Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Ο Νεκροθάφτης 2 (Η Αρρώστια)

Το ίδιο βράδυ ο μικρός Μανώλης είδε τον πρώτο του εφιάλτη σχετικά με το νεκροταφείο,  αν και όταν γύρισε στο σπίτι του ήταν ενθουσιασμένος, όταν άρχισε να σκοτεινιάζει άρχισε να φοβάται υπερβολικά πολύ. Με δυσκολία κοιμήθηκε. Μέσα στον ύπνο του είδε ότι ήταν αυτός πεθαμένος στην κάσα και ότι το σώμα του είχε λειώσει. Ξύπνησε απότομα, μέσα στο σκοτάδι άγγιξε το σώμα του στην κοιλία και ένιωσε το χέρι του να γλιστράει σε κάτι υγρό, στην αρχή νόμιζε ότι είχε αποκτήσει αυτή την γλίτσα που είχε ο νεκρός, αργότερα κατάλαβε ότι ήταν ιδρώτας. Φοβόταν όμως να κοιμηθεί, ήθελε να ρθει η μαμά του να του πει ότι είναι όλα εντάξει, αλλά δεν μπορούσε να την φωνάξει, όποτε την ξυπνούσε καταλάθος, ειδικά το μεσημέρι , αυτήν του φώναζε και μερικές φορές τον χτυπούσε δυνατά. Τώρα είχε την ανάγκη της, αλλά την φοβόταν κιόλας.  Πήγε στο δωμάτιό της και έλπιζε ότι αν την ξυπνούσε ήσυχα δεν θα τον χτυπούσε, παρακαλούσε να τον λυπηθεί, ούτε να του φωνάξει ήθελε. Το μόνο που ήθελε ήταν μια αγκαλιά. Ανοίγει την πόρτα του δωματίου των γονιών του, μπαίνει πολύ διστακτικά μέσα και στέκεται απέναντι από την μαμά του. Έχει τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά και η καρδιά του τρέμει.  Λέει με πολύ σιγανή διστακτική φωνή «Μαμά;….», καμιά απάντηση,  βλέπει την μαμά του να κοιμάται και έτσι όπως πέφτει το λιγοστό φως από το καντηλάκι πάνω της την κάνει να μοιάζει ακόμα πιο μεγάλη απ΄ότι είναι.  Δεύτερη φορά, αυτήν την φορά ακουμπάει και το χέρι του πάνω στο μπράτσο της μαμάς «Μαμά;…» λέει παρακλητικά.  Πάλι τίποτα.  «Τι θες;» ακούει τον πατέρα του από την άλλη μεριά να του λέει
-Φοβάμαι….
-Τι φοβάσαι; Εσύ είσαι άντρας πιά
-Είδα όνειρο ότι πέθανα και έλειωσα
-Δεν πέθανες, μην φοβάσαι.. άιντε για ύπνο τώρα
-Μα φοβάμαι….
-Τι είναι; Είπε η μάνα του και άρχισε να ξυπνάει
-Τίποτα. Πήγε να την καθησυχάσει ό άντρας της, αλλά αυτή απέκτησε ξαφνικά ζωηράδα και ξύπνησε απότομα και έκατσε στο κρεβάτι, είδε τον Μανωλάκη στο μισοσκόταδο και άναψε το πορτατίφ
-Τι θες εδώ τέτοια ώρα! Του είπε απότομα
-Φοβάμαι μαμά…..
Τον κοίταξε άγρια και αυτός μαζεύτηκε προς τα πίσω. Ο άντρας της έβαλε το χέρι της στον ώμο και της είπε ήσυχα «Μην τον μαλώνεις… ας τον… πήγαινε βάλ τον για ύπνο και τα λέμε αύριο…»
-Μπρος πάμε… είπε η μαμά του που σηκώθηκε και χωρίς να τον κοιτάξει πήγε στο δωμάτιο του μικρού, έπιασε την κουβέρτα και την σήκωσε για να μπει ο μικρός μέσα.  Ο Μανωλάκης την ακολούθησε σκυμμένος  και με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά
-Ευχαριστώ μαμά. Είπε ο μικρός
-Έλα μπες, και μην φοβάσαι κάνε μια προσευχούλα και θα φύγουν όλα
Μπήκε ο Μανώλης κάτω από την κουβέρτα και η μάνα του τον σκέπασε στα γρήγορα σχεδόν μηχανικά. Γύρισε την πλάτη της και έφυγε χωρίς να τον κοιτάξει. Ο μικρός έβλεπε μια σκοτεινή πλάτη να απομακρύνεται άψυχα σέρνοντάς τα βήματά της, αυτή η πλάτη ήταν η μάνα του
-Καληνύχτα μαμά. Είπε και μαζεύτηκε φοβούμενος μια ακραία αντίδραση από μεριά της
-Καληνύχτα . Του είπε άτονα η μάνα του χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει
Προσπαθούσε να μην κοιμηθεί, κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά , και κοιτούσε από την μισάνοιχτη πόρτα το φως του καντηλιού στο δίπλα δωμάτιο που τρεμοέπαιζε  έτοιμο να σβήσει. Χωρίς να το καταλάβει μετά από ώρα τον πήρε ό ύπνος. Δεν είδε άλλο εφιάλτη εκείνο το βράδυ

Οι μέρες του στο σχολείο έχουν πλέουν αλλάξει, είναι απόμακρος και δεν μιλάει πολύ. Στην αρχή οι συμμαθητές του δεν του δίναν σημασία, αλλά σιγά σιγά άρχισαν να τον πειράζουν. Κανείς δεν ήξερε ότι κάθε βράδυ πλέον έβλεπε εφιάλτες. Κανείς δεν  καταλάβαινε ότι το μόνο που σκεφτόταν πλέον ήταν το νεκροταφείο. Οι νεκρικές εικόνες τον τραβούσαν όπως το φως την μύγα στο σκοτάδι. Όλες οι απαντήσεις στους εφιάλτες του βρισκόταν στο νεκροταφείο.  Περνούσε κάθε μέρα και έβλεπε τις φωτογραφίες στα μνήματα. Όλες ασπρόμαυρες, όλες αυστηρές, όλες έδιναν  την εντύπωση ότι απ όποια μεριά και αν τις κοιτάς σε κοιτάνε.  Ήταν τρομακτικό, αλλά του άρεσε. Πολλές φορές περπατούσε κατά πλάτος   ένα μνήμα και κοιτούσε την φωτογραφία που τον παρακολουθούσε.  Αυτό του σκίρτημα που του προκαλούσε ο φόβος τον ευχαριστούσε. Την μέρα όμως μόνο, το βράδυ τον τρόμαζε. Δεν είχε λόγο πλέον να παίζει με τα άλλα παιδιά, συναισθηματικά γέμιζε το μυαλό του με τρόμο. Θα μπορούσαν να είχαν εξελιχτεί όλα αλλιώς αν μια μέρα στο σχολείο δεν έδινε την λάθος απάντηση σε ερώτηση του δασκάλου. Έχουν περάσει τρεις μήνες από την πρώτη του εκταφή και  έχει παραστεί σε άλλες τρεις μέχρι τώρα.

Μια ωραία ανοιξιάτικη Δευτέρα  ο δάσκαλος ρώτησε τα παιδάκια τι θα ήθελα να γίνουν όταν μεγαλώσουν, τα περισσότερα παιδάκια είπαν το επάγγελμα του πατέρα τους, άλλα είπαν πιλότος, ένας είπε γιατρός, μια κοπέλα είπε νοσοκόμα,  ο Μανωλάκης όμως δεν σήκωσε το χέρι του να πει
-Εσύ Μανώλη δεν θα μας πεις τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Ρώτησε ο δάσκαλος
Ο Μανωλάκης δεν απάντησε , έπαιζε αμήχανα με ένα χαρτάκι που είχε στα χέρια και το κοιτούσε.
-Πες Μανώλη μην ντρέπεσαι…
-Νεκροθάφτης… είπε πολύ σιγά και ντροπαλά ο Μανώλης και κοίταξε λοξως δεξιά και κάτω
-Πως; Πες το λίγο πιο δυνατά. Είπε ο δάσκαλος , αλλά όχι με κακία ούτε με ένταση
Ένα παιδί πετάχτηκε και είπε
-Νεκροθάφτης είπε κύριε! Είναι τρελός!
-Πάψε Γιαννάκη, μη μιλάς! Και δεν θα μιλήσει κανείς αν δε σηκώσει πρώτα το χέρι. Τι είπες Μανώλη; Νεκροθάφτης;
-(Δεν μίλησε, μόνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κοιτώντας πάντα κάτω)
-Μα πιο παιδάκι θέλει να γίνει νεκροθάφτης; Σ αρέσει να θάβεις τους πεθαμένους; Ρώτησε ο δάσκαλος διατηρώντας πάντα τον ήρεμο τόνο του
-Να τους ξεθάβω…… απάντησε πολύ σιγανά ο μικρός
-Μανωλάκη, δεν είναι καλό για ένα παιδάκι να σκέφτεται έτσι, το απόγευμα να ρθεις από το σπίτι μου να μιλήσουμε, εντάξει;
-Ναι κύριε
-Στις έξι
-Ναι κύριε

Τα άλλα παιδιά μετά από αυτό όλη μέρα κορόιδευαν τον μικρό, κάποιος του είπε «Την μάνα σου που δεν σ αγαπάει πόσα λεφτά θα την πάρεις για να την θάψεις;» ένας άλλος μικρός είπε «Είναι τρελή η μάνα του! Σαν αυτόν» Ο Μανώλης έσκυψε πήρε μια πέτρα και του τη πέταξε. Τον πέτυχε λίγο κάτω από το μάτι, ο αδερφός αυτού που χτυπήθηκε στο μάτι έτρεξε κατά πάνω του ουρλιάζοντας και τον έριξε κάτω. Του έριχνε μπουνιές στο πρόσωπο και τον έβριζε «Θα σε γαμήσω μαλακισμένο! Μπάσταρδε! Τρελέ! Παραλίγο να του βγάλεις το μάτι! Θα σε γαμήσω!» ο Μανώλης είχε βάλει τα χέρια του και προσπαθούσε να καλύψει το πρόσωπο του, τα άλλα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω γύρω και φωνάζανε «Ξύλο! Ξύλο!» , αυτές οι φωνές ήταν που έκαναν τον δάσκαλο να βγει τρέχοντας έξω, έσπασε τον κλοιό και είδε τον Μανώλη στο έδαφος να τον χτυπάει ένα μεγαλύτερο παιδί. Αμέσως έπιασε τον μεγάλο από το αυτί και τον σήκωσε, ο υπέρμετρος τσαμπουκάς του μεγάλου εξαφανίστηκε αμέσως.  Η παρουσία του δασκάλου έβαλε τέρμα στον καυγά. Το χειρότερο όμως δεν είχε συμβεί ακόμα στον Μανώλη.

Το απόγευμα, λίγο πριν τις έξι πήγαινε προς το σπίτι του δασκάλου. Δεν είχε πάει νεκροταφείο εκείνη την μέρα. Είχε κλειστεί στο δωμάτιό του.  Βγήκε μόνο για να πάει στον δάσκαλο, περπατούσε σκυφτός και τον πονούσαν ακόμα τα χτυπήματα.  Στο δρόμο είδε το παιδί που τον είχε βάλει κάτω μαζί με άλλα τρία παιδιά. Ήταν όλοι τους μεγαλύτεροι. Πάγωσε, γύρισε πίσω και άρχισε να απομακρύνεται «Που πας κότα; Γυναικούλα; Πουστράκι; Δεν σου είπα ότι θα σε γαμήσω;»  Περπατούσε γρήγορα ο Μανώλης και κοιτούσε πίσω, τα μεγάλα παιδιά άρχισαν να τρέχουν και να τον κυνηγάνε.   Αν και θα μπορούσαν να τον πιάσουν γρήγορα δε το κάναν, τρέχαν πίσω του και μόνο κάνα δυο φορές κάποιος βγήκε μπροστά του και τον ανάγκασε να αλλάξει δρόμο. Στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί γίνεται αυτό, το κατάλαβε όταν είχε πάρει τον δρόμο που οδηγούσε έξω από το χωριό , το οδηγούσαν σε παγίδα! Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να γυρίσει πίσω προς τα πάνω τους και να προσπαθήσει να τους ξεφύγει. Μάταια, με το που σταμάτησε να γυρίσει πίσω ένα άλλο παιδί όρμησε πάνω και τον σώριασε στο χώμα. Αμέσως του έκλεισαν το στόμα και τον πιασαν δύο άτομα και τον έσυραν μέχρι ένα χωράφι με καλαμπόκι διακόσια μέτρα από εκεί που τον έριξαν. Οι φωνές των αγοριών που μαλώνουν είναι κάτι συνηθισμένο στα χωριά. Κάθε μέρα όλο και κάποιος καυγάς γινόταν, το ανοιγμένο κεφάλι από πέτρα ήταν κάτι συνηθισμένο,  ο καυγάς δεν είχε ηλικία , όπως ούτε και οι αρχηγικές τάσεις και οι τσαμπουκάδες.  Ακούγεται γελοίο, αλλά όσο δέος προκαλεί ένας εικοσιπεντάχρονος σε ένα δεκαεφτάρη ή ένας  σαραντάχρονος σε έναν εικοσπεντάρη , τέτοιο δέος αισθάνεται και ένας οχτάχρονος για έναν εντεκάχρονο.  Ο εντεκάχρονος είναι μεγάλος και μάγκας και πολλές φορές έξυπνος. Έχουν οδηγήσει τον Μανώλη στο κέντρο του χωραφιού που είναι προστατευμένο από τα βλέμματα πολλών. Εκεί τους περιμένουν άλλα τρία άτομα.  Πετάνε τον μικρό κάτω,  του έχουν δέσει το στόμα. Μιλάει ο αδερφός του χτυπημένου, αυτός που ήθελε να το παίξει πιο μάγκας και που υποτίθεται ότι είχε και λόγο.
-Στο είπα μαλακισμένο ότι θα σε γαμήσω! Φρικιό! Νεκροθάφτη! (του ρίχνει μια κλοτσιά στην κοιλιά) γιατί πέταξες πέτρα στον μικρό; Παραλίγο να του βγάλεις το μάτι! Μαλάκα! Ξέρεις τι θα σε κάνουμε τώρα; Θα σ αρέσει… τέτοιο φρικιό που είσαι. Παιδιά, φέρτε το σταυρό!
Ο Μανωλάκης γούρλωσε τα μάτια και προσπάθησε να φύγει, αλλά ένας από τους μεγάλους του έριξε μια μπουνιά στο στομάχι και σωριάζεται πάλι κάτω. Μάζεψε τα γόνατα στην κοιλιά και έκλεγε από τον πόνο.
-Θα σε σταυρώσουμε μαλακισμένο! Για να μάθεις να μην πετάς πέτρες στον αδερφό μου. Βγάλτε του τα ρούχα . Διέταξε τους άλλους
-Ε, μαλάκα… του είπε παραπονετικά ένας απ αυτούς που έλαβε την διαταγή
-Είπα! Τι θες να σου κάνουμε τα ίδια;
-Όχι , όχι… απλά είχαμε πει μόνο να τον τρομάξουμε
-Παραλίγο να βγάλει το μάτι του αδερφού μου! Δεν θα τον τρομάξω μόνο, θα τον τιμωρήσω!
Έτσι τα άλλα παιδιά βγάλαν τα ρούχα του Μανωλάκη, παρόλη την αντίστασή του, βάλαν το σώμα του πάνω στον αυτοσχέδιο από καλάμια σταυρό και του έδεσαν τα χέρια με τα έτοιμα σχοινιά που είχαν. Ο αρχηγός διέταξε τους άλλους να σηκώσουν τον σταυρό, οι άλλοι εκτέλεσαν την διαταγή απρόθυμα . Ένα από τα παιδιά έβαλε τα κλάματα, ο αρχηγός πήρε μια πέτρα και του την πέταξε στα πόδια «Αν δεν σταματήσεις να μυξοκλαίς, θα σε γαμήσω και σένα μαλακισμένο!» «Δεν είναι καλό αυτό που κάνουμε, θέλω να πάω στο σπίτι» «Είπαμε να τιμωρήσουμε τον Νεκροθάφτη,  εγώ είμαι ο αρχηγός εγώ διατάζω! Κρατήστε τώρα» Πήρε μια πέτρα και την πέταξε στον εσταυρωμένο , τον πέτυχε στην κοιλιά, πληγή, αίμα, πήρε και δεύτερη πέτρα , τον πέτυχε στο κεφάλι, δίπλα από το αυτί, αίμα, αναίσθητος  . Οι άλλοι φώναξαν «σταμάτα» και άφησαν τον σταυρό κάτω. Πίσω τους ακούστηκαν φωνές, κάποιος ή κάποιοι ερχόταν. Τον παράτησαν και χάθηκαν ανάμεσα στα ψηλά καλαμπόκια .

Ένα παιδί που είχε δει να σέρνουν τον Μανώλη στο χωράφι πήγε και ειδοποίησε τον δάσκαλο, αυτός δεν έχασε καθόλου χρόνο, ξεκίνησε να προλάβει το κακό. Δεν το πρόλαβε όμως. Το κακό είναι αρρώστια, κολλάει και μεταδίδεται, δεν  γιατρεύεται , αφήνει πληγές και ενοχές, αφήνει και ανοιχτούς λογαριασμούς.



9 σχόλια:

Gaurakos είπε...

Σκληραίνει! Και σκληραίνει επικινδυνα. Από την αδιαφορία, έχει προχωρήσει στο μίσος. Περιμένουμε το επόμενο.

E.T. είπε...

Αυτό ήταν πιο ανατριχιαστικό..

Sweet truth! είπε...

Διαβάζω, διαβάζω... και σφίγγεται η καρδιά μου.
Κάθε σειρά, ιστορίας απαγορευμένης για μένα, αλλά δεν με πτοεί τίποτα. Πλημμυρίζω από εκείνον τον ενθουσιασμό που γίνεται αγωνία, φόβος κι ας μην έχει πέσει το σκοτάδι... τι θα γίνει ύστερα;;;

Έχω διαβάσει ξανά κάτι "απαγορευμένο"
το κρατούσα σαν φυλαχτό στο θώρακά μου, πρωί βράδυ, μέχρι να τελειώσει. Δεν άφηνα μάτι άλλου να πέσει, δεν ήθελα άλλοι να μάθουν τι διαβάζω... και ύστερα το πέταγα αφού είχα αντλήσει τα πάντα από μέσα του... κρατώντας το στη μνήμη.
Αυτό που μου αρέσει εδώ είναι πως θα μείνει η ιστορία, δεν θα πεταχτεί, γιατί πάντα το μετάνιωνα όταν πέταγα ένα βιβλίο.

Συνέχισε, συνεχίζω κι εγώ να διαβάζω...

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ είπε...

Θα έρθω όταν πάρει να σκοτεινιάζει να διαβάσω.

margkw είπε...

πιο σκληρο, ομορφο παράλληλα.Βουρκωσα , κυλισε δακρυακι αλλα περιμενω τη συνεχεια.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ είπε...

Κοίτα, είμαι εντυπωσιασμένος με σένα. Η σημερινή δεύτερη συνέχεια του διηγήματος: Με την σκηνή που ξυπνάει φοβισμένος τους γονείς του και την αδιαφορία με την οποίαν τον αντιμετωπίζουν. Την σκηνή στο σχολείο στην τάξη, τις βόλτες του στο νεκροταφείο, την διαδρομή του προς το σπίτι του δασκάλου. Την τρομοκρατία της ομάδας των εφήβων σε βάρος ενός μικρότερου παιδιού. Την "σταύρωση" του. Ο λιθοβολισμός. Όλο το κείμενο έιναι ένα έτοιμο σχεδόν σενάριο για μια εξαιρετική κινηματογραφική ταινία. Δεν υπερβάλλω ούτε στο ελάχιστον.Πίστεψε με. Στο έχω ξαναγράψει. ΕΧΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΤΑΛΕΝΤΟ.

Gina είπε...

Απλά υπέροχο..Πιο περιγραφικά ανατριχιαστικό δεν γίνεται!Περιμένω με αγωνία την συνέχεια..
Φιλάκια πολλά

mr.alobar είπε...

πολυ καλη η συνεχεια φιλε,δεν μου αρεσαν λιγο τα βρισιδια αν και μαλλον ειναι ρεαλιστικα 100%,λεπτομερια ομως μην δωσεις σημασια σε αυτο...

aougaros είπε...

Gaurakos

Κάθε συνέχεια θέλω να πιστεύω ότι θα είναι πιο σκληρή
Σ ευχαριστώ

Sweet truth!
Μαράκι εγώ ούτε καν χαρίζω τα βιβλία μου, μόνο τα δανείζω με πολλές επιφυλάξεις. Κάθε βιβλίο είναι στολίδι ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του. Το blog είναι άλλη φάση, έχει και αυτό την χάρη του αλλά δεν είναι βιβλίο.
Φιλιά

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Να σαι καλά, πάντα με τα καλύτερα λόγια, δίνουν δύναμη για ένα δύσκολο εγχείρημα σαν αυτό που επιχειρώ τελευταία. Το δικό σου θα το διαβάσω το βράδυ.

margkw

Σε ευχαριστώ πολύ, ελπίζω να σε αποζημιώσει η συνέχεια. Φιλιά

Gina

Πάλι δεν συνδέθηκε;
Περιμένω με αγωνία τα πολλά φιλάκια