Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Μέσα Στο Μηδέν


Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί όταν με παίρνουν τηλέφωνο με ρωτάνε αν δουλεύω,  αφού η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Αρχίζω να πιστεύω ότι το κάνουν για να ξεκινήσουν την κουβέντα.  Και μ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η κουβέντα με την Μαριάνα εκείνο το πρωί  του Μάιου πριν από τέσσερα χρόνια μες τα άγρια  χαράματα στις δώδεκα το μεσημέρι.  Ξαπλωμένος όπως ήμουν στο κρεβάτι άκουσα  το κινητό μου να χτυπάει και ο μόνος λόγος που το σήκωσα ήταν επειδή  κατάλαβα από την αντιστοιχία ήχου κλήσης ποια με καλούσε. Ήταν η αιώνια Μαριάνα….
-Ναι
-Καλημέρα, τι κάνεις;   Μήπως δουλεύεις;
-Ναι, εργάζομαι πάνω στην διεύρυνση  του μέγιστου τις ικανότητας του  ατόμου  στον ύπνο, και εσύ με διακόπτεις….
-Τι θέλω και ρωτώ, αφού πάντα τέτοια μου λες και με αρρωσταίνεις, άκου να σου πω πως έχουν τα πράγματα ,  χτες δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ και σήμερα δεν ξέρω πως και το έπαθε το αφεντικό και μου έδωσε ρεπό, είσαι για καμία  βόλτα; Εκτός αν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις
-Πάμε, αν και…. τέλος  πάντων…. Για πού λες;
Κάπου εδώ πρέπει να πω ότι μ αυτήν είμαστε μονό  ‘’φίλοι’’,  την ξέρω σχεδόν τρεις μήνες και μέχρι στιγμής έχουμε βγει μόνο βράδυ.  Δυστυχώς δουλεύει πάρα πολλές ώρες και βγαίνει σπάνια. Είμαι από τα λίγα άτομα που μιλάει στην Αθήνα.  Όταν ήρθε στην Αθήνα από την Ξάνθη δεν ήξερε κανέναν, μας σύστησε μια κοινή μας φίλη, από τότε κάνουμε που και που παρέα.
-Έχει ωραίο καιρό σήμερα, θες να πάμε καμιά παραλία; Μου είπε.
 Α, ξέχασα να αναφέρω ότι αυτή η φίλη είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο κατά την γνώμη μου και δεν το ξέρει.  Τώρα είναι λίγο μεγάλη, στην  ηλικία μου, είκοσι έξι χρονών, αλλά κρατιέται πολύ καλά. Κάποτε ήταν μπαλαρίνα, με τις όποιες ευεργετικές και καταλυτικές επιδράσεις στην κινησιολογία της και στην κορμοστασιά της . Επίσης είναι και πολύ καμένη στο μυαλό. Ψιλή, αδύνατη , μελαχρινή με γαλανά μάτια και καμένη, περιττό να πω πως ήμουν τρελά ερωτευμένος μαζί της παρόλο που είμαστε ‘’φίλοι’’.  Τώρα λοιπόν αυτή η θεσπέσια ύπαρξη μου προτείνει να πάμε παραλία. Δεν την έχω δει ποτέ μέρα και τώρα έχω την ευκαιρία να την δω και μάλιστα  με μαγιό σε μια παραλία χωρίς κόσμο.  Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα έλεγα όχι, επειδή είμαι κρυουλιάρης και μου αρέσει η ζέστη σαν γνήσιος Λαρισαίος που είμαι. Αλλά όχι σ αυτήν δεν πάει, μόλις μου το είπε μου ήρθε να πετάξω από  την χαρά μου αλλά έκανα τον δύσκολο στην αρχή, μετά δέχτηκα .

Έχω ξεχάσει πως είναι να είσαι σε αυτοκίνητο. Από τότε που πάτησα στην Αθήνα ελάχιστες φορές έχω μπει σε αυτοκίνητο και αυτές ήταν μόνο σε γυναίκες οδηγούς.  Έτσι και εκείνη την μέρα οδηγούσε αυτή. Ήταν πολύ χαρούμενη. «Πολύ χαίρομαι που πάμε εκδρομή, το είχα ανάγκη, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες» μου είπε. «Και εγώ χαίρομαι που πάμε παραλία» της είπα και συμπλήρωσα: «τελικά και την μέρα είσαι πολύ όμορφη» . Είπαμε φίλοι φίλοι αλλά όχι και να μην της την πέφτω. Σε όλες τις φίλες μου την ψιλοπέφτω, όχι για να βγάλω κάτι περισσότερο για την πλάκα.  Μ αυτήν ήμουν ερωτευμένος έδειχνα το δεν είχα καταλάβει ότι το ήξερε, όπως και αυτήν έδειχνε ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα. Και αυτή παίζει να με γούσταρε και έκανε παιχνίδι κατά κάποιο τρόπο. Οι λόγοι που μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας είναι πολλοί και συγκεκριμένοι, δεν χωράει συζήτηση επ αυτού προς το παρόν, ας αρκεστούμε στο ότι δεν ταιριάζανε τα ζώδια μας και ας μείνουμε σ αυτό.

Οδηγεί και άγρια η τρελή, μετά από μια τρελή κούρσα φτάσαμε επιτέλους στην παραλία.  Κάπου στην ανατολική Αττική. Ήταν καθημερινή και ήταν Μάιος.  Εκτός από εμάς ήταν και άλλες δυο παρέες στην παραλία. Δυο γκομενάκια  και ένα ζευγάρι σε ικανοποιητική απόσταση μεταξύ τους. Εμείς  απλώσαμε τα πράγματα στην μέση και κάπου εκεί άρχισε το μαρτύριο μου. Τι το ήθελε και έβγαλε τα ρούχα της το μαλακισμένο, κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Η ποιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο με μαγιό, τελικά ήταν πιο όμορφη απ όσο τολμούσα να φανταστώ. Το δέρμα της ήταν κάτασπρο και λείο σαν Γιαπωνέζας.  Ο ήλιος έπεφτε πάνω του και το έκανε χρυσαφί. Δεν ήξερε πόσο όμορφο ήταν το μαλακισμένο. Πέταξε τα ρούχα της κάτω και έτρεξε προς την θάλασσα χαρούμενη. Σταμάτησε εκεί που έσκαγε το ελαφρύ κύμα και δοκίμασε το νερό με το ποδαράκι της. Ήταν κρύο. Γύρισε προς τα πίσω και καρφώθηκα στους κοιλιακούς της.  Είχα βγάλει ήδη την μπλούζα μου.
-Μπα, έχουμε και κοιλιακούς; Μου είπε
-Μπα, το πρόσεξες;  Της είπα
-Ναι, αλλά εμένα μου αρέσουν οι άντρες με τρίχες
-Να σου βρούμε ένα γορίλα τότε
Πρέπει να κρατάω κάποια ισορροπία στο τι της λέω, υπήρχε σοβαρός λόγος. Θα μπορούσα να πω πολλά για το σώμα της αλλά έπρεπε να κρατηθώ,  ήταν το κάψιμό της, θα εξηγήσω παρακάτω . Αυτή όμως μου την πέταξε την κακιούλα της.  Δεν με πείραξε, το αντίθετο μάλιστα,  μου έδωσε την δικαιολογία να κατεβάσω τα στάνταρ  του σεβασμού μου απέναντί της. Έπεσε με τα γόνατα στην  πετσέτα της και ξάπλωσε μπρούμυτα.  Γύρισε την πλάτη της στον ήλιο, στον ουρανό και στον θεό που τόσο όμορφα την έπλασε. «Θέλω να λιώσω σήμερα» είπε, όχι σε μένα, γενικά σε όλους το είπε αλλά εγώ ήμουν και εκεί και το άκουσα, δεν είπα τίποτα. «Δεν αντέχω άλλο την πόλη , την φασαρία και τους δρόμους, δεν αντέχω άλλο να δουλεύω όλη την μέρα, θέλω  μείνω για πάντα εδώ και να μην σκέφτομαι τίποτα»  είπε και γύρισε ανάσκελα, έβαλε την αναστροφή του χεριού της στα μάτια της για να προστατευτεί από τον ήλιο. Γενικά δεν μιλάω πολύ, πιστεύω ποιο πολύ στην κοινωνικοποίηση μέσω τους ξεψειρίσματος, σαν τις μαϊμούδες που κάθονται όλη μέρα στον ήλιο και φροντίζουν το ένα ζώο το άλλο. Κατά βάθος είμαι πολύ ρηχός. Οξύμωρο. Δεν έλεγα τίποτα, έστριβα τσιγάρο.  «Ωραία είναι εδώ»  μου είπε «πολύ μιλάς» της είπα.  «Δηλαδή δεν θα σε πειράξει αν δεν μιλήσουμε πολύ σήμερα» «Καθόλου» και το εννοούσα.   Έβγαλε τα λάδια της και άρχισε να πασαλείβεται. Κάπνιζα και δεν την κοιτούσα. Κοιτούσα την θάλασσα, ίσως να ήταν πιο όμορφη απ αυτήν.  Αλλά αυτή είναι σπάνια, όπως και οι συναντήσεις μας.  Ξέχασα ότι δεν καπνίζω όταν είμαι μαζί της, είχα ταραχτεί.  Εκτός απ την  πρώτη φορά που βρεθήκαμε δεν ξανάναψα τσιγάρο μαζί της, ούτε απ την στιγμή που ήξερα ότι θα την συναντούσα ούτε και δυο μέρες μετά. Δεν το είχα ανάγκη. Τώρα δεν ξέρω πως μου ξέφυγε.  Ένιωθα το βάρος του αέρα που την είχε αγγίξει  ασήκωτο μέσα στα πνευμόνια μου,  ο καπνός   αραίωνε αυτόν τον αέρα και τον έκανε κάπως πιο υποφερτό. Αρε καψουρίτσα τι μαλακίες λέω  για σένα.  Αφού τελείωσε την τελετουργία του πασαλείμματος των λαδιών σαν γάτα που  κάνει  την περιποίησή  της γύρισε πάλι μπρούμυτα.  Το ψυχανεμίστηκα ότι θα μου το ζητούσε,  ή μπορεί και να το προκάλεσα με την έντονή σκέψη μου.
-Θα μου βάλεις λάδι στην πλάτη;
Δεν της απάντησα, έσβησα το τσιγάρο σε μια πέτρα και με το ίδιο χέρι πήρα το αντηλιακό από το δικό της .  Στάθηκα δίπλα από το κωλαράκι της στα γόνατα. Είπα κωλαράκι; Από δω και πέρα χαλάει κάθε ρομαντισμός που έχω φτιάξει μέχρι τώρα .  Η τύπισσα είχε απίστευτο σώμα, και δεν μπορώ να πω ότι αυτό δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο για το πώς την έβλεπα.  Είπαμε είμαι ρηχός.  Άρχισα να αλείφω το λάδι στην πλάτη της σιγά σιγά. Το χέρι μου πάνω στο υπέροχο λευκό δέρμα της έμοιαζε σαν παλιοσαβουριασμένο δερμάτινο καφέ πορτοφόλι πεταμένο άτσαλα πάνω σε λευκό φρεσκοπλυμένο και σιδερωμένο  τραπεζομάντιλο .  Ένα πορτοφόλι χωρίς χρήμα, χωρίς ψυχή, μια φάλτσα νότα σε μια ήρεμη συμφωνία.  Κοιτούσα τον κώλο της και μου ήρθε ένα τραγούδι στο μυαλό «αχ κωλαράκι-κωλαράκι – ξύλο που θα το φας….»  Καθώς άλειφα το λάδι μου ερχόταν  να σηκώσω το χέρι και να το ρίξω μία σπλάτς!  στα κωλομέρια. Συνέχισα να την αλείφω λάδι μη μπορώντας να βγάλω αυτή την σκέψη από το μυαλό μου. Το τέλειο κωλαράκι αψηφούσε προκλητικά τον νόμο της κυτταρίτιδας.  Φορούσε κόκκινο μαγιό, κανονικό, ούτε στριγκ, ούτε κοφτό, καλύτερα έτσι, όσο κάφρος και να είμαι μπορώ να πω ότι δεν μ αρέσουν τα στριγκ στην παραλία.  Η αλήθεια είναι ότι παρέτεινα αρκετά την διαδικασία επάλειψης.  Σε κάποιο σημείο κάτω από την ωμοπλάτη της κατάλαβα ένα κόμπο , ένα πιάσιμο.  Τον  έτριψα με τον αντίχειρα.
-Τι είναι αυτό; Της είπα
-Πιάσιμο, μα πως βρίσκεις πάντα το κατάλληλο  σημείο;
-Χρειάζεσαι επειγόντως μασάζ
-Αχ, ναι…. αυτό είναι……
- Χαλάρωσε, άστο πάνω μου.
-Αν δεν σε πειράζει…. Αχ ναι έτσι…..
-Τι να με πειράζει, έχω υπέροχη θέα από δω πάνω. 
Γύρισε και με κοίταξε, «τι εννοείς;» μου είπε με πειραχτικό βλέμμα, «Αυτό που κατάλαβες, μπροστά τώρα» της είπα και της έσπρωξα το  αποφασιστικά σαγόνι μπροστά.  Την είδα που χαμογέλασε.  Της έλυσα το κορδόνι από το πάνω μαγιό στο σβέρκο και στην πλάτη.  Η πλάτη της γυμνή. Άρχισα να την τρίβω, αυτή έβγαζε ήχους ευχαρίστησης.  Το χέρι φόρτωνε για σπλάτς, λίγο ακόμα  ήθελα να το σηκώσω και να της σκάσω το σκαμπίλι.  Κάποια στιγμή σταμάτησε τα αχ και μίλησε «Πρέπει να πιάστηκα χτες το βράδυ, κοιμήθηκα φορώντας μόνο ένα σορτσάκι χωρίς σεντόνι και με τα παράθυρα και τα παντζούρια ανοιχτά» μου ήρθε η εικόνα αυτή στο μυαλό, το χέρι σηκώθηκε για σπλάτς, δάγκωσα τα χείλη μου και το κατέβασα πάλι. Με έπαιζε.
-Μια σφήκα τριγυρνάει, να ξέρεις, αν κάτσει στον κώλο σου θα την σκοτώσω, μην παρεξηγηθείς.
-Μην τολμήσεις….
-Και να αφήσω να πληγωθεί  κάτι τόσο όμορφο, κάτι τόσο τέλειο, κάτι τόσο θεσπέσιο,  κάτι τόσο ονειρικό, κάτι τόσο…
-Σταμάτα! Μου είπε και με χτύπησε  σιγανά με χέρι της. Χαμογελούσε.
-Εσύ σταμάτα να μου λες πως κοιμάσαι στο κρεβάτι, τι με πέρασες;
Δεν απάντησε,  μ άφησε να κάνω την δουλειά μου. Το ξεψείρισμα που λέγαμε.  Συνέχιζα και σκεφτόμουν πώς να κάνω πέρασμα στην επόμενη φάση, οι συνθήκες ήταν καλές. Κάτι ρομαντικό; Μια κουβέντα γεμάτη ειλικρίνεια; Το απότομο πέσιμο μ αυτήν δεν έπαιζε, είχε θέμα και το ήξερα, ο ρομαντισμός θα πήγαινε περισσότερο, σιγά σιγά όμως. Την σκέψη μου διέκοψε μια φράση της.
-Πως θα σου φαινόταν να κάνω topless;
Ε, δεν κρατήθηκα, σήκωσα το χέρι μου και της έσκασα ένα σπλάτς στον πισινό.  Δεν φταίω, μόνο του το έκανε  το χέρι, αφού μου είπε μαλακία, δεν κάνουν τέτοιες πλάκες, δεν είμαι και από σίδερο. Γύρισε και με κοίταξε άγρια.
-Τι ήταν αυτό;
-Σφήκα, γύρνα μπροστά
-Τι ήταν αυτό;  Μου ξανάπε άγρια
-Σφήκα,  της απάντησα και της έστριψα με το χέρι  το κεφάλι μπροστά
Για λίγο σιωπή, όλα κρεμόταν από μια κλωστή για το αν θα με πλακώσει στο ξύλο ή για το αν θα το πάρει στην πλάκα. Πριν σκεφτόμουν πώς να παρακάμψω όλα τα εμπόδια και να φτιάξουμε και τώρα το μυαλό μου στρόφαρε για το πώς να σώσω αυτό. Μια ήταν η λύση. Επίθεση.
-Να την πάλι, γυρνάει;
-Εεεε! Μου είπε απότομα
-Έξενος! Θα ξαναπείς μαλακία;
-Δηλαδή εγώ φταίω;
-Γυρνάει, γυρνάει, ζζζζζζ
-Εντάξει, εντάξει
-Τι εντάξει; Γυρνάει γυρνάει
-Εντάξει, δίωξ την
-Ξιουτ! Να έφυγε….. για σου σφήκα, και σε ευχαριστώ πολύ πέρασες από δω
-Είσαι απίστευτος.
-Και εσύ…..
Συνέχισα να της κάνω μασάζ στους ώμους, μακριά από το κωλαράκι. Επόμενη φορά δεν σώζεται, και αυτή με χίλια ζόρια την έσωσα. Την ένιωσα να πάλλεται κάτω από τα χέρια μου. Γελούσε κρυφά.
-Τι ρε; Της είπα
-Δεν υπάρχεις, μα σφήκα;
-Βλέποντας να φεύγει η σφήκα και αναμοχλεύοντας την  μόλις προηγούμενη εικόνα στο μυαλό μου, θυμήθηκα ένα ανέκδοτο
-Ποιο;
-Ανοίγει Τσακ Νόρις την πόρτα του ψυγείου και βλέπει το ζελέ να τρέμει «Μη φοβάσαι, μια μπύρα θα πάρω»  του είπε
-Που κολλάει αυτό;
Δεν απάντησα, περίμενα, δάχτυλα μου  έχουν αρχίσει κουράζονται, μετά από πέντε  δευτερόλεπτα με χτύπησε πάλι παιχνιδιάρικα.
-Έι!  Μου είπε
- Τώρα το κατάλαβες; Μαζούτ;
Αυτή μαζούτ και εγώ μαυρίλα στην ζωή μου. Έπρεπε πια να σταματήσω  το μασάζ, τα δάχτυλά μου δεν ανταποκρινόταν πλέον. Πριν τα πάρω από πάνω της σκέφτηκα έναν παραλληλισμό με το ανέκδοτο που μόλις πριν από λίγο είχα πει. Κάτι πολύ καμένο. Αλήθεια μετά το σκέφτηκα, πρώτα το ανέκδοτο και μετά αυτό.
Βλέπει (όχι ο Τσακ Νόρις) το κωλαράκι να τρέμει και του είπε «μη φοβάσαι, κάτι άλλο θέλω να πάρω»
Έσφιξα τα χείλη μου με την μαλακία που σκέφτηκα και απόρησα με τον εαυτό μου. Αυτόν τον  συνειρμό  δεν πρέπει να τον αναφέρω  ποτέ πουθενά, σε κανέναν και για κανέναν λόγο.


Την άφησα και ξάπλωσα στην πετσέτα μου, αυτήν έδεσε και πάλι το μαγιό της, «να σαι καλά, έχεις μαγικά χέρια» « το ξέρω» της είπα.  Το μεγάλο πρόβλημα με την Μαριάννα ήταν ότι είχε μια μοναδική ικανότητα να εξαφανίζεται από τους πάντες και από τα πάντα.  Υπήρχαν φορές που δεν έδινε σημεία ζωής για μια ολόκληρη βδομάδα. Δεν απαντούσε σε τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα.  Στην αρχή με ενοχλούσε πολύ. Η φίλη που μας γνώρισε μου είπε ότι πάντα το έκανε αυτό και ότι δεν έχει καμία σχέση με μένα. Κλεινόταν στο σπίτι και έκλεγε με τις ώρες κρυμμένη κάτω από τα σεντόνια. Ήταν μια ταλαιπωρημένη ψυχή. Δεν ανοιγόταν εύκολα. Και μένα υπήρξε δύσκολο να συμβεί αυτό. Τις πρώτες φορές βγήκαμε με την κοινή μας φίλη.  Πρίν με γνωρίσει άκουγε ιστορίες για μένα από την κοινή φίλη,  έκανα πολλές καμενιές τότε. Ήταν σαν να με ήξερε.  Και εγώ ήταν σαν να την ήξερα, η κοινή φίλη μου έδειχνε φωτογραφίες που ήταν με την Μαριάννα. Τις είπα ότι ήταν η ομορφότερη γυναίκα που έχω δει πότε στη ζωή μου. «και εσύ;» μου είπε υποτιμητικά  η φίλη, τότε δεν κατάλαβα τι εννοούσε μ αυτό το κι εσύ, νόμιζα ότι ζήλεψε.  Όταν όλοι έλεγαν ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Τζολί ή  η Μπελούστι εγώ έλεγα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Μαριάννα ή φίλη της Λένας.  Έξι χρόνια μ αυτήν την πεποίθηση  και ήρθε η μοίρα να καταρρίψει το νόμο της απιθανότητας και η Μαριάννα όταν ήρθε στην Αθήνα έμεινε στην γειτονιά μου. Για δυο μήνες δεν το ήξερα ότι μένουμε τόσο κοντά.  Όταν ήρθε η Λένα στην Αθήνα μου είπε να βγούμε όλοι μαζί, τότε έμαθα ότι η πιο όμορφη γυναικά στον κόσμο μένει δίπλα μου.  Η ομορφιά της ήταν και η κατάρα της. Της την πέφτανε όλοι.  Η ίδια δεν το παραδέχτηκε ποτέ σε μένα ότι συνέβαινε αυτό, επειδή δεν ήταν καθόλου ψώνιο,  μόνο μια φορά μου είπε για το αφεντικό της που της την έπεσε. Η Λένα μου είπε ότι η Μαριάννα δεν μπόρεσε πότε να κάνει φίλο άντρα, όλοι της την πέφτανε.  Μια φορά παραλίγο να μαλώσουν και η δυο τους γιατί ο γκόμενος της Λένας ερωτεύτηκε παράφορα την Μαριάννα. Γιαυτο όταν της είπα κοιτώντας την φωτογραφία ότι είναι η ομορφότερη γυναικά στον κόσμο μου  είπε αυτό το υποτιμητικό «και εσύ;» . Και τώρα που την γνώρισα και ξέρω ότι δεν έχει περάσει καλά στην ζωή της εξαιτίας της ομορφιά της, έχω γίνει χωρίς να το θέλω και εγώ εν δυνάμει  ένας από όλους αυτούς που την πληγώνουν.  Ποια ισορροπία να κρατήσω;  Δεν το έπαιζα ξεκάθαρα φίλος, μα ούτε και της την έπεφτα ξεκάθαρα.  Δεν έλεγα ψέματα μα ήμουν ψεύτης γιατί κατά βάθος ήμουν και εγώ ένας από όλους αυτούς την ποθούσανε για την ομορφιά της.  Ο μόνος τρόπος ήταν να την πλησιάσω με ευγένεια αλλά και η ευγένεια γίνεται βαρετή. Δεν ξέρω πώς να προσδιορίσω τον τρόπο που βρήκα να την πλησιάζω σιγά σιγά, δεν έχει περιγραφή,  ήταν αυτό που μου φαινόταν πιο σωστό και πιο αποτελεσματικό. Και πήγαινε καλά, μέχρι που έτρωγε μια φρίκη για άγνωστο λόγο και εξαφανιζόταν για μέρες αποσυντονίζοντας με.  Η κατάρα της ομορφιάς, από μικρή εκτός όλων των άλλων θα την διεκδικούσαν οι καταφερτζήδες, αυτοί ξέρουν πώς να μιλήσουν και πώς να πλησιάσουν μια κοπέλα και είναι αυτοί οι ίδιοι που φέρονται χειρότερα από όλους στις γυναίκες  επειδή έχουν  την σιγουριά ότι κάπου παρακάτω θα βρουν κάτι άλλο καλύτερο. Η κατάρα της ομορφιάς, να μην διεκδικήσει ποτέ τίποτα,  να μην χρειαστεί να προσπαθήσει για τίποτα, να μην χρειαστεί να περιμένει για μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο από ένα συγκεκριμένο άτομο, να μην χρειαστεί ποτέ να ζήσει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, να μην χρειαστεί ποτέ να μείνει μόνη ενώ δεν το θέλει. Μισή ζωή. Άδεια ζωή.  Σε πια ισορροπία να πορευτώ, τι να κάνω για να μην είμαι ένας απ όλους αυτούς που της την έχουν πέσει για την ομορφιά της; Η Μαριάννα είχε υιοθετήσει ένα πολύ απόμακρο ύφος με όσους δεν ήξερε,  περισσότερο ήταν φόβος παρά σνομπισμός. Όποτε βγαίναμε έξω δεν κοιτούσε ποτε κανέναν, αν και όλοι την κοιτούσανε. Έμοιαζε πολύ σοβαρή αλλά αν ποτέ τυχόν ανοιγόταν σε κάποιον, πράγμα σπάνιο και  ποτέ ερωτικά, γινόταν το πιο ευχάριστο και αυθόρμητο άτομο.   Ένας από τους λόγους που δέχτηκε να ρθούμε πιο κοντά ήταν οι πάμπολλες διαβεβαιώσεις της Λένας ότι δεν είμαι πέφτουλας.  Αυτό που έβλεπα ήταν ότι ήθελε να ρθούμε πιο κοντά αλλά και απ την άλλη φοβόταν μην γίνω ένας απ αυτούς.  Τώρα θα μου πει κάποιος γιατί έμπλεξα σε μια τέτοια κατάσταση, ένας φίλος γνωρίζοντας την κατάσταση και όλα τα προηγούμενα μου είπε « κάτι που επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, μόνο σε μπλεγμένες ιστορίες πας και μπλέκεις, σε τραβάνε τα περίεργα, αν βρεθείς σε μια νορμάλ φάση βαριέσαι» και δεν έχει και άδικο, πάντα σε μπλεγμένες ιστορίες βρίσκομαι.  Η Μαριάννα είναι η μόνη που μου πήρε τον τίτλο του ανέφικτου και τον πάτησε και μου τον πέταξε στα μούτρα.  Για πρώτη και μοναδική φορά σκέφτηκα ότι υπάρχει ένα άτομο με το οποίο θα ήθελα να είμαστε για πάντα μαζί. Ακόμα και να φύγουμε και να πάμε οι δύο μας σε ένα ερημονήσι, δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο, μόνο αυτήν.


Τώρα όμως δεν είμαστε σε ερημονήσι ούτε και σκέφτομαι όλα τα προηγούμενα,  είμαστε στην παραλία και λειτουργώ φυσιολογικά, όχι το σπλάτς, ξέχνα το αυτό πάει πέρασε, έχει περάσει και μισή ώρα από το τέλος του μασάζ.  Είμαστε ξαπλωμένοι αντικριστά. Αυτή έχει ακουμπήσει τον αγκώνα της στην πετσέτα και στηρίζει στον  καρπό της το κεφάλι της.   Τα μαύρα μαλλιά της κάνουν τέλεια αντίθεση με τον πήχη του χεριού της. Της άρεσε πολύ να της λέω διάφορα πράγματα που δεν ήξερε, είχε πάντα τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού όταν τις έδειχνα ή της έλεγα κάτι ωραίο. Ανάμεσα μας, στην άμμο έκανα σχέδια με το δάχτυλό μου, τις έδειχνα για τους αριθμούς που στην πρωταρχική τους μορφή έχουν μόνο γωνιές. Ο αριθμός δεν είναι σύμβολο, είναι άθροισμα οξειών και καθέτων γωνιών.  Ζωγράφισα πρώτα το 1, που γράφεται όπως αυτό του πληκτρολογίου χωρίς την κάθετη γραμμή από κάτω, έχει μόνο μια γωνία πάνω, μετά σχημάτισα στην άμμο τον αριθμό 2 οποίος γράφεται ακριβώς όπως το Ζ, έχει δύο οξείες γωνίες, μετά το τριά το οποίο γράφεται όπως Σ, αντίστροφα, με τρεις ορθές γωνίες και ου τω καθεξής. Σε κάθε αριθμό μάτια της έλαμπαν, στο τέλος σχημάτισα το μηδέν και τις είπα: «για το τέλος το πιο καλό, κοίτα το μηδέν, δεν έχει καμία γωνία» . Έκανα ένα μεγάλο κύκλο για να απεικονίσω το μηδέν. Ενθουσιάστηκε.  Με κοίταξε για λίγο.
-Κοίτα και κάτι άλλο μαγικό. Μου είπε
Με το δάχτυλο της μέσα στον κύκλο του μηδέν που συμβόλιζε την ζωή μου χωρίς αυτήν σχημάτισε ένα πρόσωπο. Δυο τελείες για μάτια και από κάτω ένα χαμόγελο. Στο μηδέν της ζωής μου αυτή έβαλε ένα χαμόγελο.
-Χαμογελάκι….
-Εσύ είσαι αυτή;
-Εγώ τώρα
Ε, τώρα είναι η στιγμή! Πήγα να την φιλήσω.  Αυτή έσκυψε πιο γρήγορα και με φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε γρήγορα χαρούμενη. 
-Έλα  πάμε για βουτιές. Μου είπε περπατώντας προς πίσω κοιτώντας προς το μέρος μου και όχι την θάλασσα. Ήταν ευτυχισμένη και  φαινόταν.  Εντάξει δεν ήταν η στιγμή ,αλλά σίγουρα ήταν  η μέρα. Πάλι με έπαιζε.
-Μια σφήκα! Έρχεται να σε τσιμπήσει. Της είπα και σήκωσα την παλάμη μου και την απείλησα με σπλάτς.
Η Μαριάννα ούρλιαξε και έτρεξε μέσα στην θάλασσα.  Την ακολούθησα.
-Οι σφήκες δεν μπαίνουν στο νερό!
-Θα σε περιμένει έξω μην φοβάσαι
-Έλα να κάνουμε βουτιές. Εννοούσε να την παίρνω στους ώμους και να την πετάω ψηλά
Παιχνίδι αυτήν; Παιχνίδι και εγώ. Τώρα δεν θα την πλησίαζα, ούτε θα είχα τάση για φιλί, θα την κρατούσα σε απόστασή χωρίς όμως βέβαια να δείχνω παρεξηγημένος. 
-Πάμε να κολυμπήσουμε
-Βουτιές! Βουτιές!
-Μετά βουτιές, τώρα θέλω να πάω λίγο στα βαθειά, έλα.
Κολυμπήσαμε μέχρι που κουραστήκαμε.  Βγήκαμε έξω, ήταν ακόμα νωρίς.  Της είπα να ξαπλώσουμε λίγο να ξεκουραστούμε.  Διάβαζα ένα βιβλίο. Αυτή έβαλε τα γυαλιά ηλίου και ξάπλωσε ανάσκελα και κοιμήθηκε.  Πέρασε έτσι μια ώρα.


Μετά από αυτόν τον σύντομο ύπνο σηκώθηκε και κάθισε κοιτώντας προς την θάλασσα.  Μάζεψε τα γόνατά της κοντά στο στήθος.  Δεν της έδωσα καθόλου σημασία. Έκανα πως διαβάζω ενώ σκεφτόμουν πώς να την ξαναφέρω σε κατάστασή επικείμενου φιλιού. Το σωματικό είναι χωρίς επιστροφή.  Σκέφτηκα κάτι.  Πρόκληση. Ήξερα ότι θα έπαιζε. Και επίσης υπήρχε και η αποφυγή του προηγούμενου φιλιού χωρίς όμως να δείξει ενόχληση. Ίσως και να υπήρχε στο μυαλό της η υπόνοια για το αν ενοχλήθηκα εγώ.
-Μπορείς να κάνεις και topless άμα θες, δεν θα σε τσιμπήσει η σφήκα.
-Και τι εντύπωση θα σου δώσω αν κάνω κάτι τέτοιο; Μπορεί να με παρεξηγήσεις.
Με έπαιζε. Ούτε ναι ούτε όχι.  Δεν με κοιτούσε,  με βόλευε αυτό. 
-Αυτό είναι το θέμα; Το αν θα σε παρεξηγήσω;  Απ όσο  ξέρω έχεις ξανακάνει topless
με τη Λένα, μου το είπε, σωστά;
-Σωστά, και;
-Σίγουρα αν κάνεις τώρα θα μου είναι πολύ ευχάριστο θέαμα, πάρα πολύ δεν λέω. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ας πούμε μερικές εκδοχές για το πώς θα μπορούσα να το πάρω για να δεις ότι δεν στέκει αυτό που λες. Μάλλον φοβάσαι μην σε παρεξηγήσω ή να μην το πάρω σαν κάτι που το κάνεις για με προκαλέσεις.  Έχοντας υπόψη ότι κάνεις topless  το να κάνεις και τώρα εδώ θα μπορούσε κάποιος να πει ότι  με γουστάρεις και το κάνεις για να με προκαλέσεις, επίσης θα μπορούσε κάποιος να πει για την ίδια πράξη ότι δεν με γουστάρεις καθόλου και με βάζεις στην ίδια μοίρα με όλους τους άλλους και το κάνεις αυτό για να μου δείξεις δεν έχω καμιά διαφορά από τους υπόλοιπους.  Με το να μην το  κάνεις έχοντας υπόψη ότι το έχεις κάνει παρουσία άλλων θα μπορούσε να πει κάποιος ότι εμένα με σιχαίνεσαι και ότι δεν  θες με τίποτα να δω το στήθος σου, η θα μπορούσε κάποιος να πει ότι επειδή εμένα με γουστάρεις κρατάς χαρακτήρα και δεν κάνεις topless για να μην σε παρεξηγήσω. Ποια εκδοχή απ όλες να πάρω; Και πάλι δεν έχει σημασία. Θα σου πω δυο υποθετικές περιπτώσεις για να δεις τι έχει σημασία.  Στην πρώτη περίπτωση είσαι σε μια παραλία με την παρέα σου και κάνεις topless, και χωρίς να το ξέρω έρχομαι και σε βρίσκω και εσύ ουρλιάζεις και κάνεις οτιδήποτε για να κρυφτείς. Στη δεύτερη περίπτωση, είσαι σε μια παραλία και με παίρνεις τηλέφωνο, μου λες που είσαι , τι κάνεις και τα σχετικά, σου λέω ότι δεν μπορώ να ρθω και εσύ μου λες, «κρίμα, χάνεις, είμαι και topless» έστω και πλάκα. Υποθετικά μιλάμε πάντα. Στην πρώτη περίπτωση σε βλέπω topless ενώ στην δεύτερη περίπτωση δεν σε βλέπω.  Πίστεψε με, όσο και θα μου είναι ευχάριστο ένα τέτοιο θέαμα, προτιμώ την δεύτερη περίπτωση, γιατί εκεί φαίνεται το αν νιώθεις άνετα μαζί μου……
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να μιλήσει. Γύρισε και με κοίταξε πρώτη φόρα αφ ότου είχα μιλήσει.
-Τώρα το σκέφτηκες όλο αυτό;
-Δεν σκέφτηκα τίποτα, απλά είπα πως βλέπω τα πράγματα.
-Καλό ήταν
-Δηλαδή αισθάνεσαι άνετα
-Εεεε, ναι κάτι τέτοιο…
-Θα στο κάνω πιο εύκολο, αισθάνεσαι άνετα αλλά ντρέπεσαι κιόλας λίγο, μη μιλάς, κάνε ότι θα σου πω. Φέρε τα γόνατα και κόλα τα στο στήθος σου. Ωραία τώρα βάλε τα χέρια σου μπροστά από τα γόνατα και κράτα τα σταθερά.
Το έκανε, είχε ψιλοκοκκινήσει. Πήγα από πίσω της και της έλυσα το μαγιό. Το πήρα στο χέρι. Τώρα το στήθος κρυβόταν από τα γόνατά της.  Ακούμπησα το μαγιό  δίπλα της.
-Αν αλλάξεις γνώμη, εδώ είναι. Νιώσε άνετα.
Της είπα και γύρισα έκανα ότι διαβάζω βιβλίο.  Δεν την έβλεπα αλλά ήξερα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο που κλαίει ώρες ατελείωτες χωρίς να το ξέρει κανείς ήταν δίπλα μου γυμνόστηθη και ντροπαλή. Ακόμα είχε κολλημένα τα γόνατα στο στήθος της. Μικρό στήθος, όμορφο, αθλητικό, μπαλαρίνας. Την άφησα λίγη ώρα έτσι. Όχι ότι ήμουν άνετος, το αντίθετο μάλιστα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Η πολύ άνεση ίσως να μην κάνει καλό, ένιωθα ότι έκανα κάτι λάθος.  Γύρισα και σηκώθηκα  χωρίς να την κοιτάξω . Στάθηκα όρθιος μπροστά της.  Αυτή έβλεπε την πλάτη μου και εγώ την θάλασσα. Με βόλευε κιόλας έτσι,  έκρυβα το πρόσωπό μου και το πόσο την θέλω.  Λύγισα τα γόνατα μου και έψαξα στα τυφλά πίσω μου τα χέρια της, τα βρήκα και την κράτησα και από τα δύο χέρια.
-Τι κάνεις; Μου είπε
-Έλα, πάμε να κάνουμε βουτιές. Της είπα και την τράβηξα.
Σηκώθηκε χωρίς αντίσταση. Της κρατούσα τα χέρια και την οδηγούσα προς την παραλία. Περπατούσε πίσω μου γυμνόστηθή,  δεν ξέρω ποιανού η καρδιά χτυπούσε πιο δυνατά η δική μου ή δική της; Και μόνο στην ιδέα ότι ο αέρας χάιδευε το στήθος μου ερχόταν παράλυση.  Δεν ήταν το γεγονός, ήταν το άτομο με το οποίο συνέβαινε το γεγονός και  μου προκαλούσε τόσο έντονα συναισθήματα.  Παρόλα αυτά στάθηκα κύριος, δεν κοίταξα ούτε μια στιγμή πίσω. Καθώς περπατούσαμε είπε «δεν το πιστεύω…» μόνο αυτό τίποτα άλλο. Αλλά ούτε και σ αυτό έδωσα σημασία.


Μπήκαμε στην θάλασσα, προχωρήσαμε μέχρι να φτάσει το νερό λίγο κάτω από το λαιμό μου. Σταμάτησα εκεί. Αλλάξαμε την λαβή των χεριών, έφερα την αναστροφή της παλάμης  του κάθε χεριού μου δίπλα από τον κάθε ώμο. Έβαλε τα χέρια της πάνω στα δικά μου και κόλλησε το σώμα της πάνω μου. Το ένιωσα. Ρίγος.
-Έτοιμη; Της είπα
-Πάνετοιμη! Μου απάντησε με απρόσμενη ζωηράδα
-Ένα, δυο, τρία…. Και βούλιαξα κάτω από το νερό.
Αμέσως αυτή πάτησε τα χεριά προς τα κάτω για να μην με σηκώσει η άνωση και έβαλε ένα ένα τα πόδια της στους ώμους μου. Κατάλαβα ότι ήταν πλέον στη σωστή θέση στους ώμους μου, έτοιμη για πέταγμα.  Λίγο η ταχυκαρδία, λίγο το ότι με ακούμπησε πριν με το σώμα της, ένιωσα να έχω πολλαπλάσια δύναμη. Δεν ήταν και βαριά.  Την πέταξα πολύ ψηλά και μακριά. Το πολύ είναι σχετικό, περισσότερο απ ότι  περίμενα είναι το σωστό. Την είδα για λίγο στον αέρα και  έσκασε κάθετα στο νερό με τα πόδια μαζεμένα, με το ένα χέρι είχε κλείσει την μύτη της. Βγήκε από το νερό και αμέσως έφτιαξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και ήρθε κολυμπώντας προς το μέρος μου σαν σκυλάκι.
-Καλό;
-Τέλειο! Τέλειο! Πάμε ξανά!
Ήρθε πίσω μου και  έπιασε τα χέρια μου τα είχα βάλει ήδη στη σωστή θέση για να ανεβεί. Έκανε τα πάντα με μεγάλη ανυπομονησία.  Σαν να είχε ξεχάσει τελείως ότι ήταν γυμνή. Δεν είχε φανεί και τίποτα. Στο πρώτο άλμα είχε φανεί μόνο η πλάτη της, στο κολύμπι προς το μέρος φαινόταν μόνο μια διάθλαση. Αλλά και πάλι δεν προσπάθησα να δω. Με κέρδισε περισσότερο το φως και ζωηρά στα μάτια της. Είχε βρεγμένα μάτια και όχι από δάκρυα που τόσα και τόσα άσκοπα έχει ξοδέψει. Μέτρησα μέχρι το τρία και βυθίστηκα πάλι κάτω από νερό. Στο αυτό πέταγμα την άκουσα να ουρλιάζει από χαρά στο αέρα. Έπεσε στο νερό με τον ίδιο τρόπο.  Βγήκε από το νερό και ερχόταν πάλι χαρούμενη «Ξανά! Ξανά!»

 Μετά από μισή ώρα βγαίναμε προς τα έξω.  Με κρατούσε από τα χέρια και περπατούσε προς τα πίσω. Ουσιαστικά τώρα αυτή με τραβούσε.  Κοιτιόμασταν στα μάτια και είχε ένα περίεργο χαμόγελο.  Λίγα μέτρα πριν  βγούμε στην αμμουδιά και αφού το νερό έχει φτάσει στη μέση της κνήμης της σταμάτησα. Δεν είχα αμφιβολία για τίποτα πλέον. Περίμενε, ήξερε τι θα συμβεί, το ήθελε και το ήξερα.  Έσκυψα και τράβηξα τα πόδια της. Την έριξα στο νερό  και έπεσα δίπλα της.  Η θάλασσα ίσα που κάλυπτε τα σώματα μας. Για λίγο κοιταχτήκαμε  στα μάτια και μετά   από αυτό που έγινε δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα όμορφο χωρίς να έχει επίκεντρο εκείνη.










Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Μακρύς Διάδρομος


 Χτες το βράδυ, κατά τις δέκα, την ώρα που έφτασα   στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένω είδα μια γριά να πατάει ένα κουδούνι και να περιμένει στην πόρτα. Έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη μου και δείχνοντας τα κλειδιά της είπα «Συγνώμη, να ανοίξω;» «Ναι παλικάρι μ΄» μου απάντησε η γριά και έκανε στην άκρη.  Αφού μπήκα μέσα στην πολυκατοικία κράτησα την πόρτα ανοιχτή για να περάσει και η γριούλα, την ίδια στιγμή ακούστηκε και ο θόρυβος που κάνει η πόρτα όταν πατάει κάποιος το κουμπί από πάνω για να ανοίξει. «Εντάξει» είπε η γριά στο θυροτηλέφωνο και μπήκε μέσα.  Η πολυκατοικία που μένω είναι μεγάλη και ο διάδρομος μακρύς, περπατούσα πολύ γρήγορα, η γριά έσερνε τα πόδια της. Δημιουργήθηκε μεγάλη απόστασή μεταξύ μας, δεν το έκανα για να την αποφύγω,  δεν είχε δώσει σημεία ΄΄γριοσύνης ΄΄ μέχρι τώρα. Και πάνω εκεί που σκέφτηκα τι καλή γιαγιούλα την ακούω να φωνάζει από πίσω:
-Ει! Μη μου πάρεις τι ασανσέρ! Περίμενέ με!
-Θα πάω από τις σκάλες…. της είπα ψιλοαδιάφορα χωρίς να την κοιτάξω.
-Να πάς εσύ από τις σκάλες! Ακούς εκεί θα με πεις έμενα μεγάλη γυναίκα να πάω από τις σκάλες!
Σταμάτησα λίγο να περπατάω, γάμα το είπα από  μέσα μου και συνέχισα να περπατάω  
-Περίμενε βρε! Μου φώναξε  η γριά μόλις έφτασα στο ασανσέρ αλλά εγώ έκανα πως δεν την άκουσα και ανέβηκα τις σκάλες.

Μένω στον δεύτερο, έκανα μια σύντομή στάση στον πρώτο. Περίμενα να ξεκινήσει το ασανσέρ με την γριά από το ισόγειο. Μόλις είδα ότι ξεκίνησε πάτησα το κουμπί και το κάλεσα στον πρώτο για να κάνει στάση.  Συνέχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, το ίδιο έκανα και στον δεύτερο, να μάθει η κολόγρια!  Πηγαίνοντας στον πάντα μακρύ διάδρομο προς το σπίτι μου είδα την γειτόνισσα να βγαίνει από το δικό της.  Μένουμε δίπλα δίπλα, είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας,  καλό γκομενάκι,  ψιλή, αδύνατή, μελαχρινή.   Οπότε έχουμε την γριά που ανεβαίνει με το ασανσέρ και σε κάθε όροφο θα σταματάει χωρίς να είναι κανείς και το γκομενάκι-γειτόνισσα  που πηγαίνει προς το ασανσέρ. Μέχρι στιγμής εδώ και δυο μήνες που μένω  σ αυτή την πολυκατοικία δεν έχουμε μιλήσει με την τύπισσα, μόνο μερικά νεύματα ευγενείας όταν συναντιόμαστε στο  μακρύ διάδρομο.  Νομίζω την ότι την λένε Μαριάνα. Το παράδοξο με αυτήν είναι ότι καταβαίνει με το ασανσέρ και ανεβαίνει από τις σκάλες. Μάλλον από τις σκάλες θα έφτιαξε ωραίο κώλο.  Έπρεπε  λοιπόν να την αποτρέψω από το να βρεθεί μπροστά στο ασανσέρ που κουβαλάει γριά μέσα. Πρώτον θα έβλεπε αναμμένο το λαμπάκι που θα σήμαινε ότι κάποιος το έχει καλέσει , (ποιος άραγε;)  και δεύτερον ήταν πολύ πιθανό να της έλεγε η γριά ότι κάποιος της κάνει πλάκα  ή ακόμα χειρότερα να έβγαζε την μούρη της έξω  και να με έδειχνε στον διάδρομο και να έλεγε «Να! Αυτός είναι!».  Περπατώντας γρήγορα στο διάδρομο λοιπόν της λέω με παρακλητικό ύφος απλώνοντας τα χέρια μου σε ένδειξη αθωότητας :
-Συγνώμη, συγνώμη, με ξέρεις,  έτσι; Σε παρακαλώ μια εξυπηρέτηση, νομίζω ότι έχω κάνει μαλακία με το πλυντήριο και μάλλον θα τρέχει νερά. Έλα ένα λεπτό σε παρακαλώ μήπως και σώσουμε τίποτα.
Τα τελευταία λόγια τα είπα έχοντας φτάσει ήδη στην πόρτα και γυρνώντας το κλειδί. Αυτή ήταν δίπλα μου και με κοιτούσε μάλλον με απορία.
-Εντάξει….. μου είπε
Μπήκα πρώτος μέσα στο διαμέρισμα και με ακολούθησε «περίμενε λίγο εδώ» της είπα και την άφησα στον προθάλαμο δίπλα από το σαλόνι. Έκανα να πάω προς το μπάνιο, ακούστηκε η πόρτα από το ασανσέρ, μια φωνή γριάς αντήχησε  στον μακρύ διάδρομο «επ, ποιος το κάνει αυτό;!!!!!» . Δεν είχα κλείσει την πόρτα, ακούστηκε καθαρά μέσα, γύρισα και την έκλεισα απότομα και έκανα να φύγω γρήγορα προς το μπάνιο όπου υποτίθεται ότι έτρεχαν τα νερά.
-Τι ήταν αυτό; Μου είπε το γκομενάκι-γειτόνισσα
-Τίποτα, μάλλον ο Κύπριος απέναντι θα άνοιξε την τηλεόραση
-Καλά λες, το κάνει συχνά αυτό…
-Ναι, είναι κάφρος, μισό λεπτό έρχομαι…. Της είπα και πήγα γρήγορα προς το μπάνιο

Όταν γύρισα αυτή είχε πάει στο σαλόνι.  Μπαίνοντας εκεί την είδα σκυμμένη να κοιτάει την βιβλιοθήκη. Κοιτούσε στα χαμηλά ράφια. Είχε βάλει τα χέρια της στα γόνατά της και είχε κυρτώσει την μέση της προς τα μέσα. Την  είδα από πίσω. Ευτυχώς δεν έχω σύνδρομο Tourette, αν είχα θα με χαστούκιζε.  Αχ Κούλα με την κουλάρα σου.
-Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα. Της είπα και διέκοψα το υπέροχο σκύψιμό της
-Πολύ ωραία βιβλία έχεις, τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;
-Ναι, μπορείς να δανειστείς όποιο, θες όποτε θες,  φαγητά και σκευή μόνο μη μου ζητήσεις ποτέ.
-Τι έγινε τελικά με το πλυντήριο; Μου είπε και περιφερόταν άσκοπα μέσα στο δωμάτιο κοιτώντας τα πάντα, αφίσες, βιβλία σε άλλο σημείο, τα φυτά, λες και ήταν σε μουσείο.
-Α, το πλυντήριο…. Νόμιζα ότι δεν είχα βάλει το λάστιχο που πετάει τα νερά στην μπανιέρα, την έχω ξαναπατήσει, γι αυτό γύρισα τρέχοντας από εκεί που ήμουν,  αλλά τελικά εντάξει, δεν είχα βάλει καν το πλυντήριο στην πρίζα.
-Μ αρέσει που δεν έχεις τηλεόραση, αλλά πως  περνάς την ώρα σου; Μου είπε λες και δεν της είχα πει τίποτα για το πλυντήριο.
-Παίζω με τον πιγκουίνο που ζει κάτω από το κρεβάτι μου
-Αλήθεια! Έχεις και εσύ πιγκουίνο;
-Μη μου πεις……….
-Σου λέω…….
Οκ , καμένη, αυτό είναι είπα μέσα μου, παντρεύομαι. Αλλά πριν πάω στο γάμο έπρεπε να το σιγουρέψω κάπως….
-Αν και είναι πολύ ευχάριστη η παρέα σου, δεν θα ήθελα να σε στερήσω άλλο από αυτούς, αυτόν; που σε περιμένουν. (γιατί αν το έκανε κάποιος αυτό σε μένα θα τον μισούσα θανάσιμα). Αυτό μες την παρένθεσή το σκέφτηκα αλλά δεν το είπα ευτυχώς, γιατί μετά θα μισούσα εμένα θανάσιμα.
-Κανείς δεν με περιμένει πουθενά, για κάνα γύρο έβγαινα, σε πειράζει να παραγγείλλουμε κάτι και να το φάμε εδώ;
-Καθόλου, και ευτυχώς είπες τη σωστή λέξη ΄΄παραγγείλουμε ΄΄  γιατί αν περίμενες από μένα να φτιάξω κάτι….
-Σε καταλαβαίνω, και εγώ έτσι είμαι.


Και καθίσαμε στον καναπέ, μιλήσαμε για τους πιγκουίνους, για το πώς έσπασα την τηλεόραση, πριν από μερικά χρόνια, και γιατί ρε γαμώ το τόσο καιρό γείτονες-γκομενάκια να μην έχουμε πει μια κουβέντα . Ακόμα δεν έχουμε παραγγείλει τίποτα, κρασάκι και χαμηλή μουσική.  Τα υπέροχα λεπτά της πόδια μαζεμένα πάνω στον καναπέ, ελαφρώς πλαγιασμένη, μιλούσαμε από απόστασή  ασφαλείας. Σιγά σιγά, όλα θα γίνουν σκεφτόμουν.  Και κάπου σε ένα κενό της μουσικής ακούστηκε ο κοινός  μας εχθρός, όχι ο Κύπριος  που μένει απέναντι μας ούτε ο διαχειριστής, ήταν  τα γαμημένα τα κωλοπεριστέρια που γουργούριζαν. Την είδα που ξίνισε το προσωπάκι της.
-Σου την σπάνε και σένα; Της είπα
-Ναι τα γαμίδια…..  Πρώτη φορά την άκουσα να βρίζει, αλλά δεν με πείραξε, μ άρεσε, ήταν αυθόρμητο.
-Και να φανταστείς ότι έχουν βγάλει και τραγούδια  για αυτά, όπως αυτό του Ζαμπέτα και χίλια περιστέρια να φιλούν τα χέρια… πόσο διαστρεμμένο μπορεί να είναι αυτό;
-Ή το άλλο της Τζένης Βάνου και μες στα χέρια σου τα χέρια μου δυο τρομαγμένα περιστέρια…..
-Απίστευτο!  Που το ξέρεις αυτό; Είσαι και εσύ cult;
-Ω, ναι, το παραδέχομαι…..
-Το άκουγα στο χωριό μου κάθε μέρα αυτό, αλλά και τι άλλο άκουγα; Στο ίδιο cd με τα ερωτικά που έπαιζε κάθε μέρα στο repeat στην καφετέρια του χωριού και είχε και ένα των Scorpions, το White Dove, τώρα το μισώ μόνο και μόνο για τον τίτλο, τότε το μισούσα   για άλλο λόγο.
-Και εγώ το μισώ τώρα, αλλά για πες μου τον άλλο λόγο
-Δηλαδή πόσο πιο γλίτσα μπορεί να γίνει ένας στοίχος, άκου να δεις τι λέει σε ένα σημείο το τραγούδι : Can anyone tell me why , The children of the world, Have to pay the price.  Δεν σου βγάζει έναν εμετό αυτό πράγμα; Ούτε ο Βασιλάκης Καΐλας τόσο κλάψα, ακούς εκεί  the children of the world  have to pay the price. Πραγματικά πες μου, δεν είναι πολύ γλίτσα;
-Είναι
-Ούτε καν Κνιτης σε πρωτοετή  επαναστάτρια  φοιτήτρια στην πλατεία Εξαρχείων δεν λέει τέτοια ατάκα….
 Μια νοσηρή μαλακιά που έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι με κάνει να νομίζω πως μπορώ να  μιλάω εντελώς ελεύθερα για όλα τα θέματα. Και ότι οι άνθρωποι δεν παρεξηγούνται. Να μια μούντζα. Η κοπέλα απέναντι μου δεν γελούσε, ούτε χαμογελούσε και κρίμα της πήγαινε τόσο πολύ το χαμόγελο.
-Έχεις κάτι με τους Κνίτες; Μου είπε ψυχρά
-Τίποτα , ούτε και θέλω να αποκτήσω
-Τι είσαι; Αναρχικός; Μήπως είσαι φασίστας;
-Τίποτα από τα δυο, χαλάρωσε, δεν έγινε τίποτα…..
-Έχεις δίκιο, άδικα αρπάχτηκα, άλλωστε δεν έγινε τίποτα.  Αλλά νομίζω ότι έχει περάσει η ώρα, πρέπει να φύγω
-Αλήθεια λες τώρα; Τι να σου πω… όπως αγαπάς

Και χαιρετηθήκαμε και χαρήκαμε στην πόρτα, όντως δεν παρεξηγήθηκε, πλέον όταν συναντιόμαστε στο διάδρομο θα  λέμε ένα ΄΄γειά΄΄ ή  ίσως ένα ΄΄τι κάνεις;΄΄. Κάτι είναι και αυτό, είπαμε ωραίο γκομενάκι….

Δεν μου το βγάζετε από το μυαλό ότι  για όλα φταίει η κωλόγρια…..