Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Το Μωρό Της Μαρίας Και Το Μωρό.


  Εκτός από κωλόπαιδο είμαι και κάφρος. Και ιδού ο λόγος.
Μια ωραία μέρα του καλοκαιριού εκεί οπού καθόμουνα στο σπίτι και δεν έκανα τίποτα,  χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν η φίλη Σοφία και μου είπε ότι μόλις γέννησε η Μαρία. Έπρεπε να πάω να την δω, να που προέκυψε κάτι να κάνω. Μου επισήμανε πολύ έντονα να βγάλω μια φωτογραφία το μωρό και να της  την στείλω.  Έβγαλα τους πιγκουίνους από το μυαλό μου (σκεφτόμουνα πιγκουίνους) έβαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα στον καναπέ και κοιτούσα το ταβάνι,  έχω πολύ ωραίο ταβάνι, φοβερά ενατενιστικό, ελπιδοφόρο  και σίγουρο. Τίποτα δεν μπορεί να πέσει και να με πλακώσει, είμαι περήφανος για το ταβάνι μου. Είναι σαν την κοιλιά της μάνας, μέσα στον σάκο του σπιτιού μου προετοιμάζομαι κάθε στιγμή για να βγω έξω, μόνο που δεν περιμένω εννέα μήνες για να βγω ούτε ένα γαμίση για να μπω, απλά μπαινοβγαίνω. Τώρα λίγο πριν βγω, και λίγο πριν κάψω τελείως το μυαλό μου, μια σκέψη πέρασε από μυαλό μου. Το δώρο.


Και καλά έπρεπε να πάρω δώρο για την κοπέλα που γέννησε, αλλά τι να της πάρω που δεν ξέρω τίποτα από αυτά τα πράγματα;  Πήρα τηλέφωνο την φίλη μου την  Κατερίνα που ξέρει από αυτά .
-Έλα μαρί… Της είπα μόλις το σήκωσε
-Πιγκουινούλη! Τι κάνεις;
-Άσε, έχω ένα μεγάλο πρόβλημα και θέλω την βοήθειά σου
-Τι  πρόβλημα μπορεί να έχεις εσύ;
-Εγώ, τι πρόβλημα μπορεί να έχω; Μην ξεχνάς ότι είμαι το πρόβλημα σε κάθε λύση σου
-Α, ναι ξέχασα…. Και αυτή την φορά ποια λύση θέλεις να σου προσφέρω
-ΣΕΞ.
-Δεν μπορώ, έχω εφ όρου ζωής περίοδο…
-Πάλι στο πονηρό πήγε το μυαλό σου;  Το σεξ είναι αρχικά της φράσης  Συμβουλές Επισκέπτη Ξεγκαστρώματος . Για να στο κάνω πιο λιανά γέννησε μια φίλη και δεν ξέρω τι δώρο να της πάρω.
-Και καλά εγώ είμαι η πονηρή, και καλά έπρεπε να το καταλάβω; Τέλος πάντων, μπορείς να της πάρεις ένα φορμάκι για το μωρό.
-Σιγά μη του πάρω φορμάκι, ακόμα δεν βγήκε από το αυγό.  (Παραδόξως την κοπέλα που γέννησε ,όλα τα χρόνια την λέγαμε αυγό λόγω του ιδιαίτερου σχήμα του κεφαλιού της, και να που τώρα αυτή η φράση χρησιμοποιείται κυριολεκτικά)
-Ε τότε πάρε μια γλάστρα.
-Γλάστρα; Τι εννοείς έχουν βγει γλάστρες για μωρά; Δηλαδή πώς είναι αυτή η γλάστρα; Έχει δυο τρύπες στη βάση για τα  πόδια  του μωρού;
-¨όχι μωρέ τρελέ, δεν είναι για το μωρό η γλάστρα, για την μαμά την παίρνεις
-Αν είναι για την μαμά δεν χρειάζεται  γλάστρα, βαρέλι χρειάζεται, έχει πάρει πολλά κιλά η καημένη.
-Τι θα κάνω με σένα επιτέλους;  Δεν θα βγάλουμε άκρη, Πάρε γλυκά
-Γλυκά για το μωρό; ¨έχουν βγει γλυκά με μητρικό γάλα;
-Να σου πω, εσύ δεν πήρες να ρωτήσεις, πήρες για να με δουλέψεις. Δεν σου λέω τίποτα άλλο, κάνε ότι θες!
-Καλά, σίγα μην την πάρω και δώρο,  Μαρία είναι αυτή… Να σου πω και κάτι άλλο…
-Τι;
-Με το σεξ τελικά τι θα γίνει;
-Θα γίνει….
-Αλήθεια; Πότε;
-Όταν σοβαρευτείς! Δηλαδή ποτέ!
-Τι να σου πω…, εσύ χάνεις….
-Καλά κλείσε,  κανονίζουμε μετά για καφεδάκι αύριο.
-Τέλεια, και μετά τον καφέ σεξ! Τέλεια, τα λέμε κουκλάκι.
-Έλα γεια.



Κλείσαμε το τηλέφωνο και ξανακοίταξα το ταβάνι, μήπως θα ήταν καλύτερα να το έβλεπα σαν διαστημόπλοιό το σπίτι μου; Ή σαν ναό της βαρεμάρας,  σαν πνευματική δίοδο καμένων σκέψεων, σαν καπνιστήριο, σαν  γήπεδο του γκολφ χωρίς το γρασίδι , χωρίς τις τρύπες και τις λίμνες , χωρίς τα σημαιάκια και τα αυτοκινητάκια. Ναι ,αυτό είναι το σπίτι μου ένα γήπεδο του γκολφ που δεν είναι ακόμα έτοιμο. Η Γκόλφω άραγε να έπαιζε γκολφ; Τα στρουμφακια παίζουν μίνι γκολφ;  Οι μαύροι γιατί δεν παίζουν γκολφ;  Γιατί δεν υπάρχουν μαύρα στρουμφάκια;  Τα έντομα άραγε κλάνουν; Οι κλόουν έχουν τρίχες στο στήθος;  Έχει όρια η σάτιρα; Στα αγγλικά ο ανανάς είναι ififi; Ο γέρος του Μοριά όταν γεννήθηκε ήταν το μωρό του Μοριά; Μωρό; Είπα μωρό; Α, ναι έπρεπε να πάω να δω ένα μωρό, τι κάθομαι και σκέφτομαι τόσο σοβαρά πράγματα; Σηκώθηκα γρήγορα πήρα τα κλειδιά και βγήκα στο δρόμο.


Κατεβαίνοντας τις σκάλες σκεφτόμουν ότι  έπρεπε να μην ξεχάσω να βγάλω μια φωτογραφία το μωρό και να τη στείλω στη Σοφία στην Κρήτη με ΜΜS.  Ανέβηκα στο  μηχανάκι έβαλα μπρος και ξεκίνησα. Πολύ σύντομα βγήκα στην Πανόρμου,  έφτασα στο φανάρι την Αλεξάνδρας και περίμενα να ανάψει το πράσινο. Όσο περίμενα ,να σου απέναντι ένα γκομενάκι .  Να κι άλλο πρόβλημα, τι να κοιτάω το φανάρι ή το γκομενάκι; Φυσικά κοιτούσα το γκομενάκι, φορούσε ωραίο σορτσακι, με ενδιαφέρει πολύ η μόδα.  Εκεί όπως την κοιτούσα ξεκίνησε να περπατάει, ωραία, άναψε κόκκινο  για τα αυτοκίνητα από την δική της μεριά άρα πράσινο για μένα, κοίταξα λίγο,  οκ σωστά συμπέρανα. Βρήκα την λύση σε ένα πρόβλημα που θα βασάνιζε για πολύ καιρό, ευτυχώς  πάντα υπάρχει ένα ωραίο γκομενάκι στο απέναντι φανάρι στους Αμπελόκηπους. 



Έφτασα στο νοσοκομείο και ανέβηκα κατευθείαν στον όροφο όπου ήταν η φίλη μου και το μωρό. Μπήκα στο δωμάτιό της.  Την χαιρέτησα, έκατσα λίγο δίπλα της και  τα είπαμε λίγο. Ήταν φανερά εξαντλημένη αλλά ευτυχώς όλα είχαν πάει καλά. Είχα στο μυαλό μου να βγάλω την φωτογραφία  για την Σοφία στην Κρήτη. 
-Πως είσαι Μαράκι μου ; Δεν σου πήρα δώρο. Της είπα
-Καλά είμαι,  χέστηκα για το δώρο, ευτυχώς όλα πήγαν καλά και βγήκε ένας παίδαρος , άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις…
-Που είναι τώρα;
-Δίπλα, πάμε να το δεις….
-Οκ, πάμε.
Βρεθήκαμε μπροστά σε μια βιτρίνα όπου από μέσα ήταν γεμάτη  με τάπερ χωρίς καπάκια, αυτά τα τάπερ είχαν μέσα μωράκια. Τώρα δεν μου φαίνεται τόσο περίεργη η ιδέα της γλάστρας για μωρά.
-Καλά σε πυρέξ τα βάζουν τα μωράκια;
Δεν μου απάντησε η Μαρία, με χτύπησε λίγο την πλάτη και χαμογέλασε . Μα γιατί δεν με παίρνει κανείς στα σοβαρά; Την χτύπησα και εγώ λίγο.
-Το τάπερ το έφερες από το σπίτι ή είχαν εδώ; Της είπα πάλι
-Άκου να σου πω, δεν θέλω καμενιές με το δικό μου το μωρό, ούτε θα γράψεις τίποτα για την επίσκεψη σου εδώ, σύμφωνοι;
-Ναι ρε σύμφωνοι, τι με πέρασες;
Και αλήθεια, ειλικρινά,  δεν είχα σκοπό να γράψω τίποτα αλλά τα γεγονότα  εξελίχθηκαν με απρόσμενο τρόπο.



Η φίλη μου χτύπησε το τζάμι και μια νοσοκόμα  από μέσα που την είδε χαμογέλασε και σηκώθηκε.  «Αυτή η κοπέλα είναι πολύ καλή, ήταν και στον τοκετό»  μου είπε η φίλη. Όντως ήταν πολύ καλή.  Με το που την είδα την ερωτεύτηκα. Ήταν απίστευτα όμορφη. Ψιλή αδύνατη μελαχρινή, με πολύ γλυκό προσωπάκι.  Η νοσοκόμα πήγε χαμογελώντας και πήρε ένα πυρέξ με το μωρό της Μαρίας. Το έφερε με το τραπεζάκι που είχε ροδάκια και το απέθεσε δίπλα στο τζάμι.
-Τι μωρό είναι αυτό! Είπα επιδοκιμαστικά κοιτώντας την νοσοκόμα
-Είδες τι βγάζει η Λάρισά. Μου είπε η Μαρία εννοώντας το παιδί της που  δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω του
-Από την Λάρισα είναι; Έλα ρε! Είπα χωρίς να έχω πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα από την νοσοκόμα.
-Εμ τι; Εγώ από πού είμαι;
-Δεν μοιάζετε και πολύ.
-Αι χέσου και συ, σαν την πεθερά μου κάνεις! Κάτσε έρχεται η νοσοκόμα να μας πει αυτήν.


¨Έβλεπα την νοσοκόμα να έρχεται προς το μέρος μας, αγχώθηκα, τι ομορφιά είναι αυτή; Έπρεπε να το παίξω άνετος και να μην πω καμενιά, αλλά να πω και κάτι. Η νοσοκόμα ήρθε και φίλησε την Μαρία, την ρώτησε αν είναι καλά και τα σχετικά. Μετά η Μαρία μας σύστησε. Μου έδωσε το αδύνατο χεράκι της και εγώ το έσφιξα σαν να κρατάω ένα ματσάκι με φρέσκο μαϊντανό. Οκ, αυτό δεν πρέπει με τίποτα να της το πω.
-Πολύ τυχερό το μωράκι που είδε εσένα πρώτη στον κόσμο.  Της είπα μετά το «χάρηκα»
-Νομίζω ότι είχε κλειστά τα μάτια του. Μου ανταπάντησε, όχι ψυχρά όμως. Ωραία, τώρα πρέπει να πω μια καμενιά  για να το γυρίσω στην πλάκα
-Γι αυτό έκλεγε, για να ανοίξει τα μάτια του και να σε δει. Πλάκα κάνω, μην με παρεξηγείς..
-Δεν σε παρεξηγώ, πλάκα έχεις.
-Από την Λάρισα είσαι;
-Η μάνα μου είναι από την Λάρισα,  μ αρέσει πολύ εκεί, πάω όποτε έχω άδεια.
Εμείς  οι Λαρισαίοι το χουμε, όποτε βρισκόμαστε  επικοινωνούμε με δικό μας τρόπο, έτσι καθίσαμε και μιλήσαμε λίγο για την Λάρισα,  της είπα να πάμε για καφέ μετά την δουλεία, μου είπε ότι την περίμενε ο φίλος της στο σπίτι,  είπαμε δυο κουβέντες ακόμα , δώσαμε ακόμα μια χειραψία μαραμένου μαϊντανού και έφυγε. Η Μαρία δίπλα με τράβηξε και μου είπε να πάμε στο δωμάτιο. Γύρισα την πλάτη μου σε όλα τα μωρά που δεν θα κάνω με την νοσοκόμα και φύγαμε.  Στο διάδρομο περπατούσαμε με την  Μαρία αγκαζέ και πολύ αργά, που και που κοιτούσα πίσω. Η σιωπή έσπασε σύντομα όταν ή Μαρία  με ρώτησε
-Πως σου φάνηκε το παιδί μου;
Ουπς, ούτε καν το είχα δει, ούτε ένα βλέμμα, κοιτούσα συνέχεια την  νοσοκόμα ,τι να έλεγα;
-Πολύ όμορφο! Πολύ γλυκό.
-Σε ευχαριστώ, καλά πως σου ήρθε να πεις την νοσοκόμα για την Λάρισα;
-Όταν εσύ μιλούσες για το παιδί σου εγώ μιλούσα για την νοσοκόμα
-Πλάκα κάνεις!
-Όχι ρε, την είχα δει αρκετές φορές στην Λάρισα και μου φάνηκε κάπως γνωστή, αλλά δεν ήμουν σίγουρος… Πάλι ψέματα είπα.
-Πάντως σε έπαιζε, φαινόταν.
-Που παν και τα φτιάχνουν όλες οι βλαμμένες ; Πως γίνεται αυτό; Όλες οι γυναίκες να έχουν σχέση και όλοι οι άντρες  να είναι ελεύθεροι;



Φτάσαμε αγκαζέ στο δωμάτιο,  είχαν μαζευτεί κάτι μανιές και κάτι θειοι  για να δουν την χελώνα. Τα βαριέμαι αυτά, η Μαρία το ξέρει, φιληθήκαμε σταυρωτά και έφυγα. Σκεφτόμουν την νοσοκόμα την ώρα που κατέβαινα της σκάλες. Μου είχε πάρει τα μυαλά.   Με πήρε τηλέφωνο και η Σοφία  από την Κρήτη. Το σήκωσα.
-Έλα ρε, τι έγινε το είδες το μωρό; Μου είπε
Φτου  γαμώτο! Ξέχασα να βγάλω την φωτογραφία, Πάλι έμπλεξα, τι να της πω; ότι δεν του έριξα ούτε μια ματιά; 
-Ναι το είδα, πολύ όμορφο μωράκι.
-Φωτογραφία έβγαλες ή ξέχασες;
-Όχι ρε, τι ξέχασα, πλάκα κάνεις;
-Και γιατί δεν την έστειλες ακόμα;
-Δεν έχω κάρτα, θα βάλω σε λίγο και θα στην στείλω.
-Οκ αγάπη, σε ευχαριστώ πολύ, περιμένω.
-Τα λέμε, φιλιά
-Φιλάκια, γεια σου.
 Κατέβασα το τηλέφωνο και έκατσα  απεγνωσμένος στις σκάλες, ένιωσα την ανάγκη για τσιγάρο. Που να βρω λύση σ αυτό το πρόβλημα…. (Όχι του τσιγάρου, του άλλου…)



Ήθελα να και  πιω. Καφέ. Πήρα τηλέφωνο τον Χάρη και δώσαμε ραντεβού σε ένα καφέ στο Hightladry (Χαϊλάνδρι-Χαλάνδρι).  Σε είκοσι  λεπτά ήμουν εκεί. Ο Χάρης ξέρει πόσο γκαντέμης είμαι και δεν παραξενεύτηκε πολύ όταν του εξηγούσα τι είχε συμβεί. Για την νοσοκόμα, για το μωρό που δεν είδα , για το μπέρδεμα με την Λάρισα, για την φωτογραφία που δεν έβγαλα , αυτά. Γελούσε βέβαια.
-Και τώρα τι κάνουμε; Του λέω
-Τώρα, πάρε τηλέφωνο την Σοφία και εξηγησέ της.
-Δεν παίζει αυτό, πρέπει να βρούμε μια λύση. Δεν μπορείς εσύ να πας και να το βγάλεις μια φωτογραφία;
-Όχι ρε από και ως που να πάω εγώ εκεί , μια φορά την έχω δει την κοπέλα
Δίπλα μας ήρθε και κάθισε ένα ζευγάρι που είχε ένα μωρό μαζί. Έμεινα να κοιτάω το μωρό και αδιαφορούσα για τον Χάρη. Μου μπήκε μια ιδέα.
-Χάρη, το βρήκα, θα βγάλω φωτογραφία αυτό το μωρό και θα το στείλω!
-Τι λες ρε μαλάκα; Αυτό είναι τουλάχιστον έξι μηνών
-Ε και;
-Θα το καταλάβει ρε.
-Και εσύ που ξέρεις ότι είναι έξι μηνών αυτό το μωρό εδώ;
-Από τον ανιψιό μου, κάθε μέρα τον έβλεπα μέχρι που έφτασε δύο χρονών.
-Έλα ρε! Έχεις ανιψιό; Σίγουρα θα έχεις και φωτογραφίες από τότε πού ήταν νεογέννητό.
-Αυτό να το βγάλεις από το μυαλό σου!
-Έλα ρε φίλε, δώσε μου μια φωτογραφία να την στείλω στην Μαρία
-Τι λες ρε καμένε;  Δεν γίνεται αυτό που λες.
-Γίνεται ρε φίλε, έλα σε παρακαλώ, θα σου κερνάω μια βδομάδα τους καφέδες.
-Τι σου πω ρε… θα σου δώσω μια αλλά όχι για τους καφέδες, θα σου  δώσω  για να δω αν θα πιάσει το κόλπο.
Πήρα το κινητό του Χάρη και άνοιξα το φάκελο που έλεγε «ανιψιός», διάλεξα μια ωραία φωτογραφία του μπέμπη  και την έστειλα στο δικό μου με blue tooth, από το δικό μου την έστειλα στην Σοφία με λεζάντα από κάτω   «Το μωρό της Μαρίας» .  Ωραία έφυγε και αυτό το πρόβλημα, μέχρι να έρθει το επόμενο. Μετά από λίγο ήρθε μήνυμα από την Σοφία.
«Τι τέλειο!!!!!!!!!!» Έτσι με πολλά θαυμαστικά.  Που να έβλεπες και την νοσοκόμα είπα από μέσα μου.


Η Σοφία το είδε το μωρό της Μαρίας. Έπιασε το κόλπο.
Τελικά η αλήθεια είναι αυτή που δημιουργούμε ,και όχι αυτή που είναι.







Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Η Απαγωγή 1 (Not sober)


Τι να πρωτοθυμηθώ; Είναι πολλές φορές που  το μυαλό ανοίγει και ξεχύνονται όλα σαν ποτάμι που τα παρασέρνει όλα στο πέρασμα του. Λένε ότι το μυστικό της ζωής είναι το ποτάμι, αποτελείται από το πιο άκακο  υλικό κι όμως αργά και σιγανά αλλάζει τα πάντα στο πέρασμα του.  Ανοίγει χαράδρες, σκίζει βουνά στη μέση.  Βρίσκει πάντα τον δρόμο του. Μια ήρεμη δύναμη. Έτσι είναι και οι αναμνήσεις μου. Μια ήρεμη δύναμη που κυλάει μέσα στο μυαλό μου και με τα χρόνια μου έχει διαμορφώσει αυτόν τον περίεργο χαρακτήρα.



Το καλό ή το κακό σ αυτόν τον περίεργο χαρακτήρα είναι ότι γελάω μέχρι δακρύων, πέφτω κάτω από τα γέλια. Τελευταία φορά που συνέβη αυτό ήταν πριν από μια βδομάδα, στο six dogs  το καλοκαιρινό, δηλαδή Στο βάθος κήπος. Εκεί είμαστε μια αντροπαρέα, αγοράκια όπως λέει και ο Μάριος. Εκεί  λοιπόν σ αυτό το εξωπραγματικό για τα δεδομένα της Αθήνας μέρος ο Μάριος άρχισε να μιμείται τον Νικόλα, ο οποίος δεν ήταν εκεί. Έπεφτα κάτω από τα γέλια, τον παρακαλούσα  να σταματήσει, τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα. Ο Μάριος δεν σταματούσε, τον απείλησα ότι θα του πετάξω το ποτήρι με τον καφέ στα μούτρα. Το θέμα δεν είναι ούτε Μάριος ούτε ο Νικόλας, το θέμα είναι το σκυλί του Νικόλα, ο Μπούμπις, άκου όνομα….



Ο Μπούμπις είναι το μοναδικό σκυλί που διάλεξε το αφεντικό  του και όχι το αντίστροφο. Μια ωραία μέρα εκεί που ο Νικόλας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου μπούκαρε μέσα ο Μπούμπις, ένα λευκό γκριφόν κανίς . Εμφανώς ταλαιπωρημένος και καταφανώς αδέσποτό.  Ο Νικόλας τον κράτησε. Κάθε φορά στον καφέ στην Πανόρμου έχουμε και τον Μπούμπι μαζί. Πολύ ηλίθιο σκυλί, εντελώς βλάκας. Συμπαθητικός βλάκας.
-Ρε μαλάκα πούλα με τον σκύλο. Λέω στον Νικόλα
-Τι τον θες ρε μαλάκα,; δεν τον πουλάω, γάμησέ μας
-Ρε φίλε, δως τον μου, θα σου δώσω είκοσι ευρώ
-Τι είκοσι ρε, πεντακόσια άμα θες πάρ’ τον. Μου λέει ο Νικόλας και Μπούμπις μας κοιτάει εναλλάξ χωρίς να καταλαβαίνει τι λέμε.
-Γιατί πεντακόσια ρε φίλε; Είκοσι ευρώ δεν είναι καλά;
-Έχει συναισθηματική αξία,  δεν τον πουλάω .
-Έλα ρε μαλάκα, πούλα τον σε παρακαλώ, αν δεν μου τον πουλήσεις θα κλεφτούμε, είμαι ερωτευμένος με τον σκύλο σου.
-Καλά ρε τι φαγώθηκες και θες τον σκύλο μου τόσο πολύ;
-Έχει και για μένα συναισθηματική αξία
-Για σένα; Από πού και ως που;
-Πριν από δεκατρία χρόνια………...



Πριν από δεκατρία χρόνια, στα δεκαέξι ακόμα, είμαστε στο μαγαζί του Βασίλη, με τον Βασίλη και πίνουμε σε ένα τραπέζι. Είχαμε γίνει λιούρδα, στουπί. Γελούσαμε συνέχεια. Όχι χωρίς λόγο βέβαια, είχαμε λόγο και μάλιστα σοβαρό να γελάμε. Στο μπροστινό τραπέζι και έχοντας πλάτη σε μας καθόταν ο Θανάσης, ένας από τους χαζούς του χωριού,  τριανταπέντε χρονών, ακόμα ποιο μεθυσμένος από μας, κροκόδειλος.  Η εφευρετικότητα είχε αρχίσει να ξετινάσετε εκείνα τα χρόνια και είχαμε βρει μια πολύ ευχάριστη ασχολία σε βάρος του Θανάση. Φορούσε μάλλινη μπλούζα και εμείς σπάζαμε οδοντογλυφίδες και τις πετούσαμε στην μπλούζα του Θανάση. Οι οδοντογλυφίδες κολλούσανε πάνω του, μετά από κάποιο σημείο πετούσαμε και στα κατσαρά μαλλιά του.  Ο Θανάσης είχε γίνει όλος καφέ από πίσω,  είχε γεμίσει ροκανίδια οδοντογλυφίδας. Τελείωσαν όλες οι οδοντογλυφίδες από το τραπέζι και ο Θανάσης δεν είχε καταλάβει τίποτα ακόμα.  «Γεία σου ρε ξυλοκόπε Σάκη!» Του λέγαμε από πίσω «Τι ξυλοκόπε ρε μαλάκες; Πίντε και δεν ξέρτε τι λέτε…» Κοίτα ποιος μιλάει…. Δεν θυμάμαι πως συνεχίστηκε η βραδιά  εκείνη την μέρα, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ το γέλιο που έριξα. Τον  Σάκη ακόμα και σήμερα, δεκατρία χρόνια μετά,  τον φωνάζουν «ξυλοκόπο» .



Την επόμενη μέρα με βρήκε ο Σάκης έξω και με έπιασε από τον γιακά
-Τι κάνατε ρε μαλακισμένα χτες; Γιατί πετούσατε οδοντογλυφίδες;
-Συγγνώμη ρε Θανάση, ήμασταν κουμπούρια, δεν ξέραμε τι κάναμε.. εσύ δεν μεθάς;
-Μεθάω, αλλά δεν κάνω μαλακίες
-Ναι, τις κάνεις ξεμέθυστος….
-Κόψ το δούλεμα, με τι είσαι έξω;
-Με το μηχανάκι
-Θα με πάς στο διπλανό χωρίο;
-Για να πιεις;
-Ναι, δεν είχα λεφτά χτες και δεν τον πλήρωσα τον Βασίλη, θα πάω αύριο
-Εγώ δεν έχω λεφτά σήμερα, αν σε πάω θα κεράσεις;
-Ότι θες, μη μασάς εγώ είμαι εδώ, έχω λεφτά σήμερα.
-Καλά άσε τον γιακά και πάμε στο μηχανάκι.
-Α, ναι ξεχάστηκα….



Σε πέντε λεπτά είμαστε στο διπλανό χωριό, το δικό μας είχε πενήντα σπίτια, το διπλανό δέκα. Το είχαμε για εναλλακτική διασκέδαση.  Στο κλασικό καφενείο του χωριού, πέντε ρεμάλια γύρω στα σαράντα, δυο παππούδες που τους είχε πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και ο μαγαζάτορας.  Μόλις μπήκαμε μας κοίταξε με στραβό μάτι. Κυρίως κοιτούσε τον Σάκη.
-¨Έχεις λεφτά σήμερα; Ή θα ρίξεις πάλι πιστόλα;
-Έχω ρε μαλάκα, τι θες; Βάλε να πιούμε, φτιάξε και καμιά δεκαριά σουβλάκια. Του λέει ο Σάκης με την βραχνή του φωνή
-Έτσι είπες και την άλλη φορά και αναγκάστηκα να ρθω να τα πάρω από τη μάνα σ’ τα λεφτά
-Τα πήρες; Τι κλαίγεσαι τότε;
Μας τα έφτιαξε και τα σουβλάκια, μας έφερε και το κρασί.  Μέσα σε μισή ώρα είχαμε γίνει τσάτσαλοι.  Μιλούσε ο Σάκης ασταμάτητα, το τι μαλακίες μπορεί να είχε πει εκείνο το βράδυ δεν τολμώ καν να φανταστώ. Το μυαλό του γενικά  ήταν αλλού. Μόνο όταν μεθούσε μιλούσε λογικά, μόνο που αυτός μεθούσε δύσκολα ενώ  εγώ μεθάω εύκολα. ¨Όταν αυτός είναι στη μέθη και μιλάει λογικά, εγώ είμαι πολύ πιο πέρα από την μέθη και δεν καταλαβαίνω Χριστό.  Στην αρχή έλεγε κάτι μαλακίες για την γελάδα του Ορέστη, έπρεπε να πιω γρήγορα για να χάσω την επαφή με τον χώρο που βρισκόμουν. Ήθελα να βρεθώ αλλού, με την Μαριάννα.


Μες την ζαλάδα έστειλα μήνυμα στην Μαριάννα, είχαμε μαλώσει, δεν μου μιλούσε, παρόλα αυτά εγώ σκεφτόμουν όλες τις καλές στιγμές και την ομορφιά της. Τότε ακόμα ήμουν γλυκανάλατος, δεν ήξερα ότι οι γυναίκες γουστάρουν καγκουριές και γυφτιές. Της έστειλα μήνυμα στο κινητό. Της έγραψα «Θα ήθελα να ήσουν εδώ, έχω πιει και θα ήθελα να δω το ομορφότερο θέμα του κόσμου, εσένα τρείς φορές…» Που να ξέρα τότε ότι αυτά είναι μαλακίες, αν και το να αναφέρεις το πιοτό το και το μεθύσι είναι από μόνο του μεγάλη καγκουριά.  Αντί να βλέπω την Μαριάννα τρείς φόρες έβλεπα τον ξυλοκόπο τρεις φορές, σαν τους τρεις ξυλοκόπους από τον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα.  Ευτυχώς δεν τον άκουγα τρεις φορές. Ο Θανάσης μιλούσε για την γελάδα του Ορέστη «….έχει τα πιο τέλεια βυζιά για γελάδι ρε φίλε, μακάρι να ήμουν ταύρος….» το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει από τον πονοκέφαλο που μου προκάλεσε το κρασί  και τα λόγια του Θανάση. Ζαλισμένος όπως ήμουν προσπαθούσα να εστιάσω στα αφτιά του Σάκη, είχε τέλεια αφτιά, μου φάνηκε ότι γυαλίζανε,  είχανε και ένα μαγικό τρόπο να στηρίζουν τα γυαλιά του, τα πατομπούκαλα.  Μέσα από τα γυαλιά του τα μάτια του έμοιαζαν πολύ  μικρά, σαν  κουμπιά από το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης.
-Θανάση, τα αφτιά σου έχουν μουνότριχες. Του είπα σχολιάζοντας την τριχοφυΐα του σε εκείνο το ιδιαίτερο μέρος.
Ο Θανάσης δεν απάντησε, είχε βάλει δύο δάχτυλα, τον αντίχειρα και τον δείκτη μέσα στο στόμα του και έπιανε ένα δόντι του. Έμεινα να τον κοιτάω προσπαθώντας να καταλάβω τον αν αυτό που βλέπω είναι αλήθεια ή παραίσθηση. Στο ράδιο έπαιζε Καζαντζίδη.
-Θανάση, τα αφτιά σου λάμπουν, είναι σχεδόν διάφανα, που τα βρήκες αυτά τα αυτιά ρε πούστη;
Πάλι δεν μου απάντησε,  είχε αφοσιωθεί στο μεγαλεπήβολο έργο του της διερεύνησης του δοντιού. Ξαφνικά εκεί που το σκάλιζε πήρε το δόντι στο χέρι. Το έφερε μπροστά στα γυαλιά του και το κοιτούσε, όχι με την ίδια απορία που τον κοιτούσα και εγώ.
-Τι είναι αυτό ρε Σάκη;
-Κυνόδοντας
-Και τι κάνει στο χέρι σου;
-Είναι βιδωτό, το βγάζω και το ξαναβάζω.
-Α,  κοίτα μην το βάλεις μέσα στο αφτί σου. Τι αφτιά είναι αυτά που έχεις ρε πούστη…….
Μετά έβλεπα τον Σάκη να προσπαθεί να βάλει το δόντι στη θέση του. Το έβαλε με ένα κρακ και ήπιε λίγο κρασί ακόμα.  Κοιτούσα και το κινητό να δω αν ήρθε καμιά απάντηση από την Μαριάννα. Τίποτα, κοίταξα πάλι τα αφτιά του Θανάση.



-Πήγαινε βάλε μπρος το μηχανάκι και έρχομαι. Μου είπε ο Θανάσης
Εγώ άπλωσα το χέρι μου και προσπάθησα να πιάσω το αφτί του.
-Ξεκόλλα ρε μαλάκα, πήγαινε στο μηχανάκι , πάω να πληρώσω και έρχομαι.
Σηκώθηκα και παραπατώντας πήγα στο μηχανάκι και περίμενα το παιδί με τα υπέροχα αφτιά.
Μετά από λίγο άκουσα τον Σάκη να φωνάζει από πίσω «Ξεκίνα, μαλάκα, ξεκίνα!»
Έβαλα ταχύτητα και ξεκίνησα, ο Θανάσης με έφτασε τρέχοντας και πήδηξε στη πίσω θέση, για λίγο έχασα την ισορροπία και κοντέψαμε να πέσουμε. Ο μαγαζάτορας έτρεχε πίσω μας προσπαθώντας να μας φτάσει. Του λύθηκε η ποδιά και κόντεψε να πέσει. «Ταχιά στην μάνα σ’» φώναξε ο μαγαζάτορας. Ταχιά σημαίνει αύριο.
-Τι έγινε ρε Θανάσ’ ; τον ρώτησα
-Δεν πλήρωσα…
Προχωρούσαμε μες στο σκοτάδι με το μηχανάκι και αέρας χτυπούσε το πρόσωπο μου.  Με τον δροσερό αέρα συνήλθα κάπως.  Ήξερα ότι δεν έπρεπε να κοιμηθώ, πριν από ένα χρόνο στον ίδιο δρόμο είχα πέσει πάνω στα πρόβατα του Αραμπατζή και είχα χτυπήσει άσχημα.  Δεν είχα φώτα, ούτε τώρα έχω.  Το φεγγάρι δεξιά ήταν  υπέροχο, αν και δεν είχε αφτιά σαν του Θανάση.  Είχε ένα υπέροχο χρώμα, το χρώμα του πάγου, το χρώμα του σκύλου της Μαριάννας, το χρώμα των αφτιών του Θανάση.  Μα τι υπέροχα αφτιά…..  Πηγαίναμε στο δρόμο ήρεμα, σαν ποτάμι, σαν αναπόληση της μνήμης. Ο αέρας έκανε καλά την δουλεία του και συνήλθα. Καλά ήπιαμε , καλά φάγαμε, να χα και αφτιά σαν του Θανάση τι άλλο να ήθελα.



Λίγο πριν μπούμε στον χωριό μας ο Θανάσης μου χτύπησε την πλάτη. Με τον αντίχειρά του, με το ίδιο δάχτυλο που έβγαζε το δόντι του.
-Τι θες; Τον ρώτησα
-Στάματα μαλάκα…
-Γιατί να σταματήσω ρε, σε λίγο φτάνουμε, τι έπαθες;
-Έχασα το δόντι.
Πάτησα απότομα το φρένο.
Σε όλη την διαδρομή ο Θανάσης προσπαθούσε να βγάλει το δόντι του και να το ξαναβάλει, ήταν ή αγαπημένη του ασχολία. Εκείνη την συγκεκριμένη βραδιά του έπεσε.
-Που το έχασες ρε μαλάκα
-Εδώ  λίγο παραπίσω
-Που ρε φίλε στα χαλίκια;
-Ναι ρε μαλάκα, γύρνα.
Γυρίσαμε, άντε να βρεις ένα δόντι του Θανάση στα χαλίκια.  Σταμάτησα σε ένα μέρους και ο Θανάσης έπεσε στα γόνατα και άναψε τον αναπτήρα κοντά  στο έδαφος και έψαχνε μπουσουλώντας να βρει το δόντι του. Εγώ είχα μείνει  στο μηχανάκι και η μέθη επανήλθε. Κοιτούσα τον Θανάση να μπουσουλάει με  τους αγκώνες και έναν αναπτήρα στο χέρι. Μα είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό, κι όμως είναι. ¨Έβαλα τα χέρια μου πάνω στο κοντέρ και πάνω  σ’αυτά ακούμπησα το σαγόνι μου. Κοιτούσα τον Θανάση.  Τον έβλεπα από πίσω στα τέσσερα. Κάτι άλλο μου φάνηκε υπέροχο έκτος από τα αφτιά του.
-Θανάσ’;
-Ο κόλοΐζ  σ’ να μασ’
-Θανάσ’; Ρε φίλε, τα παπούτσια σου έχουν πολύ ωραία πέλματα
-Αι γαμήσ’ ρε
-Ρε φίλε, που τα βρήκες αυτά τα παπούτσια; ¨Έχουν τέλεια πέλματα…
Δεν μου απάντησε ο Σάκης,  είχε αφοσιωθεί στην αναζήτηση του βιδωτού δοντιού. Του κυνόδοντα.  Μακάρι να το έψαχνε και  η Μαριάννα. Θα ήθελα να έβλεπα τα πέλματα των παπουτσιών της….
Με στο σκοτάδι ακούστηκε μια κραυγή. Σίγουρα του Θανάση.
-Τι έπαθες ρε μαλάκα. Τον ρώτησα
-Έκαψα το φρύδι ρε μαλακά! Πάμε να φύγουμε θα το βρω αύριο.
-Μην ανησυχείς Σάκη, με τέτοια αφτιά κανείς δεν θα κοιτάει το χαμόγελό σου, μα τι αφτιά έχεις ρε πούστη…..



Φτάσαμε στο σπίτι του, δίπλα του έμενε η Μαριάννα.  Κάτω από το φως ενός στύλου είδα το καμένο του φρύδι. Νομίζω ότι του πήγαινε κάπως. Δίπλα έμενε η Μαριάννα. Το σκυλί  της ήρθε στην σήτα.  Κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι του Θανάση πάντα του έδινα κάτι να φάει, όχι του Θανάση, του σκύλου.  Σήμερα δεν είχα τίποτα. Τον κοιτούσα μελαγχολικά, όχι τον σκύλο ,τον Θανάση.
-Τι θες ρε και με κοιτάς έτσι;
-Έχεις να δώσουμε τίποτα στον σκύλο;
-Δεν έχω τίποτα, φύγε τα λέμε αύριο
-Έλα ρε μαλάκα, δώσε κάτι, έστω ένα δόντι, κόκκαλο είναι και αυτό….
-Φύγε ρε. Μου είπε ο Σάκης και μπήκε στο σπίτι του
¨Έμεινα εκεί να κοιτάω τον σκύλο μελαγχολικά. Τον λυπόμουν που περίμενε κάτι από μένα και εγώ δεν μπορούσα να του δώσω.


Είμαστε στο παράδεισο με την Μαριάννα, γύρω γύρω δέντρα, τα πάντα καταπράσινα, οι ακτίνες του ήλιου παιχνιδίζουν ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων.  Είμαστε μόνοι μας και γυμνοί, το τέλειο σώμα της λάμπει κάτω από το αγνό φως τα του ήλιου.  Είμαστε στο παράδεισο και κάτι στον αέρα  μύριζε κόκκινο  κρασί. Είχαν κρασί στον παράδεισό; Κοιτάω την γυμνή Μαριάννα και αρρωσταίνω, τόση ομορφιά με πονάει.  Η Μαριάννα βγάζει ένα μήλο και μου το δίνει. Μου φαίνεται ότι κάπου την έχω ξανακούσει αυτήν την ιστορία.  Μα που το είχε; Αφού είναι γυμνή. Τέλος πάντων, κρατάω το μήλο στο χέρι και το κοιτάω. Είναι ακέραιο, μόνο μια δαγκωματιά είχε πάνω. Μια οδοντοστοιχία είχε αφήσει το αποτύπωμά της πάνω στο μήλο.  Μια οδοντοστοιχία απ την οποία της έλειπε ένα δόντι, ένα κυνόδοντας. Κοιτάω το μήλο και αγγίζω το σημείο όπου η απουσία του κυνόδοντα άφησε ατσάκιστο το δέρμα του μήλου . Κάτι μου θυμίζει αυτό.
-Μου το έδωσε ο Θανάσης. Μου είπε γλυκά.
Μα είναι δυνατόν; Να είμαι στον παράδεισο γυμνός με την Μαριάννα και να κρατάω ένα δαγκωμένο  μήλο που της το έδωσε ο  Θανάσης; Τι παρωδία είναι αυτήν;
-Πρέπει να το φάμε. Μου είπε πονηρά
-Το μήλο του Θανάση;
-Ναι αυτό, έλα να το δαγκώσουμε μαζί.
-Ό,τι πεις καρδιά μου, για σένα θα έκανα τα πάντα, ακόμα και το μήλο του Θανάση θα δάγκωνα.
Κράτησε το μήλο με το χέρι της στο ύψος των στομάτων μας και σκύψαμε και οι δύο και το δαγκώσαμε.  Τα υπέροχα υγρά χύθηκαν στα χείλη μας. Μετά κατέβασε το μήλο και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Όπως κοιταζόμασταν πλησιάσαμε αργά ο ένας τον άλλον. Οι παλμοί της καρδιάς αυξήθηκαν, το στομάχι έσφιξε, τα χείλη μας πλησιάζανε, τα μάτια έκλεισαν, μύρισα την ανάσα της, οι παλμοί αυξήθηκαν κι άλλο, τα χείλη αγγιχτήκανε  και…. Φως!  Μια γεύση παραδείσου κύλησε μέσα στο στόμα μου και από εκεί σε όλο μου το κορμί. Έβαλα τα χέρια μου πίσω από την γυμνή  της πλάτη και την χάιδεψα, μετά  τα ανέβα προς τα πάνω. Πάνω από τον σβέρκο της έμπλεξα τα δάχτυλά μου μέσα στα μαλλιά της.  Ένιωθα τέλεια.


 Η γη τραντάχτηκε, ένας απόκοσμος θόρυβος ακούστηκε μακριά μας. Ξεκολλήσαμε τα χείλη και κοιτάξαμε ε προς το σημείο απ όπου ακούστηκε ο θόρυβος. Οι κορυφές των δέντρων έτρεμαν. Κάτι μεγάλο ερχόταν  καταπάνω μας. Κοίταξα την Μαριάννα, ήταν ντυμένη. Πως έγινε αυτό; «Μου χαλάς το όνειρο» της είπα. Το τεράστιο πράγμα που ταρακουνούσε τις κορφές των δέντρων πλησίαζε προς το μέρος μας. Ξαφνικά μέσα από την πυκνή φυλλωσιά πετάχτηκε το τεράστιο πράγμα και ερχόταν καταπάνω μας, κλότσησε ένα κορμό δέντρου που ήταν πεσμένος κάτω και τον έκοψε στην μέση. Άρπαξα την Μαριάννα από το χέρι και αρχίσαμε να τρέχουμε. Μας κυνηγούσε η Γκεστάπο η μάνα της,  ήταν τεράστια σαν φουσκωμένο μπαλόνι,  σαν τον λουκουμά από τους Ghostbusters, φορούσε μια φούστα από δέρμα λεοπάρδαλης και μπούστο , ο θεός να το κάνει, από το ίδιο υλικό. Τα μαλλιά της τα είχε δεμένα με ένα κόκαλο στην κορυφή του κεφαλιού της. Ένας τεράστιος χαλκάς στην μύτη της ανεβοκατέβαινε σε κάθε της αλματώδες βήμα. Ήταν τεράστια. Τρέχαμε με την Μαριάννα μέσα στο δάσος, περνούσαμε κάτω και πάνω από κορμούς δέντρων, ανάμεσα από συστάδες δέντρων, πηδούσαμε χαντάκια  και ρυάκια, το τεράστιο πράγμα που μας κυνηγούσε έτρεχε σαν μανιασμένη μπουλντόζα, δεν κώλωνε πουθενά,  τσάκιζε τους πεσμένους κορμούς με τα πόδια της, διέλυε το κάθε όρθιο δέντρο που βρισκόταν στο δρόμο της  με μια δυνατή κίνηση του χεριού της,  εκατομμύρια οδοντογλυφίδες πεταγόταν από κάθε τσακισμένο δέντρο. Τρέχαμε να γλιτώσουμε από το θεριό που μας κυνηγούσε, ήταν σαν να παίζουμε στο Lost,μόνο που υπήρχε κάτι που δεν είχαμε  lost  ακόμα, η αθωότητά μας.   Η μπουλντόζα με το λεοπάρδαλε δημιουργούσε μια ευθεία γραμμή καταστροφής μέσα στο δάσος,  ήταν κάθετη, εμείς τρέχαμε χωρίς να το πληγώνουμε,  ήμασταν αδύναμοι και διαλλακτικοί , μας πλησίαζε επικίνδυνα. …


 Εκεί που έτρεχα κάτι πάτησα και έπεσα μπρούμυτα στο γρασίδι, λιποθύμησα.  ¨Όταν συνήλθα δεν ήταν κανένας γύρω μου, ούτε η Γκεστάπο ούτε η Μαριάννα, μόνο τα δέντρα. Κοίταξα το πόδι μου να δω τι είχα πατήσει.  Είδα στο πέλμα του ποδιού μου καρφωμένο το δόντι του Θανάση. Τι στα κομμάτια;…. Ξενέρωσα και έπεσα πάλι για ύπνο.   Η Μαριάννα ήρθε εκεί που κοιμόμουν και μου έγλυφε το αφτί,  τι ωραία αίσθηση. Άπλωσα το χέρι μου  να την αγγίξω χωρίς να την κοιτάω αλλά το μόνο που έπιασα ήταν ένα μάτσο σκληρές  τρίχες  με περίεργο σχήμα, κούνησα λίγο ακόμα τα δάχτυλα μου και αισθάνθηκα ότι άγγιζα κάτι υγρό και ζεστό, τα υγρά κολλούσαν στα δάχτυλά μου. Μου φάνηκε πολύ παράξενο, άνοιξα τα μάτια μου να δω που είμαι. Δεν ήμουν στο δάσος, ήμουν στην αποθήκη του σπιτιού μου ξαπλωμένος,  γύρισα να δω που είναι η Μαριάννα.  Μόλις έστριψα ια το κεφάλι μου κατευθείαν είδα τον σκύλο της Μαριάννας να με κοιτάει λαχανιασμένος με την γλώσσα έξω. «Πλάκα μου κάνεις;»  μονολόγησα. Τώρα βλέπω όνειρο ή είμαι ξύπνιος; Ο σκύλος ήρθε και μου έγλυψε τα μούτρα, το ένιωσα πολύ έντονα αυτό το γλείψιμο. Οκ, ήμουν ξύπνιος, τι μαλακία έκανα πάλι χτες το βράδυ;



Κοιτούσα τον σκύλο και δεν μπορούσα να πιστέψω τι είχα κάνει. Με κοιτούσε και ο σκύλος και ήταν πολύ χαρούμενος.
-Πολύ χαρούμενο σε βλέπω εσένα, του είπα, τί έγινε μεταξύ μας χτες το βράδυ; Πού είναι τα ρούχα σου; Γιατί είσαι γυμνός; Ό,τι και αν έγινε να το ξεχάσεις!
Ο σκύλος δεν απάντησε, ήρθε ακόμα πιο κοντά μου. Καθόμουν οκλαδόν και σκεφτόμουν. Του χάιδεψα την μουσούδα χωρίς να τον κοιτάω, νάτο πάλι το ζεστό και υγρό που άγγιζα πριν.
Είναι φόρες που ξυπνάς χωρίς να θυμάσαι τι έγινε το προηγούμενο βράδυ. Κοιτάς δίπλα σου και το σεντόνι κρύβει έναν όγκο από κάτω, απορείς, σηκώνεις το σεντόνι διστακτικά παρακαλώντας να μην έχεις κάνει πολύ μεγάλη μαλακία. Μπορεί όμως να μην είσαι και τόσο τυχερός και να ανοίξεις τα μάτια σου και να δεις κατευθείαν τι μαλακία έχεις κάνει. Παθαίνεις συγκοπή. Ευτυχώς δεν ήμουν σ αυτήν την κατάσταση, θυμόμουν τι είχε γίνει.  Από καιρό σχεδίαζα, περισσότερο για πλάκα, να απαγάγω το σκυλί της Μαριάννας και μ αυτό να την εκβιάσω για να μιλήσει μαζί μου. Γι αυτό τάιζα τον σκύλο, για να εξοικειωθεί μαζί μου. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα εύρισκα το θάρρος να το κάνω, αλλά χτες το έκανα. Τώρα βρισκόμουν προ τετελεσμένου γεγονότος, έπρεπε να προχωρήσω.  Οι δικοί μου έλειπαν από το σπίτι για διακοπές, ο παππούς μα την γιαγιά θα κοιμούνται ακόμα.  Φαντάζομαι ότι κανείς δεν έχει καταλάβει την παρουσία του σκύλου της Μαριάννας στο σπίτι.  Έβγαλα τα κινητό από τη ν τσέπη και άρχισα να γράφω μήνυμα.

«Αν θες να ξαναδείς τον σκύλο σου ζωντανό θα πρέπει να επικοινωνήσεις μαζί μου. Μην μπλέξεις την αστυνομία, ούτε τους γονείς σου, ούτε τον παπά, ούτε τον δάσκαλο.»

Έστειλα το μήνυμα και πήρα τον σκύλο να πάμε άτα.


Συνεχίζεται…..









Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπα τον πλησίον σου


Μερικές φορές είμαι πολύ κωλόπαιδο, δεν το θέλω, δεν φταίω, η γκαντεμιά μου τα  προκαλεί όλα. Έκανα  κακό, μάλλον μικρό, σε ένα ζευγάρι που δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το πρώτο πρωινό τσιγάρο με τσακίζει, σχεδόν με μαστουρώνει,  πρέπει να περάσει λίγη ώρα αφού το  τελειώσω για να φύγει η ζαλάδα.  Έτσι και σήμερα, έκανα το τσιγάρο και μετά κοιτούσα το ταβάνι, σκεφτόμουν τι είχα να κάνω όλη την μέρα. Πολλές δουλειές, συνήθως τις αναβάλω και μαζεύονται, αλλά όχι σήμερα...  Έπρεπε να πάω στην εφορία να αλλάξω την διεύθυνση για τα τέλη κυκλοφορίας, να πάω στην ΔΕΗ να αλλάζω όνομα στον λογαριασμό, να φτιάξω τα φρένα στο μηχανάκι γιατί δεν έχω καθόλου, να πληρώσω δόση στον Κωτσόβολο,  να πάω στην λαϊκή, να πάω σουπερ μάρκετ, να βάψω τα κάγκελα και να καθαρίσω το σπίτι. Από που να ξεκινήσω άραγε;  Ξεκινάω  από το να ανάψω κι άλλο τσιγάρο. Οι καπνοί  περιφέρονται ανέμελα στο δωμάτιο και τους ακολουθώ με το βλέμμα. Και καλά σκέφτομαι τις δουλείες… Βαριέμαι ακόμα και να ντυθώ.


Εκεί που διαλογίζομαι για την ματαιότητα και την αναγκαιότητα  της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων,  με μικρά διαλείμματα σκέψης για τους πιγκουίνους στον Νότιο Πόλο, ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει. Το είχα πάνω στο τραπεζάκι μπροστά από τον  καναπέ. Τέντωσα το χέρι μου χωρίς να σηκώσω την πλάτη μου από την πλάτη του καναπέ, δεν το έφτανα γαμώτο.  Τράβηξα το τραπεζάκι με το πόδι μου προς το μέρος μου. Το κόλλησα στον καναπέ και έτσι το έφτασα.  Στην άλλη γραμμή (όχι της κόκας) ήταν ο Ηλίας. Απάντησα.
-Που σαι ρε; Του λέω
-Έχεις κανονίσει τίποτα για σήμερα;
-Μπα, τίποτα, κάτι κωλοδουλειές έχω να κάνω.
-Πάμε για κανα καφέ;
-Μέσα! Για πού λες; Του είπα μετά από ένα δευτερόλεπτο σκέψης(μήπως το σκέφτηκα πάρα πολύ;)
-Πάμε στους πέντε δρόμους στα Εξάρχεια; Με ρώτησε
-Μια χαρά, τέλεια, ραντεβού σε μισή ώρα μέσα στην Πρωτοπορία.
-Οκ, τα λέμε εκεί.
Κλείσαμε το τηλέφωνο και σηκώθηκα με την γνωστή ζωηράδα  του σκύλου που λες να πάτε βόλτα. Ντύθηκα στα γρήγορα και μέσα σε δέκα λεπτά ήμουν στο δρόμο για το Μετρό. Περπατούσα και σκεφτόμουν «Κάτι είχα να κάνω εγώ σήμερα… αλλά τι;» κόλλησε το μυαλό μου, κάτι μέσα μου έλεγε ότι κάτι είχα να κάνω, αλλά δεν γαμιέται, θα το θυμηθώ αργότερα, δεν θα κάτσω να σκάσω. Άρχισα να σκέφτομαι διάφορα φυτά.  Ζουμπούλια ας πούμε, α να κάτι καπούλια.   Ένα ωραίο γκομενάκι πέρασε από δίπλα μου, αεράτη και γαλανομάτα. Η αγαπημένη μου λέξη από τον Καζαντζάκη είναι η «ορθοκάπουλη» και  ταίριαζε απόλυτα στην κοπέλα που πέρασε.  Η ορθοκάπουλη πίσω μου και η είσοδος του Μετρό μπροστά μου.  Το αέρινο απομακρυνόταν και εγώ πλησίαζα στο χθόνιο.  Η φυσιολογική ροή της ζωής. Μπήκα μαλακά, ήταν κάπως ζεστά και υγρά εκεί μέσα, πόσα παιδιά να έχουν βγει από εκεί και πόσα έχουν να βγουν ακόμα…..

Έφτασα στην πλατφόρμα και περίμενα τον συρμό.  Δεν είχε γριές ευτυχώς.  Ένας παππούς καθότανε πίσω μου, πολύ ηλικιωμένος, ένας άλλος παππούς πλησίαζε. Όταν έφτασε κοντά μου κοίταξε τον πίσω μου και πήγε προς το μέρος του. Η πρώτη κουβέντα που του είπε ο παππούς που καθότανε ήταν «Καλά ρε ακόμα ζεις εσύ;» «Εδώ ζεις εσύ, δεν θα ζω εγώ; Πόσα χρόνια έχουμε να πούμε; Τι κάνουν τα παιδιά σου, καλά είναι;» Άκου να δεις χαιρετισμό, ακόμα ζεις εσύ;.  Έφτασε το μετρό μπήκα μέσα και κατέβηκα στο Σύνταγμα.  Είχα λίγο χρόνο και όρεξη για περπάτημα. Περπατώντας γεμίσανε τα χέρια μου χαρτιά, διαφημιστικά που σ’τα  βάζουν στο χέρι.  ‘Ήθελα να στρίψω ένα τσιγάρο.  Με τα χαρτιά στο χέρι θυμήθηκα μια φορά στο λύκειο δεν είχαμε κανένας τσιγάρο (θυμάστε τότε που μοιραζόμασταν ένα τσιγάρο τρία άτομα στη ζούλα σε κάθε διάλειμμα;), το μόνο που είχαμε τότε ήταν ένας παλιός ξεραμένος καπνός. Ούτε χαρτάκια είχαμε. Κάποιος έκοψε μια σελίδα από ένα τετράδιό  μου και αδειάσαμε μέσα σ αυτήν όλο τον καπνό. Φτιάξαμε ένα πουρί εικοσιπέντε πόντους.  Τραβούσαμε τζούρα και έμπαινε πυκνός καπνός στα πνευμόνια μας που τον καταλαβαίναμε μέχρι τον κώλο.  Μας έπιασε η υποδιευθύντρια, δεν την πήραμε χαμπάρι που ερχότανε.  «Τι κάνετε εκεί ρε; Καπνίζετε;» «Όχι κυρία»   είπε ο Βασίλης βγάζοντας καπνούς από το στόμα.  Τι να μας πει και αυτήν, ευτυχώς ήταν καλή και μας έδωσε μόνο μια μέρα αποβολή. Το τεράστιο τσιγάρο είπε ότι θα το έστελνε  στην αστυνομία να το ελέγξουν αν έχει και τίποτα άλλο μέσα.  Εκτός από τα καλικαντζάρια  τα γράμματα μου, δεν είχε. Βέβαια καπνίσαμε  ένα από τα πρώιμα κείμενα του aougarou. Δεν ξέρω αν αυτό είναι λιγότερο κακό από οτιδήποτε άλλο.



 Κατέβηκα τις σκάλες στην Πρωτοπορία και βρέθηκα στο υπόγειο όπου βρίσκεται η λογοτεχνία. Πρώτα και πάνω από όλα τσέκαρα τον κόσμο. Τίποτα το ενδιαφέρον, τρεις καμένοι σαν εμένα, μια χοντρή που έτρωγε σάντουιτς και κοιτούσε βιβλία και ένα ζευγάρι. Να το ζευγάρι που ανέφερα στην αρχή. Η τύπισσα ήταν ομορφούλα, ασημένια ακρίδα, με λεπτές γάμπες και φορεματάκι, δεν είχα σκοπό να την πειράξω, συνοδευόταν γαρ,  αν και τον είχα τον τύπο, είπαμε είμαι κωλόπαιδο αλλά χωρίς να το θέλω. Ο τύπος φορούσε άσπρο μπλουζάκι σαν και μένα και άσπρο κάπρι παντελονάκι, σίγουρα και σε καμία περίπτωση και σε κανένα σύμπαν και με καμιά Παναγία σαν και μένα. Κάγκουρα, είπα από μέσα μου για το άσπρο παντελονάκι.  Πήγα στα ιστορικά, από κάπου άκουσα ότι έβγαλε καινούριο ο Πρέσφιλντ,  (το προηγούμενο Σκοτώστε τον Ρόμελ μεγάλη παπαριά, μην το πάρει κανείς) αρχίδια, τίποτα καινούριο. Ήρθε και αυτήν με τον σάντουιτς, μασουλούσε. Έφυγα από τα ιστορικά. Αν κοιτούσε κανείς από ψηλά το όλο θέμα θα έμοιαζε με σκηνικό από το παιχνίδι packman,  χωρίς τις τελείες, σε slow motion, αυτήν  με το σάντουιτς να μασουλάει και εμείς οι υπόλοιποι τα φαντασματάκια που περιφερόμαστε στο χώρο αργά. Τώρα μου ήρθε ή ιδέα ότι το μέρος όπου περπατάνε πιο αργά οι άνθρωποι είναι μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο.  Ποιο αργά και από την  περιφορά του επιταφίου στο χωρίο μου. Μια χρονιά, τότε που ήμουν ερωτευμένος με την Μαριάννα(έτσι τις χωρίζω τις χρονιές, με το με ποια ήμουν ερωτευμένος τότε) τα είχαμε στο λύκειο, αλλά στις διακοπές του Πάσχα που έκλεισαν τα σχολεία χαθήκαμε, πέρασε μια βδομάδα χωρίς να την δω, δεν την άφηναν οι γονείς της να μιλάει μαζί μου, ήμουν αλήτης, είχα και μηχανάκι, ακόμα έχω. Την μέρα του επιταφίου ήμαστε στην εκκλησία, προσπαθούσαμε να ανταλλάξουμε έστω και το ελάχιστο βλέμμα, θεέ μου πόσο όμορφο ήταν κάθε που συνέβαινε, απαγορευμένος έρωτας στα δεκαεφτά. Επιπλέον υπήρχε και το γεγονός ότι μόνο στην εκκλησία φορούσαν φούστες τα κορίτσια, από λίγες φορές που βλέπαμε γόνατο, βέβαια έπεφτε χούφτωμα στο κυνηγητό, όταν τις πιάναμε.   Ένας φίλος σκούντησε και μου είπε «Μαλάκα, κόψε, σας πήρε χαμπάρι η Γκεστάπο»  «Μη λες μαλάκα ρε μαλάκα μέσα την εκκλησία». Γκεστάπο λέγαμε την μάνα της, είχε τέσσερις κόρες, όλες μπουμπούκια. Το να φαίνεται οποιοσδήποτε ερωτισμός ήταν προσβολή για την οικογένεια,  οι γονείς προσέχανε τα κοριτσάκια,  μέχρι να πάνε φοιτήτριες, μετά…. χμμμ…. Μετά από λίγο βγήκαμε έξω για την περιφορά του επιταφίου,  προσπαθούσα να την πλησιάσω,  η Γκεστάπο δεν άφηνε να φύγει καθόλου,  έστειλα τον Σάκη να πάει να περπατήσει δήθεν αδιάφορα δίπλα από  την μικρή αδερφή της. Η Γκεστάπο έτρεψε όλη της την προσοχή στην μικρή και στον Σάκη που περπατούσε δήθεν αδιάφορα δίπλα της. Η Μαριάννα  έκοψε λίγο το βήμα της  και βρέθηκε μερικά μέτρα πίσω από την Γκεστάπο, δίπλα μου. «Γειά» ήταν το μονό που είπαμε τότε και ήταν σαν είχαμε πει τα πάντα. Χαμογελάσαμε. Το πρόσωπό της φωτιζόταν από το κερί που κρατούσε και έμοιαζε αγγελικό, τα  τρυφερά εύθραυστα χειλάκια της  ήταν ελαφρώς ανοιγμένα, τα πάντα πάνω της έδειχναν ευτυχία και μια ελαφριά αγωνιά, ίδρωνα κάθε φορά που ήταν δίπλα μου, κόμποι στο στομάχι.  Το όλο σκηνικό κράτησε λίγο, δεν ξέρω πόσο,  γύρισε η Γκεστάπο και την είδε δίπλα μου, την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε, μου έριξε και ένα δολοφονικό βλέμμα, δεν με ένοιαξε καθόλου για το βλέμμα, ήμουν ευτυχισμένος, είχαμε πει  «γειά»  Η κοπέλα αφέθηκε να την τραβήξει η Γκεστάπο από κοντά μου χωρίς να αντιδράσει  καθόλου, σαν ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, ήταν καλή κοπέλα, και είναι ακόμα. Την άφησα να φύγει χωρίς να αντιδράσω καθόλου, ήμουν κωλόπαιδο, και είμαι ακόμα.  Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω αυτό το τέλειο προσωπάκι που φωτιζόταν από το φως των κεριών, που και που έρχεται στο μυαλό μου και  με μεθάει γλυκά. Έτσι και τώρα, μέσα στο βιβλιοπωλείο την έχω στο μυαλό μου και τριγυρνάω σαν φαντασματάκι προσπαθώντας να αποφεύγω αυτήν με το σάντουιτς.



  Χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί δίπλα από την ασημένια ακρίδα, την κοπέλα από το ζευγάρι,  το κατάλαβε και αυτήν ότι ήμουν δίπλα της και λίγο πιο πίσω. «Αγάπη μου, λέω να πάρουμε τον Λιόσα; Πήρε και Νόμπελ.» Είπε και μου έδωσε ένα βιβλίο ενώ κοιτούσε έντονα μερικούς τίτλους από άλλα βιβλία. Εγώ ο μαλάκας, εντελώς ασυναίσθητα και έχοντας το μυαλό μου στην Μαριάννα άπλωσα το χέρι μου και πήρα το βιβλίο, το κράτησα και εντελώς φυσιολογικά το άνοιξα και ξεκίνησα να διαβάζω μια τυχαία σειρά για να δω πως γράφει. Πόλυ γρήγορα όμως συνειδητοποίησα ότι έχει παιχτεί μαλακία, αλλά έχουν περάσει ήδη μερικά δευτερόλεπτα και δεν μπορώ να της πω ότι έκανε λάθος , έπρεπε να το είχα πει αμέσως ή να μην έπαιρνα το βιβλίο. Αγχώθηκα κοιτούσα γυρώ γύρω,  τα δευτερόλεπτα περνούσαν, είχα μπει σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.  Πήγα να αφήσω το βιβλίο στην θέση του, όχι θα με δει, πήγα να το αφήσω στο πίσω ράφι, όχι δεν μπορώ να το κάνω αυτό, είμαι ψυχαναγκαστικός με τα βιβλία, πρέπει να μπει στη θέση του ή να αγοραστεί.  Την πάτησα σαν τον Mister Bin!  Πανικοβλήθηκα, αν γυρνούσε και με έβλεπε τι να έλεγα; Να το έπαιζα τυφλός;  Κοίταξα να δω που είναι ο αγάπη της,  τον είδα δυο σειρές παραπίσω, εντάξει προς το παρόν  αυτός δεν αποτελεί απειλή.  Πήρα μια ανάσα, την είδα που είχε ανοίξει ένα άλλο βιβλίο και φυλλομετρούσε, κοίταξα και τις γάμπες της, τι τέλειες….  Άρχισα να κάνω βήματα προς τα πίσω  σαν τον ροζ πάνθηρα δαγκώνοντας το κάτω χείλος μου λες και αυτό θα με βοηθούσε να οπισθοχωρήσω πιο αθόρυβα. Εντάξει τα κατάφερα, πέρασα από το πίσω ράφι χωρίς να με καταλάβει.  Είχα όμως το βιβλίο στα χέρια μου, το οποίο είχε και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα, ήταν αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε να το ξεφορτωθώ. Η ασημένια ακρίδα σήκωσε λίγο το βλέμμα της από το βιβλίο και κοίταξε προς τον αγάπη της που ήταν  σχετικά κοντά. Έπρεπε να κρύψω το βιβλίο και να βγω έξω χωρίς να με δει κανείς. Αν κάποιος με έβλεπε και αυτοί μετά μαλώνανε για το βιβλίο θα μπορούσε να πει ότι εγώ το πήρα, και άντε μετά να εξηγήσεις…  Αν το έβαζα κάτω από την μπλούζα μπορεί να με βλέπανε από τις κάμερες και να νομίζανε ότι το κλέβω.  Κατάλαβα μια παρουσία δίπλα μου, ήταν αυτήν με το σάντουιτς, το είχε φάει. Μου ήρθε ιδέα, καταλάβατε.
-Διαβάστε αυτό, είναι καλό. Της είπα
Κοίταξε λίγο τον τίτλο
-Το έχω διαβάσει .Μου είπε αδιάφορα και έφυγε
Αι γαμήσ’ μαρί που το διάβασες! Το έφαγες, δεν το διάβασες! Δεν φτάνει που σου μιλάω, φεύγεις και αδιάφορα, φύγε ρε, δεν σε θέλω, πάνε να πάρεις κι άλλο σάντουιτς.
Εννοείται ότι τα τελευταία δεν τα είπα δυνατά.
Η ασημένια ακρίδα έφυγε από τον συγκεκριμένο πάγκο, πήγε προς τα ελληνικά, σε ένα χώρο που δεν έχει καμιά οπτική επαφή με τον προηγούμενο.  Πήγα και άφησα το βιβλίο ύπουλα και έφυγα. Φτάνοντας στις σκάλες για να βγω στο ισόγειο ήρθε και το ζευγάρι από πίσω μου, έφευγαν και αυτοί.  Η κοπέλα  λέει στον αγάπη της
-Τον Λιόσα που τον έχεις;
-Ποιον Λιόσα; Τι λες;
-Αυτό που σου έδωσα πριν
-Μα τι λες αγάπη μου; Δεν μου έδωσες τίποτα
-Έλα ρε κόψε την πλάκα, αν το άφησες κάπου δεν πειράζει αγάπη μου, θα πάω να το πάρω, πες μου που το έχεις;
-Δεν σου κάνω πλάκα αγάπη μου, δεν μου έδωσες κανένα βιβλίο
Ανεβαίναμε μαζί τις σκάλες, εγώ μπροστά, το ζευγάρι από πίσω, αυτήν με το σάντουιτς πουθενά. Άκουγα τον διάλογο και δάγκωνα τα χείλη μου
-Μα σου έδωσα, μην πάς να με βγάλεις πάλι τρελή. Του είπε η ακρίδα ακόμα ήρεμη
-Πότε πάλι; Τι εννοείς;  Της είπε απορημένος ο ασπρορουχάς
-Πότε πάλι; Πότε πάλι; Τότε που σε είχα δει στο αυτοκίνητο με την Αριάδνη και μου έλεγες ότι είδα άλλο αμάξι, λες και δεν ξέρω το αυτοκίνητο σου, τότε δεν πήγες να με βγάλεις τρελή; Του είπε έντονα η κοπέλα και σταμάτησε να ανεβαίνει της σκάλες, εγώ δεν σταμάτησα, συνέχισα και από και πέρα ο διάλογος ακούγεται όλο και από πιο μακριά.
-Μα δεν ήμουν εγώ αγάπη μου, άλλο αμάξι είδες! Είδες την Αριάδνη σε ένα αμάξι σαν το δικό κου! Κατάλαβε το επιτέλους!
-Μη μου λες εμένα επιτέλους,  και δεν θα με βγάλεις τρελή!

 Ουπς, την κάναμε πάλι, βγήκα από το βιβλιοπωλείο και στον δρόμο είδα τον Ηλία να έρχεται
-Γύρνα όπως είσαι, πάμε να φύγουμε, έκανα μαλακία πάλι.
-Τι  αδιανόητο μπορεί να έκανες  πάλι;
-Πάμε θα στα πω στον καφέ.


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Μη μου το λες 3 (τι σταυρό κουβαλάω, με ρωτάνε οι φίλοι....)


Καινούρια βιβλιοθήκη στο σπίτι.  Δεν χωρέσανε όλα τα βιβλία και έτσι έβαλα και μερικά από πάνω, στην κορυφή . Πίσω από αυτά τα  τελευταία   βιβλία άφησα και μια γλάστρα με ένα φυτό. Νομίζω ότι είναι το ομορφότερο πράγμα στο σπίτι μου αυτό το φυτό.  Για να μην νιώθει μοναξιά είπα να καλέσω και ένα άλλο φυτό να του κάνει για λίγο παρέα. Ένα βούρλο.  Ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι μου  και έμοιαζε να είναι ποτισμένη,  ή ιδρωμένη.

-Τι έπαθες και είσαι έτσι; Της είπα
-Τίποτα, με κυνηγούσε ένα σκυλί στο δρόμο και έτρεχα.  Γιατί με κυνηγούσε το σκυλάκι; Δεν του έκανα τίποτα, μόλις το είδα μπροστά μου άλλαξα δρόμο και αυτό με ακολούθησε, μετά περπατούσα πιο γρήγορα και αυτό έτρεξε, μετά έτρεχα και εγώ και ούρλιαζα,  όλοι με κοιτούσανε σαν να είμαι καμιά τρελή. Δεν είμαι τρελή. Αλήθεια έχεις σκεφτεί ποτέ ότι δεν υπάρχουν μικρά αδέσποτα στην πόλη, όλα τα αδέσποτα είναι μεγάλα σκυλιά, αυτό που με κυνηγούσε δεν ήταν αδέσποτο,  ήταν πολύ μικρό. Αχ τι ωραίο σπίτι, λες να έχει πεθάνει κανείς ποτέ εδώ μέσα;
-Δεν νομίζω,  αφού έρχεσαι για πρώτη φορά. 
-Ωραία βιβλιοθήκη,  α, κοίτα έχει και ένα φυτό εκεί πάνω, τι φυτό είναι αυτό.
-Α, αυτό; Μου είχε πέσει λίγο νερό παλιά πάνω στην βιβλιοθήκη και τίναξε ένα κλαδάκι, από τότε το  φροντίζω και έχει γίνει τόσο μεγάλο όσο το βλέπεις.
-Αλήθεια; Αν μεγαλώσει πολύ θα σου τρυπήσει  το νταβάνι. Θα βγει στον από πάνω.  Σαν αίμα που αναβλύζει από τρυπημένο κρανίο. Όταν ήμουν μικρή είχα πάει σε μια εκκλησία και είχε φυτρώσει ένα δέντρο πάνω στην σκεπή. Παράξενο δεν είναι; Μέσα είχα δει μια εικόνα με τον Χριστό που έδειχνε τα τρυπημένα του χέρια στους μαθητές, τότε νόμιζα ότι τον είχαν πυροβολήσει στα χέρια. Αχ πολύ θα ήθελα να γνωρίσω τον Χριστούλη, θα ήθελα να μου πει πως είναι να πεθαίνεις. Το ξέρεις ότι Χριστός πέθανε στην ίδια ηλικία με τον Αλέξανδρο . Εγώ παλιά νόμιζα ότι ο Αλέξανδρος ήταν μελισσοκόμος;   Είχα ένα θείο που πέθανε στα 32, αχ ,για λίγο δεν πέθανε στην ίδια ηλικία με τον Χριστό και τον Αλέξανδρο, μια φορά είχε ντυθεί καλικάντζαρός και είχε πάει στο κοτέτσι το θυμιατό-

-Όπα ,κούκλα μου, σιγά,  θα με κάψεις, καταρχήν ένα ένα να μου τα λες . Ο Χριστός  πυροβολημένα χέρια; Ο Αλέξανδρος μελισσοκόμος;  Πως σου ήρθε αυτό;
-Για τον Αλέξανδρο; Νόμιζα ότι όλοι οι αρχαίοι έλληνες ήταν μελισσοκόμοι. Έβλεπα στα βιβλία που φορούσαν όλοι άσπρα και θυμόμουν τον θείο μου τον Αντώνη που ήταν μελισσοκόμος και φορούσε άσπρα.
-………..
-Τι με κοιτάς;
-Δεν θα μου πεις πως πέθανε ο θείος σου ο Αντώνης;
-Α, δεν έχει πεθάνει ακόμα. Αλλά μια φορά είχε στείλει την γυναίκα του να πάει να κοιτάξει τα μελίσσια  και στην επιστροφή τούμπαρε το τρακτέρ και η θεία είναι σε καροτσάκι. Ξέρω και εγώ να οδηγάω τρακτερ.
-Το φαντάστηκα…. Υπάρχει και μια  άλλη σχέση μεταξύ Αλέξανδρου και Χριστού.  Εκτός απ το ότι και οι δύο ίσως να αγαπούσαν τις μέλισσες. Ο Αλέξανδρος έφτασε σχεδόν μέχρι την Ινδία, σωστά; Στα Αγγλικά αυτό είναι I Nearly Reached India.  Αν πάρεις τα αρχικά από την κάθε λέξη, βγαίνει το INRI που ήταν γραμμένο πάνω στον σταυρό του Χριστού. Και ουσιαστικά γι αυτό το βάλανε, για υποδηλώσουν ότι διδασκαλία του Χριστού θα φτάσει μέχρι την Ινδία όπως και έγινε.

-Όχι, δεν το γράψανε γι αυτό.  (Πρώτη φορά μου αντιμιλάει, έχω περιέργεια να δω τι θα μου πει , βάζω φιλαράκι στο στόμα, ξεκινάω να στρίβω τσιγάρο, ξεκινάει  να μιλάει) Δεν το γράψανε καθόλου γι αυτό, το INRI σημαίνει Igni Natura Renovatur Integra  δηλαδή όλη η φύση ανανεώνεται  από την φωτιά. (Κόντεψα να καταπιώ το φιλτράκι, την κοιτάω με γουρλωμένα μάτια).  Δεν είναι τυχαίο που το πρώτο γράμμα είναι ίδιο με το τελευταίο. Ζωή θάνατος και πάλι Ζωή.  Χρειάζεται και ο θάνατος για να είναι  ολοκληρωμένος ο κύκλος.
-Που τα ξέρεις εσύ αυτά; Αυτά προχωρημένες  θεωρίες  που εκφράζονται από συγκεκριμένες … τέλος πάντων... Πως είναι δυνατόν να τα ξέρεις εσύ αυτά;
-Τι με πέρασες για καμιά χαζή;
-Ναι! Που το έμαθες εσύ αυτό;
-Σε ένα μνήμα το είχα δει γραμμένο, είχα πάει μια μέρα βόλτα σε νεκροταφείο και κοιτούσα τους τάφους και είδα αυτό γραμμένο  με μαύρα γράμματα . Από πάνω στα ξένα και από κάτω στα ελληνικά. Μ άρεσε που έλεγε για την φωτιά και την ανανέωση,  μου φάνηκε ότι κάθε καταστροφή είναι και μια ευκαιρία για ανανέωση. Βέβαια αυτός που ήταν στο μνήμα δεν θα έχει την ευκαιρία για ανανέωση χαχαχαχα, τσάμπα του το γράψανε. Εγώ όμως δεν είμαι πεθαμένη, πρέπει πάντα να προχωράω μπροστά και να ανανεώνομαι μετά από κάθε φωτιά. Και είχα πολλές φωτιές στην ζωή μου.
-Ναι είναι αλήθεια ότι είσαι πολύ καμμένη
-Και εσύ δεν πάς πίσω
-Το ξέρω