Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Χωρίς Σύννεφα


Σήμερα ξύπνησα νωρίς, όχι δεν είμαι άρρωστος, ο από πάνω είναι μαλάκας. Του ήρθε λέει σε περιόδους οικονομικής κρίσης να κάνει ανακαίνιση στη κουζίνα. Δεν σκέφτηκε ο συνάνθρωπος ότι το κομπρεσέρ ενδεχομένως να ταράξει μερικούς ανθρώπους.  Ώρα 8:30 το πρωί. Το πάπλωμα στέκει βαρύ στο σώμα μου. Βλέπω όνειρα με πιγκουίνους.  Ξαφνικά ένας δυνατός θόρυβος συνταράσσει το παγωμένο τοπίο και  οι  θλιμμένοι πιγκουΐνοι χοροπηδάνε σαν φακές πάνω σε μπάλα ξαπλωμένου ηχείου.  Σταματάει ο θόρυβος, οι πιγκουίνοι κοιτιούνται περίεργα.  Απροειδοποίητα και απροκάλυπτα ξαναρχίζει ο θόρυβος. Οι πιγκουίνοι χοροπηδάνε πάλι.  Ξυπνάω.  Στέκομαι καθιστός στην άκρη του κρεβατιού. Το σπίτι τρίζει ολόκληρο.  «Γαμιέσαι ασύστολα» είπα  στον από πάνω αλλά δεν με άκουσε, με κάλυψε ο θόρυβος του κομπρεσέρ.  Έπρεπε να φύγω  όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το σπίτι, μισώ γαρ τους θορύβους. Ντύθηκα και σε πέντε λεπτά ήμουν έξω στους δρόμους.  Πρωτόγνωρο σκηνικό για μένα η πρωινή πόλη.  Κάποιοι δούλευαν άλλοι πήγαιναν στις δουλείες τους, τίποτα  άλλο ενδιάμεσο, εγώ τι ρόλο βαρούσα ανάμεσά τους;  Είχα ανάγκη από καφέ, πήγα στο Βενέτη στη γειτονιά. Πολύ χαρά και πολύ ευγένεια  έχει πέσει εκεί μέσα.   Η μοίρα είχε γράψει γα μένα αυτή  τη μέρα να παραγγέλνω καφέ στις 8:40 το πρωί και εγώ δεν την διέψευσα καθόλου . Παρήγγειλα τον καφέ μου, καπουτσίνο διπλό, σκέτο. Περίμενα,  κοιτούσα, ένας Βενέτης πέρασε από πίσω και μου χτύπησε φιλικά την πλάτη «Καλημέρα σας, πως είστε σήμερα»  μου είπε χαμογελώντας. Κούνησα το κεφάλι μου θετικά και από μέσα μου είπα «σκατά».  Πήρα τον καφέ από την κοπέλα που μου χαμογελούσε και πήγα στο ταμείο σαν ζόμπι.  Ήταν αυτός μου είχε χτυπήσει  φιλικά την πλάτη.  «Δύο ευρουλάκια παρακαλώ» μου είπε χαρούμενα. Δεν άντεξα άλλο τον κοίταξα περίεργα. Μα τι παίρνουν τέλος πάντων   πρωί πρωί; Του δίνω το money , παίρνω τον καφέ και  φεύγω. Καθώς  έφευγα και αυτός έβαζε τα λεφτά στο ταμείο είπε στην πλάτη μου  που είχε χτυπήσει πιο πριν φιλικά «Να έχετε μια υπέροχη δημιουργική μέρα!».  Σήκωσα το χέρι μου και τον χαιρέτησα χωρίς να τον κοιτάξω.  Πέρασα διπλά από την κοπέλα  που μου έφτιαξε με τόση αγάπη και στοργή τον καφέ «Γεια σας! Γεια σας!» πετάχτηκε σαν πορδή.  «Γεια σου»  της είπα και έφυγα. Να δεις που αυτοί οι δυο κάνουν σεξ μεταξύ τους μόλις έρχονται στην δουλειά, σκέφτηκα.   Απομακρυνώμενος φυσούσα τον καφέ, ένας άλλο μπήκε μέσα άκουσα από την κοπέλα να λέει πάλι χαρούμενα «Καλημέρα!» κοίταξα λίγο πίσω  με απορία, στο επόμενο βήμα έπεσα πάνω σε μια γριά, παραλίγο να της χύσω τον καφέ.  Την κοίταξα, μια ανεξήγητη χαρά σκίρτησε μέσα μου, μια πρόταση σχηματίστηκε στο μυαλό μου «Πες το μου να φτιάξεις την μέρα…»
-Πρόσεχε  βρε, που πας; Δεν κοιτάς μπροστά σου! Μου είπε η γριά
-Συγνώμη… της είπα και έφυγα χαρούμενος
Αχ… αυτοί είναι άνθρωποι! Άφησα την γριά και απομακρύνθηκα . Στάθηκα έξω από την είσοδο του Μετρό. Μια καταπληκτική ιδέα μου ήρθε στο μυαλό. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να αντικαταστήσουν τους άντρες των ΜΑΤ με γριές με σκουπόξυλα.  Τους Ματατζήδες δεν τους πάει κάνεις, ενώ ποιος έκανε επίθεση σε γριές με σκουπόξυλα; Να σας πάει γατάκια.  Επίσης θα δίνανε την ευκαιρία σε γριές να κάνουν αυτό που έχουν σαν μεγάλο απωθημένο: να χτυπάνε νεαρούς ! Είναι μια πραγματικά εύκολη και φθηνή λύση και απορώ πως δεν το έχει σκεφτεί κανείς.  


Έξω από την είσοδο το Μετρό μπαινόβγαινε πολύς κόσμος. Μεταξύ αυτών και μερικά γκομενάκια. Πιγκουίνοι, γριά, γκομενάκια, τι άλλο μπορεί να μπορεί να μου συμβεί για να νιώσω ολοκληρωμένος; Μια γκαντεμιά ίσως… αλλά ήταν νωρίς ακόμα.  Καθόμουν εκεί στο πουτσόκρυο και σκεφτόμουν τι να κάνω για γεμίσω αυτό το πρωινό. Όταν ήμουν στο σχολείο πριν από μια δεκαετία είχα βρει λύσεις, μια από αυτές ήταν να ζωγραφίζω μελαγχολικά τέρατα που ξεριζώνουν την καρδιά τους και την πρόσφεραν σε μια όμορφη κοπέλα. Η ομορφότερη της τάξης καθότανε στο διπλανό θρανίο ακριβώς κάτω από το παράθυρο .  Τώρα εδώ έξω από την είσοδο του μετρό μια κοπέλα απέναντί μου καθόταν και  περίμενε το αστικό.  Μου θύμισε την ομορφότερη κοπέλα της τάξης. Κάτι σκίρτησε μέσα μου. Είχε υπέροχα πόδια, γυμνασμένα, ικανά να τρέξουν μακριά μου αν τυχών την πλησιάσω, όπως η ομορφότερη κοπέλα της τάξης πριν από δέκα χρόνια.  Τώρα πια όμως είμαι πιο ώριμος, βρίσκω αυτοπεποίθηση όταν την χρειάζομαι. Ακούμπησα την πλάτη μου σε έναν τοίχο και περίμενα δράξω το βλέμμα της την ώρα που θα έπεφτε πάνω μου και να το αιχμαλωτίσω. Το ήξερα ότι θα συμβεί, πάντα συμβαίνει και πάντα τα καταφέρνω, το μετά είναι το θέμα.  Δεν πέρασε πολύ ώρα, το γκομενάκι γυρνάει και με κοιτάει από κάτω μέχρι πάνω. Αν και φορούσα γυαλιά ηλίου το κατάλαβε ότι την κοιτούσα. Τσίμπησε το γκομενάκι. Έμεινα σοβαρός όπως πρέπει, περίμενα το επόμενο βλέμμα και στο τρίτο θα την χαιρετούσα.  Έφερα τον καφέ κοντά στο στόμα μου και περίμενα. Σήκωσα λίγο το ποτήρι ακουμπώντας το στα χείλι, το γκομενάκι  έστριψε λίγο διστακτικά,  κοίταξε λίγο κάπου αλλού περνώντας το βλέμμα από πάνω μου, κοίταξε πάλι μπροστά και πολύ γρήγορα ξανακοίταξε ξεκάθαρα σε μένα. Τέλεια, σκέφτηκα και φύσηξα μέσα στο ποτήρι του καφε για να κρυώσει λίγο.  Καθώς το γκομενάκι με κοιτούσε, σ αυτό το καθοριστικό δευτερόλεπτο της ζωής μου, ο αέρας που βγήκε από το στόμα μου μέσα σε ελάχιστα κλάσματα έκανε έναν τραγικό για μένα κύκλο, πρώτα έπεσε πάνω στον καυτό καφέ, εκεί αναγκαστικά άλλαξε την πορεία του, επέστρεψε πίσω, χτύπησε στο πρόσωπό μου, ανέβηκε προς τα πάνω, χτύπησε στα φρύδια μου και κατέληξε στο εσωτερικό των γυαλιών μου. Τα γυαλιά μου θολώσανε απότομα και έγινα ένα γελοίο θέαμα. Το ήξερα ότι θα συμβεί, πάντα συμβαίνει, νομοτελειακά θα μπορούσα να πω. Και έτσι πρώτου το καταλάβω ένα σύννεφο μπήκε ανάμεσα μας. 


Έφυγα, τι να έκανα; Έστριψα δεξιά και απομακρύνθηκα από το σημείο της καταστροφής. Έβγαλα τα γυαλιά και τα έβαλα στην τσέπη μου. Δεν τα χρειάζομαι άλλο, την έκαναν καλά την δουλειά τους.   Κρατούσα ακόμα τον καφέ στα χέρια. Έπαιξα με το γκομενάκι αλλά τελικά έμεινα με τον καφέ στο χέρι. Ήταν ζεστός μέσα στην παλάμη μου, σαν να κρατούσα μια ξεριζωμένη καρδιά, σαν  αυτήν των  τεράτων  που ζωγράφιζα τις ώρες που δεν κοιτούσα την ομορφότερη της τάξης.  Τον καφέ τον πέταξα στην άβυσσο του   πρώτου κάδου απορριμμάτων που  βρήκα μπροστά μου.  Συνέχισα να περπατάω. Έβαλα τα χέρια μου βαθιά μέσα στις τσέπες, μερικά κέρματα ενοχλούσαν τις άκρες των δακτύλων μου.  Ένας ζητιάνος καθόταν στο δρόμο , με είδε να πηγαίνω προς το μέρος του και άπλωσε παρακαλώντας το χέρι του ζητώντας κάτι από αυτά που  ενοχλούσε τις άκρες των δακτύλων μου, τον προσπέρασα χωρίς να του δώσω καμιά σημασία.   Προφανώς δεν είμαι το παιδάκι που ζωγραφίζει τέρατα που ξεριζώνουν την καρδιά τους πλέον.  Περνάνε  τα χρόνια.  Όλα αλλάζουν.  Μόνο οι αναμνήσεις μένουν ίδιες.  Η καλύτερη στιγμή της ημέρας για όλα τα αγόρια της τάξης ήταν η ώρα που πρωινός ήλιος έπεφτε πάνω στο σώμα της ωραιότερης κοπέλας της τάξης.  Τότε τα άφηνα όλα και την κοιτούσα. Με έπιανε να την κοιτάω αλλά δεν της έδινα σημασία, μια φορά τη ρώτησα «Σε πειράζει που σε κοιτάω;»   όχι μου είπε.   Ήταν καλή κοπέλα δεν μας μάλωνε που την κοιτούσαμε. Μια φορά, άνοιξη αρχές καλοκαιριού, είχε έρθει στο σχολείο με φορεματάκι, κόκκινο με τιράντες. Μετά το πρώτο διάλειμμα, μόλις μπήκαμε στην τάξη πήγαμε μπροστά από το θρανίο  της τρία αγόρια και της είπαμε διαμέσω εμού. «Εκ μέρος όλων των αγοριών της τάξης και κατ επέκταση του σχολείου θέλουμε από καρδιάς να σε ευχαριστήσουμε που ντύθηκες τόσο όμορφα σήμερα» .  Κάθε φορά που την κοιτούσα βούλιαζα σε μια άχρονη πνευματικότητα η οποία απέπνεε την αναμονή της μοναξιάς. Μακάρι να ήξερα και τότε ότι η μοναξιά είναι πιο υποφερτή όταν κουβαλάς όμορφες εικόνες.  


Εκείνη την μέρα   κούφανα  τον καθηγητή της φυσικής, μας είχε βάλει μια άσκηση σχετική με την ταχύτητα του φωτός.  Ξέαμε ήδη ότι το φως κινείται με διαφορετική ταχύτητα μέσα στο νερό και με διαφορετική ταχύτητα εκτός νερού. Ξέραμε ήδη τις ταχύτητες του φωτός αντίστοιχα σε νερό και αέρα.  Στην άσκηση έλεγε:  ¨Ένα φως ξεκινάει από τον πάτο της θάλασσας που βρίσκεται στα δέκα μέτρα, σε πόση ώρα θα φτάσει το φώς σε ένα αεροπλάνο που πετάει εκατό μέτρα πάνω από την θάλασσα;   Υποτίθεται ότι ήταν πολύ απλή άσκηση, το μόνο που έπρεπε να κάνει κάποιος ήταν δύο πολλαπλασιασμούς και μια πρόσθεση.  Εμένα το μόνο που με ένοιαζε για το φως ήταν να συλλάβω με τα μάτια μου αυτό που έπεφτε πάνω στην ομορφότερη της τάξης και την έκανε να μοιάζει αγγελική, για όλα τα άλλα αδιαφορούσα.  Φυσικά και δεν θα έχανα ούτε ένα δευτερόλεπτο για να κάνω καναδυο άψυχους, άχρηστους υπολογισμούς και να δώσω μια απάντηση που θα μπορούσε να δώσει ο οποιοσδήποτε.  Μετά από ώρα ο καθηγητής ρώτησε φυσικά εμένα. Ήθελε να μου την πει επειδή ήμουν αδιάφορος .  Με ρώτησε λοιπόν
-Για πες μας εσύ Ηρακλή….  Σε πόση ώρα θα φτάσει το φως από τον βυθό στο αεροπλάνο;
-Με συγχωρείτε κύριε αλλά δεν μπήκα καν στην διαδικασία να  υπολογίσω επειδή ή άσκηση είναι από την διατύπωση της άκυρη…
-Άκυρη; Για εξήγησε μου και μένα που είμαι καθηγητής και δεν ξέρω πολλά… Μου είπε με μια σχετική ειρωνεία.
-Μάλιστα. Όπως μας έχετε πει το φως αποτελείται από σωματίδια, σωστά;  Εδώ σε αυτήν την άσκηση πρέπει να βρούμε έναν αριθμό με πάρα πολλά δεκαδικά ψηφία, δηλαδή ψάχνουμε την λεπτομέρεια. Μας λέτε όμως να υπολογίσουμε δυο αποστάσεις που έχουν διανυθεί με διαφορετική ταχύτητα, αλλά σε μένα δεν μου φαίνεται ένα εφικτό ένα σώμα να βρεθεί από την μια στιγμή στην άλλη ακαριαία με διαφορετική ταχύτητα. Αν είναι να έχει κάποια ρεαλιστική βάση αυτή  η άσκηση έπρεπε να μας είχατε δώσει και  έναν τύπο για την επιτάχυνση του σωματιδίου έστω και αν αυτό άλλαζε ελάχιστα το αποτέλεσμα.
Ο καθηγητής σήκωσε το χέρι του και έξυσε του πηγούνι του. Με κοιτούσε και σκεφτόταν τι να μου απαντήσει. Του την είπα.  Δεν μου απάντησε,  ρώτησε την ομορφότερη της τάξης και εγώ ξανακύλησα στην ενατένιση της  τέλειας χρωματικής μάζας που  είχε  βρει σωστά την άτοπη άσκηση που μας είχε βάλει ο καθηγητής.  Η ταυτόχρονη συνύπαρξη ονείρου και πραγματικότητας στον ίδιο χώρο  κρατάει πάντα λίγο, μετά ξυπνάς, ή κοιμάσαι.  Όπως και την μέρα που κοιτούσα την κοπέλα που έμοιαζε με την ομορφότερη της τάξης  μπήκε ένα σύννεφο ανάμεσά μας  (δηλαδή τι σύννεφο, τα χνώτα μου έπεσαν στα γυαλιά μου και  τα θάμπωσαν) έτσι και την μέρα που κοιτούσα την ομορφότερη της τάξης  που φορούσε  κόκκινο φορεματάκι μπήκε ένα σύννεφο ανάμεσα σε αυτήν και στον  ζωοδότη ήλιο και η εικόνα σκοτείνιασε κάπως.  Αυτό ήταν και η μεγάλη μου τιμωρία που την είπα στον καθηγητή μου.  

Η ώρα τότε και τώρα ήταν 9:00 το πρωί. Τώρα έπρεπε να βρω να κάνω κάτι για να γεμίσω τη μέρα. 



Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Αλληγορική Πέτρα Που Έγινε Ξανθιά


Κάτι ήξερα όταν έβαλα την πουτάνα την τηλεόρασή στο πατάρι. Σαπίλα, βαρεμάρα, αυτοκτονία.  Δυστυχώς όμως δεν το έχουν κάνει και οι φίλοι μου. Ήμουν στο σπίτι του Μανώλη, πηγαίνω εκεί που και που να κατεβάσω καμιά ταινία να δω στον υπολογιστή και για να παίξουμε κάνα Tekken. Η γυναίκα του Μανώλη τον έβαλε να της αγοράσει μια καφετιέρα. Τώρα  πρέπει με κάποιον τρόπο να αξιοποιήσει αυτήν αγορά. Ο δικός μου ο ρόλος είναι να πηγαίνω εκεί και να πίνω καφέ από την καφετιέρα του ζεύγους και αυτή με ανταμείβει με γλυκά , πίτες , φαγητά και φιλοφρονήσεις. Κάθε φορά φεύγω με τάπερ από το σπίτι τους. Μα και εγώ βέβαια δεν είμαι τελείως άχρηστος, πάντα επιστρέφω τα τάπερ πλυμένα.   Έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι, αυτοί αξιοποιούν την  καφετιέρα και εγώ φεύγω με ταινίες και φαγητά.

Την αποφράδα τούτη μέρα όμως έφυγα με σκυφτό κεφάλι. Είχα βάλει τις ταινίες να κατεβαίνουν και άρχισα να στριβώ τσιγάρο.  Ο φίλος μου ο  Μανώλης μου όση ώρα έψαχνα για τις ταινίες έβλεπε ειδήσεις. Μιλούσαν για την καταστροφή του κόσμου. Στα αρχίδια μου εμένα, από το ένα αυτί έμπαιναν από το άλλο έβγαιναν, πλήρης αναισθησία.  Σε μ ια στιγμή ο Μανώλης σηκώθηκε να πάει να πλύνει τα ποτήρια και τα πιάτα, σε λίγο θα γυρνούσε η γυναίκα του από την δουλεία. Δεν θα ήταν και το πιο ευχάριστο θέαμα να μπει στο σπίτι της και να δει δύο μαντράχαλους να παίζουν play station και η κουζίνα να είναι γεμάτη με άπλυτα πιάτα.  Το κακό είναι ότι ο μαλάκας ο Μανώλης άφησε ανοιχτή την τηλεόραση. Δεν έδινα και πολύ σημασία σ ότι έλεγαν εκεί μέσα,  ασχολιόμουν με το τσιγάρο. Ξαφνικά εκεί που έστριβα άκουσα στην τηλεόραση να λένε για την νέα ταινία  του spider man. Επιτέλους, σκέφτηκα,κάτι  ελαφρώς ενδιαφέρον στις ειδήσεις,  ξεκίνησε το trailer. Δεν μου αρέσουν πολύ αυτού του είδους οι ταινίες αλλά νταξ, με  το να δω ένα trailer έγινε και τίποτα.  Βλέπω τον γνωστό κοκκινομπλέ  μαλάκα να κάνει κωλοτούμπες στον αέρα και να αμολάει μακαρόνια από το χέρι του. Νομίζω ότι η στολή του έχει τα χρώματα της αμερικάνικής σημαίας, τυχαίο;   Το προσπέρασα και αυτό, αλλά αυτό που με τσάκισε και κυριολεκτικά με διέλυσε  είναι όταν  είδα την  Emma Stone ξανθιά. Δεν ήξερα ότι θα έπαιζε σ αυτήν την ταινία και δεν το περίμενα. Γαμώ την πουτάνα μου! Είναι δυνατόν η Emma Stone ξανθιά; Μα ξανθιά;  Η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια,  έμεινα να κοιτάω με ανοιχτό το στόμα,  δεν ήξερα τι να κάνω,  μια μου ερχόταν να σπάσω την τηλεόραση και μία να βγω στο μπαλκόνι και να βρίσω. Ποιοι μαλάκες είναι αυτοί που παίρνουν αυτές τις αποφάσεις; Την κατέστρεψαν την κοπέλα, την εξαφανίσανε, μια ηθοποιός μας είχε μείνει που να μην είναι πάρα πολύ όμορφη αλλά απόλυτα ερωτεύσημη και αυτοί πήγανε και την κάνανε ξανθιά.  Ένα άλλο θέμα που δεν έχω αναφέρει ποτέ είναι ότι για μένα οι ξανθιές πολύ απλά δεν υπάρχουν, δεν λέω αν είναι άσχημες ή όμορφες, απλά δεν υπάρχουν, δεν τις βλέπω καν στο δρόμο.  Αν κάνω μια βόλτα και μετά προσπαθώ να θυμηθώ τι έχω δει σίγουρα δεν θα υπάρχει καμία ξανθιά.

Όταν μπήκε  ο Μανώλης μέσα στο σαλόνι έπαιζε ακόμα το trailer, στην αρχή μπήκε χαλαρός αλλά μόλις είδε τι βλέπω έτρεξε, πήδηξε πάνω από το χαμηλό τραπέζι και έκανε βουτιά στον καναπέ. Άρπαξε το τηλεκοντρόλ και μια πλήρη περιστροφή του κορμιού του έσβησε την τηλεόραση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με είδε που ήμουν θλιμμένος και μου μίλησε κάπως συγκρατημένα
-Ρε φίλε, ήθελα να στο πω κάποια στιγμή, αλλά δεν ήξερα πως….  
-Δηλαδή το ήξερες και δεν μου έχεις πει τίποτα;
-Θα στο λέγαμε κάποια στιγμή με τρόπο, το ξέρω δεν ήταν σωστό να το μάθεις έτσι αλλά…
-«Λέγατε;;;» Δηλαδή το ήξερε και η γυναίκα σου; Και πόσο καιρό το ξέρετε;
-Έλα ρε φίλε, γάματο, άστο… συμβαίνουν αυτά.
-Και το λες έτσι απλά; «Συμβαίνουν αυτά» λες και είναι καραμέλες που έπεσαν στο δρόμο, λες και είναι καμιά μείωση μισθού….
-Ρε φίλε και εγώ φρίκαρα  όταν την είδα ξανθιά αλλά αυτό που ανησυχούσε περισσότερο ήταν πως θα το πούμε σε σένα.

Έμεινα σκυμμένος, δεν μιλούσα, τι μου να φταίει και  ο Μανώλης; Λες και αυτός της τα έβαψε τα μαλλιά.  Άντε το καταλαβαίνω ότι η μοίρα κάθε καστανής είναι να εξαφανιστεί, δηλαδή να γίνει ξανθιά. Αλλά οι κοκκινομάλλες;  Το πλήγμα ήταν μεγάλο.  Οι μαχαιριές  ήταν πολλές. Γέμισε το σώμα μου πληγές από αυτό που είδα. Να γινόταν οι λαβωματιές μου μάτια και δάκρυα να τρέξουν αυτά,  γιατί τα δυο μου μάτια δεν είναι αρκετά για θρηνήσουν αντάξια την ομορφιά που εχάθει.   Τσαλάκωσα το τσιγάρο μες την χούφτα μου και το πέταξα στο τασάκι.  Πήγε και αυτό χαμένο σαν αστέρι που δεν έλαμψε πότε και έμεινε να αιωρείται δημιουργώντας μόνο σκιές στο χάος. Σηκώθηκα να φύγω.
-Θα σαι εντάξει; Με ρώτησε ο Μανώλης
-Νταξ… έχουν συμβεί και  χειρότερα…
-Λες για την Kiera Knightly  στο Love Actually που ήταν  ένα τόνο πιο κάτω από καστανό
-Ναι, κι αυτό… Λοιπόν την κάνω…
-Καλώς ρε φίλε, μην ανησυχείς έχω την βεβαιότητα  ότι δεν θα το ξανακάνει.  Όλοι κάνουν λάθη που και που
-Μακάρι, αν και …. άμα ραγίσει το γυαλί…. Τέλος πάντων…. Τα λέμε αύριο….

Πήγα να ανοίξω την πόρτα, εκείνη την ώρα  ακούστηκε το κλειδί να μπαίνει στην πόρτα. Ήταν η γυναίκα του. Τράβηξα τη πόρτα και το κλειδί ήρθε προς τα μέσα μαζί με την πόρτα. Έμεινε το χέρι της κοπέλας να αιωρείται εκεί που πριν ήταν η  πόρτα. Με κοίταξε.
-Τι έπαθες εσύ; Μου είπε.
-Έμαθε για την Emma Stone που έγινε ξανθιά. Της είπε ο Μανώλης, εγώ δεν μίλησα.
-Αχ, γλυκούλη, κρίμα. Κοίτα να το ξεπεράσεις, δεν σου αξίζει να υποφέρεις, πες μου τι γλυκό θες να σου φτιάξω για αύριο;
-Τίποτα Αντιγόνη μου, να σαι καλά.
-Έλα μην κάνεις έτσι θα περάσει…..
-Ναι , ναι… όλα περνάνε, έτσι δεν λένε;



video

    

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Μη μου το λες 6 (Το τέλειο έγκλημα)


 Είχαμε κανονίσει για καφέ στην Πανόρμου, αυτή με πήρε, εγώ την περίμενα, στο Μπραφ. Θα ερχόταν με το ποδήλατο μου, υποπτεύτηκα ότι θα αργούσε αλλά τελικά ήρθε σχεδόν στην ώρα της.  Καθόμουν σε ένα τραπέζι όταν μπήκε μέσα,  ήρθε και έκατσε απέναντί μου. Ήταν λαχανιασμένη.
-Τι έγινε; Της είπα
-Έτρεχα με το ποδήλατο, πάντα τρέχω.  Όχι επειδή βιάζομαι,  όχι, όχι,  τρέχω γιατί φοβάμαι να πάω αργά. Νομίζω ότι θα με πατήσει κανένα λεωφορείο, απ αυτά που έχουν κόσμο μέσα, οδηγώ όρθια και κοιτάω πίσω. Μια φορά έπεσα κιόλας, χτύπησα το χέρι μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ μετά, έβλεπα κινέζους στον ύπνο μου. Αλήθεια έχεις δει ποτέ νεκρό κινέζο; Εγώ δεν έχω δει, ούτε σε ταινία. Όταν έπεσα ήταν κάτι κινέζοι εκεί και γελούσαν.  Γιατί γελούσαν οι κινέζοι με μένα; Μια φορά ένα παιδί στο χωριό είχε πέσει με το ποδήλατο και  πέθανε, θα γελούσαν οι κινέζοι αν το βλέπαν αυτό;
- Κάτσε ρε, πως γίνεται να έπεσε με το ποδήλατο και να πέθανε;
-Ναι! Είχε πάει στο χωράφι του θείου Φιλώτα να κλέψει καλαμπόκια και του επιτέθηκαν οι λύκοι, αυτός ανέβηκε στο ποδήλατο και άρχισε να τρέχει, μέχρι που πάτησε μια μεγάλη πέτρα και έπεσε. Πήγαν και τα καλαμπόκια χαμένα….
-Τον φάγανε οι λύκοι δηλαδή;
-Ναι! Εμένα δεν μου αρέσουν οι λύκοι, είναι κοκκαλιάρηδες σαν εσένα.  Μικρή ζωγράφιζα συνέχεια φάλαινες. Τις έκανα πάντα χαμογελαστές. Θυμάσαι  μια ιστορία με ένα τύπο που τον είχε φάει η φάλαινα και τον είχε κρατήσει τρεις μέρες στο στομάχι της μετά τον έβγαλε; Πολύ μου άρεσε αυτή η ιστορία.  Ήταν και Έλληνας, απ την Μικρά Ασία, Ίωνα τον λέγανε.
- Το μόνο που τον κάνει Έλληνα ήταν ότι είπε ψέματα στην γυναίκα του.  Από εκεί ξεκίνησε η μυθιστοριογραφία, ένας μπάρμπας την έκανε  για τρεις μέρες από το σπίτι του και όταν γύρισε είπε στην γυναίκα του ότι τον είχε φάει ένα ψάρι και τον είχε τρεις μέρες στην κοιλιά του.
- Μα καλά και αυτή δεν ανησύχησε αν είχε πεθάνει; Εγώ αυτό θα σκεφτόμουν, ότι πέθανε.  Θα μου κάνεις μια χάρη;
-Τι; Να πεθάνω;
Έβγαλε το καλώδιο του hands free από την τσέπη της και το άφησε μπροστά μου . Ήταν  μπερδεμένο.
-Μπορείς να το ξεμπλέξεις; Εγώ δεν μπορώ να το βλέπω καν, μου θυμίζει την αδερφή της γιαγιάς μου.
-Είχε ακουστικό;
-Όχι δεν την γνώρισα ποτέ. Πέθανε πολύ μικρή. Όταν ρώτησα την γιαγιά μου από τι είχε πεθάνει μου είπε «κομποδέθκαν τα άντερα και πάει» . Έτσι έλεγαν  παλιά όταν δεν ήξεραν από τι πέθαινε ένα παιδί, ότι κομποδέθηκαν τα άντερα. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, αλλά έμενα μου έχει μπει αυτή η εικόνα στο μυαλό και δεν μπορώ να βλέπω μπερδεμένα καλώδια.  Σαν τον Γόρδιο δεσμό ένα πράγμα,  που τον έκοψε ο Αλέξανδρος με το σπαθί. Αν σου κομποδεθούν τα άντερα καλύτερα να σου καρφώσουν ένα σπαθί στην κοιλία παρά να υποφέρεις μέρες μέχρι να σου βγει η ψυχή.
-Μ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Της είπα προσπαθώντας να ξεμπλέξω το καλώδιο.
 -Μ αρέσει ο τρόπος που ξεμπλέκεις το καλώδιο, δεν νομίζω να φαντάζεσαι ότι ξεμπλέκεις τα έντερα της αδερφής της γιαγιάς μου;
-Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό……  Πριν μιλήσεις άκου να σου πω και εγώ ένα άσχετο. Χτες ήμουν στο booze με τον Χάρη,  καθόμασταν σε  σκαμπό  σε ένα τοίχο.  Απέναντί μου ήταν μια πολύ όμορφή κοπέλα. Φυσικά την ερωτεύτηκα. Αλλά αυτή ρε συ δεν γύρισε να κοιτάξει καθόλου.  Όχι μόνο εμένα κανέναν δεν κοίταξε, είχε  τα μάτια της καρφωμένα στον τοίχο συνέχεια. Ακόμα και όταν σηκώθηκε ο gay φίλος της να πάει στην τουαλέτα δεν κοίταξε πουθενά, κοιτούσε συνέχεια στον  τοίχο. Θα μπορούσα να πάω να σκοτώσω και να αφήσω σημείωμα ότι ο δολοφόνος είναι αυτός που καθόταν στη διπλανή παρέα. Πάλι δεν θα με αναγνώριζε, δεν με είχε δει καθόλου. Θα ήταν το τέλειο έγκλημα, σαν την ζωή μου. Περιδιαβαίνω τις μέρες μου χωρίς κανένα μάρτυρα,  ζω στο τέλειο έγκλημα.  
-Ναι αλλά αν τον σκότωνες μετά θα έπρεπε να εξαφανίσεις το πτώμα. Καλό θα ήταν να το θάψεις. Και ξέρεις τι θα ήταν το ποιο γαμάτο; Εκεί που σκάβεις για να τον θάψεις, να βρεις ένα άλλο πτώμα θαμμένο!
Έφερα με δύναμη το χέρι μου στο μέτωπο και έσκυψα κουνώντας το κεφάλι.  Η καμενιά της ξέφυγε από τα όρια.
-Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί τέτοιο κόλλημα με τους πεθαμένους;
-Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω ότι όταν πεθαίνει κάποιος είναι σαν να γεννιέται σε έναν άλλο κόσμο ποιο φωτεινό, και συμβαίνει το αντίστροφο  από το να γεννιέται κάποιος στο κόσμο. Όταν ένα παιδί γεννιέται δεν τον νοιάζει τίποτα, ο κόσμος είναι ένας μεγάλος παιχνιδότοπος, σιγά σιγά όμως γίνεται άνθρωπος και αποκτά ανησυχίες και υποφέρει, στεναχωριέται για το παραμικρό και ζυγίζει την κάθε του κίνηση.  Όταν πεθαίνει κάποιος κουβαλάει τις ανησυχίες του.  Σιγά σιγά όμως μαθαίνει ότι λίγα έχουν σημασία και ότι όλα θα βρουν τον δρόμο τους όπως και να χει. Μικρές ή μεγάλες πράξεις στο πέρασμα του χρόνου χάνουν την σημασία τους. Μπορεί μια μικρή αυθόρμητη πράξη να σου αλλάξει την ζωή για πάντα ή μια πολυζυγισμένη πράξη σε λίγο καιρό να μην έχει καμιά επίπτωση στην εξέλιξή σου.  
-Μ αυτό που λες είναι σαν να καταργείς τον φόβο του θανάτου
-Δεν είναι φόβος θανάτου, είναι φόβος αγνώστου. Αν ξέραμε τι γίνεται μετά δεν θα φοβόμασταν.
-Ας πούμε ότι τα λες καλά, αλλά πάλι δεν δικαιολογεί το κόλλημά σου.
-Δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω γιατί σοκάρεστε όλοι.  Με το να αναφέρομαι σ αυτούς είναι σαν να τους πειράζω. Σαν να τους κάνω πλάκα που έχουν πεθάνει, Σαν να καταλαβαίνω λίγο το πώς βλέπουν τον κόσμο μας. Γελάω μαζί τους που γελάνε με μας που αγχωνόμαστε και στενοχωριόμαστε. Άραγε όταν πεθαίνουν οι εξωγήινοι  πάνε στον ίδιο κόσμο με μας; Δηλαδή οι δικοί μας πεθαμένοι κάνουν παρέα με πεθαμένους από άλλους πλανήτες;
-Πάνω που πήγες να πεις κάτι καλό το γάμησες τελείως…. Έλα το ξεμπέρδεψα, πάρε το άντερο της αδερφής της γιαγιάς σου.