Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Ρωμαίος και Ιουλιέτα 6 (Ο Γάμος)



Σε μια πλατεία την Βερόνα ο  Μερκούτιος και ο Μπεν συναντιούνται και περιμένουνε τον ντίλερ να τους δώσει πράγμα, στην αναμονή αυτή για τα νέα του φίλου τους του Ρωμαίου συζητάνε.
ΜΕΡ- Γεια σου φίλε μου
ΜΠΕΝ-Καλώς τον αδερφό μου
ΜΕΡ-Τα μαθες κύριε τα μαντάτα του αδερφού μας του Ρωμαίου;
Στην Ιουλιέτα έκανε πρόταση για ξύρισμα του εφηβαίου
Μετά το ξύρισμα θα ακολουθήσει λέει γάμος
Και η ελευθερία του φίλου μας θα σκορπιστεί σαν άμμος
ΜΠΕΝ- Τα έμαθα, μου τα είπε ένα πουλάκι
Η Ιουλιέτα θα ξυρίσει το μουνάκι
Και  εγώ σαν φίλος τον Ρωμαίο θα ρωτήσω
Αν θέλει εγώ να της το ξυρίσω
ΜΕΡ- Η φιλιά σου αδερφέ μου είναι δεδομένη
Μα φοβάμαι πως πια η Ιουλιέτα είναι ξυρισμένη
Τούτη την ώρα που εμείς μιλάμε
Αυτοί τα νυφοστέφανα φοράνε
ΜΠΕΝ-Ωιμέ… στο γάμο του φίλου μας  δεν είμαστε καλεσμένοι;
Μα γιατί, τι  του φταίξαμε οι καημένοι;
ΜΕΡ-Είναι κλειστός γάμος , προετοιμασία για κλειστή ζωή
 Όταν εχθροί παντρεύονται  ένα τους μένει,  αγάπη και φυγή
ΜΠΕΝ- Αυτά που είπες κύριε  ήταν δύο  και όχι ένα
Μην τρως τα νυχιά σου, τζάμπα παν χαμένα
Κράτα τα να ξύνεις το κεφάλι σου όταν κάνεις σκέψεις
Το χρουτς χρουτς θα σε βοηθά να μετράς σωστά τις λέξεις
ΜΕΡ-Τι δύο, τι ένα, τι τέσσερα τι τρία;
Φοβούμαι αντί για γάμο μην έχουμε κηδεία
Έμαθα πως Τυβάλτος και Πάρις  τον φίλο μας γυρεύουν
Το θάνατο να του σερβίρουνε που ύπουλα του μαγειρεύουν
ΜΠΕΝ-  Να πάμε να τον βρούμε, να τον ειδοποιήσουμε
Και σε παρτούζα, αν το θέλει, την Ιουλιέτα να γαμήσουμε
Οι φίλοι φαίνονται στα δύσκολα και στις χαρές
Και ο φίλος μας δεν θα ξεχάσει τι του ήμασταν μέχρι χτες
ΜΕΡ –  Δεν νομίζω να μας κάνει αυτή την χάρη
Το μυαλό του το έχασε το παλικάρι
 Φαντάσου  για τον έρωτά του  έκοψε το χασίσι
Πώς να αφήσει , έστω έναν,  την Ιουλιέτα να γαμήσει ;
ΜΠΕΝ- Εγώ θα του το ζητήσω αλτρουιστικά,  με τιμή και ευγένεια
 Να τον απαλλάξω για λίγο απ του έρωτα την ασθένεια
 ΜΕΡ-Κράτα την , την ευγένεια για τον χασισέμπορα που φτάνει
Ζεστασιά στα χέρια στου κρατεί σαν του Χριστού την στάνη
ΜΠΕΝ-Σε φάτνη νομίζω  ότι ήταν ο Χριστός μαζί με άλλα  ζώα
Θα τον συναντήσω όταν φτιάξω ένα τσιγάρο μακρύ σαν βόα
ΧΑΣΙΣΕΜΠΟΡΑΣ- Γεια σας κύριοι
ΜΕΡ, ΜΠΕΝ- Γεια σου αδερφέ μας
ΧΑΣ-Διαλεγμένο πράγμα έφερα να σας ζεστάνει την φιλία
Σκανκ, γουάιτ γουίντοου , εγγυημένα όχι από Αλβανία
Τιμή μου που σας έχω πελάτες, εξέχοντες ευγενείς
Κάντε τώρα την συναλλαγή πριν μας δει κανείς
ΜΠΕΝ- Τίμιε φαρμακοτρίφτη, φέρε το γνωστό
ΜΕΡ-Κάνε γρήγορα πρέπει να φύγουμε από δω
ΧΑΣ-Ορίστε
ΜΕΡ, ΜΠΕΝ- Σ ευχαριστούμε κύριε.
(φεύγουν)

Στο κελί  του πατέρα Λαυρέντιου ο Ρωμαίος και  Ιουλιέτα έχουν πάει για να τους παντρέψει,   όλα είναι έτοιμα  μα περιμένουν την παραμάνα την φακλάνα.  Μέχρι να φτάσει η χοντρή, διάλογος, φιλοσοφία και κρασί
ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ- Για πες μου Ιουλιέτα όμορφη κόρη
Το αγαπάς πολύ αυτό το αγόρι;
Τον Ρωμαίο δεν τον ρωτώ  μου το εξομολογήθηκε
Σαν να σ αγαπούσε μου είπε απ την μέρα που γεννήθηκε
ΙΟΥ-Τον αγαπάω πάτερ μου, στο  λόγο και στην παρθενιά μου
Που απόψε θα του την χαρίσω και όχι στα δεκαεννιά μου
ΛΑ-Το νόμιμο σεξ είναι του γάμου η σημασία
Μα και ο γάμος θέλει μια προετοιμασία
Για πες μου Ιουλιέτα, για τον γάμο προετοιμάστηκες καλή μου;
ΙΟΥ-Ναι πάτερ, σήμερα το πρωί ξύρισα το μουνί μου!
ΛΑ-Δεν εννοούσα αυτό  γλυκιά κοπέλα
Μην παρασύρεσαι απ την χαράς την τρέλα
Ρωτώ αν μετάλαβες και αν εξομολογήθηκες
Τα έθιμα της θρησκείας αν δεν αρνήθηκες
ΙΟΥ-Σώμα Χριστού δεν μετέλαβα και αίμα
Μον γεύτηκα ηδονής φιλί και Ρωμαίου σπέρμα
Τον έρωτα μου μόνο σ αυτό τον νέο εξομολογήθηκα
Κρατήθηκα, μόνο πίπα του πήρα δεν γαμήθηκα
Έγιναν όλα τόσο γρήγορα δεν  πρόλαβα καλέ μου πάτερ
Μα αν θες εξομολογούμαι μεταλαβαίνω εδώ, no matter
ΛΑ-Never mind my dear, όλα συγχωρούνται απ των νιάτων την ορμή
Ερωτεύεστε, τα φτιάχνετε, χωρίζετε,  όλα στην στιγμή
Μα ο γάμος δεν είναι κάτι αστείο, πρέπει να τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί αν δεν στεριώσει ένα διαζύγιο στοιχίζει ακριβά.
 ΡΩ-Πάτερ, εμείς θα δεν χωρίσουμε ποτέ, είμαστε ερωτευμένοι
Θα ζήσουμε όλη μας την ζωή αγκαλιά αγαπημένοι
ΛΑ-Από και ως που εμείς; Τι μου λες αγόρι;
Τίποτα δεν έχουμε εμείς, μην τον πιστεύεις κόρη
ΡΩ-Δεν εννοώ εγώ και εσύ πάτερ, κάνεις λάθος
Εμείς είναι μια λέξη που γεννήθηκε από πάθος
εμείς είναι εγώ και αυτή, αυτή και εγώ
εμείς , μόνο εμείς, ονειροτεξιδευτές με την Αργώ
ΛΑ-  Το πάθος δεν γεννάει μόνο το εμείς
Το πάθος γεννάει και συμφορές
Ο γάμος είναι η αρχή μια διαδρομής
Και εσείς εμπόδια έχετε των οικογενειών  σας τις διαφορές
 ΙΟΥ-Οικογένεια μου θα είναι πλέον ο Ρωμαίος και εγώ η δική του
Θα είμαστε καλά όσο θα είναι καλά αυτό που έχει στο βρακί του
 Θα φύγουμε, θα πάμε να ζήσουμε αλλού, σ άλλη πόλη
 Ίσως στην Αθήνα ή στην Λάρισα, μπορεί και στο Αργοστόλι
ΛΑ-Ακούστε, κάποιος την πόρτα μου χτυπάει
ΙΟΥ-Η παραμάνα θα ναι, μέχρι εδώ βρομάει
ΛΑ-Πάω να ανοίξω την πόρτα όχι για να φύγει η βρώμα
Μα για να μπει η παραμάνα σε τούτο εδώ το δώμα
(πηγαίνει στην πόρτα και ανοίγει)
Χαίρετε ευγενική κυρία, ποια είστε; Τι εδώ ζητάτε
ΠΑΡ-Είμαι η παραμάνα όμορφε μουσάτε
ΛΑ-Ω! Μα είναι δυνατόν; Εσείς ειστε όμορφη σαν οπτασία
Μ ‘ αρχόντισσα μοιάζετε κι όχι με υπηρεσία
ΠΑΡ- Μα τι μου λέτε; Με κάνετε και κοκκινίζω
Αγάμητος είστε πάτερ ή μήπως το νομίζω;
ΛΑ-Άγαμος το ορθόν, κι αυτό γιατί σας γνωρίζω τώρα
Μα περάστε να παντρέψουμε τους νέους που δεν βλέπουνε την ώρα
ΠΑΡ- Σας ευχαριστώ. Ιουλιέτα καλή μου
Ήρθε η  ώρα σου να παντρευτείς ψυχή  μου
ΙΟΥ-Το ξέρω μωρί σαβούρα που μυρίζεις κρεμμυδίλα
Που το μουνί σου τόσα χρόνια άχρηστο έπιασε σαπίλα
ΛΑ- Ο θεός ξέρει πολλά  και σωστά έχει φτιάξει τον κόσμο
Αυτό που σε πολλούς μυρίζει κρεμμύδι σ άλλους  μυρίζει δυόσμο
Κι εκεί που εσείς βλέπετε μια τεράστια κοιλιά
Άλλος βλέπει μια μεγάλη αγκαλιά
ΡΩ-Και τεράστια βυζιά
ΙΟΥ-Μαστάρια
ΛΑ-Σουτ! Πάψτε νέοι μη μιλάτε έτσι για την παραμάνα
Μη βλέπετε μόνο το κορμί, δείτε τα μάτια της τα πλάνα
Καλή μου παραμάνα, συγχώρεσε τους νέους
Δεν μπορούν να δουν πως η ωριμότητα μας κάνει ωραίους
ΠΑΡ- Τα σχορνάω τα σκασμένα
Μα στο λέω να το ξέρεις είναι πολύ μαλακισμένα
ΡΩ-Καλέ μου πάτερ πως την είδες;  Θα συνεχίσεις πολύ ακόμα το καμάκι;
Άντε πάντρεψε μας , απόψε θα ξεσκίσω της Ιουλιέτας το μουνάκι
ΙΟΥ-Ναι! Ναι! Απόψε!
ΠΑΡ-Πάψε εσύ  μωρή πορδή
ΡΩ-Ε! Εσύ με το φόρεμα το φαρδύ
ΛΑ-Εγώ τέκνον μου;
ΡΩ- Ναι εσύ! Πάτα λίγο πόδι
Πως αφήνεις να μιλάει έτσι αυτό το βόδι;
ΛΑ-Λόγια λέει μα δεν μιλάει, εγώ νομίζω κελαηδάει
Της όμορφης φωνής τα άσχημα λόγια ο θεός τα συγχωράει
ΙΟΥ-Κοίτα την χοντρή πως κοκκίνισε σαν το παντζάρι
Απ το πουθενά γκομενάκι χτύπησε το γομάρι
ΡΩ-Αμ ο δικός μου ο μουσάτος
Κάνει σαν καυλωμένος γάτος
ΛΑ-Τέρμα τα λόγια,   μη μιλάτε άλλο
Ήρθε η στιγμή που και στους δυο σας θα την βάλω
Οι βέρες στα δάχτυλα σας θα πάρουν θέση
Και τα στέφανα στις κεφάλες σας θα μπούνε φέσι .
Ρωμαίε, δέχεσαι αυτή την κοπέλα για γυναίκα σου;
Σύντροφο, αγαπημένη ,και θήκη για την στέκα σου
ΡΩ- Την δέχομαι , την θέλω την πουτάνα
Μα όταν μιλάς εμάς να κοιτάς όχι την παραμάνα
ΛΑ- Ιουλιέτα δέχεσαι ο Ρωμαίος να σε παντρευτεί;
Να τον έχεις προστάτη σύντροφο και διακορευτή;
ΙΟΥ-Δέχομαι! Δέχομαι! Το μουνί μου βαράει παλαμάκια
Με τον Ρωμαίο θα κάνουμε πολλά παιδάκια!
ΛΑ-Τα δαχτυλίδια και στέφανα σχήμα έχουν στρογγυλό
Και στον κύκλο μέσα κάτι  μπαίνει  και βγαίνει
Το υπονοούμενο το πιάσατε νομίζω είναι απλό
Ελεύθεροι μπορείτε να κάνετε αυτό που κάνουν  οι παντρεμένοι
ΡΩ- Να μαλώσουμε; Μα είμαστε ερωτευμένοι
Ασε μας να φύγουμε ,τρελό γαμίσι πια μας περιμένει
ΛΑ-Αυτό εννοούσα  αθώο μου παιδί
Φυγάστε, αντε στου θεού την ευχή.
ΙΟΥ-Παρτα μωρή φακλάνα , μπάζο, ανύπαντρη μοσχάρα
Εγώ παντρεύτηκα πριν από σένα, τον κώλο σου κάτω βάρα
ΠΑΡ- Αχ , ή η καλή σου τύχη σ αγαπάει γλυκιά μου
Ή  φταίει που εγώ δεν έδειχνα τα βυζιά μου;
ΛΑ-Ο θεός ξέρει τι  να δώσει και πότε να το δώσει
Ποτέ δεν είναι αργά κανείς τον έρωτα να νιώσει
ΙΟΥ-Ατσά ατάκες, ωραίος  ο μουσάτος, μας έγινε μουσίτσα
Από εδώ φέρνει από εκεί το φέρνει θα την φάει την κοπελίτσα
ΡΩ- Κοπελίτσα το μοσχάρι; Πλάκα έχεις γλυκιά μου αγάπη
Φύγε τώρα, θα έρθω το βράδυ να σε πηδήξω στο κρεβάτι
ΙΟΥ-Φεύγω  άντρα μου και στεφάνι μου  πάω στο σπίτι
Μα δως μου  λόγια που απαλύνουν  της προσμονής την λύπη
ΡΩ- Δώσε τα χέρια σου στα χέρια μου και άκου αυτό που θα σου πω
Την πάτησα σε ερωτεύτηκα, σε παντρεύτηκα   μα πάνω απ όλα σ αγαπώ
 Για την ομορφιά σου , για την ψυχή σου, για τα μάτια σου και για το γέλιο σου
Μ αρέσει όταν σου λέω κάτι και γελάς με την ψυχή σου, κλείνεις τα δυο σου μάτια
Για λίγο δεν με κοιτάς, μονό γελάς, χάνομαι, γίνεται ο χρόνος κομμάτια
Μετά ανοίγεις τα μάτια και με κοιτάς και είμαι εκεί και σε περιμένω με δεις
Λάμπουν τα μάτια σου από χαρά , φωτίζεται η ψυχή μου, νιώθω ευτυχής
Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα  είναι της ζωής  ο ακριβός  ο θησαυρός μου
Μεσ’  τον παράδεισο  των ματιών σου χάνομαι ζωή και φώς μου
Αχ να μπορούσα να φέρω το στόμα στην καρδία μου αυτή να σου μιλήσει
Λόγια αγάπης  αληθινά να σου πει πριν σε ξεσκίσω στο γαμίσι
ΙΟΥ- Ω Ρωμαίε……….
ΡΩ- Δάκρυσες καλή μου, σε συγκίνησε ο ρομαντισμός και η βαρβατίλα
ΙΟΥ-Δεν συγκινήθηκα καλέ μου, είναι η παραμάνα που βρωμάει κρεμμυδίλα
(στην παραμάνα) Φύγε από δίπλα μου ρε μπάζο στραπατσαρισμένο
Ρωμαίο πάω σπίτι, γυμνή θα σε περιμένω
ΡΩ-Αντίο καλή μου, θα έρθω μα το βρακί μου.
ΠΑΡ-Αντίο νέε. Αντίο ωραίε….
ΛΑ-Γειά μένα το ωραίος; Εις το επανειδείν




Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Hell's Dentist





Είμαι στο οδοντιατρείο, κάθομαι στον καναπέ και περιμένω την σειρά μου με αγωνία, έχω τα χέρια μου ανάμεσα στα γόνατα.  Μια ξενέρωτη μουσική ακούγεται από τα ηχεία. Θέλω να κάνω τσιγάρο αλλά απαγορεύεται, ξεφυλλίζω νευρικά τα περιοδικά που υπάρχουν πάνω στο τραπεζάκι. Από μέσα ακούγεται ο τροχός και πνιγμένες κραυγές πόνου.

Μετά από λίγη ώρα βγαίνει μια κύρια που κρατάει το μάγουλο της και ο οδοντίατρος της χτυπάει με συμπαράσταση την  πλάτη, φεύγει η κυρία. Ο οδοντίατρος με καρφώνει με τα μάτια, κάτι χαιρέκακο υπήρχε σ αυτό το βλέμμα.
-Εσύ είσαι ο Αλέκος, που μου είπε η κόρη μου;
-Ναι εγώ είμαι αυτός, ο γιος σας είναι εδώ;
-Όχι, έχει πεταχτεί κάπου, θα γυρίσει σε λίγο, έλα πέρασε θα σε αναλάβω εγώ….
-Θα περιμένω, δεν υπάρχει πρόβλημα
-Δεν χρειάζεται να περιμένεις,  έλα πέρασε μέσα…
Τι νε έκανα; Ντρεπόμουν να επιμείνω κι άλλο , μπήκα  στα ενδότερα, πρώτα πήγαμε στο γραφείο να μου πάρει τα στοιχεία, τηλέφωνο, ιστορικό κτλ. Ακριβώς από πίσω του ήταν κρεμασμένο το πτυχίο του από το πανεπιστήμιο. Το μάτι μου έπεσε στο βαθμό του απολυτηρίου του: Λίαν καλώς 5! Γούρλωσα τα μάτια μου! Ήθελα να φύγω, κάτι με ρώτησε ο γιατρός, δεν θυμάμαι τι, του απάντησα και αυτός έγραψε στο πληκτρολόγιο.  Τον είδα να πλησιάζει στην οθόνη και να προσπαθεί να εστιάσει για να δει αυτά που έγραφε. Την κάτσαμε την βάρκα. «Έτοιμοι μου λέει και σηκώθηκε» με πήρε και έβαλε να ξαπλώσω  στην καρέκλα του πόνου, στη ηλεκτρική καρέκλα, και όντως ήταν ηλεκτρική γιατί μόλις κάθισα αυτός πάτησε ένα κουμπί ,η καρέκλα έπεσε προς τα πίσω και το σώμα μου απέκτησε την αγαπημένη μου ξαπλωμένη στάση
-Τι έχουμε εδώ; Που ακριβώς πονάς; Μου είπε
-Εδώ. Και του έδειξα με το δάχτυλο το πονεμένο δόντι πάνω από το μάγουλο
-Για να δούμε… είπε και γύρισε με την περιστρεφόμενη καρέκλα να πάρει κάτι, στην αρχή πίστεψα ότι θα έπαιρνε εργαλεία, αλλά αυτό πήρε μια πιατέλα με κομμένες ντομάτες  και την  άφησε πάνω στην κοιλιά μου.
What the fuck!
Έπλυνε τα χέρια που με οινόπνευμα, μπλε παρακαλώ, αυτό που βρωμάει,  «άνοιξε καλά» μου είπε,  άνοιξα και   έχωσε το δάχτυλό του στο στόμα μου, τράβηξε το μάγουλο μου και έβαλε το άλλο χέρι στο στόμα και έξυνε με το νύχι του το δόντι που με πονούσε.
-Πονάς; Μου είπε
Αηδιάζω μου ήρθε να του πω, αλλά δεν το είπα, κούνησα το κεφάλι καταφατικά, «κάτσε να το δούμε λίγο καλύτερα» είπε και έπιασε μια φέτα ντομάτα και την έχωσε στο στόμα του. Μετά έχωσε πάλι το χέρι του στο στόμα μου, ένιωσα την γεύση της ντομάτας  στο στόμα μου εκεί τον σταμάτησα γιατί όντως αηδιάζω με την ντομάτα.
-Γιατρέ, του λέω, δεν μπορώ καθόλου την ντομάτα…
-Α συγνώμη δεν το ήξερα.
Παίρνει την πιατέλα και πηγαίνει προς το ψυγείο,  ανοίγει την πόρτα, βάζει μέσα την πιατέλα και στηριζόμενος στην πόρτα γυρνάει προς έμενα
-Με τα σταφύλια έχεις κανένα θέμα.
Πραγματικά απορούσα αν όντως ζούσα αυτήν την κατάσταση και με αυτήν την απορία αποτυπωμένη στο πρόσωπο έκανα ένα αρνητικό νεύμα που σήμαινε ότι δεν είχα πρόβλημα με τα σταφύλια. Ήρθε και άφησε την πιατέλα με τα σταφύλια πάλι πάνω στην κοιλιά μου. Έφαγε μερικά και έφτυσε τα σπόρια στο χέρι του.  Τα έκανε όλα με πάρα πολύ άνεση και φυσικότητα.
-Θες κανένα; Μου λέει
Σκέφτηκα την Ρένα Βλαχοπούλου στο μια Ελληνίδα στο χαρέμι που την τάιζε ο εμίρης σταφύλια και μου κόπηκε ή όρεξη, οπότε του είπα όχι.
Πάντα με τα σπόρια από το σταφύλι στη χούφτα του σκάλιζε με τα δάχτυλά του το στόμα μου.
Μετά πήρε ένα εργαλείο που στην άκρη του είχε μια βελόνα,  η πιατέλα ήταν κρύα πάνω στο στομάχι και αυτό μου προκαλούσε κάποιο ερεθισμό στο έντερο, τα αέρια ήταν προ των πυλών.
 Με το εργαλείο σκάλιζε το δόντι, κάποια στιγμή βρήκε τρύπα
-Όπα, εδώ είμαστε, είπε και σκάλιζε την τρύπα.
Σιγά σιγά έχωσε την βελόνα στην τρύπα
-Πονάς;
-Λίγο, του είπα.
-Θα προχωρήσω απαλά…..
Έχωσε κι άλλο την βελόνα μέσα και αντέδρασα  τεντώνοντας  το σώμα μου
-Πονάς
-Ναι!
Έχωσε κι άλλο την βελόνα
-Πονάς πολύ; Με ρώτησε με πάθος
-Ναι! του απάντησα με πόνο
Πολύ σεξουαλικό έμοιαζε όλο το σκηνικό
-Κάνε λίγο υπομονή, τελειώνω σε λίγο
Εκεί που είχε την βελόνα καρφωμένη στο δόντι χτύπησε το τηλέφωνο, άφησε την βελόνα να ταλαντεύεται καρφωμένη πάνω στο δόντι, έσπρωξε με τα πόδια την καρέκλα όπου καθόμουν και η καρέκλα του με τα ροδάκια κύλισε μέχρι το τηλέφωνο.  Το σήκωσε.
«Έλα αγάπη μου, τι κάνεις;» ….. «αλήθεια;»…… «Σώπα ρε τι λές τώρα…»

 Όση ώρα μιλούσε αυτός στο τηλέφωνο και εγώ ήμουν καθισμένος στην καρέκλα με την βελόνα του γιατρού όρθια καρφωμένη στο στόμα μου έφερα στο μυαλό μου τα γεγονότα που με έφεραν ως εδώ.
Ξέρω την κόρη του, την ξέρω πολύ καλά.  Ένα από τα θέματα που συζητάμε είναι οι ιστορίες τρόμου στο ιατρείο του πατέρα της. Μια φορά είχε βγάλει λάθος δόντι σε μια κοπέλα. Μια άλλη φορά μου έλεγε για μια ιστορία με τον θείο του που είχε τον είχε δέσει στην καρέκλα με τα χέρια πίσω και προσπαθούσε να του βγάλει το δόντι. Η κοπέλα μπήκε μέσα και είδε τον πατέρα της να έχει βάλει το πόδι του πάνω στο στήθος του παππού και να τραβάει με μίσος την τανάλια για να βγάλει το δόντι. Ο παππούς τον έβριζε «θα σε γαμήσω κωλόπεδο! Αααααα! Γαμώ τον αντιχριστό σου!..... Κωλόπαιδο!!!!!....Ααααααα!» ο πατέρας της του έλεγε «Σκάσε μπάρμπα! Άσε με να κάνω την δουλειά μου!» η μικρή τρόμαξε και έφυγε.
Κάποια στιγμη που με πονούσε το δόντι μου είπε να πάω στον πατέρα της.  «Πλάκα με κάνεις…..» της είπα
-Όχι βρε, δεν θα σε αναλάβει ο πατέρας μου, εδώ και λίγες μέρες έχει έρθει ο αδερφός μου από Αγγλία και θα αναλάβει αυτός το ιατρείο. Είναι αριστούχος μη φοβάσαι.
-Αν είναι έτσι θα πάω, είναι δυνατόν να σου χαλάσω εγώ χατίρι … .
Και πήγα, και έφτασα να κάθομαι στην καρέκλα και να σκέφτομαι έναν τρόπο να φύγω. Αλλά πώς να έφευγα, η Μελίνα, η κόρη είναι καλό γκομενάκι, θα με παρεξηγούσε αν έφευγα έτσι ψυχρά. Ο οδοντίατρος πήγε στον  υπολογιστή και άλλαξε την μουσική. Και τι έβαλε το άτομο;  Wagner! Ride Of The Valkyries! Πλάκα μου κάνεις μεγάλε έτσι;  
Ήρθε προς το μέρος μου και χτύπησε λίγο την βελόνα που την καρφωμένη στο στόμα μου. Αυτή ταλαντεύτηκε για λίγο και έστειλε κυματιστά τσιπς πόνου στον εγκέφαλο μου . Έβγαλε την βελόνα και κοίταξε μέσα στο στόμα μου.
«Εντάξει, ένα σφραγισματάκι θα κάνουμε»  μου είπε και  χαμογέλασε ύπουλα.
Οι Βαλκυρίες έφταναν σε κορύφωση…….



Ετοίμαζε τα εργαλεία του τροχού και με έλουζε κρύος ιδρώτας.
Μετά από ώρα
-Κάνε α,
-Μήπως εσύ να μου κάνεις μια ένεση;
-Έλα μωρέ δεν θα χρειαστεί, νέο παιδί είσαι
-Πριν με την βελόνα πόνεσα πολύ, δεν ξέρω αν θα το αντέξω
-Καλά αν πονέσεις θα σου κάνω
Ξεκινάει ο ήχος του τροχού, πλησιάζει, είμαι έτοιμος να λιποθυμήσω αλλά σαν από θαύμα εκείνη την ώρα μπαίνει ο γιος του μέσα.
«Συγνώμη λίγο» μου λέει «εντάξει τα έφερες ;»λέει στον γιό του. «Αυτός από εδώ είναι ο Αλέκος ο φίλος της Μελίνας»
-Α, ναι, ήταν να τον αναλάβω εγώ, μου μίλησε η Μελίνα  για το παλικάρι, ασ’ τον πατέρα αναλαμβάνω εγώ τώρα.
-Βάλε πρώτα τα εργαλεία στην αποστείρωση και μετά συνεχίζεις…
 Κοίταξα τον γιο με ένα παρακλητικό βλέμμα, ο πατέρας έπιασε το σαγόνι μου και το έφερε στα ίσια, ο τροχός πήρε πάλι μπρος
Ακούω την φωνή του γιου «Πατέρα; Τι νούμερο τροχό χρησιμοποιείς;»
«Το οχτάρι» είπε με σιγουριά ο πατέρας χωρίς να τον κοιτάξει , κοιτούσε να σημαδέψει το δόντι με τον τροχό,
-Δεν κάνει οχτάρι εκεί πατέρα, βάλε εξάρι
-Άσε με ρε, ξέρω τι κάνω…
Μόλις ακούμπησε ο τροχός το δόντι ακούστηκε ένας τραχύς ήχος που μου ταρακούνησε τον εγκέφαλο
«Πάτερα!!!!!!!!!! Σταμάτα!!!!! Θα καταστρέψεις  το δόντι!» Είπε ο γιος και ήρθε κοντά και τραβηξε απότομα το χέρι του πατέρα του που κρατούσε τον τροχό
«Άσε με ρε!  Ξέρω τι κάνω!» Είπε ο πατέρας και έσπρωξε τον γιο με το ελεύθερο χέρι. Ο γιος έκανε λίγο προς τα πίσω αλλά δεν άφησε το χέρι . Ο πατέρας προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τον γιό του αλλά αυτός δεν το άφηνε. Ήμασταν η Αγία τριάδα. Πατήρ, Υιός και αν είναι ποτέ δυνατόν εγώ το Άγιο Πνεύμα.  Δεν ξαναδιώξω ποτέ τα περιστέρια από το μπαλκόνι το ορκίζομαι, θέε μου κάνε κάτι! Ή μάλλον όχι θεέ, θεός είναι ο πατήρ, ο οδοντίατρος. Χριστέ βοήθα!

Ο πατέρας έβαλε περισσότερη δύναμη και για πολύ λίγο ακούμπησε ο τροχός πάνω στο δόντι, ο γιος τον τράβηξε απότομα φωνάζοντας «Ας’το πατέρα!!!!!» ο  πατέρας του έριξε μια αγκωνιά στο στομάχι, ο γιος για μια στιγμή χαλάρωσε αλλά δεν άφησε τον χέρι του πατέρα του. Οι δύο τους πάλευαν, ο ένας έσπρωχνε τον  τροχό στο στόμα μου και ο άλλος τον τραβούσε προς τα έξω. Ο τροχός ακουμπούσε διακεκομμένα πάνω στο δόντια μου, όχι μόνο στο πονεμένο.
Άρχισε να χτυπάει και το τηλέφωνο του ιατρείου
Ο γιος έβαλε και άλλο το χέρι και πλέον με δύο χέρια κρατούσε το ένα του πατέρα, σήκωσε τα χέρια του προς τα πάνω μαζί με το χέρι του πατέρα, τρία χέρια σχηματίζανε μια πυραμίδα, στην κορυφή της ένας τροχός δούλευε στον αέρα και πετούσε δροσιά. Ο γιος έχοντας σηκώσει ψηλά το χέρι του πατέρα του προσπάθησε να τον τραβήξει μακριά από μένα, ο πατέρας πάτησε με δύναμη  το πόδι του γιου και αυτός ούρλιαξε και άφησε το χέρι με τον τροχό.  Ο πατέρας γύρισε πάλι προς τα μένα, το μάτι γυάλιζε, τα είχα παίξει δεν ήξερα πώς να αντιδράσω
-άνοιξε το στοματάκι σου….
-ουκου…. Του έκανα στα μουγκά
-Άνοιξε είπα!!!!!!
Ξαφνικά κόπηκε το ρεύμα του τροχού, ο γιος είχε βγάλει την πρίζα
Ο πατέρας γύρισε και τον κοίταξε με μίσος
«Τι έκανες εκεί;» Του είπε
-Δεν θα σε αφήσω να τι κάνεις αυτό πατέρα…
Ο πατέρας πήγαινε απειλητικά προς τον γιο του.
Σε λίγο θα πιαναν τα νυστέρια
Καλό γκομενάκι η Μελίνα, δεν λέω, αλλά έφυγα και ότι θέλει ας γίνει.
Άνοιξα την πόρτα του ιατρείου. Μια γριά περίμενε την σειρά της.
-Τι γίνεται εκεί μέσα ; Με ρώτησε
-Τίποτα γιαγιά όλα καλά είναι, περίμενε εδώ σε λίγο θα έρθει και για σένα

Βγήκα από την πολυκατοικία και άναψα τσιγάρο . Ότι και αν έκανα δεν μπορούσα να βγάλω τις Βαλκυρίες από το μυαλό μου




Για να μην λέω ψέματα, δεν το έγραψα τώρα, κάτι παλιό είναι που το ανέσυρα από τα πρόχειρα, με λίγο ρετούς βέβαια....
Στο μεγαλύτερο βαθμό αυτή η ιστορία είναι αληθινή.