοίταξα πάλι  μπροστά, η Μαρίνα με κοιτούσε και χαμογελούσε, « τι σκέφτεσαι ;»  με ρώτησε, δεν απάντησα χαμογέλασα μηχανικά και γύρισα στον Μήτσο  «πάω λίγο έξω να πάρω ένα τηλέφωνο » του είπα και έφυγα από το τραπέζι.  Ήταν λίγο δύσκολο να βγω προς τα έξω είχε πολύ στριμωξίδι. Ευχήθηκα να είχα το άλογο του Αγίου Δημητρίου, τον Μανώλη ,για να περάσω άνετα απ αυτό τον κόσμο. Είχα τα χέρια μου κολλημένα στο στήθος για να μην πιάσω καναν κώλο καταλάθος, μια ωραία κοπέλα ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, στριμωχτήκαμε πολύ , με άγγιξε με το χέρι της στην κοιλιά,  την κοίταξα λίγο και μου χαμογέλασε, τι στο κάλο έχουν πάθει όλες σήμερα και μου χαμογελάνε;  Επιτέλους έφτασα στις σκάλες και κατέβηκα. Είχε κρύο έξω και δεν είχα πάρει και το μπουφάν, το άφησα εκεί  πάνω να επιβεβαιώνει και να υπενθυμίζει την απουσία μου ή … την μαλακία μου.  Με τα χέρια στις τσέπες πέρασα απέναντι τον δρόμο , κάθισα σε ένα παγκάκι και έβγαλα το κινητό να παίξω tetris.

Μετά από δέκα λεπτά ένιωθα ότι δεν αντέχω άλλο το κρύο και αναγκάστηκα να σηκωθώ να ξαναπάω μέσα, κρίμα και τα πήγαινα τόσο καλά στο παιχνίδι….  Μπαίνοντας στο μαγαζί  είδα την ’’παρέα’’ στο βάθος. Ο κάγκουρας έλεγε κάτι στην Μαρίνα και ο Μήτσος είχε βάλει το αυτί ανάμεσα  τους και άκουγε, ξαφνικά είδα τους δύο να γελάνε δυνατά και την Μαρίνα  να σκύβει και χαμογελάει μάλλον από ευγένεια βάζοντας το χέρι της στο μέτωπο,  προφανώς της είχαν πει   σόκιν ανέκδοτο. Μόλις κάθισα στο τραπέζι ήρθε ο Μήτσος δίπλα μου.
-Που ήσουνα ρε μαλάκα; Μου είπε.
-Έξω, δεν σου είπα;
-Που έξω; Βγήκε η Μαρίνα να πάρει κάπου ένα τηλέφωνο και δεν σε είδε λέει.
-Αλήθεια λες τώρα; Βγήκε να πάρει τηλέφωνο;
-Ναι σε λέω, που ήσουνα; Πάλι γύρο έτρωγες;
-Βγήκα να δέσω τα κορδόνια…. Να σου πω… τι παίζει με το Μαρινάκι;
-Τίποτα μωρέ, την ψήνει από δω ο φίλος αλλά δεν το βλέπω…
-Καλά αυτό είναι το μονό σίγουρο, πέρα από αυτό, τι λέει;
-Τι να λέει… όμορφη είναι, δασκάλα είναι, μόνη της είναι, μορφωμένη σαν και σένα είναι
-Δεν είμαι μορφωμένος στο έχω πει χίλιες φορές. Που μένει;
-Στο Γέρακα νομίζω,  εκεί δουλεύει πάντως.
-Στο Γέρακα;!!! Ακόμα πιο μακριά δεν μπορούσε; Να πάει να γαμηθεί πες την. 
Την κουβέντα την διέκοψε ο κάγκουρας χωρίς να μας μιλήσει, ακούμπησε το άδειο  ποτήρι μπροστά στον Μήτσο.  Αυτός κατάλαβε  και έψαχνε ζωηρά να βρει την γκαρσόνα.
-Τι έγινε ρε; Του λέω
-Το ποτήρι του ‘’Τάδε΄΄΄ δεν κάνει να μένει ποτέ άδειο.
-Πλάκα με κάνεις;
-Όχι ρε, όταν ο ένας ψήνει γκομενάκι ο άλλος πάντα φροντίζει να μην μένει άδειο το ποτήρι από ποτό.
-Στρατέοι κάγκουρες….
-Γιατί κάγκουρες ρε;
-Χωρίς να σκεφτώ πάρα πολύ, αμέσως μπορώ να καταλάβω ότι ο φίλος μας, αυτό το γλυκό αγόρι με τα μεγάλα μπράτσα και το μικρό πουλί , έχει ακριβό αυτοκίνητο.
-Γιατί το λες αυτό;
-Τι αμάξι έχει;
-BMW Z3
- Στρατιωτικός με Z3, χμ,  πάμ’ παρακάτω, είμαι σίγουρος ότι μια φορά την βδομάδα πάει σε σκυλάδικο και βάζει μπουκάλι. Ουίσκι.
-Δεν είναι σκυλάδικα, παίζουν λαϊκή μουσική και ενείωτε έχουν καλό πρόγραμμα, και αν δεν πάρεις μπουκάλι  στα μπουζούκια καλύτερα μην βγεις, κάτσε σπίτι.
-Εννίοτε;  Σπίτι; Να σου πω… μετά φταίω εγώ που είμαι αντικοινωνικός;  Άντε εσένα σε αντέχω παρόλο που είσαι βλάκας γιατί σε ξέρω από το σχολείο,  το να μην θέλω να βγαίνω με άτομα σαν αυτό το ζώο που έχεις φέρει,  αυτόν τον ορισμό της βλακείας και της πεζότητας, που εκτός απ το ότι με κόβει τόση ώρα για να δει αν μπορεί να με δείρει , είμαι υποχρεωμένος να τον βλέπω να κολλάει στην Μαρίνα, που παρόλο που μένει στον Γέρακα, μα καλά και αυτήν, στον Γέρακα; Είναι δυνατόν;  Παρόλο λέω που μένει στον Γέρακα είναι καλό γκομενάκι και της αξίζει τουλάχιστον καλύτερη συμπεριφορά. Τι έλεγα; Α, ναι, το να μην θέλω να συναναστρέφομαι με τέτοια άτομα με κάνει αντικοινωνικό;
-Τον παρεξήγησες.
-Α, ναι;  Τι κοινό μπορεί να έχω εγώ μ αυτόν;
-Όπως εσένα δεν σου αρέσει η ντομάτα αυτουνού δεν του αρέσει καθόλου η μουστάρδα.
-Άσχετο
-Τι σχετικό να πω με σένα που έμπλεξα; Κάτσε εδώ θα στον φέρω να αλλάξεις  γνώμη.
-Μη!
Έπιασα τον Μήτσο από μανίκι αλλά αυτός μου ξέφυγε, πήγε στην απέναντι μεριά  και είπε στον κάγκουρα ότι θέλει να μιλήσει λίγο με την Μαρίνα. Ο Μήτσος έμεινε με την Μαρίνα και το αγόρι με τα μεγάλα μπράτσα ήρθε προς εμένα. Όπα… εδώ είμαστε…..
   Στάθηκε δίπλα μου, μια αμηχανία υπήρχε στον αέρα, αυτό που δεν ξέρεις πώς να ξεκινήσεις την κουβέντα αλλά πρέπει να ξεκινήσεις. Σκέφτηκα να του πω για τους πιγκουίνους αλλά με πρόλαβε, μου μίλησε αυτός πρώτος.
-Φιλαράκι, να σε ρωτήσω…. Γυμνάζεσαι;
-Ε, κάτι ψιλά….
-Σε βλέπω μες την υγεία είσαι,  καθόλου λίπος,  ψιλοτουμπανάκι είσαι, πρέπει να έχεις πολύ νεύρο…
-Ναι, ναι….
-Εχείς και πολύ ωραίο συμμετρικό σώμα. Η συμμετρία είναι μεγάλη υπόθεση
-Ναι, ναι….
-Έχεις και πολύ ωραία χέρια, γεμάτα φλέβες.
-Ναι, ναι….
-Πάντως παρόλο που φαίνεσαι αθλητής πιστεύω ότι σ έχω, σε περίπτωση… ξέρεις… (έκανε μια κίνηση που έμοιαζε μποξερική)
-Ναι,  βέβαια….
-Με ειρωνεύεσαι;
-Όχι, καθόλου.
-Α, επειδή σε βλέπω να απαντάς κάπως….
-Είμαι κάπως, μη με παρεξηγείς….
-Καλά δεν τρέχει τίποτα, αμάξι έχεις;
-Όχι
-Εγώ έχω Z3
-A
-Σου λέω τα αξίζει τα λεφτά του, είπα θα σφιχτώ μερικά χρόνια και θα το πάρω, και το πήρα ρε φίλε, ξέρεις πως κάνουν οι γυναίκες όταν βλέπουν καλό αμάξι..
-Πως;
-Με δουλεύεις;
-Όχι ρε φίλε, απλά εγώ δεν έχω αμάξι και  απ όσες κοπέλες γνώρισα ποτέ δεν  τις ένοιαζαν αυτά τα πράγματα, α, εκτός από μια…. νομίζω μια… α, και η… πρόσφατα …. ναι….. τέλος πάντων δεν ξέρω πως κάνουν οι γυναίκες όταν βλέπουν  καλό αμάξι.
-Η γυναίκα φίλε να ξέρεις κοιτάει τον άντρα στο παπούτσι και στο αμάξι
-Σοφό…..
-Σωστό είπες;
-Ναι σωστό…
-Πάντως να ξέρεις, μπορεί μερικοί να με λένε υπερβολικό που αγόρασα Z3, αλλά τα αξίζει τα λεφτά του
-Αλίμονο
-Άκου να δεις τι κάνει το αμάξι:
Κάπου εδώ άρχισε να μου λέει για τις ικανότητες του αυτοκινήτου του,  τις οποίες δεν μπορώ να μεταφέρω γιατί δεν τις θυμάμαι, για το πόσο καλός οδηγός είναι, για ένα σκηνικό που του έτυχε σε ένα φανάρι και τα  αρχίδια μου κουνιούνται.
 Γαμημένη η ώρα που περίμενα να τελειώσει ο μαλάκας, φρικάρω όταν μου λένε παπαριές. Μπορώ να μιλήσω για οτιδήποτε, αλλά μη μου λες ρε φίλε αμάξια, μη μου μιλάς για οινοποσίες, μη μου μιλάς για ποδόσφαιρο… oh my god! Είμαι gay!  Ή μάλλον…. Τώρα περνάει ένα απίστευτο κωλαράκι και το ακολουθώ με το βλέμμα, ο κάγκουρας σταμάτησε για λίγο να μιλάει και το κοιτάει και αυτός, ο Μήτσος μόλις πέρασε από δίπλα του γύρισε και το κοίταξε, έχω την εντύπωση ότι το κοίταξε και η Μαρίνα, σίγουρα το κοίταξε όλη αντροπαρέα που καθόταν απέναντί μας, απίστευτο κωλαράκι που λικνίζεται μαγικά και απομακρύνεται από μένα και από όλα τα μάτια που είναι καρφωμένα πάνω του. Καθώς απομακρύνεται γέρνω προς τα πλάγια σιγά σιγά για να συνεχίσω να βλέπω, το ίδιο έκανε και ο κάγκουρας. Να κάτι που μας δένει. Κατά βάθος….. ναι, καθώς έγερνα ακούμπησα το κεφάλι μου νωχελικά και απαλά στον ώμο του κάγκουρα, όπα, gay, τινάχτηκα, κοίταξα μπροστά, βυζάκια Μαρίνας, ωραία, καθόλου gay, πρόσωπο Μαρίνας, με  κοιτάει, χαμογελάει,  μαλακία, με έπιασε, κοίταξα απότομα αλλού. Μίλησα του κάγκουρα για να δείξω ότι κάτι κάνω.
-Απίστευτος κώλος
-Απίστευτος… συγκατένευσε
Ο Μήτσος άδειασε το ποτό του, φώναξα την γκαρσόνα και του παρήγγειλα ακόμα ένα
-Το ποτήρι του Μήτσου δεν μένει πότε άδειο.. είπα του κάγκουρα
-Έτσι…. 
Για λίγο σιωπή ανάμεσά μας, η μουσική όμως ακάθεκτη, άλλαξα σταυροπόδι και κλότσησα ελαφρά καταλάθος την Μαρίνα κάτω από το τραπέζι, ζήτησα συγνώμη και με συγχώρεσε με κοφτά  σύντομα νοήματα. Του κάγκουρα του ήρθε να με ρωτήσει για τον στρατό. Σκατά.
-Μου είπε ο Μήτσος ότι ήσουν στα αλεξίπτωτα.
-Ναι
-Τι λέει; Δύσκολα;
-Στις γκόμενες λέμε δύσκολα, στην ουσία είναι για τον πούτσο, ψυχολογία μόνο χρειάζεται.
-Εμείς πάντως στην σχολή είχαμε δύσκολη εκπαίδευση
Δεν ήθελα να μπω σ αυτήν την κουβέντα, ούτε ήθελα συνεχίσω την κουβέντα μαζί του, όποτε πήρα την γενναία απόφαση να το γυρίσω στην αγένεια και στην υπεροψία, πράγμα που δεν το κάνω πότε.
-Φιλαράκι, μη μου λες εμένα παπαριές, έχω περάσει από όλα τα στρατόπεδα των ειδικών δυνάμεων. Μπορεί να είσαι μόνιμος αλλά μη μου λες για στρατό. Άστο…. Γιαουρτάκι….
Τον αποσυντόνισα με αυτή την απάντηση, δεν το περίμενε ότι θα του μιλήσω έτσι. Έμεινε να σκέφτεται,  πρέπει να θίχτηκε, άναψα τσιγάρο και ρούφηξα με απόλαυση τον καπνό. Χαλάρωσα, ο κάγκουρας έμεινε να σκέφτεται ψιλοθυμωμένος, αν του έκλεινα την μύτη θα έσκαγε. Λες να σκεφτόταν να με δείρει; Με είχε κιόλας.  Τελικά αφού έκαψε το μαζούτ που είχε στο κεφάλι του μου μίλησε.
-Για το καλό της παρέας και επειδή είσαι φίλος του Μήτσου σταματάω εδώ την κουβέντα, δεν μ άρεσε έτσι όπως μίλησες πριν, αν το συνεχίσω μπορεί και να μαλώσουμε.
 Τώρα όταν σου μιλάει ο άλλος έτσι τι κάνεις;
-Εντάξει ρε φίλε, άστο μην το ψάχνεις, είμαι κάπως σήμερα… Του είπα και ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο.  


Ο κάγκουρας πήγε και μίλησε στον Μήτσο. Το Μαρινάκι  με κοίταξε « καλά είσαι;» με ρώτησε,  άσχετο σκέφτηκα, της απάντησα θετικά με ένα νεύμα του κεφαλιού.  Μέχρι στιγμής δεν έχω πει ούτε μια λέξη στην Μαρίνα, στην αρχή γιατί έπαιζε με τον κάγκουρα και στη συνέχεια γιατί έμαθα ότι μένει στον Γέρακα.  Το μόνο  σίγουρο είναι ότι αν ξεκινούσαμε την κουβέντα θα την καψουρευόμουνα. Πώς να μην ερωτευτεί κανείς μια πανέμορφη εικοσπεντάχρονη γλυκιά δασκάλα;  Η τύπισσα ήταν δασκάλα, αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αν ήταν καθηγήτρια, αγγλικών ας πούμε,  θα ήταν όλα διαφορετικά, το πιο πιθανό με μια καθηγήτρια είναι να πλακωθείτε και οι δύο στα σφηνάκια μέχρι να γίνεται σκατά λιώμα, να καταλήξετε να κάνετε σαβουροσέξ στο ακατάστατο σπίτι της και να ξυπνήσεις κατά τις τέσσερεις το πρωί από τα κουδούνια που βαράει μεθυσμένος  ο πρώην γκόμενός της, ροκάς , αναρχικός, τελειωμένος,  σαρανταφεύγα, και να παρακαλάει να τον συγχωρέσει για τριακοσιοστή εικοσιοστή  όγδοη φορά την μαλακία που έκανε. Αυτά με τις καθηγήτριες, οι δασκαλίτσες  είπαμε είναι αλλιώς  γαμώ τον Γέρακά μου μέσα.  

Μέχρι τώρα έπαιζε κλασικό ροκ, και έτσι στο ξεκούδουνο το γύρισε στα μπίτια, ναι το κάνουν αυτό στην Πανόρμου. Ο κάγκουρας μέχρι τώρα δεν χόρευε, ευτυχώς, ξαφνικά όμως μόλις άκουσε τα αντίστοιχα της μουσικής του παιδείας, αυτά απ τον κουβά, άρχισε να χορεύει ζωηρά. Είχε γυρίσει την πλάτη προς εμάς και κοιτούσε προς το μαγαζί, χόρευε σαν αγγούρι.  Κυρίως χοροπηδούσε και μας έδειχνε τα μπράτσα του.  Ο Μήτσος τον συνόδευσε στο χορό με το ίδιο στυλ. Μείναμε μόνοι με την Μαρίνα.  Κοιτούσα τον κάγκουρα και τον Μήτσο και από μέσα επαναλάμβανα συνέχεια Γέρακας, Γέρακας, Γέρακας. Η Μαρίνα τράβηξε την σκαμπό της και ήρθε και στάθηκε δίπλα μου.  Γέρακας, Γέρακας, σφίχτηκε το στομάχι μου. Με σκούντηξε και την κοίταξα, χαμογελούσε, Γέρακας, Γέρακας,.  Είχε πολύ όμορφο πρόσωπο και πολύ καθαρό βλέμμα, Γέρακας, Γέρακας,  είχε πολύ ωραία μαλλιά και μύριζε όμορφα, Γέρακας, Γέρακας,  ήταν και φιλότεχνή και με πολύ ωραίο στυλ, Γέρακας, Γέρακας,  είχε  πολύ ωραίο σώμα, βρε  δεν γαμιέται και ο Γέρακας,  είπα  μέσα μου,  αποφάσισα να πάρω μπρος, να κάνω κίνηση.  Κοίταξα τον κάγκουρα που χόρευε μπροστά μου, φορούσε πουκάμισο με λεπτές άσπρες και κόκκινες ρίγες. Φορούσα κόκκινα σταράκια με άσπρα κορδόνια. Όπως καθόμουν σταυροπόδι σήκωσα το ένα πόδι και έβαλα το παπούτσι μου λίγο πάνω από τον κώλο του κάγκουρα  σε απόσταση λίγων εκατοστών από το πουκάμισο  του, έδειξα με το δάχτυλό μου ότι ήμασταν ασορτί.  Η Μαρίνα άρχισε να γελάει, δίπλα μου καθόταν δύο ψευτογκοθούδες γκόμενες, γέλασαν κι αυτές. Ωραία μέχρι τώρα έχω κάνει το Μαρινάκι να γελάσει χωρίς να έχω πει κουβέντα. Τώρα αν το ανοίξω το γαμημένο το στόμα δεν ξέρω τι θα βγει. Πώς να ξεκινήσω την κουβέντα; Στην ίδια φάση ήμουνα πριν με τον κάγκουρα, ευτυχώς την άνοιξε αυτός την κουβέντα, τώρα; Να της πω για τους πιγκουίνους;  Θα ξεκινήσω και ότι βγει
-Να σου πω… χωρίς παρεξήγηση…. Γυμνάζεσαι; Της είπα ενώ ακόμα γελούσε
-Τι; Μου είπε έχοντας υπολείμματα γέλιου στο πρόσωπό της
-Να βλέπω ότι έχεις ωραίο σώμα, συμμετρικό…
-Σε ευχαριστώ αλλά…. Πλέον έχει λίγο χαμόγελο και περισσότερο απορία
-Έχεις και πολύ ωραία χέρια. Την διέκοψα
-Πάλι σε ευχαριστώ αλλά τι…. Έχει μείνει μόνο η απορία, αρχίζω και το χάνω το παιχνίδι, η μέθοδος κάγκουρα δεν έπιασε
-Μην απορείς, δεν σου την πέφτω, αλλά αυτά μου έλεγε πριν ο φίλος σου για μένα την ώρα που μιλούσαμε.
-Έλα ρε, με τρόμαξες, είπα και εγώ  τι μου λέει τώρα…. Με χτύπησε ελαφρά στον ώμο και χαμογέλασε, πολύ χαμογελάει αυτήν…
-Συγνώμη αν πρόσβαλα τον φίλο σου
-Δεν είναι φίλος μου, προξενιό χωρίς να το θέλω ήταν
-Ήταν;
-Σίγουρα ΄΄ήταν’’  δεν μπορείς να φανταστείς τι βλακείες μου έλεγε
-Μπορώ, και  στο μένα μάλλον τα ίδια μου έλεγε το λίγο που μιλήσαμε
-Φαντάσου το στο πολλαπλάσιο.
-Γιαυτό πίνεις;
Μπορεί να είναι αισχρό να πιάνεις κουβέντα θάβοντας ένα άτομο αλλά συνήθως πιάνει, εδώ λύγισα της αναστολές μου για τον Γέρακα, γαμημένε Γέρακα θα με φάνε τα χιλιόμετρα, δεν θα κατέρριπτα τις ηθικές μου αναστολές για τον κάγκουρα; Δεν το έσωσα έ; Χέστηκα, η κουβέντα με το Μαρινάκι προχωρούσε, σε λίγο θα μιλούσαμε σαν να την ξέρω χρόνια.
-Εσύ δεν πίνεις απ ότι βλέπω. Μου είπε η Μαρίνα
-Δεν μίλησα αρκετά με τον κάγκουρα, δεν μου λες με τι ασχολείσαι; Συνάδελφος των παιδιών είσαι;  (λες και δεν το ήξερα)
-Όχι, δασκάλα είμαι
-Έλα ρε, μπράβο, πολύ ωραία (εκτός απ το είσαι στον κωλογέρακα)
-Ναι μ αρέσει η δουλειά μου
-Σε ερωτεύονται και όλα τα παιδάκια
-Λες;
-Φυσικά αφού είσαι όμορφη και χαμογελαστή
-Και εγώ που νόμιζα ότι δεν μιλάς καθόλου
-Μιλάω αρκετά αλλά με λίγα άτομα
Και συνεχίσαμε να μιλάμε για κανα δεκάλεπτο ακόμα, όσο οι άλλοι χόρευαν,  τίποτα το πολύ ιδιαίτερο, με ρώτησε για τη δουλεία μου, είπαμε για μερικά μαγαζιά στην Αθήνα, για το αν και πως πρέπει να γίνεται το  ‘’καμάκι’’ και διάφορα άλλα θέματα. Όλα επιγραμματικά, ότι πρέπει  για να κανονιστεί επόμενο ραντεβού.  Γαμημένε Γέρακα.  Δασκαλίτσα καφέ, καθηγήτρια σφηνάκια. Συνέχιζα την κουβέντα με την δασκαλίτσα με έτοιμη την κατάσταση να ανταλλάξουμε στοιχειά επικοινωνίας . Με σκούντησε ο Μήτσος
-Τι; Του είπα ψυχρά.
-Έλα λίγο να σου πω.
-Μετά. Του είπα
-Τώρα
Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι σκέφτηκα  «ξανάρχομαι» είπα στην Μαρίνα και σηκώθηκα. Με τον Μήτσο παρέα πηγαίναμε προς τα έξω, περίπου ήξερα τι θα μου πει, είχα σπαστεί ήδη και ετοίμαζα τα επιχειρήματα μου. Στην διαδρομή προς τα έξω κανένα γκομενάκι δε μου χαμογέλασε ή μπορεί και να μην το είδα. Βγήκαμε στον προθάλαμο, λίγο πριν τις σκάλες. Η μουσική ακουγόταν υπόκωφα.
-Τι κάνεις; Μου είπε ο Μήτσος
-Τα πάντα σε πολύ καλή τιμή.
-Παίζεις με το Μαρινάκι;
-Φυσικά
-Τι φυσικά ρε; Η Μαρίνα είναι εδώ για τον  ΄΄τάδε΄΄
-Η Μαρίνα και ο καθένας εδω είναι για τον εαυτό του.
-Δεν το καταλαβαίνεις ότι φαίνομαι εγώ μαλάκας που σε έφερα εδώ;
-Ας μην με αφήνατε μόνο μαζί της, τι περίμενες; Αφού με ξέρεις.
-Επειδή σε ξέρω σου ζητάω να σταματήσεις
-Ναι, και θα κάνει πάρα πολύ καλό στο φίλο σου να γυρίσω και να μην ανταλλάξω κουβέντα μαζί της… το έχει χάσει προ πολλού το παιχνίδι
-Δεν έχει σημασία, σε παρακαλώ να σταματήσεις. Θυμάσαι με την γκαρσόνα στο Μπραφ που μου είπες να σταματήσω να την πειράζω; Δεν σταμάτησα;
-Δεν σου είπα να σταματήσεις να πειράζεις αυτήν, σου είπα να σταματήσεις γενικά να πειράζεις κοπέλες στην δουλεία τους, βρες την έξω και πες την ότι θες, χούφτωσε την κιόλας, και αν σε χαστουκίσει θα γελάω πολύ, αλήθεια.
-Ωραία, θυμάσαι με την Ιωάννα;
-Ήμασταν στο γυμνάσιο, ξέχνα το, πάρακάτω…
-Με την Ρένα; Δεν μου είχες πει να μην την πειράξω;
-Ήταν παντρεμένη με φίλο μου, εντελώς διαφορετική φάση.
Είχα ήδη ξενερώσει με όλο το σκηνικό, ο Μήτσος σκεφτόταν να θυμηθεί κάτι άλλο ανάλογο να μου το χτυπήσει, εγώ σκεφτόμουν την ξενέρα και τον Γέρακα.
-Άστο Μήτσο, γάμα το, πάμε πίσω, αλλά να το ξέρεις είσαι πολύ μαλάκας
-Σόρυ ρε φίλε, αλλά έτσι πρέπει να γίνει.
-Ε, αφού πρέπει….
-Ο  ‘’τάδε ‘’ μου είπε ότι είσαι ψευτόαναρχοκουλτουρίαρης
-Δίκιο έχει, αλλά που την έμαθε αυτή τη  λέξη αυτός; Στα μεσημεριανά;
- Δεν ξέρω ρε φίλε τι να σου πω, αισθάνομαι ήδη άσχημα.
-Καλά κάνεις, γάμα το σου λέω…. Πάμε

Γυρίσαμε στο τραπέζι, ο κάγκουρας μιλούσε στο αυτί της Μαρίνας. Μου είχε κοπεί η όρεξη για οτιδήποτε  και όταν συμβαίνει αυτό δεν το κρύβω ποτέ. Με έχουν κατηγορήσει πολλές φορές  γι’ αυτό το λόγο.  Ανταλλάξαμε κανάδυο ματιές με  Μαρίνα.  Σαν με ρωτούσε τι έγινε και σαν να με παρακαλούσε να την σώσω.  Δεν με χωρούσε ο τόπος, έπρεπε να φύγω από εκεί μέσα. Πέταξα ένα δεκάευρω στο τραπέζι και σηκώθηκα. Χωρίς πολλά πολλά είπα ένα «φεύγω,  δουλεύω αύριο»  έδωσα χειραψία στον καθένα ξεχωριστά. Η Μαρίνα με ρώτησε με απορία «αλήθεια φεύγεις;» «ναι »  της απάντησα, χαιρέτησα  ακόμα μια φορά σηκώνοντας το χέρι σαν μαλάκας Ινδιάνος και γύρισα την πλάτη μου να φύγω. Μια από τις γκοθούδες με σταμάτησε
-Φεύγεις; Να πάρω το σκαμπό;
-Ότι θες κάνε…. Της είπα  απότομα και έφυγα.


 Βγήκα στο δρόμο θυμωμένος, όχι με τους άλλους, με μένα. Θυμώνω με τον εαυτό μου  που πολλές φορές πράττω εντελώς σπασμωδικά.  Δεν μου φταίει κανείς άλλος, ούτε η γκαντεμιά μου, μόνος μου τα κάνω θάλασσα.  Ο θυμός με αναγκάζει να φεύγω γιατί αν μείνω ξέρω ότι θα έχουμε άσχημες εξελίξεις.  Πάντα έτσι γίνεται, θυμώνω, φεύγω, περπατάω,  σκέφτομαι, βρίσκω λύσεις, αλλά είναι πάντα πολύ αργά να γυρίσω πίσω.  Γιατί δεν έδωσα ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό μου στην Μαρίνα; Μήπως επειδή  είμαι γκαντέμης; Μήπως  μου φταίει κανείς άλλος;  Προφανώς όχι, άρα μονός ένας φταίχτης υπάρχει. Και κει που περπατάει ο φταίχτης τι βρίσκει στο δρόμο για το σπίτι του; Ένα BMW Z3. Αλήθεια, και σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κανενός άλλου παρά μονό του κάγκουρα. Ευτυχώς δεν είμαστε καγκουροπεριοχή και κάτι τέτοια αμάξια κάνουν μπαμ. Αλήθεια έτσι κάνουν όταν τα κλοτσάς στις πόρτες, μπαμ.  Δεν το έκανα όμως, την σκέφτηκα την κακία αλλά δεν το έκανα. Θα ήταν πολύ πεζό να κλοτσήσω ένα αμάξι , δεν μου πάει.  Συνέχισα τον δρόμο προς το σπίτι μου. Η συγκυρία όμως το να βρεθεί το αμάξι του κάγκουρα λίγο πριν το σπίτι μου δεν έπρεπε να θεωρηθεί τυχαία. Το σκεφτόμουν, λες και το έβαλε εκεί για να μου σπάσει τα νεύρα.  Λες και το έβαλε εκεί για να μου την πει. Ο ΜΑΛΑΚΑΣ, Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ. Προσπάθησα να καλμάρω, ήδη είχα απομακρυνθεί αρκετά από το αυτοκίνητο,  σε λίγο φτάνω σπίτι.

 Οι πιο μοναχικές στιγμές  της ημέρα είναι όταν ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου κατά την επιστροφή μου από έξοδο . Είναι αυτό το ένα δευτερόλεπτο που με πιάνει ψυχοπλάκωμα μέχρι να μπω μέσα. Την συγκεκριμένη βραδιά ήταν πολλαπλάσια χειρότερο.  Μπήκα στο σπίτι και πήγα κατευθείαν προς την κουζίνα. Έπρεπε να πιω μια γενναία ποσότητα βότκας πριν τα σπάσω όλα εκεί μέσα.  Άνοιξα το ψυγείο να πάρω το μπουκάλι , το βαζάκι με την μουστάρδα έπεσε μπροστά στα πόδια μου. Είχα ανοίξει με φόρα την πόρτα και το γαμημένο βαζάκι έφυγε από την θέση του. Ο κάγκουρας μισούσε την μουστάρδα. Πάλι μπροστά μου, δεν γίνεται ρε γαμώτο, αυτό πάει πολύ. Έβαλα το βαζάκι στην θέση του. Έκλεισα το ψυγείο. Έκατσα λίγο να σκεφτώ, να καλμάρω. Τόση ώρα δεν είχα σκεφτεί καθόλου την Μαρίνα. Επεξεργάστηκα λίγο τα δεδομένα. Ουσιαστικά δεν έχασα, το έβγαλα το γκομενάκι σχεδόν, αλλά δεν το είχα. Έκανα κάτι σαν τους ψαράδες που πιάνουν το ψαρί και το ξαναρίχνουν στη θάλασσα, απλά και μόνο επειδή δεν θέλουν το ψάρι αλλά τους αρέσει η διαδικασία. Τι καλοί άνθρωποι…. Μα εγώ δεν είμαι καλός άνθρωπος και δεν θα πετούσα το ψάρι στη θάλασσα, θα το άφηνα στην άκρη να το πάρει ο κάγκουρας, είμαι μαλάκας. Απ άλλη όμως σχεδόν εμένα διάλεξε από τους τρεις το Μαρινάκι, αν και η αξία του νικητή μετράται πάντα σε σύγκριση με την αξία του ηττημένου.  Αρά ακόμα και  αν θεωρηθεί νίκη, δεν είναι και τόσο σημαντική, άρα σκέφτομαι μαλακίες, άρα πρέπει να πέσω για ύπνο.

Έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, το στόμα μου ήταν σαν παπούτσι από τα τσιγάρα, το δαιμόνιο μέσα μου έκανε πάρτι. Στριφογύρισα μερικές φορές.  Δεν μπορούσα να χαλαρώσω με τίποτα. Το αμάξι του κάγκουρα στο δρόμο μου και εγώ να μην κάνω  τίποτα;  Το διαβολάκι που κρύβω μέσα μου με γαργαλούσε την κοιλιά. Να πάει να γαμηθεί! σκέφτηκα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι απότομα, φόρεσα τα παπούτσια και πήγα στην κουζίνα να πάρω ένα πιρούνι για το αμάξι του κάγκουρα. Γρήγορο σαν κεραυνός δεν είναι; Θα το κάνω να μοιάζει με κεραυνό. Μια ωραία χαρακιά θα του έδινε επιπλέον στυλ.  Βγήκα στο δρόμο, πάλι κρύο. Έβαλα την κουκούλα στο κεφάλι και μου κάλυπτε μέχρι και το μέτωπο, έμοιαζα με αλήτη. Στο χέρι μου μέσα στο μπουφάν κρατούσα αυτό είχα για το αμάξι του κάγκουρα.  Πήγαινα εκεί από άλλο δρόμο, έπρεπε να περάσω μέσα από ένα πάρκο. Μόλις έφτασα στο πάρκο είδα ότι ήταν μαζεμένα γύρω στα πέντε άτομα πιτσιρικάδες αλήτες με μηχανάκια και έπιναν μπάφους, από δεκαοκτώ εως είκοσι χρονών . Απ αυτούς που είναι για κλοτσιές.  Δεν έκοψα καθόλου φόρα. Ένας από αυτούς έκανε λίγο πίσω για να μου κλείσει τον διάδρομο και να με φοβίσει,  μάλλον ήθελε να με αναγκάσει να στρίψω σε ένα παρακλάδι των διαδρόμων πριν απ αυτούς για να μην περάσω δίπλα τους.   Μπορεί να μην έχω μάθει να προχωράω, αλλά έχω μάθει να περπατάω. Είναι από τα λίγα πράγματα που ξέρω να κάνω καλά, από τις πιο κακόφημες περιοχές  μέχρι  τις πιο κοσμοπολίτικες . Ο πιτσιρικάς μου έκλεινε τον δρόμο, είχε και παρέα το κοτοπουλάκι, αλλά εγώ δεν ήμουν και στην καλύτερή μου μέρα. Ευθυγραμμίστηκα μ αυτόν που είχε βγει να κλείσει το δρόμο και αύξησα το ρυθμό του βήματός μου,  ο πιτσιρικάς βγήκε λίγο πιο έξω,  ξαναευθυγραμμίστηκα και πήγαινα κατά πάνω του. Αυτό τον άγχωσε κάπως, οι άλλοι με κοιτούσαν, αποσυντονίστηκαν,  λίγα  μέτρα πριν φτάσω ο πιτσιρικάς δεν είχε φύγει, έκανα την τελική κίνηση, όπως περπατούσα κατά πάνω του  χωρίς να τον κοιτάω, έφτυσα δυνατά κάτω δεξιά. Ο αλητάκος έκανε ένα βήμα μπροστά και πέρασα δίπλα του σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Πάντα πιάνει το κόλπο με το φτύσιμο. Τώρα όμως πρέπει να χαθώ από το οπτικό τους πεδίο γιατί όπως είπα τους αποσυντόνισα. Θα επαναλάβουν την σκηνή στο μυαλό τους και θα αισθανθούν βλάκες που δεν έκαναν τίποτα ενώ μπορούσανε. Τώρα είναι αργά όμως, όπως και εγώ σκέφτηκα κατόπιν εορτής τι να κάνω με την Μαρίνα, έτσι και αυτοί σκέφτονται τι μπορούσαν να είχαν κάνει την περίπτωσή μου.



Κι έτσι λοιπόν έφτασα έξω από το αμάξι του κάγκουρα. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν, να το κάνω ή να μην το κάνω; Κρατούσα σφιχτά αυτό που είχα μέσα στο μπουφάν μου.  Κοίταξα τριγύρω μου, δεν ερχόταν κανείς. Θα το κάνω! Βέβαια δεν είχα πιρούνι μαζί μου, όταν πήγα στην κουζίνα μου ήρθε ιδέα και άλλαξα γνώμη. Πήρα το βαζάκι με την μουστάρδα.  Το να πασαλείψω όλο το αμάξι θα ήταν μια καλή ιδέα, αλλά θα ήταν κάπως κοινότυπο. Του επιφύλασσα μια έκπληξη.  Άνοιξα το βαζάκι και  πήρα λίγη μουστάρδα στο χέρι μου. Την τοποθέτησα πολύ προσεκτικά στο εσωτερικό της χειρολαβής της πόρτας του οδηγού, έτσι ώστε όταν αυτός θα πάει να ανοίξει την πόρτα να αισθανθεί μια αηδία, μια γλίτσα στο χέρι του και μετά θα πρέπει  να το δει και να καταλάβει τι είναι. Τον φαντάστηκα, θα ήθελα μάλλον, να κάνει σαν κοριτσάκι που είδε κατσαρίδα ή ποντίκι, το πιθανότερο είναι να μην κάνει έτσι, αλλά σίγουρα θα ψάχνεται. Φιλάκια μαλάκα.

Έφυγα από το αμάξι του κάγκουρα με ανανεωμένη όρεξη από την μαλακία που έκανα. Τελικά είμαι πολύ ώριμος άνθρωπος.  Πήγα και χτύπησα ένα γύρο, του έβαλα και μπόλικη μουστάρδα.….



Με τον Μήτσο κάναμε κανα δυο μήνες να μιλήσουμε.  Μια ωραία μέρα λοιπόν με πήρε τηλέφωνο. Μου είπε ότι ήταν στο κέντρο  για το μάθημα των αγγλικών και ότι θα τελείωνε σε μια ώρα περίπου. Πήγα   και τον βρήκα. Καθόταν ήδη σε μια καφετέρια και έπινε καπουτσίνο.  Εντάξει μπορεί να είχε παιχτεί μαλακία εκείνο το βράδυ αλλά δεν υπήρχε λόγος και να μην μιλάμε, άλλωστε που θα έβρισκα άλλον τόσο βλάκα για φίλο.
-Γεια σου μαλάκα, πως είσαι; Του είπα μόλις έκατσα
-Καλά, εσύ;
-Πάρα πολύ καλά, θες μια καραμέλα; Του είπα και του πρότεινα το κουτάκι με τις καραμέλες
-Μέντα; Αφού ξέρεις ότι δεν μ αρέσει η Μέντα
-Γιαυτό σου δίνω.
-Μμμ πανέξυπνο…. Εσύ  έβαλες την μουστάρδα στο αμάξι του  ΄΄τάδε΄΄΄;
-Α, αρά δικό του ήταν το αμάξι, δεν έκανα λάθος…. Ωραία….
-Τι να σου πω…..
-Να μου πεις τι κάνει το Μαρινάκι, αυτό το τέλειο πλάσμα.
-Ε, όχι και τέλεια
-Γιατί; Τι της λείπει;
-Η μη διαμόρφωση του χαρακτήρα της από μένα……
-Καλά μιλάμε είσαι πολύ νούμερο…..
-Και εσύ δεν πάς πίσω… καλά ρε, ακόμα την Μαρίνα σκέφτεσαι;
-Τι λες ρε,  έχουν γίνει τόσες  μαλακίες από τότε, δυο μήνες περάσανε……. Απλά την θυμάμαι θετικά.
-Οπότε δεν θα σε πειράξει αυτό που θα σου πω
-Τι; Τα έφτιαξε με το κάγκουρα;!!!!
-Όχι ρε, να…. ήταν τόσο καιρό μόνη και τα έφτιαξε με έναν δάσκαλο, λίγο μεγαλούτσικο, δουλεύουν και στο ίδιο σχολείο.
-Ε, φυσικό ήταν να βρει κάποιον, μια χαρά κοπέλα είναι.
-Α,  δεν σε πείραξε δηλαδή.
-Όχι ρε, μια χαρά, δυο μισθοί, δυο μισθοί.
-Ε, υπάρχει και κάτι άλλο…. Αλλά να…. Πώς να στο πω…. Προχθές ήμασταν και στο σπίτι της, μας καλέσανε….
-Τέσσερεις μισθοί,  τόσους κάψατε σε βενζίνη για να φτάσετε στο Γέρακα.
-Ε….. στον Γέρακα δουλεύει…. Δεν μένει εκεί
-Τι;
-Βασικά μένει πίσω από νοσοκομείο στην γειτονία σου, χτες το έμαθα.
-Πλάκα με κάνεις;
-Οδός Βικάτου;
-Πλάκα με κάνεις! Δηλαδή μου λες ότι εδώ και δυο μήνες, δυο στενά πιο κάτω από μένα έμενε το Μαρινάκι; Και δεν είχε παρέα; Και δεν είχε σχέση; Και εσύ μου είπες ότι μένει στο Γέρακα;
-Ερε φίλε, σόρρυ λάθος…..
-Τι λάθος ρε μαλάκα; Πόσο πατσάς μπορεί να είσαι;
-Τι να σου πω ρε φίλε; Συγνώμη τι άλλο;
Τι να τον πω τώρα τον βλάκα; Κοιτούσα μπροστά και δεν μιλούσα. Τώρα αυτό δεν ήταν γκαντεμιά;  Η γκαρσόνα ακόμα δεν ήρθε να πάρει παραγγελία. Όρεξη για καφέ δεν είχα, ούτε για κουβέντα . Κοίταξα μια τον Μήτσο. Πήρα το βιβλίο των αγγλικών που είχε πάνω στο τραπέζι και το πέταξα κάτω. Έχει σημασία που το πέταξα. Ο Μήτσος καθόταν δεξιά μου και εγώ πέταξα το βιβλίο απ την δεξιά μεριά του Μήτσου. «Μπράβο πολύ ώριμο….» μου είπε ο Μήτσος, κοιτούσα μπροστά και σήκωσα αδιάφορα τους ώμους. Μόλις έσκυψε να πάρει το βιβλίο ο Μήτσος του έριξα στα γρήγορα δυο καραμέλες με μέντα μέσα στο καπουτσίνο του. Όταν επανήλθε στη θέση συνέχιζα να κοιτάω μπροστά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.  «Λοιπόν, χωρίς παρεξήγηση, την κάνω, αν έχεις ακόμα όρεξη για καφέ αύριο πάρε τηλ»  του είπα και σηκώθηκα.
-Ρε φίλε σόρυ…. Μου είπε
-Δεν πειράζει. Του απάντησα και έριξα ακόμα μια φορά το βιβλίο κάτω.
Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Μετά από κάνα μισάωρο την ώρα που έβγαινα από το Μετρό  μου έστειλε μήνυμα ο Μήτσος.
«μαλάκα» μόνο αυτό έγραφε
«πες ότι είμαστε πάτσι, Πατσά» του απάντησα


Να βάλω και επίλογο; Πολύ το τράβηξα.....

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Ρωμαίος και Ιουλιέτα 6 (Ο Γάμος)



Σε μια πλατεία την Βερόνα ο  Μερκούτιος και ο Μπεν συναντιούνται και περιμένουνε τον ντίλερ να τους δώσει πράγμα, στην αναμονή αυτή για τα νέα του φίλου τους του Ρωμαίου συζητάνε.
ΜΕΡ- Γεια σου φίλε μου
ΜΠΕΝ-Καλώς τον αδερφό μου
ΜΕΡ-Τα μαθες κύριε τα μαντάτα του αδερφού μας του Ρωμαίου;
Στην Ιουλιέτα έκανε πρόταση για ξύρισμα του εφηβαίου
Μετά το ξύρισμα θα ακολουθήσει λέει γάμος
Και η ελευθερία του φίλου μας θα σκορπιστεί σαν άμμος
ΜΠΕΝ- Τα έμαθα, μου τα είπε ένα πουλάκι
Η Ιουλιέτα θα ξυρίσει το μουνάκι
Και  εγώ σαν φίλος τον Ρωμαίο θα ρωτήσω
Αν θέλει εγώ να της το ξυρίσω
ΜΕΡ- Η φιλιά σου αδερφέ μου είναι δεδομένη
Μα φοβάμαι πως πια η Ιουλιέτα είναι ξυρισμένη
Τούτη την ώρα που εμείς μιλάμε
Αυτοί τα νυφοστέφανα φοράνε
ΜΠΕΝ-Ωιμέ… στο γάμο του φίλου μας  δεν είμαστε καλεσμένοι;
Μα γιατί, τι  του φταίξαμε οι καημένοι;
ΜΕΡ-Είναι κλειστός γάμος , προετοιμασία για κλειστή ζωή
 Όταν εχθροί παντρεύονται  ένα τους μένει,  αγάπη και φυγή
ΜΠΕΝ- Αυτά που είπες κύριε  ήταν δύο  και όχι ένα
Μην τρως τα νυχιά σου, τζάμπα παν χαμένα
Κράτα τα να ξύνεις το κεφάλι σου όταν κάνεις σκέψεις
Το χρουτς χρουτς θα σε βοηθά να μετράς σωστά τις λέξεις
ΜΕΡ-Τι δύο, τι ένα, τι τέσσερα τι τρία;
Φοβούμαι αντί για γάμο μην έχουμε κηδεία
Έμαθα πως Τυβάλτος και Πάρις  τον φίλο μας γυρεύουν
Το θάνατο να του σερβίρουνε που ύπουλα του μαγειρεύουν
ΜΠΕΝ-  Να πάμε να τον βρούμε, να τον ειδοποιήσουμε
Και σε παρτούζα, αν το θέλει, την Ιουλιέτα να γαμήσουμε
Οι φίλοι φαίνονται στα δύσκολα και στις χαρές
Και ο φίλος μας δεν θα ξεχάσει τι του ήμασταν μέχρι χτες
ΜΕΡ –  Δεν νομίζω να μας κάνει αυτή την χάρη
Το μυαλό του το έχασε το παλικάρι
 Φαντάσου  για τον έρωτά του  έκοψε το χασίσι
Πώς να αφήσει , έστω έναν,  την Ιουλιέτα να γαμήσει ;
ΜΠΕΝ- Εγώ θα του το ζητήσω αλτρουιστικά,  με τιμή και ευγένεια
 Να τον απαλλάξω για λίγο απ του έρωτα την ασθένεια
 ΜΕΡ-Κράτα την , την ευγένεια για τον χασισέμπορα που φτάνει
Ζεστασιά στα χέρια στου κρατεί σαν του Χριστού την στάνη
ΜΠΕΝ-Σε φάτνη νομίζω  ότι ήταν ο Χριστός μαζί με άλλα  ζώα
Θα τον συναντήσω όταν φτιάξω ένα τσιγάρο μακρύ σαν βόα
ΧΑΣΙΣΕΜΠΟΡΑΣ- Γεια σας κύριοι
ΜΕΡ, ΜΠΕΝ- Γεια σου αδερφέ μας
ΧΑΣ-Διαλεγμένο πράγμα έφερα να σας ζεστάνει την φιλία
Σκανκ, γουάιτ γουίντοου , εγγυημένα όχι από Αλβανία
Τιμή μου που σας έχω πελάτες, εξέχοντες ευγενείς
Κάντε τώρα την συναλλαγή πριν μας δει κανείς
ΜΠΕΝ- Τίμιε φαρμακοτρίφτη, φέρε το γνωστό
ΜΕΡ-Κάνε γρήγορα πρέπει να φύγουμε από δω
ΧΑΣ-Ορίστε
ΜΕΡ, ΜΠΕΝ- Σ ευχαριστούμε κύριε.
(φεύγουν)

Στο κελί  του πατέρα Λαυρέντιου ο Ρωμαίος και  Ιουλιέτα έχουν πάει για να τους παντρέψει,   όλα είναι έτοιμα  μα περιμένουν την παραμάνα την φακλάνα.  Μέχρι να φτάσει η χοντρή, διάλογος, φιλοσοφία και κρασί
ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ- Για πες μου Ιουλιέτα όμορφη κόρη
Το αγαπάς πολύ αυτό το αγόρι;
Τον Ρωμαίο δεν τον ρωτώ  μου το εξομολογήθηκε
Σαν να σ αγαπούσε μου είπε απ την μέρα που γεννήθηκε
ΙΟΥ-Τον αγαπάω πάτερ μου, στο  λόγο και στην παρθενιά μου
Που απόψε θα του την χαρίσω και όχι στα δεκαεννιά μου
ΛΑ-Το νόμιμο σεξ είναι του γάμου η σημασία
Μα και ο γάμος θέλει μια προετοιμασία
Για πες μου Ιουλιέτα, για τον γάμο προετοιμάστηκες καλή μου;
ΙΟΥ-Ναι πάτερ, σήμερα το πρωί ξύρισα το μουνί μου!
ΛΑ-Δεν εννοούσα αυτό  γλυκιά κοπέλα
Μην παρασύρεσαι απ την χαράς την τρέλα
Ρωτώ αν μετάλαβες και αν εξομολογήθηκες
Τα έθιμα της θρησκείας αν δεν αρνήθηκες
ΙΟΥ-Σώμα Χριστού δεν μετέλαβα και αίμα
Μον γεύτηκα ηδονής φιλί και Ρωμαίου σπέρμα
Τον έρωτα μου μόνο σ αυτό τον νέο εξομολογήθηκα
Κρατήθηκα, μόνο πίπα του πήρα δεν γαμήθηκα
Έγιναν όλα τόσο γρήγορα δεν  πρόλαβα καλέ μου πάτερ
Μα αν θες εξομολογούμαι μεταλαβαίνω εδώ, no matter
ΛΑ-Never mind my dear, όλα συγχωρούνται απ των νιάτων την ορμή
Ερωτεύεστε, τα φτιάχνετε, χωρίζετε,  όλα στην στιγμή
Μα ο γάμος δεν είναι κάτι αστείο, πρέπει να τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί αν δεν στεριώσει ένα διαζύγιο στοιχίζει ακριβά.
 ΡΩ-Πάτερ, εμείς θα δεν χωρίσουμε ποτέ, είμαστε ερωτευμένοι
Θα ζήσουμε όλη μας την ζωή αγκαλιά αγαπημένοι
ΛΑ-Από και ως που εμείς; Τι μου λες αγόρι;
Τίποτα δεν έχουμε εμείς, μην τον πιστεύεις κόρη
ΡΩ-Δεν εννοώ εγώ και εσύ πάτερ, κάνεις λάθος
Εμείς είναι μια λέξη που γεννήθηκε από πάθος
εμείς είναι εγώ και αυτή, αυτή και εγώ
εμείς , μόνο εμείς, ονειροτεξιδευτές με την Αργώ
ΛΑ-  Το πάθος δεν γεννάει μόνο το εμείς
Το πάθος γεννάει και συμφορές
Ο γάμος είναι η αρχή μια διαδρομής
Και εσείς εμπόδια έχετε των οικογενειών  σας τις διαφορές
 ΙΟΥ-Οικογένεια μου θα είναι πλέον ο Ρωμαίος και εγώ η δική του
Θα είμαστε καλά όσο θα είναι καλά αυτό που έχει στο βρακί του
 Θα φύγουμε, θα πάμε να ζήσουμε αλλού, σ άλλη πόλη
 Ίσως στην Αθήνα ή στην Λάρισα, μπορεί και στο Αργοστόλι
ΛΑ-Ακούστε, κάποιος την πόρτα μου χτυπάει
ΙΟΥ-Η παραμάνα θα ναι, μέχρι εδώ βρομάει
ΛΑ-Πάω να ανοίξω την πόρτα όχι για να φύγει η βρώμα
Μα για να μπει η παραμάνα σε τούτο εδώ το δώμα
(πηγαίνει στην πόρτα και ανοίγει)
Χαίρετε ευγενική κυρία, ποια είστε; Τι εδώ ζητάτε
ΠΑΡ-Είμαι η παραμάνα όμορφε μουσάτε
ΛΑ-Ω! Μα είναι δυνατόν; Εσείς ειστε όμορφη σαν οπτασία
Μ ‘ αρχόντισσα μοιάζετε κι όχι με υπηρεσία
ΠΑΡ- Μα τι μου λέτε; Με κάνετε και κοκκινίζω
Αγάμητος είστε πάτερ ή μήπως το νομίζω;
ΛΑ-Άγαμος το ορθόν, κι αυτό γιατί σας γνωρίζω τώρα
Μα περάστε να παντρέψουμε τους νέους που δεν βλέπουνε την ώρα
ΠΑΡ- Σας ευχαριστώ. Ιουλιέτα καλή μου
Ήρθε η  ώρα σου να παντρευτείς ψυχή  μου
ΙΟΥ-Το ξέρω μωρί σαβούρα που μυρίζεις κρεμμυδίλα
Που το μουνί σου τόσα χρόνια άχρηστο έπιασε σαπίλα
ΛΑ- Ο θεός ξέρει πολλά  και σωστά έχει φτιάξει τον κόσμο
Αυτό που σε πολλούς μυρίζει κρεμμύδι σ άλλους  μυρίζει δυόσμο
Κι εκεί που εσείς βλέπετε μια τεράστια κοιλιά
Άλλος βλέπει μια μεγάλη αγκαλιά
ΡΩ-Και τεράστια βυζιά
ΙΟΥ-Μαστάρια
ΛΑ-Σουτ! Πάψτε νέοι μη μιλάτε έτσι για την παραμάνα
Μη βλέπετε μόνο το κορμί, δείτε τα μάτια της τα πλάνα
Καλή μου παραμάνα, συγχώρεσε τους νέους
Δεν μπορούν να δουν πως η ωριμότητα μας κάνει ωραίους
ΠΑΡ- Τα σχορνάω τα σκασμένα
Μα στο λέω να το ξέρεις είναι πολύ μαλακισμένα
ΡΩ-Καλέ μου πάτερ πως την είδες;  Θα συνεχίσεις πολύ ακόμα το καμάκι;
Άντε πάντρεψε μας , απόψε θα ξεσκίσω της Ιουλιέτας το μουνάκι
ΙΟΥ-Ναι! Ναι! Απόψε!
ΠΑΡ-Πάψε εσύ  μωρή πορδή
ΡΩ-Ε! Εσύ με το φόρεμα το φαρδύ
ΛΑ-Εγώ τέκνον μου;
ΡΩ- Ναι εσύ! Πάτα λίγο πόδι
Πως αφήνεις να μιλάει έτσι αυτό το βόδι;
ΛΑ-Λόγια λέει μα δεν μιλάει, εγώ νομίζω κελαηδάει
Της όμορφης φωνής τα άσχημα λόγια ο θεός τα συγχωράει
ΙΟΥ-Κοίτα την χοντρή πως κοκκίνισε σαν το παντζάρι
Απ το πουθενά γκομενάκι χτύπησε το γομάρι
ΡΩ-Αμ ο δικός μου ο μουσάτος
Κάνει σαν καυλωμένος γάτος
ΛΑ-Τέρμα τα λόγια,   μη μιλάτε άλλο
Ήρθε η στιγμή που και στους δυο σας θα την βάλω
Οι βέρες στα δάχτυλα σας θα πάρουν θέση
Και τα στέφανα στις κεφάλες σας θα μπούνε φέσι .
Ρωμαίε, δέχεσαι αυτή την κοπέλα για γυναίκα σου;
Σύντροφο, αγαπημένη ,και θήκη για την στέκα σου
ΡΩ- Την δέχομαι , την θέλω την πουτάνα
Μα όταν μιλάς εμάς να κοιτάς όχι την παραμάνα
ΛΑ- Ιουλιέτα δέχεσαι ο Ρωμαίος να σε παντρευτεί;
Να τον έχεις προστάτη σύντροφο και διακορευτή;
ΙΟΥ-Δέχομαι! Δέχομαι! Το μουνί μου βαράει παλαμάκια
Με τον Ρωμαίο θα κάνουμε πολλά παιδάκια!
ΛΑ-Τα δαχτυλίδια και στέφανα σχήμα έχουν στρογγυλό
Και στον κύκλο μέσα κάτι  μπαίνει  και βγαίνει
Το υπονοούμενο το πιάσατε νομίζω είναι απλό
Ελεύθεροι μπορείτε να κάνετε αυτό που κάνουν  οι παντρεμένοι
ΡΩ- Να μαλώσουμε; Μα είμαστε ερωτευμένοι
Ασε μας να φύγουμε ,τρελό γαμίσι πια μας περιμένει
ΛΑ-Αυτό εννοούσα  αθώο μου παιδί
Φυγάστε, αντε στου θεού την ευχή.
ΙΟΥ-Παρτα μωρή φακλάνα , μπάζο, ανύπαντρη μοσχάρα
Εγώ παντρεύτηκα πριν από σένα, τον κώλο σου κάτω βάρα
ΠΑΡ- Αχ , ή η καλή σου τύχη σ αγαπάει γλυκιά μου
Ή  φταίει που εγώ δεν έδειχνα τα βυζιά μου;
ΛΑ-Ο θεός ξέρει τι  να δώσει και πότε να το δώσει
Ποτέ δεν είναι αργά κανείς τον έρωτα να νιώσει
ΙΟΥ-Ατσά ατάκες, ωραίος  ο μουσάτος, μας έγινε μουσίτσα
Από εδώ φέρνει από εκεί το φέρνει θα την φάει την κοπελίτσα
ΡΩ- Κοπελίτσα το μοσχάρι; Πλάκα έχεις γλυκιά μου αγάπη
Φύγε τώρα, θα έρθω το βράδυ να σε πηδήξω στο κρεβάτι
ΙΟΥ-Φεύγω  άντρα μου και στεφάνι μου  πάω στο σπίτι
Μα δως μου  λόγια που απαλύνουν  της προσμονής την λύπη
ΡΩ- Δώσε τα χέρια σου στα χέρια μου και άκου αυτό που θα σου πω
Την πάτησα σε ερωτεύτηκα, σε παντρεύτηκα   μα πάνω απ όλα σ αγαπώ
 Για την ομορφιά σου , για την ψυχή σου, για τα μάτια σου και για το γέλιο σου
Μ αρέσει όταν σου λέω κάτι και γελάς με την ψυχή σου, κλείνεις τα δυο σου μάτια
Για λίγο δεν με κοιτάς, μονό γελάς, χάνομαι, γίνεται ο χρόνος κομμάτια
Μετά ανοίγεις τα μάτια και με κοιτάς και είμαι εκεί και σε περιμένω με δεις
Λάμπουν τα μάτια σου από χαρά , φωτίζεται η ψυχή μου, νιώθω ευτυχής
Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα  είναι της ζωής  ο ακριβός  ο θησαυρός μου
Μεσ’  τον παράδεισο  των ματιών σου χάνομαι ζωή και φώς μου
Αχ να μπορούσα να φέρω το στόμα στην καρδία μου αυτή να σου μιλήσει
Λόγια αγάπης  αληθινά να σου πει πριν σε ξεσκίσω στο γαμίσι
ΙΟΥ- Ω Ρωμαίε……….
ΡΩ- Δάκρυσες καλή μου, σε συγκίνησε ο ρομαντισμός και η βαρβατίλα
ΙΟΥ-Δεν συγκινήθηκα καλέ μου, είναι η παραμάνα που βρωμάει κρεμμυδίλα
(στην παραμάνα) Φύγε από δίπλα μου ρε μπάζο στραπατσαρισμένο
Ρωμαίο πάω σπίτι, γυμνή θα σε περιμένω
ΡΩ-Αντίο καλή μου, θα έρθω μα το βρακί μου.
ΠΑΡ-Αντίο νέε. Αντίο ωραίε….
ΛΑ-Γειά μένα το ωραίος; Εις το επανειδείν




Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Hell's Dentist





Είμαι στο οδοντιατρείο, κάθομαι στον καναπέ και περιμένω την σειρά μου με αγωνία, έχω τα χέρια μου ανάμεσα στα γόνατα.  Μια ξενέρωτη μουσική ακούγεται από τα ηχεία. Θέλω να κάνω τσιγάρο αλλά απαγορεύεται, ξεφυλλίζω νευρικά τα περιοδικά που υπάρχουν πάνω στο τραπεζάκι. Από μέσα ακούγεται ο τροχός και πνιγμένες κραυγές πόνου.

Μετά από λίγη ώρα βγαίνει μια κύρια που κρατάει το μάγουλο της και ο οδοντίατρος της χτυπάει με συμπαράσταση την  πλάτη, φεύγει η κυρία. Ο οδοντίατρος με καρφώνει με τα μάτια, κάτι χαιρέκακο υπήρχε σ αυτό το βλέμμα.
-Εσύ είσαι ο Αλέκος, που μου είπε η κόρη μου;
-Ναι εγώ είμαι αυτός, ο γιος σας είναι εδώ;
-Όχι, έχει πεταχτεί κάπου, θα γυρίσει σε λίγο, έλα πέρασε θα σε αναλάβω εγώ….
-Θα περιμένω, δεν υπάρχει πρόβλημα
-Δεν χρειάζεται να περιμένεις,  έλα πέρασε μέσα…
Τι νε έκανα; Ντρεπόμουν να επιμείνω κι άλλο , μπήκα  στα ενδότερα, πρώτα πήγαμε στο γραφείο να μου πάρει τα στοιχεία, τηλέφωνο, ιστορικό κτλ. Ακριβώς από πίσω του ήταν κρεμασμένο το πτυχίο του από το πανεπιστήμιο. Το μάτι μου έπεσε στο βαθμό του απολυτηρίου του: Λίαν καλώς 5! Γούρλωσα τα μάτια μου! Ήθελα να φύγω, κάτι με ρώτησε ο γιατρός, δεν θυμάμαι τι, του απάντησα και αυτός έγραψε στο πληκτρολόγιο.  Τον είδα να πλησιάζει στην οθόνη και να προσπαθεί να εστιάσει για να δει αυτά που έγραφε. Την κάτσαμε την βάρκα. «Έτοιμοι μου λέει και σηκώθηκε» με πήρε και έβαλε να ξαπλώσω  στην καρέκλα του πόνου, στη ηλεκτρική καρέκλα, και όντως ήταν ηλεκτρική γιατί μόλις κάθισα αυτός πάτησε ένα κουμπί ,η καρέκλα έπεσε προς τα πίσω και το σώμα μου απέκτησε την αγαπημένη μου ξαπλωμένη στάση
-Τι έχουμε εδώ; Που ακριβώς πονάς; Μου είπε
-Εδώ. Και του έδειξα με το δάχτυλο το πονεμένο δόντι πάνω από το μάγουλο
-Για να δούμε… είπε και γύρισε με την περιστρεφόμενη καρέκλα να πάρει κάτι, στην αρχή πίστεψα ότι θα έπαιρνε εργαλεία, αλλά αυτό πήρε μια πιατέλα με κομμένες ντομάτες  και την  άφησε πάνω στην κοιλιά μου.
What the fuck!
Έπλυνε τα χέρια που με οινόπνευμα, μπλε παρακαλώ, αυτό που βρωμάει,  «άνοιξε καλά» μου είπε,  άνοιξα και   έχωσε το δάχτυλό του στο στόμα μου, τράβηξε το μάγουλο μου και έβαλε το άλλο χέρι στο στόμα και έξυνε με το νύχι του το δόντι που με πονούσε.
-Πονάς; Μου είπε
Αηδιάζω μου ήρθε να του πω, αλλά δεν το είπα, κούνησα το κεφάλι καταφατικά, «κάτσε να το δούμε λίγο καλύτερα» είπε και έπιασε μια φέτα ντομάτα και την έχωσε στο στόμα του. Μετά έχωσε πάλι το χέρι του στο στόμα μου, ένιωσα την γεύση της ντομάτας  στο στόμα μου εκεί τον σταμάτησα γιατί όντως αηδιάζω με την ντομάτα.
-Γιατρέ, του λέω, δεν μπορώ καθόλου την ντομάτα…
-Α συγνώμη δεν το ήξερα.
Παίρνει την πιατέλα και πηγαίνει προς το ψυγείο,  ανοίγει την πόρτα, βάζει μέσα την πιατέλα και στηριζόμενος στην πόρτα γυρνάει προς έμενα
-Με τα σταφύλια έχεις κανένα θέμα.
Πραγματικά απορούσα αν όντως ζούσα αυτήν την κατάσταση και με αυτήν την απορία αποτυπωμένη στο πρόσωπο έκανα ένα αρνητικό νεύμα που σήμαινε ότι δεν είχα πρόβλημα με τα σταφύλια. Ήρθε και άφησε την πιατέλα με τα σταφύλια πάλι πάνω στην κοιλιά μου. Έφαγε μερικά και έφτυσε τα σπόρια στο χέρι του.  Τα έκανε όλα με πάρα πολύ άνεση και φυσικότητα.
-Θες κανένα; Μου λέει
Σκέφτηκα την Ρένα Βλαχοπούλου στο μια Ελληνίδα στο χαρέμι που την τάιζε ο εμίρης σταφύλια και μου κόπηκε ή όρεξη, οπότε του είπα όχι.
Πάντα με τα σπόρια από το σταφύλι στη χούφτα του σκάλιζε με τα δάχτυλά του το στόμα μου.
Μετά πήρε ένα εργαλείο που στην άκρη του είχε μια βελόνα,  η πιατέλα ήταν κρύα πάνω στο στομάχι και αυτό μου προκαλούσε κάποιο ερεθισμό στο έντερο, τα αέρια ήταν προ των πυλών.
 Με το εργαλείο σκάλιζε το δόντι, κάποια στιγμή βρήκε τρύπα
-Όπα, εδώ είμαστε, είπε και σκάλιζε την τρύπα.
Σιγά σιγά έχωσε την βελόνα στην τρύπα
-Πονάς;
-Λίγο, του είπα.
-Θα προχωρήσω απαλά…..
Έχωσε κι άλλο την βελόνα μέσα και αντέδρασα  τεντώνοντας  το σώμα μου
-Πονάς
-Ναι!
Έχωσε κι άλλο την βελόνα
-Πονάς πολύ; Με ρώτησε με πάθος
-Ναι! του απάντησα με πόνο
Πολύ σεξουαλικό έμοιαζε όλο το σκηνικό
-Κάνε λίγο υπομονή, τελειώνω σε λίγο
Εκεί που είχε την βελόνα καρφωμένη στο δόντι χτύπησε το τηλέφωνο, άφησε την βελόνα να ταλαντεύεται καρφωμένη πάνω στο δόντι, έσπρωξε με τα πόδια την καρέκλα όπου καθόμουν και η καρέκλα του με τα ροδάκια κύλισε μέχρι το τηλέφωνο.  Το σήκωσε.
«Έλα αγάπη μου, τι κάνεις;» ….. «αλήθεια;»…… «Σώπα ρε τι λές τώρα…»

 Όση ώρα μιλούσε αυτός στο τηλέφωνο και εγώ ήμουν καθισμένος στην καρέκλα με την βελόνα του γιατρού όρθια καρφωμένη στο στόμα μου έφερα στο μυαλό μου τα γεγονότα που με έφεραν ως εδώ.
Ξέρω την κόρη του, την ξέρω πολύ καλά.  Ένα από τα θέματα που συζητάμε είναι οι ιστορίες τρόμου στο ιατρείο του πατέρα της. Μια φορά είχε βγάλει λάθος δόντι σε μια κοπέλα. Μια άλλη φορά μου έλεγε για μια ιστορία με τον θείο του που είχε τον είχε δέσει στην καρέκλα με τα χέρια πίσω και προσπαθούσε να του βγάλει το δόντι. Η κοπέλα μπήκε μέσα και είδε τον πατέρα της να έχει βάλει το πόδι του πάνω στο στήθος του παππού και να τραβάει με μίσος την τανάλια για να βγάλει το δόντι. Ο παππούς τον έβριζε «θα σε γαμήσω κωλόπεδο! Αααααα! Γαμώ τον αντιχριστό σου!..... Κωλόπαιδο!!!!!....Ααααααα!» ο πατέρας της του έλεγε «Σκάσε μπάρμπα! Άσε με να κάνω την δουλειά μου!» η μικρή τρόμαξε και έφυγε.
Κάποια στιγμη που με πονούσε το δόντι μου είπε να πάω στον πατέρα της.  «Πλάκα με κάνεις…..» της είπα
-Όχι βρε, δεν θα σε αναλάβει ο πατέρας μου, εδώ και λίγες μέρες έχει έρθει ο αδερφός μου από Αγγλία και θα αναλάβει αυτός το ιατρείο. Είναι αριστούχος μη φοβάσαι.
-Αν είναι έτσι θα πάω, είναι δυνατόν να σου χαλάσω εγώ χατίρι … .
Και πήγα, και έφτασα να κάθομαι στην καρέκλα και να σκέφτομαι έναν τρόπο να φύγω. Αλλά πώς να έφευγα, η Μελίνα, η κόρη είναι καλό γκομενάκι, θα με παρεξηγούσε αν έφευγα έτσι ψυχρά. Ο οδοντίατρος πήγε στον  υπολογιστή και άλλαξε την μουσική. Και τι έβαλε το άτομο;  Wagner! Ride Of The Valkyries! Πλάκα μου κάνεις μεγάλε έτσι;  
Ήρθε προς το μέρος μου και χτύπησε λίγο την βελόνα που την καρφωμένη στο στόμα μου. Αυτή ταλαντεύτηκε για λίγο και έστειλε κυματιστά τσιπς πόνου στον εγκέφαλο μου . Έβγαλε την βελόνα και κοίταξε μέσα στο στόμα μου.
«Εντάξει, ένα σφραγισματάκι θα κάνουμε»  μου είπε και  χαμογέλασε ύπουλα.
Οι Βαλκυρίες έφταναν σε κορύφωση…….



Ετοίμαζε τα εργαλεία του τροχού και με έλουζε κρύος ιδρώτας.
Μετά από ώρα
-Κάνε α,
-Μήπως εσύ να μου κάνεις μια ένεση;
-Έλα μωρέ δεν θα χρειαστεί, νέο παιδί είσαι
-Πριν με την βελόνα πόνεσα πολύ, δεν ξέρω αν θα το αντέξω
-Καλά αν πονέσεις θα σου κάνω
Ξεκινάει ο ήχος του τροχού, πλησιάζει, είμαι έτοιμος να λιποθυμήσω αλλά σαν από θαύμα εκείνη την ώρα μπαίνει ο γιος του μέσα.
«Συγνώμη λίγο» μου λέει «εντάξει τα έφερες ;»λέει στον γιό του. «Αυτός από εδώ είναι ο Αλέκος ο φίλος της Μελίνας»
-Α, ναι, ήταν να τον αναλάβω εγώ, μου μίλησε η Μελίνα  για το παλικάρι, ασ’ τον πατέρα αναλαμβάνω εγώ τώρα.
-Βάλε πρώτα τα εργαλεία στην αποστείρωση και μετά συνεχίζεις…
 Κοίταξα τον γιο με ένα παρακλητικό βλέμμα, ο πατέρας έπιασε το σαγόνι μου και το έφερε στα ίσια, ο τροχός πήρε πάλι μπρος
Ακούω την φωνή του γιου «Πατέρα; Τι νούμερο τροχό χρησιμοποιείς;»
«Το οχτάρι» είπε με σιγουριά ο πατέρας χωρίς να τον κοιτάξει , κοιτούσε να σημαδέψει το δόντι με τον τροχό,
-Δεν κάνει οχτάρι εκεί πατέρα, βάλε εξάρι
-Άσε με ρε, ξέρω τι κάνω…
Μόλις ακούμπησε ο τροχός το δόντι ακούστηκε ένας τραχύς ήχος που μου ταρακούνησε τον εγκέφαλο
«Πάτερα!!!!!!!!!! Σταμάτα!!!!! Θα καταστρέψεις  το δόντι!» Είπε ο γιος και ήρθε κοντά και τραβηξε απότομα το χέρι του πατέρα του που κρατούσε τον τροχό
«Άσε με ρε!  Ξέρω τι κάνω!» Είπε ο πατέρας και έσπρωξε τον γιο με το ελεύθερο χέρι. Ο γιος έκανε λίγο προς τα πίσω αλλά δεν άφησε το χέρι . Ο πατέρας προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τον γιό του αλλά αυτός δεν το άφηνε. Ήμασταν η Αγία τριάδα. Πατήρ, Υιός και αν είναι ποτέ δυνατόν εγώ το Άγιο Πνεύμα.  Δεν ξαναδιώξω ποτέ τα περιστέρια από το μπαλκόνι το ορκίζομαι, θέε μου κάνε κάτι! Ή μάλλον όχι θεέ, θεός είναι ο πατήρ, ο οδοντίατρος. Χριστέ βοήθα!

Ο πατέρας έβαλε περισσότερη δύναμη και για πολύ λίγο ακούμπησε ο τροχός πάνω στο δόντι, ο γιος τον τράβηξε απότομα φωνάζοντας «Ας’το πατέρα!!!!!» ο  πατέρας του έριξε μια αγκωνιά στο στομάχι, ο γιος για μια στιγμή χαλάρωσε αλλά δεν άφησε τον χέρι του πατέρα του. Οι δύο τους πάλευαν, ο ένας έσπρωχνε τον  τροχό στο στόμα μου και ο άλλος τον τραβούσε προς τα έξω. Ο τροχός ακουμπούσε διακεκομμένα πάνω στο δόντια μου, όχι μόνο στο πονεμένο.
Άρχισε να χτυπάει και το τηλέφωνο του ιατρείου
Ο γιος έβαλε και άλλο το χέρι και πλέον με δύο χέρια κρατούσε το ένα του πατέρα, σήκωσε τα χέρια του προς τα πάνω μαζί με το χέρι του πατέρα, τρία χέρια σχηματίζανε μια πυραμίδα, στην κορυφή της ένας τροχός δούλευε στον αέρα και πετούσε δροσιά. Ο γιος έχοντας σηκώσει ψηλά το χέρι του πατέρα του προσπάθησε να τον τραβήξει μακριά από μένα, ο πατέρας πάτησε με δύναμη  το πόδι του γιου και αυτός ούρλιαξε και άφησε το χέρι με τον τροχό.  Ο πατέρας γύρισε πάλι προς τα μένα, το μάτι γυάλιζε, τα είχα παίξει δεν ήξερα πώς να αντιδράσω
-άνοιξε το στοματάκι σου….
-ουκου…. Του έκανα στα μουγκά
-Άνοιξε είπα!!!!!!
Ξαφνικά κόπηκε το ρεύμα του τροχού, ο γιος είχε βγάλει την πρίζα
Ο πατέρας γύρισε και τον κοίταξε με μίσος
«Τι έκανες εκεί;» Του είπε
-Δεν θα σε αφήσω να τι κάνεις αυτό πατέρα…
Ο πατέρας πήγαινε απειλητικά προς τον γιο του.
Σε λίγο θα πιαναν τα νυστέρια
Καλό γκομενάκι η Μελίνα, δεν λέω, αλλά έφυγα και ότι θέλει ας γίνει.
Άνοιξα την πόρτα του ιατρείου. Μια γριά περίμενε την σειρά της.
-Τι γίνεται εκεί μέσα ; Με ρώτησε
-Τίποτα γιαγιά όλα καλά είναι, περίμενε εδώ σε λίγο θα έρθει και για σένα

Βγήκα από την πολυκατοικία και άναψα τσιγάρο . Ότι και αν έκανα δεν μπορούσα να βγάλω τις Βαλκυρίες από το μυαλό μου




Για να μην λέω ψέματα, δεν το έγραψα τώρα, κάτι παλιό είναι που το ανέσυρα από τα πρόχειρα, με λίγο ρετούς βέβαια....
Στο μεγαλύτερο βαθμό αυτή η ιστορία είναι αληθινή.