Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Στο Σούπερ Μάρκετ


Όλες οι ιστορίες πρέπει από κάπου να αρχίσουν, αν και ποτέ δεν είναι αυτή η πραγματική τους αρχή, πάντα υπάρχει ένα βήμα πιο πίσω που μας οδήγησε εκεί.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιστορία ξεκάνει από ένα τηλέφωνο, δεν θα εξηγήσω τι έκανα πιο πριν ή ποιος ήταν ο σκοπός του τηλεφώνου. Ήθελα να πιω ένα καφέ μα την φίλη μου την Γεωργία, την πήρα λοιπόν και της είπα να βγούμε,  σχεδόν κάθε μέρα τα λέμε μ αυτήν την κοπέλα. Μόλις της είπα για καφέ μου είπε ότι ήθελε να πάει πρώτα στο σουπερ μάρκετ, μου ζήτησε να την βοηθήσω και μετά θα κερνούσε καφέ σπίτι της, κοινώς ήθελε να κουβαλήσω τα ψώνια. Δέχτηκα, Γεωργία είναι αυτή, τι να κάνουμε. Πήγα από το Ψυχικό την περίμενα σε μια γωνία οπού και ήρθε μόνο είκοσι λεπτά αργοπορημένη.
Μόλις μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ πήγα να πάρω ένα καλαθάκι
-Τι κάνεις εκεί; Μου λέει
-Τι; Της λέω
-Όχι καλαθάκι… καροτσάκι…
-Α, γι αυτό με ήθελες…
-Σε ήθελα γιατί μου αρέσει η παρέα σου
-Και μένα μ αρέσει ο κώλος σου..
-Αντε ρε βλάκα… μου λέει περιπαιχτηκά
Πήρα το καρότσι , τι να έκανα;, αλήθεια, ντρέπομαι που το λέω αλλά κυκλοφορούσα στο σούπερ μάρκετ με καροτσάκι, και με μια σούπερ γκόμενα η όποια είναι φίλη μου, αλλά αυτό που θα μείνει στην ιστορία είναι ότι βρίσκομαι στο σούπερ μάρκετ με καροτσάκι. Έχω αφήσει την κοπέλα μπροστά και την ακολουθάω.  Περπατούσε ανέμελα και κοιτούσε τα ράφια, ελάχιστη σημασία μου έδινε. Εγώ δεν κοιτούσα τα ράφια, μελετούσα το περπάτημά της,  πως ξεκινούσε από την πλάτης και κατέληγε μέχρι τα γοβάκια μπαλαρίνας που πάντα φοράει. Αέρινο και εξωτικό. Ενώ κοιτούσε τα ράφια μου μίλησε
-Που κοιτάς;
-Εσύ που λές;
-Κόψτα αυτά πήγαινε πάρε χαρτιά
-Τι χαρτιά;
-Απ όλα, κουζίνας, υγείας, χαρτοπετσέτες, ότι βρεις
-Και πως θα αντέξω μακριά σου; Της λέω
-Θα βρεις τρόπο δεν σε φοβάμαι εσένα, έλα κάνε καμία  δουλειά
-Όλα εγώ τα κάνω εδώ μέσα! Να δω τι θα έκανες χωρίς εμένα, θα σ είχαν φάει τα σκουλήκια!
Πήρα το καρότσι και έφυγα με ύφος, τα χαρτικά ήταν στον διπλάνο διάδρομο, θα έπαιρνα ότι ήταν να πάρω από εκεί και θα την συναντούσα πάλι  στο τέλος του διαδρόμου ,αν δεν…..


Βαριόμουν και ντρεπόμουν πολύ με το καρότσι, δεν το κρατούσα με τα χέρια, ακουμπούσα τους αγκώνες στην λαβή και το έσπρωχνα με το σώμα.  Όπως προχωρούσα με κοίταξαν οι σοκολάτες από τα αριστερά μου. Προσπάθησα να αντισταθώ αλλά δεν μπόρεσα. Σταμάτησα και πήρα μερικές, τις έριξα μέσα στο καρότσι.  Ακούμπησα το καρότσι σε μεταλλικό σημείο και με χτύπησε  λίγο το ρεύμα. Τράβηξα απότομα το χέρι μου και παραξενεύτηκα, ξανακούμπησα στο ίδιο σημείο δειλά, τίποτα, απλά το κρύο μέταλλο. Προχώρησα πάλι ακουμπώντας στους αγκώνες μου στο κόκκινο χερούλι του καροτσιού. Μετά από λίγο με κοίταξαν τα γαριδάκια, σταμάτησα πάλι. Πήρα δύο σακουλάκια. Πήγα να ξεκινήσω, πάλι με χτύπησε το ρεύμα με τον ίδιο τρόπο. Κάτι συμβαίνει εδώ, έπρεπε να βρω το ανακαλύψω! Περπάτησα πάλι, αυτή την φόρα κρατώντας το καρότσι από την χειρολαβή, σταμάτησα, ακούμπησα, ρεύμα, πόνος, χαρά, απορία. Ξαναξεκινάω, σταματάω, δίπλα στα χαρτικά, δεν με κοίταξαν, ούτε τα κοίταξα, τι; κορόιδο είμαι; Ξέχασα καν για ποιον λόγο είχα φτάσει εκεί, το μόνο που με ενδιέφερε πλεον ήταν να ανακαλύψω γιατί με χτυπάει το ρεύμα κάθε φορά μου σταματάω. Μου ήρθε μια ιδέα. Προχώρησα κρατώντας το καρότσι από μεταλλικό σημείο, σταμάτησα πάλι σε ένα άσχετό μέρος, ακούμπησα το καρότσι, τίποτα. Πρώτη διαπίστωση: το καρότσι φορτίζει με ρεύμα με κάποιον τρόπο και εκτονώνεται με την επαφή, όταν το ακουμπάω συνέχεια το ρεύμα περνάει ανεπαίσθητα μέσα μου χωρίς να το αντιλαμβάνομαι.  Έπρεπε να κάνω πολλά πειράματα να βρω την λύση. Τρέχω με το καρότσι και ρίχνω το βάρος μου πάνω στο κόκκινο χερούλι, σχεδόν το καβαλάω με την κοιλιά μου και αφήνομαι να σέρνονται τα πόδια μου ίσα ίσα στο έδαφός, και αυτό παιχνίδι ήταν. Την είχα καταβρεί με το καρότσι, δεν με ενδιέφερε τίποτα πια, έτρεχα ,σταματούσα με slide, με χτυπούσε το ρεύμα και ξαναξεκινούσα. Παραλίγο να χτυπήσω και μια γριά, ήταν σκυμμένη και λίγο πριν περάσω δίπλα της σηκώθηκε και πήγε να κάνει ένα βήμα πίσω,  πάτησα γερά τα πόδια μου και έτριψα το καρότσι, χτύπησα και ένα τενεκέ με λάδι, βούλιαξε λίγο. Η γριά με κοίταξε απορημένη,  «τι κάνεις;» μου λέει, τι να της πω; Μαζί σου τα πάντα; Δεν ταίριαζε, «Συγνώμη,  βιάζομαι…» της είπα «Και επειδή βιάζεσαι πρέπει να σκοτώσεις καναν άνθρωπό;»   πολύ το τραβούσε η γριά «Συγνώμη» της είπα πάλι αλλά αυτή τη φορά με λίγο ειρωνικό και δεικτικό ύφος.  Συνέχισα τις βόλτες μου με το καροτσάκι, μου την έσπασε η γριά, αν φοβάται να κυκλοφορήσει στο σουπερ μάρκετ με το καλαθάκι ας πάρει καροτσάκι, πως αυτοί που φοβούνται τα μηχανάκια παίρνουν αυτοκίνητο. Ας έπαιρνε καροτσάκι και θα παίζαμε και συγκρουόμενα αν γούσταρε.

Με τα πολλά έχω ξεχάσει και την Γεωργία, μαλακία μου, θα έχει γεμίσει την αγκαλιά της με μπιχλιμπίδια και δεν θα μπορεί να περπατήσει με τον γνωστό όμορφο και αέρινο τρόπο της. Φαντάζομαι ότι θα της λείπω αυτήν την στιγμή, τι ωραία σκέψη, με περιμένει με την αγκαλιά της γεμάτη πράγματα έτοιμη να τα προσφέρει μόνο σε μένα!  Έτρεχα πάλι με το καρότσι, στην άκρη του διαδρόμου ξεπρόβαλε η  Γεωργία, με κοιτούσε άγρια, ομολογώ ότι μου κόπηκαν τα πόδια, με έπιασε να κάνω μαλακίες. Περπατούσα προς το μέρος της κανονικά  με το καρότσι, την έβλεπα που με κοιτούσε άγρια με την αγκαλιά της γεμάτη πράγματα. Είχε καθίσει ακριβώς κάτω από το air condition  και ο αέρας ανακάτευε τα υπέροχα κάστανα μαλλιά της, την γαλάζια πλουμιστή γενναιόδωρη μπλούζα της και την σακούλα με τα μήλα που κρατούσε ανάμεσα σε τόσα άλλα στα χέρια της. Την πλησίαζα σαν να ήμουν παιδί, μόλις έφτασα κοντά της με μάλωσε
-Πάλι έπαιζες! Μου είπε κάπως θυμωμένη
-Δεν έπαιζα
-Που ήσουν;
-Έψαχνα κάτι συγκεκριμένο
-Τι;
-Ε, αυτό το
-Σκέφτηκες! Έπαιζες! Με έκοψε απότομα
-Δεν έπαιζα.. και χωρίς να μιλάω άρχισα να παίρνω πράγματα από την αγκαλιά της και να τα βάζω στο καρότσι, σκέφτηκα να την χουφτώσω και λίγο καταλάθος αλλά δεν ήταν της στιγμής
Όση ώρα έπαιρνα τα πράγματα από τα χέρια της χωρίς να την χουφτώνω  αυτήν με κοιτούσε  έντονα, λίγο μετά μίλησε
-Πότε θα βάλεις μυαλό επιτέλους; Κοντεύεις τα τριάντα και ακόμα παίζεις
-Δεν έπαιζα, μια γριά
-Πόσο καιρό σε ξέρω; Με έκοψε πάλι
-Αρκετό…..
-Έπαιζες , σκάσε
-Έλα ρε γιατί με μαλώνεις, απλά
-Που είναι τα χαρτιά; Με έκοψε πάλι
-Στα ράφια
-Και τι έκανες τόση ώρα;  Τι είναι αυτά (έπιασε το σακουλάκι με τα γαριδάκια)
-Αστα σε παρακαλώ
-Δεν έχει γαριδάκια, δεν ήσουν καλό παιδί! Είπε και γέλασε.
Κρατούσα το ύφος του παρεξηγημένου παιδιού,  και αυτή με κοιτούσε και γελούσε,  «έλα πάμε άτα» μου λέει, τότε μου ήρθε μια ιδέα, της είπα να πάρει αυτή το καρότσι. Κακιούλα ε; Μόλις το έπιασε την χτύπησε το ρεύμα.
-Είδες; Απ τη κάκια σου σε χτύπησε το ρεύμα. Της είπα
-Άσε ρε…
-Να κοίτα εμένα δεν με χτυπάει.
Ακούμπησα το χέρι μου στο καρότσι και δεν έγινε τίποτα. Μετά προχωρούσαμε και ακουμπούσα το καρότσι συνέχεια, στην επόμενη στάση  χτυπούσα τα χέρια μου στο καρότσι ρυθμικά, μιλούσαμε για άσχετα πράγματα αλλά φρόντισα να καταλάβει ότι χτυπούσα το καρότσι. Μετά συνεχίσαμε την βόλτα στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ  και αν σκεπάζαμε το ράφια από πάνω με ένα σεντόνι θα έμοιαζε σαν να προχωρούσαμε μέσα σε φυσούσα αεροδρομίου που οδηγεί στο αεροπλάνο που θα πετάξει σε λίγο για την Κουάλα Λουμπούρ. Στην επόμενη στάση η Γεωργία ακούμπησε πάλι το καρότσι σε μεταλλικό σημείο και την χτύπησε πάλι το ρεύμα.
-Είδες, της είπα, είσαι πολύ τεντωμένη, μόνο εσένα χτυπάει, πρέπει να κάνουμε σεξ να χαλαρώσεις
-Εντάξει, μου λέει
-Πότε; Της λέω χωρίς να έχω πιστέψει το εντάξει της
-Στις 32 του μηνός
-Το ξέρεις ότι για σένα μπορώ να αλλάξω και τα ημερολόγια όλου του κόσμου
-Δεν μου λες; Μου την πέφτεις;
-Πάντα
Δεν απάντησε, έκυψε χαμογελώντας να πάρει κάτι από ένα χαμηλό ράφι της φυσούνας που οδηγεί στο αεροπλάνο για την Νέα Υόρκη. Όπως έσκυψε σηκώθηκε λίγο το μπλουζάκι της και φάνηκε η καλοσχηματισμένη ράχη της.  Με κοίταξε λίγο και έτσι όπως έγειρε το κεφάλι της κοιτώντας με, έπεσαν τα μαλλιά της από την αντίθετη  μεριά και φάνηκα οι μικρές τριχούλες της στην αρχή του σβέρκου της, την κοιτούσα όπως πάντα μαγεμένος,  και το γενναιόδωρο μπλουζάκι της με ανάγκαζε να καταβάλω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μην κοιτάξω εκεί μέσα, αλλά ήμουν κουρασμένος και δεν μπορούσα να προσπαθώ άλλο….  Όπως κοιτούσα και τις τριχούλες της στη βάση του σβέρκου μου ήρθε μια εικόνα από αυτήν, που φορούσε ένα μωβ κλειστό κασκόλ, κλειστό εννοώ ότι δεν ήταν ακριβώς κασκόλ, σαν κρεμάλα από μάλλινο ύφασμα ήταν, δεν ξέρω ακριβώς πως λέγεται,, ούτε αν ήταν ακριβώς μωβ, μπορεί να πηγαίνω στο σουπερ μάρκετ αλλά δεν είμαι gay,  τέλος πάντων θυμήθηκα αυτό το πράγμα που φορούσε μια μέρα και το έβγαλε έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς έμενα, και τότε φάνηκαν οι ίδιες τριχούλες στη βάση του σβέρκου της και όπως έβγαζε αυτό το μάλλινο πράγμα τα μαλλιά της ηλεκτρίστηκαν για λίγο. Μου ήρθε ιδέα! Κοίταξα τα ροδάκια από το καρότσι και είδα ότι είχαν μαζέψει τρίχες στο άξονα, αυτό ήταν! Οι τρίχες καθώς γυρνούσαν οι ρόδες δημιουργούσαν τριβή μεταξύ τους, η τριβή ηλεκτρισμό και αυτός συσσωρεύονταν στο καρότσι και σε κάθε επαφή με άλλο σώμα εκτονωνόταν!
-Εύρηκα! Φώναξα
-Το λευκαντικό; Μου είπε
-Όχι! Μόλις έκανα μια μεγάλη ανακάλυψη!
-Ω χ θεέ μου, τι θα ακούσω πάλι…
-Τίποτα δεν θα ακούσεις, θα το γράψω στο blog
-Πάλι καλά…. Έλα πάμε για απορρυπαντικά
-Πάλι αυτές τις οικολογικές μαλακίες θα πάρεις;
-Ναι… γιατί μαλακίες; Πρέπει να το προσέχουμε το περιβάλλον….
-Όπως τότε που μου έλεγες να μην ξοδεύουμε πολύ νερό;
-Ναι και αυτό… να ρωτήσω αν έβαλες μυαλό; Να μην ρωτήσω καλύτερα…
-Όχι έβαλα! Και σκέφτηκα να υποστηρίξω κάτι ακόμα ποιο γαμάτο,  «Κάντε οικονομία στο νερό, κάντε μπάνιο μαζί με ένα φίλο/φίλη» είσαι μέσα;

Άρχισε να γελάει πάλι , πηγαίναμε προς το ταμείο, έφτανε η ώρα να κουβαλήσω τις τσάντες και μ αυτό δεν γελούσα καθόλου, τουλάχιστον κάνει καλό καφέ, είναι και αυτό μια παρηγοριά…….


Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Ιλιάδα 6 ( Νευράκια )


Μικρή ανακεφαλαίωση
Ο Αγαμέμνων έκλεισε μέσα στο Δούρειο Ίππο τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του επειδή δεν του άρεσε το άλογο που τους ζήτησε να φτιάξουν
Οι δημοσιογράφοι έχουν στραφεί εναντίον των Ελλήνων και διαδίδουν φήμες καταστροφής και διαφθοράς στους Έλληνες στρατιώτες για να τους ρίξουν το ηθικό
Ο Αχιλλέας κοιτάει μέσα στα μάτια την Ζήνα και την ερωτεύεται



Στην Τροία, μέσα στο παλάτι είναι όλη η βασιλική οικογένεια, δεν μιλάει κανείς , απόλυτη ησυχία και ανησυχία για τη απουσία της Ζήνας, ο κόσμος έχασε την ηρωίδα του και κανένας δεν ξέρει που μπορεί να είναι.  Η σιωπή ήταν τόσο έντονη που εκτός από την απουσία της Ζήνας τους απασχολούσε και ένα άλλο θέμα, δεν μπορούσε να κλάσει κανείς εκεί μέσα χωρίς να ακουστεί, μεγάλο πρόβλημα, όλοι είχαν σφιχτά τα χείλη τους και αυτή η εγκράτεια τους  ανάγκαζε να έχουν μια δυσφορία στο πρόσωπο που τους έκανε να μοιάζουν πιο αναστατωμένοι. Ξαφνικά μέσα σ αυτήν την  σιωπή μπήκε η Χρυσηίδα, η κοπέλα που είχε στη σκηνή του ο Αχιλλέας και την ανάγκαζε να του τραβάει μαλακίες, μόλις την είδε ο Πρίαμος σηκώθηκε απότομα όρθιος, του έφυγε μια κλανιά, ακούστηκε και το κατάλαβε, κοίταξε τους άλλους που τον κοιτούσαν και είπε: «Τι με κοιτάτε; Ο σκύλος το έκανε, αμφισβητεί κανείς τον λόγο του βασιλιά;» κανείς δεν απάντησε, η κοπέλα έτρεξε και έπεσε αμέσως στην αγκαλιά του θείου της βασιλιά,  όπως τον αγκάλιασε και πέρασε το κεφάλι της πάνω από τον ώμο του βασιλιά και  πήρε μια γεύση από την βασιλική κλανιά και ξίνισε τα μούτρα της, συνεχίζοντας να τον σφίγγει στην αγκαλιά της περπατούσε με τον βασιλιά για να απομακρυνθούν από το βρωμερό σημείο,  πήγαν προς το μέρος του Έκτορα, και εκεί μύριζε, το κατάλαβε και ο βασιλιάς και κοίταξε έντονα τον γιο του, όχι γιατί έκλασε, αλλά επειδή δεν ακούστηκε, τζούφια κλανιά ίσον διευρυμένη πρωκτική διάμετρος, το προσπέρασε προς το παρόν  και ο Έκτορας έσκυψε το κεφάλι γιατί κατάλαβε ότι το κατάλαβε ο πατέρας του.  Αυτή τη φορά ο βασιλιάς έσπρωχνε την κοπέλα μακριά από τον γιο του να μην καταλάβει και αυτή ότι είναι πουστράκι.  Αφού έφτασαν στο κέντρο της αίθουσας αγκαλιασμένοι η κοπέλα άφησε τον βασιλιά και έκανε ένα βήμα πίσω και ο  βασιλιάς την ρώτησε
-Τι έγινε κοπέλα μου; Που ήσουν;
-Με είχαν πιάσει οι Έλληνες και με είχε κλεισμένη στη σκηνή του αυτός ο Αχιλλέας
-Τι! Μήπως σε βίασε παιδί μου;
-Όχι θείε,….. δεν με βίασε…. Απλά μου έβαζε να του…… τέτοιο (έκανε την κίνηση με το χεράκι της)
-Τι τέτοιο;
-Να του τραβάω….. μαλακίες…. Συγνώμη κιόλας για την έκφραση
-Τι μαλάκας…. είσαι ακόμα παρθένα δηλαδή, αχ ευτυχώς παιδί μου
-(Not even back door virgin) είπε σιγανά πλαγιάζοντας το κεφαλάκι της η Χρυσηίδα
-Τι είπες παιδί μου;
-Τίποτα θείο, όπως τα λες, είμαι ακόμα παρθένα
-Αχ ευτυχώς…. Και πως τους ξέφυγες παιδί μου;
-Δεν τους ξέφυγα, απλά μια μέρα ήρθε ο Αχιλλέας με την Ζήνα στη σκηνή του και μόλις μπήκαν μέσα αυτός μου είπε «μάζεψέ τα, φεύγεις»
- Ο Αχιλλέας με την Ζήνα!; Είσαι σίγουρη παιδί μου;
-Ναι, την έφερε μέσα στη σκηνή του και αμέσως μου είπε να φύγω
- Έμαθες γιατί ήταν εκεί η Ζήνα; Πως πήγε ή αν έκανε κάτι;
-Όχι δεν έμαθα τίποτα, αλλά δεν την είδα να αντιστέκεται και πολύ
Ο βασιλιάς γύρισε και με σκεπτικό βλέμμα χαϊδεύοντας τα λιγοστά του μούσια μονολόγησε « Μα γιατί το έκανε,  γιατί πήγε;»


-Γιατί το έκανες; Γιατί ήρθες; Ρώτησε παρακλητικά ο Αχιλλέας την Ζήνα
-Και να σου πω δεν θα καταλάβεις…  του απάντησε η κοπέλα μελαγχολικά
-Θα καταλάβω, δοκίμασε με
-Ήταν αυτό το χαρτί που έλαβα και με αναστάτωσε
-Ποιο χαρτί;
-Ένα σημείωμα που έλεγε «ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι»
-Μα πολλοί έλαβαν τέτοιο σημείωμα, τι είναι αυτό; Πως σε οδήγησε αυτό εδώ;
-Όταν έλαβα το σημείωμα, ήμουν πολύ αναστατωμένη, πήγα κατευθείαν στο δωμάτιό μου και είδα ένα άλλο σημείωμα που το μόνο που έγραφε ήταν «30» κάποιος ήξερε, και ήταν κάτι που ήθελα να το κρατήσω κρυφό….
-Τι 30;
-Δεν μπορώ να σου πω…
-Μήπως είναι η ηλικία σου; Είσαι 30 και δεν θέλεις να το μάθει κανείς
-(φαπ! Χαστούκι) Αυτό να μην το ξαναπείς! Είμαι 27! 27 το κατάλαβες!
Ο Αχιλλέας έμεινε παγωτό από το χαστούκι που έφαγε, του ερχόταν να της ρίξει μια μπουνιά ή ένα φιλί, δεν έκανε τίποτα από τα δύο, μόνο την ερωτεύτηκε ακόμα περισσότερο
-Τότε τι τριάντα; Πες μου. Της είπε τρυφερά πιάνοντας το μάγουλό του
-Καλά θα σου πω,  υπάρχει ένας φαρσέρ, αθάνατος λένε ότι είναι,  και αυτός ο άνθρωπος πληρώνει άλλους για να δει αν μπορούν να φιλήσουν έναν μουσάτο στο μάγουλο, αυτό έγινε και με μένα, ήρθε κάποιος και μου είπε, αν φιλήσεις αυτόν τον μουσάτο θα σου δώσω τριάντα αργύρια… τι να έκανα… ήταν πολλά τα λεφτά Άρη…
-Και φίλησες έναν μουσάτο;
-Ναι, σου είπα είχα ανάγκη τα λεφτά, μετά από αυτό ήρθα για lifetime διακοπές εδώ και μετά ήρθατε εσείς και τα γαμήσατε όλα
-Και ποιον φίλησες;
-Έναν Σωκράτη, και μετά από λίγο καιρό αυτόν τον καημένο τον έπιασαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο γιατί διέφθειρε τους νέους, μετά από αυτό το φιλί πολλοί θεώρησαν ότι μούσια είναι sexy, αφού  τον φιλάει μια κοπέλα σαν και μένα, και όλοι αφήναν μούσια και οι μπαρμπέρηδες της Αθήνας  δεν είχαν πλέον δουλειά και έβαλαν κάποιους να κατασκευάσουν κατηγορίες σε βάρος του και κατέληξε νεκρός.
-Και οι δημοσιογράφοι που κολλάνε; 
-Ο Δάσκαλος δεν είναι μουσάτος;
-Ναι
-Αυτός ο μουσάτος λοιπόν έμαθε για τον φαρσέρ και έμαθε για όσες φάρσες έχει κάνει, ένας αντίπαλος του με βρήκε στο δρόμο και μου είπε ότι αυτός (ο αντίπαλος) στέλνει τα χαρτιά, ο Δάσκαλος θα βγάλει στη φόρα όσες φάρσες έχει κάνει ο άλλος και  θα μου ζητήσουν πίσω τα λεφτά, σπάστηκε λέει που κάνουν φάρσες σε βάρος των μουσάτων
-Καλά αυτό είναι απίστευτο,  μόνη σου το σκέφτηκες όλο αυτό;
-Τι εννοείς;
-Περιμένεις να πιστέψω όλο αυτό το παραμύθι; Και στους υπόλοιπους ποιος έστελνε χαρτιά;
-Ο ίδιος! Ήθελε με κάθε τρόπο να καταστρέψει τον Μάκη!  Θα τον εξαφανίσω αυτόν τον κίτρινο τύπο έλεγε, θα τον στείλω στην ζούγκλα!
-Είσαι πολύ καμένη….  Της είπε ο Αχιλλέας
-Τι σημαίνει αυτό;
-Αυτό σημαίνει ότι σε ερωτεύτηκα!
-Τι!!!!!!!!!!
-Σε ερωτεύτηκα!
Ο Αχιλλέας πέφτει πάνω στην Ζήνα και τη φιλάει στο στόμα, αυτή στην αρχή αντιστέκεται, αλλά μετά έβαλε την γλωσσίτσα της στόμα του, το χέρι του Αχιλλέα περιφέρεται ελεύθερο σ’όλο το σώμα της Ζήνας, το βάζει κάτω από την μπλούζα και της χουφτώνει το στήθος, αυτή σηκώνει το κεφάλι ψηλά και φαίνονται έντονα οι φλέβες του λαιμού της, ο Αχιλλέας την φιλάει στο λαιμό, αυτή βάζει το χέρι της μέσα από την φούστα του Αχιλλέα και δράττει τον μοχλό του πόθου του «Αχ ναι, εκεί…» λέει ο Αχιλλέας, η Ζήνα ενθουσιάζεται με τα προσόντα του Αχιλλέα και δεν μπορεί να κρύψει αυτόν της τον ενθουσιασμό  , «επιτέλους!» λέει, του βγάζει όλα τα ρούχα και αυτός βγάζει τα δικά της, το χέρι της όμως παραμένει πάντα εκεί, τον φιλάει και τον δαγκώνει στο σώμα, όλο και πιο χαμηλά μέχρι που φτάνει εκεί που είχε και το χέρι της, του πήρε πίπα, γαμάτη πίπα, σαλιερή, δεν τον άφησε να τελειώσει στο στόμα της, έβγαλε τον μόριο του Αχιλλέα από το στόμα της και φιλώντας τον ανέβαινε προς τα πάνω, έφτασε στο αυτί του και του ψιθύρισε «Σε θέλω μέσα μου» ο Αχιλλέας δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα, κατευθείαν τον καβάλησε Ζήνα και τον  πήρε μέσα της.
Μετά το σεξ, δεν μιλούσαν, ο Αχιλλέας της χάιδευε τα μαλλιά και η Ζήνα του χάιδευε τις τρίχες από τα καλάμια των ποδιών του ,  η Ζήνα είχε το κεφάλι της στα μπούτια του Αχιλλέα και κοιτούσε τις πατούσες του, ήταν ήρεμη και ο Αχιλλέας της χάιδευε  τα μαλλιά,  κάποια στιγμή κατέβασε το χέρι του στον ώμο της και η Ζήνα σήκωσε το δικό της και το έκανε προς τα πάνω και πίσω μέχρι που άγγιξε με τα νύχια της την κοιλία του Αχιλλέα,  ο Αχιλλέας σήκωσε το αριστερό του πόδι λυγίζοντας το γόνατο και έστριψε το ξαπλωμένο του κορμί στα δεξιά,  με το που σήκωσε το πόδι του μετακίνησε την Ζήνα προς τα δεξιά και με την στροφή το κορμιού του έφερε το στόμα του στο στόμα της.  Φιλιόταν σε ανάποδη στάση, με μια επιδέξια κίνηση ο Αχιλλέας έπιασε μέσα από το γόνατο το πόδι της Ζήνας και τραβώντας το, στρίβοντας ταυτοχρόνως το δικό του σώμα βρέθηκε από πάνω της χωρίς να έχουν ξεκολλήσει καθόλου τα χείλη τους κατά τη διάρκεια της κίνησης. Την πήδηξε. Και ξανά και ξανά, και  όλη την ώρα  συνουσιαζόσαντο και πηδιόσαντο και γαμιοσαντό.  Τα αρχέγονα ένστικτα βγήκαν στην επιφάνια και εκδηλωνόντουσαν μέσα από δυο καλογυμνασμένα νεανικά κορμιά.
Ο Αχιλλέας πλέον είναι ευτυχισμένος, έχει και αυτό το μόνιμο ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπο, η Ζήνα περπατάει λίγο περίεργα πλέον αλλά είναι και αυτή ευτυχισμένη. Ο Αχιλλέας όμως δεν ήξερε ότι η μαλακία θα ήταν και η καταστροφή του….




Στην Τροία συζητούν πολύ το θέμα της απουσίας της Ζήνας, την χρειάζονται εδώ για να ανεβεί το ηθικό των πολιτών και για να βλέπουν τον υπέροχο κώλο της, δεν είναι δυνατόν τέτοιο κωλαράκι να το χαίρεται μόνο ο Αχιλλέας.   Αποφασίστηκε να στείλουν τον καλύτερο πολεμιστή να προκαλέσει τον Αχιλλέα σε μονομαχία με έπαθλο την Ζήνα.  Ο καλύτερος πολεμιστής της Τροίας ήταν αυτός που θα αποφάσιζε ο βασιλιάς ότι είναι. Ο βασιλιάς όμως είχε ένα πρόβλημα τις τελευταίες μέρες, του είχε μπει η ιδέα ότι ο γιος του ο Έκτορας είναι πισογλέντης,  δεν το χωρούσε το μυαλό του,  ρώτησε όλους τους γνωστούς και έμπιστους που είχε για το αν έχουν ακούσει κάτι γιαυτό το θέμα, κανείς δεν το επιβεβαίωσε και κάνεις δεν το απέρριψε. Έτσι λοιπόν ο βασιλιάς αποφάσισε να στείλει τον Έκτορα να προκαλέσει τον Αχιλλέα για να του αποδείξει πόσο άντρας είναι, θεωρούσε πιο σημαντικό να είναι εκατό τοις εκατό άντρας ο γιος του παρά το να έχει εδώ την Ζήνα. Μάζεψε όλη την οικογένεια να τους ανακοινώσει την απόφαση του.
-Λοιπόν, αυτός που προκαλέσει τον Αχιλλέα θα είναι ο Έκτορας.
Ο Έκτορας ξεροκατάπιε και πήγε να αντιδράσει αλλά τον πρόλαβε ο Πάρις
-Μα πατέρα, στο συμβούλιο αποφασίσαμε να στείλουμε τον καλύτερο πολεμιστή, γιατί να πάει ο Έκτορας;
-Γιατί εγώ λέω ότι Έκτορας είναι ο καλύτερος
-Πατέρα, δουλευόμαστε μεταξύ μας; Το ξέρεις ότι δεν είναι ο καλύτερος…
-Με αμφισβητείς;
-Όχι πατέρα, δεν σε αμφισβητώ, εντάξει καλός είναι, αλλά όχι ο καλύτερος, ακόμα και εγώ είμαι καλύτερος από αυτόν, γιατί αυτόν; Είναι πολύ σημαντικό το να γυρίσει η Ζήνα, δεν έχουμε περιθώρια για ρίσκα.
-Πάρι γιε μου….
-Ναι πατέρα;
-Πάρε το μπούλο πάρε και τους άλλους και αφήστε με μόνο με τον Έκτορα
-Μα πατέρα…
-Έφυγες!!!!!!!!!!!!!!!!
Φεύγουν όλοι και μένει μόνος ο βασιλιάς με τον Έκτορα, τον πλησιάζει, ο Έκτορας είναι τρομαγμένος, πάει να μιλήσει αλλά τον προλαβαίνει ο πατέρας του
-Ξέρεις γιατί στέλνω εσένα;
-Πατέρα δεν είναι αυτό που νομίζεις
-Τι νομίζω;
-Πατέρα άσε με να σου εξηγήσω
-Δεν θέλω εξηγήσεις, αποδείξεις θέλω!
-Πες μου σε παρακαλώ πατέρα, το κάνεις αυτό για να με ξεφορτωθείς;
-Να σε ξεφορτωθώ;  Γύρνα νικητής, δείξε το θάρρος σου και τον αντρισμό σου και θα αγαπάω σαν παιδί μου
-Μα είμαι παιδί σου
-Α, ναι, θα σε αγαπάω περισσότερο από πριν
-Θα νικήσω πατέρα, για σένα μόνο. Θα αλλάξεις γνώμη για μένα, όσο για το άλλο
-Δεν θέλω να ακούσω!
-Είμαι δυσκοίλιος! Είπε απότομα ο Έκτορας
-Τι;!!!!!!!
-Είμαι δυσκοίλιος και βγάζω χοντρές κουράδες γι αυτό ρίχνω και τζούφιες!
-Τι λες;!!!!!!!!
-Αυτό που άκουσες πατέρα, και λυπάμαι που είχες σκεφτεί έτσι για μένα και λυπάμαι που δεν με άφηνες τόσο καιρό να σου εξηγήσω. Θα πάω να προκαλέσω τον Αχιλλέα και θα νικήσω. Αφού το είπες ήδη μπροστά στους άλλους τώρα δεν μπορώ να σου ζητήσω να κάνεις πίσω. Τώρα είμαι εγώ αυτός που θέλει πολύ να πάει.
-Παιδί μου, άκουσε με
-Θα σε ακούσω όταν επιστρέψω πατέρα, τώρα κάνε στην άκρη, έχω μια μάχη να πάω να κερδίσω
Ο Έκτορας έφυγε από το δωμάτιο αφήνοντας άφωνο τον πατέρα του. Πήγε να ετοιμαστεί για την μονομαχία, πρώτα όμως πήγε στο αποχωρητήριο, δύο ώρες έκατσε εκεί, κυριολεκτικά έκατσε, αλλά δεν έγινε τίποτα. 


Την ίδια μέρα το πρωί ο Αχιλλέας ξυπνάει χωρίς να έχει γαμήσει το προηγούμενο βράδυ. Μετά από τρεις μέρες συνεχόμενου γαμισιού ,της Ζήνας της ήρθε περίοδος. Το βραδύ δεν είχαν κάνει  και πολλά, τον Αχιλλέα τον πήρε ο ύπνος την ώρα που η Ζήνα του έπαιρνε ποδοδαχτυλόπιπα.  (πίπα στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού) Ήταν κουρασμένος και αυτήν δεν τον ξύπνησε να του πάρει τουλάχιστον κανονική πίπα να αδειάσει.  Μόλις ξύπνησε ο Αχιλλέας πήγε να χαδέψει την Ζήνα αλλά αυτήν του πέταξε το χέρι απότομα «Μην μ ακουμπάς!»  του φώναξε, νεύρα περιόδου. «οκ» είπε ο Αχιλλέας και γύρισε ήρεμος την πλάτη του από την άλλη μεριά.  «Τι; Τώρα θα μου γυρίσεις και την πλάτη;» ο Αχιλλέας γύρισε κανονικά και την κοίταξε πάλι ήρεμος «Τι ύφος είναι αυτό , (του είπε η Ζήνα) τώρα θα κάνεις από το ένα αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει;» ο Αχιλλέας κοίταξε προς τα πάνω, σκέφτηκε να της πει κάτι απλό, και της το είπε, ο μαλάκας «Ηρέμησε σε παρακαλώ»  η Ζήνα τον κοίταξε ακόμα πιο ‘άγρια «Τι θες να πεις ότι δεν είμαι ήρεμή; Τι λες ότι είμαι σπαστικιά; Όταν πηδάς όμως δεν με θες ήρεμη!» σηκώνεται από το κρεβάτι η Ζήνα, αρπάζει τα ρούχα της και ντύνεται όπως όπως καθώς φέυγει  από την σκηνή, λίγο πριν βγει τελείως έξω γυρνάει προς τον Αχιλλέα και του λέει άγρια «Μαλάκα!» ο Αχιλλέας δεν απαντάει και Ζήνα βγαίνει μισόγυμνη στο δρόμο και συνεχίζει να ντύνεται ενώ  περπατάει.  Μαλάκα τον είπε και δεν είχε άδικό, γιατί ο Αχιλλέας έτσι όπως  είδε την Ζήνα αναστατωμένη και αναψοκοκκινισμένη  φτιάχτηκε, και έτσι όπως την  είδε να βγαίνει μισόγυμνη στο δρόμο με προκλητική αδιαφορία για τους άλλους  γκαύλωσε.  Σκέφτηκε να τραβήξει μια πρωινή, καιρό είχε κιόλας, «Αν πετύχει η μαλακία, τύφλα να έχει το γαμίσι» μονολόγησε   και συμπλήρωσε «άσε που δεν μιλάει κιόλας…»  Άρχισε να τον παίζει,  με την Ζήνα στο μυαλό του είχε πρωτοφανείς γκαυλες, αυτά που σκεφτόταν θα τα έκανε κιόλας, τον έπαιζε με μεγάλη ένταση και δύναμη,  αλλά τόσες μέρες τον είχε ξεζουμίσει η Ζήνα και δεν θα τελείωνε εύκολα. Μια ώρα του πήρε να τελειώσει και έβγαλε λίγες μόνο σταγόνες, αλλά το κατευχαριστήθηκε, είναι πολύ κουρασμένος όμως, σχεδόν δεν αισθάνεται τα χέρια του,  παίρνει γρήγορες ανάσες, είναι λαχανιασμένος, και ιδρωμένος, θέλει να χαλαρώσει τελείως για να σηκωθεί. Και εκεί που χαλαρώνει ακούει κάποιον από την πόρτα να τον φωνάζει.
-Ποιος; Λέει ο Αχιλλέας μέσα από την σκηνή
-Ο Πάτροκλος είμαι, είναι επείγον, να περάσω;
-Έμπαινε Πάτροκλε, έμπαινε…
Και μπαίνει, κάτι του μυρίζει του Πάτροκλου και ρωτάει τον Αχιλλέα
-Τι μυρίζει έτσι;
-Εσύ τι λες; Τι κάνω όλη την ώρα εδώ με την Ζήνα;
-Ααααα….
-Άξενος, λέγε τι θες;
-Α ναι, έχει ο Έκτορας και σε καλεί σε μονομαχία
-Μουνομαχία; Τι λες ρε;
-Μονομάχία Αχιλλέα, ότι θες ακούς μου φαίνεται, θέλει μονομαχία με έπαθλο την Ζήνα
-Και τι είναι η Ζήνα να πάρει σαν  έπαθλο; Καραμέλες είναι;
-Τι λες Αχιλλέα; Είναι ζήτημα τιμής, σε καλεί ο πρίγκιπας των αντιπάλων πρέπει να πας! Σε βρίζει συνέχεια
-Δεν με νοιάζει, και να ξέρεις η Ζήνα πάνω από όλα είναι άνθρωπος, σε συναισθήματα και προσωπικότητα, δεν την παίζω έτσι σε μια μονομαχία
-Μα τι σου έχει κάνει…. μιλάς σαν…. σαν …..
-Σαν τι; Πες το
-Σαν φλώρος
-Πηδάω σαν ταύρος όμως
-Που πήγαν τα συναισθήματα και η προσωπικότητα;
-Άλλο αυτό, φύγε τώρα, μη ζαλίζεις άλλο, θέλω να κοιμηθώ
-Αχιλλέα, μην το κάνεις αυτό! Όλοι οι στρατιώτες σε θαυμάζουν, τι θα πουν αν δουν ότι δείλιασες;
-Είμαι κουρασμένος σου λέω, πες του να ρθει αύριο ή μάλλον πες του να έρθει με στρατό και να την πάρει με μάχη αν θέλει, όχι σαν στοίχημα
-Δεν σε αναγνωρίζω πια… έχεις γίνει τελείως μουνόδουλος
-Μονόδουλος;
-Μουνόδουλος! Σήκω που σου λέω! Περιμένουν
-Γειά σου Πάτροκλε… είπε ο Αχιλλέας και γύρισε μπρούμυτα και βούτηξε το κεφάλι του στο μαξιλάρι του
Ο Πάτροκλος έμεινε μέσα να κοιτάει την γυμνή πλάτη του Αχιλλέα, ήταν γεμάτη γρατσουνιές και δαγκωματιές,  αυτός που θαυμάζανε όλοι σαν τον υπέρτατο στρατιώτη βαριόταν να πάει σε μια μονομαχία, αυτό θα ήταν καταστροφικό αν το μαθαίνανε, θα έπεφτε τελείως το ηθικό των Ελλήνων. Όπως κοιτούσε μέσα στη σκηνή  είδε την στολή και τα όπλα του Αχιλλέα σε μια γωνία, του ήρθε μια ιδέα, πήγε και τα πήρε κρυφά. Ντύθηκε σε μια άλλη σκηνή, ήταν ίδιος ο Αχιλλέας, είχαν ίδιο σωματότυπο και ίδια μαλλιά, όλα τα άλλα τα έκρυβαν η στολή και το κράνος.  Βγήκε στο δρόμο τρέχοντας και όλοι νομίζανε ότι είναι ο Αχιλλέας, έτρεχε και όλοι ζητωκραυγάζανε.  Έφτασε απέναντι στον Έκτορα, πολλοί είχαν μαζευτεί γύρω τους, έπρεπε να πολεμήσει με τιμή και θάρρος και να νικήσει. Πλησίασε τον Έκτορα για να επικυρώσουν την συμφωνία για το έπαθλο της μονομαχίας. Ο Έκτορας είχε σφιγμένο πρόσωπο και καθόταν αγέρωχος με ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια στη μέση.  Ο Πάτροκλος όταν έφτασε αρκετά κοντά του είπε
-Ποιος νομίζεις ότι είσαι και κάθεσαι έτσι; Ο  Μπάτμαν;
-Είμαι δυσκοίλιος, γι αυτό κάθομαι έτσι. Αν χάσεις μου δίνεις την Ζήνα
-Αν χάσεις μας δίνεις τη Ελένη
-Τι την πέρασες την Ελένη; Αντικείμενο; Η Ελένη είναι άνθρωπος και έχει συναισθήματα και προσωπικότητα
-Και εσύ ρε γαμότο!
-Τι και εγώ;
Ο Πάτροκλος πάγωσε με την μαλακία που είπε και έπρεπε να πει κάτι να μην αποκαλυφθεί.  Οι άλλοι έχουν κάνει έναν κύκλο και βλέπουν τους δύο μονομάχους στο κέντρο να συνομιλούν αλλά δεν ακούνε τι λένε. Μίλαει  ο Πάτροκλος  και απαντάει  στην ερώτηση του Έκτορα «τι και εγώ;»
-Και εσύ είσαι άνθρωπος με συναισθήματα και προσωπικότητα
-Και εσύ τώρα που σε κοιτάω στα μάτια μου φαίνεσαι εντάξει τύπος και δεν θα ήθελα να σε σκοτώσω, αλλά πρέπει.
-Ποιον είπες τύπο ρε!  Είπε ο Πάτροκλος και τον χτύπησε με την λαβή του σπαθιού στο στόμα διακόπτοντας το τετ α τετ που έτεινε να γίνει τρυφερό
Έκτορας κάνει δυο βήματα πίσω και έχει την χούφτα του στο στόμα, μόλις την παίρνει από εκεί βλέπει μέσα στην χούφτα αίμα και όλα του τα μπροστινά δόντια.
-Θα θε θκοτώθο μαλακιθμενο! Είπε Έκτορας, που πλέον δεν μπορούσε να μιλίθει κανονικά χωρίς τα μπροθτινά του δόντια
-Τι είπες;
-Θκάθε! Θα θου θπαθω τα μουτρα!
-Τι είπες
-Θκαθε! Θκάσε!
Όλοι γελούσαν με την ομιλία του Έκτορα και ο Πάτροκλος  επαναλάμβανε ερωτήσεις για να γελάνε ακόμα περισσότερο. Όλοι γελούσαν εκτός από τον Έκτορα που συνέχιζε να απαντάει στις ερωτήσεις και το έπιασε το νόημα, ο Πάτροκλος κρατούσε την κοιλιά του και παραπατούσε γελώντας, ό Έκτορας τον πλησίασε μιλώντας του «Αθπρη πετρα κθκθαθπρη και από το ήλιο κθεκθθπροτερη, εκλαθα, έκλαθες, έκλαθε» ο Πάτροκλος έχει πέσει κάτω και γελάει με δάκρυα, ο Έκτορας έχει πάει από πάνω του και έχει βάλει την μύτη του σπαθιού  του  κοντά στην καρδιά του Πάτροκλου που ακόμα γελάει. Μόλις τον κοιτάζει ο Πάτροκλος του λέει ο Έκτορας με πολύ σοβαρό βλέμμα
-Πθοφα….
Ό Πάτροκλος ρίχνει τελευταία ριπή γέλιου και ο Έκτορας του μπήγει το ξίφος στην καρδιά.






Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Ιλιάδα 5 (Μυστικός Ίππος)


Τρεις υποθέσεις εξελίσσονται στην Τροία την ώρα που η πόλη γιορτάζει την  πολιούχο της την Αγία Τριάδα, τυχαίο; Ίσως… Τυχαίο όμως ήταν σίγουρα το γεγονός όπου  συναντήθηκαν όλοι αυτοί μαζί και ανέτρεψαν τα σχέδια των θεών.  Τρείς υποθέσεις, ο Αχιλλέας καταστρώνει σχέδιο μαζί με τον  Μάκη Τροιανταφυλλόπουλο , ο Οδυσσέας φτιάχνει ένα τεράστιο άλογο κατά παραγγελία του Αγαμέμνονα για να τρομάξει τους Τρώες  και  η Ζήνα μετά από το μυστηριώδες γράμμα που έλαβε έχει βγει από την πόλη και έχει περάσει κρυφά στο στρατόπεδο των Ελλήνων.

Ο Αχιλλέας πηγαίνει να βρει τον Μάκη Τροιανταφυλλόπουλο σε μια σκηνή για να πάρουν τις τελικές αποφάσεις  πριν από την εφαρμογή του σχεδίου του Μάκη.  Μόλις μπαίνει ο Αχιλλέας στη σκηνή όλοι  αυτοί που είχε μαζέψει ο Μάκης σηκώνονται όρθιοι και στέκονται  σε στάση  προσοχής, αυτός τους κάνει  νόημα με το χέρι να καθίσουν και τους δείχνει ότι δεν απαιτεί τον σεβασμό τους, κανείς δεν αντιδρά, ο Αχιλλέας κατά βάθος ψωνίζεται με τον σεβασμό που λαμβάνει αλλά νιώθει λίγο άβολα γιατί δεν το έχει συνηθίσει,  αποφασίζει να τους μιλήσει «Εντάξει μπορείτε να καθίσετε, δεν χρειάζεται στέκεστε προσοχή σε μένα, είμαι ένας απλός στρατιώτης όπως και εσείς, αυτό που προέχει είναι να μην ξεχνάμε το σκοπό μας…» ένα χέρι τον ακούμπησε στον ώμο και έκοψε το ειρμό του λόγου του, ο Αχιλλέας γύρισε και είδε τον Μάκη πίσω του, είχε μπει στη σκηνή αμέσως μετά από το Αχιλλέα και για αυτόν είχαν σηκωθεί οι υπόλοιποί. Ο Αχιλλέας ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί  αλλά δεν μίλησε, πήγε να καθίσει σε μια καρέκλα που υπήρχε στο κέντρο του τραπεζιού όπου και θα γινόταν η συζήτηση,  μόλις έφτασε εκεί ο Αχιλλέας ο Μάκης τον σταμάτησε πάλι και του είπε ότι εκεί κάθεται αυτός , ο Αχιλλέας τσατίστηκε αλλά δεν το έδειξε, πήρε ένα σκαμνί και έκατσε στην άκρη του τραπεζιού.  Αμέσως μόλις έκατσε ο Μάκης έκατσαν και οι υπόλοιποι, περίμεναν όρθιοι σαν ένδειξη σεβασμού προς τον Δάσκαλο, έτσι τον αποκαλούσαν.  Σ αυτό το τραπέζι καθόταν ο Μάκης ο Δάσκαλος και άλλοι δώδεκα δημοσιογράφοι, οι μαθητές του. Ο Μάκης πήρε τον λόγο και μίλησε πρώτος.
-Κύριοι, όλοι ξέρετε για πιο λόγο είσαστε εδώ, καταρχήν να υπενθυμίσω ότι δεν πρέπει ποτέ να μάθει κανείς για αυτήν τη συνάντηση, θα καταγραφεί στα πρακτικά ως  Μυστικός  Δείπνος. Αυτό που θέλω από εσάς είναι να πάτε μέσα στην πόλη της Τροίας και να σπείρετε τον πανικό. Θα περάσετε σαν ζητιάνοι ή σαν ταλαίπωροι, άλλωστε σχεδόν όλοι έτσι μοιάζετε, δεν χρειάζεται να προσπαθήσετε και πολύ. Με το που θα μπείτε στην πόλη θα μιλάτε με τον πιο ζοφερό τρόπο για το κάθε θέμα της καθημερινότητάς τους, θα μιλάτε συνέχεια για διαφθορά, θα τους πείσετε πόσο άχρηστός λαός είναι,  θα τους λέτε ότι δεν είναι ικανοί για τίποτα, προσοχή όμως,  πρέπει να τους δείχνετε ότι είστε ένας από αυτούς και ότι μοιράζεστε τις ίδιες ανησυχίες. Μην φαντάζεστε ένα πρόβλημα, θα βλέπε τι συμβαίνει και ότι συμβαίνει θα το μεγιστοποιείτε και θα το επαναλαμβάνετε συνέχεια, δεν θα τους αφήνετε να ξεχνάνε, δεν τους αφήνετε να σκέφτονται τίποτα θετικό και αισιόδοξο, όλα είναι μαύρα για αυτούς. Το πιθανότερο είναι να χάσουν τον πόλεμο αλλά εσείς πρέπει να τους πείσετε ότι είναι ήδη ηττημένοι,  θα τους καταρρακώσετε το ηθικό και δεν θα θέλει κανείς να πολεμήσει, τότε θα πολύ εύκολα θα δημιουργήσετε μια ομάδα με προδότες και ο Αχιλλέας με μια μικρή ομάδα στρατιωτών θα μπει στην πόλη, οι περισσότεροι θα τους δουν σαν σωτήρες,  λίγοι θα αντισταθούν. Το κόλπο είναι απλό και δοκιμασμένο. Ο καθένας ξέρει την δουλεία του. Υπάρχει καμιά απορία;
-Εγώ τι θα κάνω Δασκαλούλη; Ρώτησε ένας καημενούλης δημοσιογράφος
-Εσύ όπως πάντα θα αναλάβεις τους παππούδες, το ξέρεις
-Αλήθεια δασκαλόυλή, θα αναλάβω τους παπούληδες;
-Αφού το ξέρεις ρε Γεώργιε Ώτα, γιατί ρωτάς και ξαναρωτάς  και μου πρήζεις τα αρχίδια!
-Γιατί θέλω να το ακούω….. Είπε ο Γεώργιος Ώτας και έτριψε τα χεράκια του.
-Τι βλάκας θεέ μου……
Εκείνη την ώρα μπήκε ένας μαύρος στο δωμάτιο και πήγαινε στον καθένα και  άπλωνε το χέρι του που κρατούσε μια χούφτα με cd και έλεγε με αστεία προφορά «Πάρε cd, πάρε είναι καλό». Κανένας δεν πήρε τίποτα, έφυγε ο μαύρος.  Ο Μάκης ξαναμίλησε
-Αχιλλέα, έχω κάτι και για σένα,  ξέρω ποιος είναι ο πατέρας σου….
-Τι! Πετάχτηκε ο Αχιλλέας
-Αυτό που άκουσες, ξέρω ποιος είναι ο πατέρας σου
-Πως το ξέρεις εσύ αυτό; Μήπως με δουλεύεις;
-Ξέρω τα πάντα, ξέρω ακόμα και την ηλικία της Ζήνας,  έχω βάλει μπρος και ένα σχέδιο με αυτήν,  ξέρω που βρίσκεται η Ατλαντίδα, ξέρω πόσα απίδια πιάνει ο σάκος και νομίζεις ότι δεν θα ήξερα ποιος είναι ο πατέρας σου;
-Τι κόλπο ετοιμάζεις πάλι, βρωμερό σκουλήκι; Αν ξέρεις πες μου, με αποδείξεις.
-Θα στο πω στο τέλος, είναι η ασφάλειά μου, θέλω να διασφαλίσω ότι δεν θα στραφείς εναντίων μου
Μπαίνει ένας Πακιστανός με μπιχλιμπίδια στο δωμάτιο, περνούσε μπροστά από τον καθένα, κανείς δεν ήθελε τίποτα, ο Πακιστανός κρατούσε ένα κασάκι στο οποίο είχε μέσα τα πράγματά του, το πρότεινε στον καθένα και κουνούσαν αρνητικά το κεφάλι τους, όταν έφτασε στον Αχιλλέα ο φοβερός πολέμιστής ρώτησε τον Πακιστανό
-Το κασάκι το πουλάς;
-Τι;
-Το κασάκι ρε, το πουλάς;
-Δεν ξέρεις
-Πόσα ρε πες
-Δεν ξέρεις
-Καλά φύγε
Έφυγε ο Πακιστανός και πριν προλάβει να ξαναφέρει το θέμα ο Αχιλλέας ο Μάκης μίλησε πάλι
-Είναι και κάτι ακόμα που θέλω να σας πω, ξέρω ότι κάποιος από εσάς θα με προδώσει
-Τι λες δάσκαλε ποιος θα σε προδώσει; Ρώτησε μια χαζοξανθιά κυράτσα
-Μη φοβάσαι Έλλη μου, δεν είσαι εσύ
-Μήπως είμαι εγώ Δασκαλούλη; Ρώτησε ο  Γεώργιος Ώτας
-Εσύ;χαχαχαχα
Πετάχτηκε ο Αχιλλέας και είπε
-Ρε Μάκη τι ψάχνεις ανάμεσα σε αυτούς ποιος θα σε προδώσει; Όλοι είναι δημοσιογράφοι, όλοι θα σε πουλήσουν, και το Μυστικό Δείπνο που λες αύριο θα είναι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδα, το θέμα δεν είναι ποιος θα μας προδώσει, αλλά ποιος θα μας προδώσει πρώτος. Το ήξερα από την αρχή ότι αυτό σχέδιο κάπου μπάζει. Αυτό που βλέπω όμως εγώ μπορώ να πω είναι ότι φαίνεται ποιος θα μας προδώσει, αυτή η βλαμμένη εκεί που τρέμει.
-Ποια η Όλγα; Αυτήν πάντα έτσι είναι.  Μη φοβάσαι το σχέδιο δεν κινδυνέψει, το ξέρω, μόνο εγώ κινδυνεύω, κάποιος μου έστειλε ένα σημείωμα που έλεγε ότι ξέρει τι έκανα πέρυσι το καλοκαίρι….
-Και μένα μου έστειλαν τέτοιο σημείωμα, είπε η Όλγα
-Και μένα, είπε ένας άλλος
- Και εμένα
Όλοι έλεγαν και έμενα και τελικά αποδείχτηκε ότι όλοι είχα λάβει ένα τέτοιο σημείωμα όπως είχε λάβει και η Ζήνα,  προφανώς όλοι είχαν κάτι κακό πέρυσι το καλοκαίρι, μάλλον πάντα κάποιος έχει κάνει κάτι κακό και αρκεί μόνο να προσδιορίσει κάποιος άλλος μια χρονική περίοδο και να του πει ότι ξέρει, απλό.
Όλοι ήταν σκεπτικοί, ποιος είναι ο προδότης, ποια είναι η προδοσία, ποιος έστειλε τα σημειώματα και γιατί; Ένας αλαλαγμός ακούστηκε και η Ζήνα μπήκε στην σκηνή, πέταξε τον στρόγγυλο δίσκο της και αυτός έκοψε δύο κεφάλια δημοσιογράφων και καρφώθηκε στον απέναντι τοίχο, οι δημοσιογράφοι σηκώθηκαν ουρλιάζοντας  και έτρεξαν προς την απέναντι πόρτα, η Ζήνα δεν είχε άλλο δίσκο να πετάξει και ετοιμάστηκε να τρέξει καταπάνω τους πριν ξεκινήσει ένας άλλος Πακιστανός μπήκε από την πόρτα και η Ζήνα τον είδε το Πακιστανό, αυτός της είπε «Πάρε ότι θέλει, πέντε ευρώ» η Ζήνα πήρε ένα δίσκο σαν και αυτόν που είχε πετάξει πριν, έριξε μια κλοτσιά στον Πακιστανό και έκανε πίσω το χέρι της για να πετάξει τον καινούριο δίσκο, ο Αχιλλέας όταν είχε δει την Ζήνα να μπαίνει μέσα ήταν στην απέναντι μεριά του τραπεζιού και αμέσως έβγαλε το σπαθί του και έτρεξε κατά πάνω της. Τώρα η Ζήνα έχει το Σόκραμ    (τον στρογγυλό δίσκο) στο χέρι και ετοιμάζεται να το πετάξει και ο Αχιλλέας τρέχει καταπάνω της .


Ο Οδυσσέας εδώ και μερικές μέρες φτιάχνει το τεράστιο άλογο που του έχει παραγγείλλει ο Αγαμέμνων , το έχει σχεδόν τελειώσει.  Το εγχείρημα αυτό γινόταν σε ένα απόμακρό μέρος  για να μην βλέπει κανείς τι γίνεται. Δυο βδομάδες μετά τον Μυστικό Δείπνο όπου άλλαξε η ροη των πραγμάτων ο Οδυσσέας είναι έτοιμος να παρουσιάσει το τεράστιο άλογο που υποτίθεται ότι θα τρόμαζε τους Τρώες.  Πρώτος πηγαίνει ο Μενέλαος για να δει τις προόδους και να ενημερώσει τον Οδυσσέα ότι σε λίγο θα έφτανε και ο Βασιλιάς. Ο Οδυσσέας τον υποδέχτηκε θερμά και μόλις ξεπέζεψε ο Μενέλαος ο Οδυσσέας έσκυψε και τον αγκάλιασε. Ο Μενέλαος κοίταξε για πρώτη φορά το τεράστιο άλογο και είπε του Οδυσσέα
-Αυτό είναι;
-Προφανώς ναι, πως σου φαίνεται;
-Δεν με ξετρελαίνει και ιδιαίτερα, δεν το βρίσκω και πολύ πειστικό
-Δηλαδή τι; Δεν σου αρέσει;
-Είπαμε να μοιάζει αληθινό, αυτό δεν νομίζω ότι μοιάζει…..
-Έκανα ότι καλύτερο μπορούσα
-Επίσης βλέπω και κάτι άλλο που δεν μου αρέσει πολύ
-Τι;
-Νομίζω ότι το παράκανες λίγο με την πούτσα του αλόγου..
-Καλά αυτό διορθώνεται…
-Δεν είναι μόνο αυτό, είναι και άλλα πολλά, νομίζω ότι ο βασιλιάς θα απογοητευτεί,  ήταν η τελευταία του ελπίδα μετά από αυτό που έγινε, ή αυτό ή φεύγουμε….
-Μα αυτό είναι άδικό! Απ την αρχή δεν συμφωνούσα με αυτό το σχέδιο! Και απορώ πως αποφάσισε ο βασιλιάς να προχωρήσει σε ένα τέτοιο σχέδιο
-Δεν το σκέφτηκε μόνος του, ένας μάντης του το είπε
-Ποιος μάντης; Τι του είπε;
-Ένας άγνωστος, στην αρχή περιφερόταν παραπατώντας ανάμεσα στα στρατεύματα, τον πιάσαμε και τον πήγαμε στον βασιλιά να αποφασίσει τι θα τον κάνουμε, μόλις τον πήγαμε μέσα στη σκηνή ο βασιλιάς χωρίς να το σκεφτεί πολύ είπε να τον σκοτώσουμε, τότε ο άγνωστος είπε του βασιλιά «όπα μεγάλε, πριν με σκοτώσεις θέλω να σου πώ ότι έχω την λύση για κάθε σου πρόβλημα» ο βασιλιάς τον ρώτησε «και τι λύσεις μπορεί να έχει για μένα ένα άτομο σαν και σένα;» ο τύπος που λες έβγαλε από το μπουφάν του
-Μπουφάν μέσα στο κατακαλόκαιρο;
-Ναι, έβγαλε από το μπουφάν του κάτι στριφτά τσιγάρα, μετά σύριγγες και ένα σακουλάκι με ηρωίνη νομίζω ότι το είπε και ένα άλλο σακουλάκι με κόκα και είπε του βασιλιά «Διάλεξε, ότι και αν πάρεις θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα και να δεις τον κόσμο αλλιώς» ο βασιλιάς τον ρώτησε  τι είναι αυτά και αυτός είπε φάρμακα, τότε ο βασιλιάς του είπε «και τι να τα κάνω τα φάρμακα, εγώ θέλω να μπω στην Τροία, πάρτε τον, σκοτώστε τον!» ο τύπος που λες λέει του βασιλιά «όπα μεγάλε, μισό λεπτό άσε με να σκεφτώ και θα σου πω εγώ πως θα μπεις» ο βασιλιάς έκανε νόημα να τον αφήσουν και ο τύπος έβρασε σε ένα κουταλάκι λίγο από την σκόνη και βάρεσε ένεση στην φλέβα του,  κάπνισε και ένα τσιγάρο και άρχισε να γελάει, ανάμεσα στα γέλια έλεγε «τεράστια άλογα ουου, τρομερά άλογα ουου, οι Τρώες κλάνουν μέντες ουου» και κάτι τέτοια άλλα παράξενα μέχρι που έπεσε κάτω και πέθανε
-Τι; Έτσι απλά έπεσε κάτω και πέθανε;  Και πίστεψε αυτό το άτομο ο βασιλιάς;
-Στην αρχή όχι, νόμιζε ότι πέθανε, τον χτυπούσαμε να συνέλθει, τίποτα, του στρίβαμε τα αυτιά, τίποτα, τον αφήσαμε σε μια γωνιά και συνεχίσαμε την συζήτηση μέχρι που έγινε ένα θαύμα
-Τι;
-Ο τύπος αναστήθηκε!
-Αναστήθηκε; Και μετά
-Πρώτος πήγα εγώ και του μίλησα, ήταν ακόμα ζαλισμένος, μιλούσε περίεργα, τον ταρακουνούσα να συνέλθει « φιλαράκι είσαι καλά» του λέω «μπάτσος είσαι;» μου λέει αυτός, δεν ήξερα τι είναι αυτό και έτσι του είπα όχι, σαν να ηρέμησε λίγο, ο βασιλιάς κοιτούσε αποσβολωμένος, πείστηκε ότι είναι μάντης και μου είπε να του δώσω ότι θέλει και να τον αφήσω να φύγει.
-Και τι του έδωσες;
-Του είπα « πες μου τι θες και θα στο δώσω» και μου λέει «μήπως έχεις ένα κατοστάρικο;»
-Τι κατοστάρικο; Από αυτά τα παλιά τα χαρτονομίσματα που είχαμε; Συλλέκτης ήταν;
-Δεν ξέρω, βρήκαμε πάντως ένα και του το δώσαμε και έφυγε παραπατώντας
-Σώπα ρε φίλε…..
-Εσύ σώπα έρχεται ο βασιλιάς
Από μακριά φάνηκε ο βασιλιάς και η συνοδεία του, ήταν πολύ επιβλητικοί, ένα σύννεφο σκόνης προηγήθηκε πριν τον βασιλιά καθότι ο αέρας φυσούσε προς το μέρος τους. Μόλις κατέβηκε ο βασιλιάς αμέσως πήγε στον Οδυσσέα και όπως και ο αδερφός του κοιτώντας το άλογο του είπε:
-Αυτό είναι;
-Ναι βασιλιά μου, αυτό είναι πως σου φαίνεται; Είπε ο Οδυσσέας
Ο βασιλιάς έσκυψε κι έσφιξε τα χείλη του, κουνούσε το κεφάλι του με απελπισία, ο Οδυσσέας ακούμπησε απαλά με το χέρι του τον ώμο του βασιλιά, τότε ο βασιλιάς με μια απότομη κίνηση έριξε ένα χαστούκι τον Οδυσσέα και τον έσπρωξε προς τα πίσω και τον πέταξε κάτω, ο βασιλιάς βράζει από θυμό και κοιτώντας από πάνω Οδυσσέα του φωνάζει φτύνοντας
-Τι μαλακία είναι αυτή! Είναι δυνατόν τόσο καιρό να έφτιαχνες αυτή την μαλακία! Δεν είπαμε να είναι σαν αληθινό; Άχρηστε!
-Μα βασιλιά…
-Μαμούνια! Πάρτε τους και κλείστε τους μέσα στη μαλακία που έφτιαξαν και αφήστε τους να ψοφήσουν εκεί μέσα οι άχρηστοι
Οι στρατιώτες που ήταν στην συνοδεία του βασιλιά είχαν κοκαλώσει, δεν ήθελαν να επιτεθούν στους δικούς τους, οι στρατιώτες που ήταν στην δούλεψη του Οδυσσέα κατάλαβαν ότι έφτασε το τέλος τους δεν θα μπορούσαν να τα βάλουν με την συνοδεία του βασιλιά. Ο βασιλιάς ξανακοίταξε τους δικούς του  αγριεμένα και φώναξε «άντε, μπρος! τι περιμένετε;» Οι στρατιώτες   σαν να ξύπνησαν απότομα έπεσαν πάνω σ αυτούς που είχαν φτιάξει το άλογο και τους συνέλαβαν. ¨Έναν έναν τους έβαλαν με την βία μέσα στο άλογο. Ο Μενέλαος κοιτούσε τον αδερφό του με απορία, όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους ο βασιλιάς φώναξε απότομα στο Μενέλαο
-Τι;!
-Είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό;
-Ναι είναι! Δεν αφήνω κανέναν άχρηστο ατιμώρητο, τα μαζεύουμε, φεύγουμε για Ελλάδα
-Μα…
-Σκάσε!

Δύο βδομάδες πριν στον Μυστικό Δείπνο

Ο Αχιλλέας ορμάει στην Ζήνα, αυτή έχει σκοτώσει ήδη δύο δημοσιογράφους και τώρα έχει το χέρι της τραβηγμένο πίσω και πετάει πάλι τον δίσκο, ο Αχιλλέας σκύβει και τον αποφεύγει και με δύο μεγάλους διασκελισμούς φτάνει στη Ζήνα και με την αναστροφή του ξίφους του την χτυπάει στην κοιλιά. Ο δίσκος της Ζήνας σκοτώνει άλλους δύο δημοσιογράφους. Από 12 τώρα έγινα οχτώ οι δημοσιογράφοι και ένας ο δάσκαλος εννέα, από τότε τιμής ένεκεν στους σκοτωμένους συναδέλφους τα κεντρικά δελτία αρχίζουν πάντα στις οχτώ και τελειώνουν στις εννιά.  Αυτοί που έζησαν βγήκαν από την πόρτα και έτσι απλά άλλαξαν στρατόπεδο,  ήθελαν να εκδικηθούν την Ζήνα που ήταν  Ελληνίδα και σκότωσε τους συναδέλφους τους και ότι  ήταν να κάνουν στην Τροία το έκαναν στο στρατόπεδο των Ελλήνων.

 Ο Αχιλλέας έχει χτυπήσει την Ζήνα στην κοιλία και αυτή έχει γονατίσει,  την πιάνει από τα μαλλιά και την σηκώνει,  την ταρακουνάει δυνατά  «Ποια είσαι; Λέγε! Μίλα ποια είσαι!»  η Ζήνα λέει αδύναμα το όνομα της και βήχει εξαιτίας του πόνου στην κοιλιά της , ο Αχιλλέας την ταρακουνάει ακόμα πιο δυνατά και τη ρωτάει «Γιατί;! Μίλα γιατί το έκανες αυτό;!»  η Ζήνα δεν απαντούσε, κοιτούσε τον Αχιλλέα στα μάτια και είχε ένα πονεμένο βλέμμα, ο Αχιλλέας σταμάτησε να την ταρακουνάει και σιγά σιγά ηρεμούσε κοιτώντας το πονεμένο βλέμμα της Ζήνας. Έμειναν αρκετή ώρα εκεί με τον Αχιλλέα να την κρατάει από τα μαλλιά και να κοιτιούνται στα μάτια. Αυτά τα μάτια σκλάβωσαν την καρδιά του Αχιλλέα και τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο για αυτόν.




Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Late




Περίμενα καιρό αυτό το τηλέφωνο, και τελικά ήρθε, απρόσμενα.  Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα ότι έχεις σκοπό να πεις τελικά δεν λέγεται, η κουβέντα γυρίζει γύρω από τυπικές και ευχάριστες κουβέντες. Μέσα στα όλα τυπικά που μου ανέφερε ήταν και ότι πεινούσε και ότι ήθελε να φάει κάτι. Της είπα ότι θα μαγειρέψω εγώ κάτι για αυτήν και θα της το πάω, γέλασε, «εσύ; Είναι δυνατόν;» μου είπε, και όμως είναι, θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ της είπα. Και όντως έκανα ότι καλύτερο μπορούσα. Ήταν απόγευμα και δεν είχε και τόσο καλό καιρό. Πήγα αγόρασα ένα βιβλίο συνταγών, διάλεξα την καλύτερη από αυτό το βιβλίο, κάτι που ήξερα ότι θα της άρεσε. Πήρα ότι υλικά χρειαζόταν, ξεκίνησα να μαγειρεύω, δυστυχώς ήταν περιπλοκή συνταγή και εγώ είμαι λίγο άσχετος, πράγμα που σήμαινε ότι θα αργούσα λίγο, άλλα έπρεπε να το κάνω σωστά. Της έστειλα ένα μήνυμα που έλεγε ότι θα αργούσα, «πεινάω λέμε» μου απάντησε,  «δεν θα αργήσω πολύ, θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ».  Ήμουν στην κουζίνα και μαγείρευα χαρούμενος που έκανα κάτι για αυτήν.

Τελικά δεν άργησα και πάρα πολύ, τέλειωσα λίγο αργότερα από τον χρόνο που έλεγε το βιβλίο μαγειρικής,  το παράξενο είναι ότι το έκανα σωστά, βγήκε αυτό ακριβώς που έπρεπε. Το σπίτι για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό μύριζε όμορφα και εγώ είχα μια αυτοπεποίθηση  άνευ προηγουμένου. Έχει πλέον βραδιάσει και όλα μοιάζουν πολύ όμορφα εκεί έξω.  Την πήρα τηλέφωνο και της είπα ότι το φαγητό είναι έτοιμο.  Με ευχαρίστησε, αλλά μου είπε ότι έχει φάει, πεινούσε και δεν μπορούσε να περιμένει,  επίσης μου είπε ότι ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους μου  που έκανα κάτι τέτοιο. Ευγενικό; Τι χειρότερο μπορούσα να ακούσω; Της είπα να έρθει να δοκιμάσει ή να τα πιούμε ένα ποτό, να τα πούμε λίγο. Δεν μπορούσε,  είχε φάει πολύ και ήθελε να χαλαρώσει. «Κάποια άλλη στιγμή» μου είπε,  μου έστειλε και φιλάκια και κλείσαμε το τηλέφωνο. Έμεινα μόνος εκεί με το κωλοφαγητό που είχα μαγειρεύει για εκείνη,  το φαγητό που θα της άρεσε, τώρα ούτε που θα το δοκίμαζε. ¨Ένιωθα μαλάκας, μάζεψα το φαγητό και όπως ήταν το έριξα σε μια σακούλα. Βγήκα στο δρόμο, έκανε πολύ κρύο,  φυσούσε και αέρας,  τελικά το κρύο είναι ο καλύτερος μου φίλος, είναι πάντα εκεί,  ότι και αν έχω κάνει, όσο καλά ή άσχημα αισθάνομαι, είναι πάντα εκεί,  πάντα με βρίσκει. Περπατάω με τον καλύτερο μου φίλο συντρόφια και με σκυμμένο το κεφάλι, η σακούλα στα χέρια μου έχει το καλύτερο φαγητό που έκανα ποτέ μου, έχει τσαλακωμένα χαρτιά με ποιήματα,  έχει φωτογραφίες μιας πιθανής ζωής, έχει τα σωθικά μου,  είναι το κουτί της Πανδώρας που μόνο η ελπίδα είχε μείνει μέσα, και  τώρα πάω να το πετάξω. Ο φίλος μου σφυρίζει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά, το ανατριχιαστικό του κρύο άγγιγμα με κάνει να σκύβω ακόμα περισσότερο. Κρύα υγρά σκουλήκια έχουν απλωθεί σε όλο μου το σώμα και  προσπαθούν να  μου τρυπήσουν την σάρκα και να μπούνε μέσα μου. Πονάει, στα αλήθεια πονάει, τι το ήθελα να το παίξω καλός; Τι το ήθελα να κάνω κάτι που δεν το είχα; Τώρα δεν ξέρω τίποτα, έμεινα με μια σακούλα στο χέρι  που θα τη πετάξω και με ένα βάρος στο κεφάλι που θα με βασανίζει για πολύ καιρό ακόμα.  Ο φίλος μου όμως είναι ανέμελος γυρνάει γύρω μου, ανεβαίνει πάνω κάτω, πειράζει τα φύλλα των δέντρων, τα μαλλιά των άλλων περαστικών και γυρνάει πάλι σε μένα και με πειράζει,  μα δεν καταλαβαίνει τι περνάω; Γιατί με ενοχλεί; Κρύος… τι να πεις

Το φαγητό που είχα ετοιμάσει για αυτήν τώρα είναι σαν διαμελισμένο πτώμα μέσα στην σακούλα του, βρίσκω δύο αδέσποτα σκυλιά στο δρόμο, ανοίγω την σακούλα και τους δίνω το πτώμα, το τρώνε με βουλιμιά, ούτε που με κοίταξαν να με ευχαριστήσουν,  ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Γυρνάω προς το σπίτι, πάντα με τον καλύτερο μου φίλο παρέα, θα ήθελα να του πω γιατί έχω ενοχληθεί τόσο με ότι έγινε αλλά δεν θα καταλάβαινε, είναι κρύος.  Σκέφτομαι να σκοτώσω ότι καλύτερο έχω για να μην με βασανίζει πια, ναι σκοτώσω την καλή μου πλευρά είναι ή αιτία των όσων περνάω,  είναι η μαλακισμένη τάση να κάνεις το σωστό, αλλά κανένας ποτέ δεν μου είπε ότι ο κόσμος δεν είναι σωστός. Θα μου πεις εγώ είμαι;  Αν ήμουν δεν θα ήμουν εδώ τώρα με σκυμμένο το κεφάλι και τα χέρια βαθιά χωμένα στις τσέπες να γυρνάω μόνος μου στο σπίτι, το μόνο εύκολο είναι να κατηγορείς πάντα τους άλλους, δεν μου άρεσαν ποτέ οι αναρχικές θεωρίες, ο καθένας μόνος του φταίει για αυτό που συμβαίνει και αν δεν  μπορεί να το αλλάξει φταίει αυτός και κανένας άλλος. Τι έπρεπε να κάνω σ αυτήν περίπτωση; Δεν ξέρω, ίσως και να μην έπρεπε  να κάνω τίποτα, ίσως να έπρεπε να το αφήσω να κυλήσει σαν ποτάμι και ότι βγει, και αυτό εύκολο είναι να το λές  αλλά έλα που δεν γίνεται....το συμπέρασμα  είναι .....
 Αλλά άστο άλλη φορά… αρκετά κάηκα….



Έτσι απλά καθόμουν στη δουλειά και πήρα τηλέφωνο για ένα καφέ και μια μπουγάτσα κρέμα, η κοπέλα μου είπε ότι θα αργήσει λίγο γιατί τώρα έβαλαν τις μπουγάτσες στο φούρνο. Τελικά δεν άργησε, έβαλαν τον φούρνο πιο δυνατά για να βγουν οι μπουγάτσες νωρίτερα, δεν ψήθηκαν καλά και έτσι έφαγα την πιο μαλακία μπουγάτσα ever, τουλάχιστον μου έδωσε την αφορμή να σκεφτώ την ιστορία που έγραψα παραπάνω….




 Από τα πρόχειρα τραβηγμένο, την δευτέρα η συνέχεια της Ιλιάδας


ΥΓ. Δεν έχω ιντερνετ ,γι αυτό αργώ να απαντήσω…. θέλω να πιστεύω ότι αυτό θα διορθωθεί σύντομα

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Ιλιάδα 4 (μεγάλος μαλάκας)

Ο ήρωας Αχιλλέας είχε την φήμη του αθάνατου και πολύ δυνατού άντρα, το μόνο τρωτό του σημείο ήταν ή φτέρνα του. Από την φτέρνα τον έπιανε η μάνα του και τον βουτούσε στα κρύα νερά του ποταμιού που ήταν δίπλα στο σπίτι τους. Να  λοιπόν πως έγινε δυνατός αυτός ο άντρας και πως δημιουργήθηκε ο μύθος γύρω από το όνομα του.
Ο Αχιλλέας από πολύ μικρός ανακάλυψε τις χάρες που μπορεί να του προσφέρει το σώμα του. Είναι δέκα χρόνων και εδώ και μερικές μέρες έχει ανακαλύψει την μαλάκια. Μια ωραία μέρα που έξω είχε ήλιο ο Αχιλάκος είναι στο κρεβάτι του και  βαράει μαλακία, ξαφνικά μπαίνει η μάνα του μέσα και τον πιάνει στα πράσα, ατάραχη η μάνα του  λέει ειρωνικά
-Παίξτην, παιξτην Αχιλάκο, α την  κάνς σαν κλαρίνο
Ο μικρός Αχιλλέας  ταράχτηκε και μάζεψε το παντελόνι του και βγήκε έξω.  Το μεσημέρι ο Αχιλάκος ξαναμπήκε στο δωμάτιό του με μοναδικό σκοπό να την παίξει,  μεγάλος μαλάκας, η μάνα του τον ξανάπιασε και του έριξε μια σφαλιάρα, του είπε να κόψει αυτή την βλαβερή συνήθεια γιατί θα τυφλωθεί. Δεν καταλάβαινε τίποτα ο μικρός, μετά από μερικές  ώρες πάλι τα ίδια, αυτή την φορά η μάνα του έριξε τρελό ξύλο, και του είπε τη επόμενη φορά θα πάρει πιο δραστικά μέτρα.
Η μανά του Αχιλλέα ήταν  μια γυναίκα δυνατή και πάνχοντρη, ήταν μια σκληρή γυναίκα με  σκληρό μουστάκι , ήταν η μοναδική γυναίκα λοχίας σε ένα στρατόπεδο στην Λάρισα, την λέγαν Νικολίτσα.  Ο Αχιλλέας δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του και μεγάλωσε μόνο με την μάνα του που ήταν εκπαιδευτής σε στρατόπεδο.  Απ την μέρα που τον έπιασε να βαράει μαλακια κάθε πρωί και ανά τρείς ώρες η Νικολίτσα έπιανε τον Αχιλλέα από την  φτέρνα και τον κουβαλούσε σαν σακί μέχρι το ποτάμι και τον βουτούσε μέσα στα παγωμένα νερά για να του γίνει το πουλί γαριδάκι   και να μην μπορεί να αυνανιστεί. Αλλά ο Αχιλλέας δεν σταματούσε, με την πρώτη ευκαιρία τραβούσε μαλακιά. Έτσι έφτιαξε πολύ δυνατά μπράτσα, επίσης τα βουτήματα που του έκανε η μάνα του στο ποτάμι τον βοήθησαν να έχει πολύ αντοχή στο κρύο. Όλοι οι στρατιώτες, οι εκπαιδευόμενοι της Νικολιτσας έβλεπαν αυτήν τρομερή γυναίκα να ταλαιπωρεί έτσι το παιδί και πίστεψαν ότι η εκπαιδεύτρια τους ασχολούταν τόσο πολύ με τον γιο της για να τον κάνει αθάνατο, και τα κατάφερε, μετά από χρόνια ο Αχιλλέας με τα δυνατά του μπράτσα και το σκληρό από το κρύο κορμί του ήταν ανίκητος σε κάθε μάχη. Το μόνο του πρόβλημα ήταν ότι είχε μόνιμα δεμένη την φτέρνα του και στις γάζες φαινόταν αίματα. Πόλοι υπέθεσαν ότι αυτό είναι το αδύνατο του σημείο γιατί από εκεί τον έπιανε η μάνα του και τον βουτούσε στο ποτάμι, πίστευαν ότι ήταν το μόνο σημείο που είχε μείνει απ έξω από την ειδική εκπαίδευση της Νικολίτσας. Η αλήθεια είναι όμως ότι το αδύνατό σημείο του Αχιλλέα ήταν η μαλακία του, ακόμα και τώρα κοτζαμ μαντράχαλος δεν την έχει κόψει, και κάθε φορά που τελειώνει έχει ένα τικ να χτυπάει επαναλαμβανόμενα την αριστερή του φτέρνα κάτω, έτσι η φτέρνα του είναι μονίμως τραυματισμένη.  Αυτό του το παθός θα είναι και η καταστροφή του στο πόλεμο τις Τροίας.

Τώρα ο Αχιλλέας βρίσκεται στην Τροία, περπατάει κατά μήκος ης ακτής και προκαλεί δέος σ όλους τους στρατιώτες. Πηγαίνει στην σκηνή του, εκεί τον περιμένει μια έκπληξη. Μόλις μπαίνει στην σκηνή μια κοπέλα με σκισμένα ρούχα, χτυπημένο πρόσωπο, μια  δεκαεφτάχρονη , αληθινή καλλονή τον περιμένει στην σκηνή του. Μόλις την βλέπει σαστίζει, βγαίνει πάλι έξω, φωνάζει τον ξάδερφό του τον Πάτροκλο
-Ποια είναι αυτή μες την σκηνή μου ρε; Του λέει
-Αυτή είναι η Χρυσηίδα, είναι ξαδέρφη του Πάρη , την πιάσαμε σε ένα ναό και την φέραμε λάφυρο για σένα να την κάνεις ότι θέλεις.
-Α, καλά κάνατε, άντε δίνε του τώρα….
Ο Αχιλλέας επέστρεφε στην σκηνή του, είχε σκοπό να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα, αυτό που τον έκανε τόσο δυνατό αλλά με την παρουσία της κοπέλας άλλαξαν τα πλάνα του, θα έκανε κάτι ακόμα καλύτερο.  Δεν θα το έπαιζε καλός, θα έπαιρνε αυτό που ήθελε από το μικρό πουτανάκι που είχε στην σκηνή του. Κατευθείαν μίλησε στην κοπέλα
-Λέγε, με το καλό ή με το άγριο;
Η κοπέλα μαζεύτηκε πίσω, προς την γωνιά μάζεψε τα γόνατα στο στήθος της και δεν απάντησε, ο Αχιλλέας ξαναμίλησε
-Δεν μ αρέσουν τα μυξιάρικα,  θα κάνεις αυτό που θα σου πω αλλιώς θα σε ρίξω στους στρατιώτες να σε κάνουν ότι θέλουν!
Η κοπέλα τρόμαξε ακόμα περισσότερο και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, ο Αχιλλέας την  πλησίαζε και έβγαζε τα ρούχα του μέχρι που έμεινε τελείως γυμνός, έφτασε στην κοπέλα και την έπιασε από τα μαλλιά,  η κοπέλα με το χεράκι της χάιδεψε τα αρχίδια του Αχιλλέα και πήγε να του πάρει πίπα, αυτός την έσπρωξε και έκατσε δίπλα της, η κοπέλα σάστισε, και ρώτησε τον Αχιλλέα
-Μα, τι θες να σου κάνω;
-Να μου τραβήξεις μια μαλάκια! Είπε ο Αχιλλέας και ξάπλωσε τελείως δίπλα στην κοπέλα
Η κοπέλα άρχισε την χειρονακτική της εργασία και ο Αχιλλέας έβγαζε λυγμούς πόθου. Ξαφνικά λίγο πριν τελειώσει μπαίνει μέσα στην σκηνή ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, ο Αχιλλέας πετάγεται όρθιος αλλά μαζί με τον Μάκη μπήκαν και μερικοί ζωγράφοι, κατευθείαν οι ζωγράφοι έκαναν τα προσχέδια στο οποία ο Αχιλλέας ερωτοτροπούσε με την ανήλικη, ο Μάκης έκανε προς τα πίσω και τρείς μπράβοι βγήκαν μπροστά του και έπεσαν πάνω στον Αχιλλέα,  ο Αχιλλέας σταμάτησε μπροστά στους μπράβους, ο Μάκης από πίσω του μίλησε
-Ντροπή σου αλήτη. Δεν ντρέπεσαι να εκμεταλλεύεσαι σεξουαλικά το κοριτσάκι;
-Τι σε νοιάζει εσένα και ποιος είσαι;
-Είμαι ο τιμωρός των έκφυλων ,  ο δίκαιος των δικαίων, ο υπερασπιστής των αδυνάτων, ο παντογνώστης, ο αλάθητος, ο
-Ρε; Ο Λαζόπουλος είσαι;
-Ο Τριανταφυλλόπουλος, και αυτό που έκανες θα το μάθει όλη η Ελλάδα
-Στα αρχίδια μου και αν το μάθει όλο το σύμπαν!
-Θα έπρεπε να ντρέπεσαι αλήτη.
Ο Αχιλλέας έμεινε να κοιτάει αυτό το ταπεινό ανθρωπάκι που μιλούσε χωρίς καμία έντασή στη φωνή του και τον κοιτούσε εντελώς ατάραχος, σκεφτόταν τι να πει αλλά δεν το έβρισκε καν άξιο λόγου να απαντήσει, το έβρισκε όμως πολύ δίκαιο να τον τιμωρήσει που εισέβαλε έτσι στη σκηνή του. Με μια γρήγορη κίνηση έσφαξε του τρεις σωματοφύλακες και πέταξε το Μάκη κάτω, ο Αχιλλέας είναι από πάνω του και έχει κολλήσει το σπαθί του στο λαιμό του Μάκη.
-Πριν σε σφάξω, πες μου πως μπήκες!
-Έχω άκρες παντού, μη με σφάξεις, μπορώ σου δώσω ό,τι θες
-Τι να θέλω από σένα ρε γλίτσα;
-Μπορώ ας πούμε σε βάλω μέσα στην Τροία και να τελειώσει εδώ ο πόλεμος με εσάς νικητές
-Και πως θα γίνει αυτό;
-Λοιπόν άκου τι έχω να σου προτείνω….


Μέσα στην Τροία ο Πάρις είναι ξαπλωμένος με την Ελένη στο κρεβάτι.
-Μήπως να φύγω, να γλιτώσει την σφαγή  η πόλη; Ρώτησε η Ελένη
-Αυτό μην το ξαναπείς, θα μείνουμε εδώ, δεν θα μπούνε ποτέ μέσα μην  φοβάσαι, έχουμε τα πιο ισχυρά τείχη σε όλο τον κόσμο, εκτός και αν δεν μ αγαπάς πια….
-Απαπα Παρι, μην το ξαναπείς αυτό! Σε λατρεύω, ουπς
-Τι ουπς;
-Ακούστηκε σαν να είπα παπάρι, είπε η Ελένη και γέλασε μόνη της, ο Πάρις είχε σκυμμένο το κεφάλι
-Τι έγινε; Τι έπαθες; Τον ρώτησε η Ελένη
-Αυτό το όνομα μου… πάντα θα με καταδιώκει
-Τι εννοείς; Πολύ ωραίο όνομα είναι το Πάρις
-Να αλλά όλοι κάνουν το αστείο με το παπάρι, που είναι χειρότερο από το προηγούμενο
-Ποιο προηγούμενο;
-Το βαφτιστικό μου
-Τι εννοείς; Δεν σε βάφτισαν Πάρι;
-Το Πάρις είναι υποκοριστικό
-Ποιο είναι το κανονικό;
-Δεν μπορώ να σου πω θα γελάσεις
-Έλα δεν θα γελάσω… πες μου από πού βγήκε το Πάρις;
-Εντάξει θα σου πω, αλλά μην γελάσεις
-Δεν θα γελάσω, αλήθεια…
-Το κανονικό μου όνομα είναι Παριζάκι
-Τι!!!!!!!!!
-Παριζάκι
Η Ελένη προσπάθησε να κρατήσει τα γέλια της αλλά δεν μπόρεσε, ο Πάρις στράβωνε τα χείλη του και περίμενε την Ελένη να σταματήσει. Μόλις σταμάτησε η Ελένη του χάιδεψε τα μαλλιά  και του είπε
-Παριζάκι σε λένε καλέ μου; Μα γιατί;
-Δεν ξέρω και δεν με νοιάζει, αρκετά είχα ασχοληθεί με αυτό το θέμα.
-Έλα εδώ να σε κάνω να το ξεχάσεις τελείως !είπε η Ελένη και καβάλησε τον Παριζάκι

Η Ζήνα, αυτή που είχε κατατροπώσει τον Απόστολο Γκλέτσο ήταν η νέα ηρωίδα της πόλης, περιφέρεται με υπεροψία στους δρόμους  και οι κάτοικοι την χαιρετάνε χαρούμενοι, μόλις περνάει όλοι θαυμάζουν τον κώλο της. Η Ζήνα απολαμβάνει αυτήν της τη αναγνωσιμότητα και δεν την νοιάζει τίποτα πια.   Όπως περπατάει στους δρόμους η Ζήνα ένας άγνωστος  χοντρός άντρας ε μουστάκι  την πλησιάζει, της μιλάει αλλά αυτήν δεν του δίνει σημασία. Ο άγνωστος άντρας την ακολουθεί και όταν φτάνουν σε ένα στενό την τραβάει από το μπράτσο σε ένα από το μπράτσο και την κολλάει στο τοίχο σε ένα απόμερο σημείο. Η Ζήνα προσπαθεί να ξεφύγει αλλά ο χοντρός της πιάνει τα χέρια και τα κολλάει στο στήθος της. Την έχει ακινητοποιήσει. «Ποιος είσαι; Τι θες;» ρωτάει με ένταση η Ζήνα.  Ο χοντρός δεν απαντάει, βγάζει ένα χαρτί από το χιτώνιό του και της το δίνει.  Την ρίχνει κάτω και φεύγει.  Η Ζήνα σηκώνεται φτιάχνει τα βυζιά της και ξεδιπλώνει το χαρτί. Βλέπει ότι το χαρτί είχε ζωγραφισμένο ένα κρίνο και από κάτω έγραφε «ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι». Η Ζήνα  ταράχτηκε. Δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε μέσα στο ντεκολτέ της.  Ξαναβγήκε στο δρόμο, τώρα δεν περπατούσε τόσο ανέμελη όπως και πριν.

Ο Αγαμέμνων  έχει βαρεθεί την αναμονή και την απραξία, του ήρθε μια απίστευτη ιδέα, έστειλε ένα βοηθό του να φωνάξει τον Οδυσσέα.  Την ίδια στιγμή πήγαινε στη σκηνή του ο Αχιλλέας, είχε και αυτός ένα σχέδιο να μπούνε στην Τροία. Ο Αχιλλέας μπαίνει στην σκηνή και πάει κατευθείαν στον βασιλιά
-Μάστορα, έχω ένα σχέδιο να μπούμε στην πόλη
-Άργησες Αχιλλάκο, έχω και εγώ ένα δικό μου, το έχω βάλει ήδη μπροστά. Του λέει ο Βασιλιάς
-Δεν θες να ακούσεις τι έχω να σου προτείνω;
-Όχι δεν με νοιάζει,  έχω καλέσει ήδη τον Οδυσσέα να εκτελέσει την αποστολή
-Τι σχέδιο έχεις;
-Σκέφτηκα να φτιάξουμε τεράστια άλογα από ξύλο και να τα δούνε οι Τρώες να τρομάξουνε και να αφήσουν την πόλη!
-Μα αυτό είναι πολύ ηλίθιο!
-Πρόσεχε πως μιλάς σκουλήκι! Είμαι ο βασιλιάς σου μην το ξεχνάς!
-Μα βασιλιά μου, αυτό που λες δεν γίνεται. Δεν είναι η πρώτη φόρα που ο άνθρωπος πάει να κάνει κάτι μεγάλο και τα θαλασσώνει, δεν θυμάσε τι έγινε με τον Νώε;
-Τι εννοείς μίλα ξεκάθαρα
-Μα καλά δεν ξέρεις ιστορία καθόλου; Πριν από πολλά χρόνια ο Θεός ζήτησε από τον Νώε να του φτιάξει ένα μεγάλο πλοίο για να κάνει βόλτες στους ωκεανούς, ο Νώε δέχτηκε πήρε τα λεφτά και έφτιαξε το πλοίο, μόλις το είδε ο Θεός απογοητεύτηκε και τα πήρε στο κρανίο και τιμώρησε τους ανθρώπους με ένα κατακλυσμό που όμοιο του δεν ξαναείδε ποτέ ο κόσμος.  Το ίδιο θα γίνει και τώρα, θα χαλάσεις τόση ξυλεία και τα άλογα σου θα βγούνε μια μαλακία και μίση, θα μας κοροϊδεύουν!
-Τι σχέση έχει το πλοίο με τα άλογα που θέλω να φτιάξω εγώ; Εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους
-Η ματαιοδοξία όμως υπάρχει και στα δύο, όταν πας να κάνεις κάτι που δεν σε παίρνει θα τιμωρηθείς σίγουρα.
-Λοιπόν για να μην τα πολυλογούμε θα γίνει ότι λέω, φύγε τώρα σε βαρέθηκα.
-Και θα κόψεις τόσα δέντρα; Δεν έχεις καθόλου οικολογική συνείδηση;
-Δεν θα κόψω δέντρα, θα πάρω ξυλεία από τα πλοία,  ρώτησα για τα δέντρα αλλά δεν με άφησε η δασονομεία
-Τι! Θα χαλάσεις τα πλοία για την μαλακία που σου ήρθε στο μυαλό; Μα είναι δυνατόν να είσαι τόσο χαζός;
-Φύγε και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου! Είπε θυμωμένος ο βασιλιάς

Ο Αχιλλέας έφυγε από την σκηνή αποφασισμένος να βάλει μπροστά το δικό σχέδιο να μπουν στην πόλη.

Η Ζήνα έχει μεταμφιεστεί σε ζητιάνα και ετοιμάζεται να βγει από την Τροία και να πάει στο στρατόπεδο των Ελλήνων

Ο Βασιλιάς εξηγεί τον Οδυσσέα  τι θέλει να κάνει

Οι Τρώες ετοιμάζονται για το μεγάλο πανηγύρι  την ημέρα της Αγίας Τριάδας, πολιούχου της Τροίας.
Η Νικολίτσα τρώει γύρο


Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Λευκός Πλανήτης

Βλέπω ένα σύννεφο
Μόνο του στο ουρανό
Σαν  γονατισμένο μοιάζει
Κινείται αργά
Απ  το σύννεφο πέφτουν άνθρωποι
Βρέχει ανθρώπους
Κατεβαίνουν αργά προς την γη
Στροβιλίζονται όμορφα στον αέρα
Προσγειώνονται ομαλά στο έδαφός
Περπατάνε
Φοράνε άσπρα ρούχα
Είναι όλοι τους όμορφοι
Άντρες και γυναίκες
Και άλλοι άνθρωποι πέφτουν από το σύννεφο
Και περπατάνε
Σε λίγο όλη γη από ψηλά φαίνεται ‘άσπρη
Οι άνθρωποι κάνουν ομάδες
Από ψηλά μοιάζουν με σύννεφα
Σύννεφα κάτω στην γη
Μπαίνω σε μια ομάδα τυχαία
Φοράμε όλοι άσπρα
Είμαστε ωραίοι
Οι ομάδες αρχίζουν να ανταλλάσουν λόγια μεταξύ τους
Άσχημα λόγια
Μερικοί αρχίζουν να μαλώνουν
Γεμίζουν τα ρούχα σκόνη
Από ψηλά τα σύννεφα φαίνονται γκρίζα
Λες και θα βρέξει σε λίγο



Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Τυχαίο....


Δεν θυμάμαι τίποτα πια
Κλείνω τα μάτια
Βλέπω πλάτες γυρισμένες
Σαν τοίχοι είναι σκληρές
Μήτε παράθυρα μήτε πόρτες
Μόνο τοίχοι
Φωνάζεις και δεν σε ακούνε
Πέφτεις και δεν σε βλέπουν
Μόνο τοίχοι
Και τι να πω
Ότι είχα να πω το είπα
Τελείωσαν τα ψέματα
Άλλαξαν και οι καιροί
Δεν κάνει να μιλάς πλέον
Δεν κάνει να ακούς
Μόνο να παρατηρείς
Μόνο αυτό
Μόνο τοίχοι μπροστά
Και το παρελθόν σου σε ακολουθεί
Το εκτελεστικό σου απόσπασμα
Τα όπλα γυαλίζουν
Δεν τους χρειάζεσαι
Πάρε ένα όπλο μόνος σου
Και μην πεις ούτε κουβέντα
Ούτε πως ούτε γιατί
Θέλει πολύ δύναμη να μην πεις τίποτα
Θέλει ελαχίστη δύναμή να τραβήξεις την σκανδάλη
Ένα γραμμάριο πίεσης
Και δυο χιλιοστά διαδρομής
Αρκούν
Μπορείς;
Δεν μπορείς.....
Σκέψου μια μικρή φωτιά
πόσο μεγάλο δάσος μπορεί να κάψει
Το ίδιο και μια σφαίρα
Το ίδιο και μια λέξη
Μόνο που οι λέξεις   μπορούν  να  κάνουν είτε καλό είτε κακό
Διάλεξε τις λέξεις και πες  τες
Τουλάχιστον αυτό μπορείς να το κάνεις









Cheep coffee twin