Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

00:43


Ένα βουνό από βιβλία
Χιλιάδες σελίδες
Εκατομμύρια λέξεις
Αμέτρητα γράμματα
Όλα χυμένα στο πάτωμα
Μαζί με τα σπασμένα γυαλιά
Όλα ριγμένα
Σπασμένα ποτήρια και πεταμένα βιβλία
Σημάδια ανακατωμένης ζωής
Κοιτάω τον πάτο των άδειων  ποτηριών
Βλέπω ρολόγια
Χωρίς δείκτες, χωρίς αριθμούς
Βλέπω τις χαμένες ώρες
Πετάω τις ώρες και σπάνε στους τοίχους
Πέφτουν θρύψαλα στο πάτωμα
Κοφτερά κομμάτια της κατεστραμμένης μου ζωής
Περπατάω ξυπόλυτος πάνω τους
Τα γυμνά μου πόδια ματώνουν
Το αίμα με ενώνει με την γη
Το μέσα μου βγαίνει έξω και κυλάει στο πάτωμα
Βάφει τις σελίδες κόκκινες
Οι λέξεις πνίγονται στο αίμα
Τα γράμματα ψάρια στον κόκκινο ωκεανό
Τραβάω τα δίχτυα και βγάζω μια καλή ψαριά από γράμματα
Αν τα βάλω στη σειρά θα βγουν μερικές λέξεις
Σωστές
Αν τα αφήσω έτσι θα μείνει η ζωή μου
Ανακατωμένη
Τα αφήνω έτσι
Δεν μιλώ
Τι να πω;
Μόνο γκρεμίζω
Γκρεμίζω για να λέω ότι ζω.









                                                                               

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Ένας Cult Κουρέας

Η ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ


Περπατούσα στην πλατεία του μετρό στην Πανόρμου, το περπάτημα μου είχε ξεσηκώσει τα περιστέρια και πετούσαν μπροστά μου, έμοιαζε λίγο ποιητικό το  όλο σκηνικό, λες και είχαν βγει μπροστά να προϋπαντήσουν τον ερχομό μου στον κόσμο,  ήθελα να  πάω στο ΒΕΝΕΤΗ για ένα κουλούρι για πρωινό, καθόλου ποιητικό. Περπατώντας λοιπόν με τα περιστέρια να μου ανοίγουν τον δρόμο πλησίασα τον φούρνο, λίγο πριν τον φούρνο όμως υπάρχει ένα περίπτερο, απ την αριστερή μεριά του περιπτέρου ερχόταν ένα άλλο σμήνος περιστεριών που άνοιγαν τον δρόμο κάποιου άλλου διαβάτη. Αυτός ο άλλος δεν είχε δει τα περιστέρια μου ούτε και εγώ είχα δει τα δικά του. Περάσαμε απ το περίπτερο την ίδια ακριβώς στιγμή μόλις βρεθήκαμε στο ίδιο οπτικό πεδίο τα περιστέρια μου έπεσαν πάνω του και τα δικά του πάνω μου, για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα εκεί να παλεύω με τα περιστέρια του άλλου. Χαμός, δύο άτομα πάλευαν με τα περιστέρια τα όποια είχαν εγκλωβιστεί ανάμεσά μας! Τα δικά μου έπεφταν πάνω του και γυρνούσαν πίσω και έπεφταν σε μένα, το αντίστοιχο πάθαιναν και τα άλλα περιστέρια. Είναι τόσο ηλίθια ή τόσο άχρηστα που δεν μπορούσαν να πετάξουν από πάνω μας , μόνο έφευγαν μερικά από τα δεξιά μου καθώς αριστερά είχα το περίπτερο. Μες τον ρήμαγμο και τον χαμό τον φτεροκοπημάτων άκουσαν μια γνωστή τσιρίδα,  δεν είναι δυνατόν λέω μέσα μου. Μόλις έφυγαν όλα τα πουλιά και καταλάγιασαν τα πούπουλα και οι σκόνες είδα ότι το άτομο που είχε φέρει τα πουλιά μαζί της ήταν η Ζήνα, όχι η τηλεοπτική Ζήνα, αλλά η φίλη που θα συναντούσα αμέσως μετά το κουλούρι
-Ε, δεν είναι δυνατόν , μου λέει μόλις με είδε και αυτή
-Ήρθες σαν την άνοιξη,  της απαντώ
-Ναι καλά, σ όλες τα ίδια λες… που πας σαν τον κλέφτη ;
-Γιατί κλέφτης;
-Μες τα μαύρα πρωί πρωί, και βγάλε τον σκούφο μάνα μου, μια χαρά καιρό έχει
-Άσε τον σκούφο τον χρειάζομαι…  που πας εσύ;
-Μην πας να αλλάξεις θέμα, τι τον χρειάζεσαι τον σκούφο; Ακόμα δεν κουρεύτηκες;
-Ακόμα….. αλλά θα πάω σήμερα, αλήθεια. Εσύ θα μου πείς που πας;
-Στην τράπεζα έχω μια δουλεία.
-Καλά πάω μαγαζί και σε περιμένω.
-Καλά μάνα μου δεν είπες ότι θα πάς για κούρεμα;
-Ναι πασάκα μ’ , πρώτα καφέ και μετά κούρεμα
-Σε ποιόν θα πάς; Στον….
-Ναι σ αυτόν
-Σοβαρά!
-Ναι ρε τον γουστάρω που είναι cult
-Δεν πας καλά, έχεις πρόβλημα
-Καλά, πάνε τώρα στην δουλεία σου και τα λέμε μετά. Α, και να σου πω κοίτα μην φέρεις πάλι τίποτα πουλιά μαζί σου
Μου έβγαλε την γλώσσα και έφυγε… και όπως έφευγε είδα ότι πίσω στην πλάτη, στην κατά τα άλλα σοβαρή μωβ μπλούζα της υπήρχε ένα μικροσκοπικό πολύχρωμο ριγέ γαντάκι. Ναι , ένα γαντάκι έτσι στο ξεκούδουνο ραμμένο πάνω στην μπλούζα της, ένα γαντάκι σε μέγεθος που χωρούσε μόνο το πόδι ενός περιστεριού, ή το κεφάλι ενός μικρού περιστεριού…. Κεφαλ’ στου γαντάκ’  (από το γνωστό σκετσάκι των ΑΜΑΝ)

Ο CULT


 Πριν από ένα μήνα από την συνάντηση που ανέφερα πιο πάνω είχα πάει σε ένα κουρείο στην Κυψέλη που όμοιο του δεν υπάρχει στην Αθήνα.  (Για να μπορέσω να γράψω πιο εύκολα συνεχίζω την ιστορία σε ενεστώτα .)
Φτάνουμε με τον Γιώργο έξω από το κουρείο
-Λοιπόν μπες και έρχομαι σε λίγο
-Ρε φίλε είναι καλός;
-Καλός είναι, μπες και θα δεις
-Ρε σίγουρα; Σε φοβάμαι εσένα….
-Ρε μην  μασάς! Μπες
-Αντε καλά, σε πόση ώρα θα γυρίσεις;
-Σε λίγο πετάγομαι μέχρι το σπίτι και έρχομαι αμέσως….
Μπαίνω μέσα στο κουρείο λοιπόν και βλέπω έναν τύπο με άσπρη στολή σαν γιατρού  να έχει γυρισμένη την πλάτη προς την πόρτα και να τρώει. «Καλημέρα» λέω και αμέσως γυρνά προς το μέρος μου.  Βλέπω έναν κύριο γύρω στα 55, γκρίζα μαλλιά, ασπρισμένο δέρμα σαν να είχε λεύκη, στο στόμα του είχε μια λαδιά που του έφτανε μέχρι το σαγόνι και στο χέρι του κρατούσε ένα πιρούνι με μια μελιτζάνα γιαχνί καρφωμένη ακόμα πάνω του . Καθισμένος με κοιτούσε με ένα χαμένο βλέμμα, δεν μιλούσε, μόνο μασούσε και με κοιτούσε, σάστισα και μίλησα για να σπάσω την σιωπή, γιατί δεν ήξερα ακόμα αν έπρεπε να γελάσω ή να τρομάξω.
-Τρώτε; Θέλετε να περάσω αργότερα;
-Όχι, όχι παρακαλώ περάστε… είπε ο κουρέας με μια πολύ ήρεμη φωνή, απελπιστικά ήρεμη και αργή…
-Δεν πειράζει, θα κάνω ένα τσιγάρο εδώ στην πόρτα και θα καθίσω σε λίγο
-Μα όχι ελάτε, καθίστε, μόλις τελείωσα το φαγητό μου.
Με έπιασε από το μανίκι και με οδήγησε στην καρέκλα και με έβαλε να καθίσω, πάντα κινούμενος και  μιλώντας πολύ ήρεμα. Τόσο ήρεμα σε σημείο που να τρομάζεις. Εκτός από την ηρεμία παρατήρησα ότι κούτσαινε και επίσης  όπως  μου έπιανε τον μανίκι κατάλαβα ότι είχε πάρκινσον. Ναι λοιπόν ο κουρέας που με πήγε ο φίλος μου και σε λίγο θα δούλευε το ψαλίδι πάνω από στο κεφάλι μου είχε πάρκινσον!  Αφού λοιπόν με κάθισε στην καρέκλα πήρε μια πετσέτα και σκούπισε το στόμα του, τον κοιτούσα πλέον από τον καθρέφτη, η λαδιά που είχα δει στο στόμα του όταν μπήκα δεν έφυγε γιατί δεν ήταν λαδιά, ήταν άσχετη κιτρινίλα πάνω στο δέρμα του. Πάτησε ένα κουμπί στο ραδιοσιντικασετοφονο πλέηερ και ξεκίνησε μια απαλή ήρεμη μουσική με πουλάκια που κελαηδάνε, ρυάκια που τρέχουν ήρεμα και απαλά και ανάλαφροι κινεζοζέν ήχοι.  Βασική λεπτομέρεια: το ραδιοσιντικασετοφονο πλέυερ είχε αντί για κεραία ένα σκουριασμένο σύρμα. Αφού έχουμε την μουσική μας είμαστε έτοιμοι για το κούρεμα, και κούρεμα χωρίς διάλογο δεν  υπάρχει, υπάρχει;
-Πως θέλετε να σας τα πάρω;
-Κανονικά… όχι πολύ κοντά… απλά να φύγουν τα πολλά
-Θέλετε με μηχανή ή με ψαλίδι;
-Με μηχανή!
-Καλά θα σας πάρω τα πολλά με μηχανή και μετά θα σας τα στρώσω με το ψαλίδι.
-(νιεχ) Καλά…. εσείς είστε ο μάστορας
-Λοιπόν ξεκινάμε με την δεύτερη σκάλα….ζζζζζζζζζζζζζζζζζζζ….. ποιος σας έστειλε εδώ;
(από εδώ και κάτω όλος ο διάλογος εξελίσσεται υπό τους ήχους της μηχανής)
-Ο Γιώργος ο Π. που μένει πίσω από την εκκλησία
-Αααααα Γιώργος…. μάλιστα…. και τι κάνει ο Γιώργος;
-Καλά είναι θα ρθει σε λίγο
-Ααααα, θα ρθεί ε; Εγώ νόμιζα ότι πέθανε…. Μα πως το νόμιζα εγώ αυτό;
-Μια χαρά είναι, μάλλον θα τον μπερδεύετε με άλλον
-Μα όχι εγώ νομίζω ότι έχει πεθάνει…. Δεν είναι αυτός που είχε λίγο φαλάκρα εδώ μπροστά;
-Όχι, άλλον Γιώργο λέτε
-Αααα άλλον ε; Μπορεί να κάνω και λάθος, αυτός που σας λέω εγώ περπατούσε μια μέρα εδώ πιο κάτω και τον πάτησε ένα φορτηγό…. Κρίμα το παιδί….
-Ε…. ναι κρίμα….
-Ξέρετε,  ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα…. Ανα πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να πεθάνει, ε; δεν ξέρουμε ποτέ αν θα ζήσουμε και την επόμενη μέρα.
-Ε… ναι αυτό ισχύει…
-Εσείς από πού είστε; … τελειώσαμε με την μηχανή, ψαλιδάκι τώρα
(τέλος ήχου μηχανής, ήχος τσιλ αουτ)
-Απ την Λάρισα είμαι, αλλά μένω στην Αθήνα αρκετό καιρό
-Αααα απ την Λάρισα έ; Τι μου θυμίσατε τώρα…. Έμενα παλιά στην Λάρισα, πριν από 40 μπορεί και 45 χρόνια…. Ήμουν μικρός τότε, ήταν ωραία στην Λάρισα….. Είχαμε και ένα ωραίο σπίτι…. Δίπλα μας έμενε και ένας χωροφύλακας …. Αυτός ο χωροφύλακας που λέτε αγαπητέ μου ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα νέα 16 χρονών……. Κρητικός ο χωροφύλακας , Λαρισαία η κοπέλα…. μια μέρα που λέτε τα φτιάξαν τα παιδιά….  αλλά ο πατέρας της κοπέλας δεν τον ήθελε τον χωροφύλακα για γαμπρό… αυτός μετά την έκλεψε για την παντρευτεί στα κρυφά επειδή την αγαπούσε…. αλλά μόλις την πήρε κοπέλα την έσφαξε την κοπέλα έξω από το σπίτι του…. και μετά και αυτός αυτοκτόνησε με το ίδιο μαχαίρι δίπλα στην κοπέλα…. Εμείς που παίζαμε έξω στον δρόμο τα είδαμε όλα αυτά και πήγαμε εκεί κοντά και βλέπαμε τα αίματα να κάνουν λιμνούλα γύρω από τα δύο σκοτωμένα  παιδιά…. Και ένα γατάκι πλησίασε να γλύψει το αίμα…. το έδιωξα…. και κοιτούσα την λίμνη με το αίμα… παιδάκι ήμουν…. Αλλά ξεχνιούνται τα αίματα;…. να, τώρα κλείνω τα μάτια μου και βλέπω αίματα… (χρατς! Ψαλιδιά πάνω από το αυτί)
Κοιτάζω στον καθρέφτη τον κουρέα που μου έλεγε την ιστορία να έχει κλειστά τα μάτια και να σκέφτεται, προφανώς τα αίματα, ξεχνιούνται τα αίματα; Για να τον διακόψω από τον ειρμό των σκέψεών του, του έκανα μια γρήγορη ερώτηση
-Και γιατί την σκότωσε την κοπέλα;
-Αααα γιατί όπως σας είπα ο χωροφύλακας ήταν κρητικός και δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του! Προσβλήθηκε που τον απέρριψε ο πατέρας της κοπέλας και έτσι τον εκδικήθηκε.
-Κρίμα για την κοπέλα
-Και ήταν όμορφη κοπέλα… έχετε μείνει ποτέ και σε άλλη πόλη
-Ναι
-Σε ποιες;
-Αρκετές…. Ηράκλειο, Βόλο, Κομοτηνή, Θε…
-Ααααα Κομοτηνή…. Τι μου θυμίσατε τώρα….
-Τι;
-Στην Κομοτηνή ήμουν φαντάρος, και μια μέρα που λέτε… ήταν ένας δεκανέας…. Μόνος του στο βουνό… είχε και ένα οπλοπολυβόλο μαζί του…. εμείς ακούγαμε από μακριά του λύκους να ουρλιάζουν… αλλά ο δεκανέας είχε οπλοπολυβόλο μαζί του….. (την γλίτωσε ο φαντάρος, είπα μέσα μου) … παρόλο όμως που είχε αυτό το όπλο τον φάγανε οι λύκοι…. (πάει και αυτός…) τον βρήκαμε  την άλλη μέρα στα χιόνια μισοφαγωμένο και το αίμα του είχε βάψει το χιόνι κόκκινο….
Τον κοιτάω από τον καθρέφτη, είχε κλειστά τα μάτια του και κάτι σκεφτόταν, τα αίματα μήπως; Ξεχνιούνται τα αίματα; Χρατς ! ψαλιδιά πάνω από το αυτί. Και δεν περνούσε η γαμημένη η ώρα με τίποτα, σκεφτόμουν ότι θα είχα μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθώ αλλά μέχρι να τελειώσει αυτός ο τύπος από πάνω, θα έχει σκοτώσει τον μισό πληθυσμό της γης.  Όλο για αίματα μου μιλούσε, ξεχνιούνται τα αίματα; Παρατηρούσα το κουρείο, εντελώς παραδοσιακό, όπως παλιά, που τα κουρεία ήταν και οδοντιατρεία, δεν το θεωρώ απίθανο να έχει και τέτοια προσόντα ο συγκεκριμένος κουρέας.

Αφού επιτέλους τελείωσε το κούρεμα, που με ένα παράδοξο τρόπο το είχε πετύχει, έβγαλε μια χτένα που την είχε βουτηγμένη σε ένα ποτήρι με ξίδι, με χτένισε  το μαλλί χωρίστρα , τον πλήρωσα και έφυγα.  Από την ώρα που βγήκα από το κουρείο σκεφτόμουν πώς θα διηγηθώ όλο αυτό στη Ζήνα,  πως θα εκδικηθώ τον Γιώργος που μ έστειλε  σ αυτόν , και με πιο τρόπο να φέρω και εγώ την σειρά μου τον Χάρη σ αυτό το κουρείο.


Τώρα γιατί ξαναπήγα σ αυτόν, μην το ρωτάτε…. σαδομαχιστικές τάσεις μπορείς να πεις….

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Vodka Resort

  Αυτή η αϋπνία θα με σκοτώσει τελικά,  πνιγηρός ο αέρας μέσα στο δωμάτιο, τόσο πηχτός που νομίζω ότι μπορώ να τον κόψω με ένα μαχαίρι. Δεν έχω μαχαίρια πλέον στο σπίτι μετά από αυτό που έγινε, τα έχω πατάξει όλα.  Το τραύμα μου κάθε που αλλάζει ο καιρός με πονάει, έμεινε για πάντα πάνω στο κορμί μου σαν τατουάζ. Δεν είναι ο πόνος που με ενοχλεί, είναι η θύμηση του, ένα σημάδι αποτυχίας. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια,  δεν το κατάλαβα, τρία χρόνια, τρεις μήνες, το ίδιο μου φαίνεται.  Ξένος ο χρόνος, ξένη η ζωή, δικό μου το σημάδι, δικό μου το βάρος.

Μια βδομάδα πριν, έχω γυρίσει στο σπίτι από την δουλεία, είναι αργά, δούλεψα πολύ εκείνη την  μέρα και με πονούσε αφόρητα το κεφάλι, ήθελα να κοιμηθώ, όχι ότι είχα να κάνω και κάτι άλλο δηλαδή, άλλα ήθελα να κοιμηθώ, να μην νιώθω τον πονοκέφαλο.  Έχω καθίσει στο κρεβάτι με σβηστά τα φώτα και κρατάω το κεφάλι μου να ηρεμήσω, είναι οι στιγμές που προσπαθώ να μην σκέφτομαι τίποτα, προσπαθώ να αδειάσω, και το καταφέρνω σχεδόν , όχι ότι αδειάζω τελείως , σκοτεινές εικόνες από το παρελθόν μου ξεχύνονται μέσα στο κεφάλι και χορεύουν μακάβριους χορούς. Κάποτε αυτές οι εικόνες με βασάνιζαν, ήταν σαν να με τιμωρούσαν για όσα έκανα, δεν άντεχα καθόλου, ούτε ένα λεπτό. Σιγά σιγά συνήθισα, έμαθα να ζω μ αυτές, έμαθα να ζω με τα φαντάσματα που με κυνηγάνε, τώρα τις έχω συντροφιά μου, ναι οι εφιάλτες μου είναι η συντροφιά μου. ¨Όταν  ζεις μέσα στο απόλυτο κενό η μόνη συντρόφια είναι οι εφιάλτες σου,   ο έμετος του παρελθόντος σου που χει αφήσει μια μυρωδιά ξινίλας που μόνο εσύ αντιλαμβάνεσαι. Περισσότερο  αυτά σκεφτόμουν εκείνη την μέρα στο σκοτάδι με το κεφάλι κρυμμένο στα χέρια μου παρά τις εικόνες από το παρελθόν,  φιλοσοφίες της κακιάς ώρας, ένα ικετευτικό βλέμμα από το παρελθόν και ένα “σε παρακαλώ” μου έριξαν μια σουβλιά μέσα στο κεφάλι, έσφιξα τα χέρια και έσκυψα περισσότερο. Πόνεσα πραγματικά.  Αλλά το έχω συνηθίσει , ξέρω την διαδικασία ,  θα επαναληφτεί μερικές φορές σαν αντίλαλος και θα χαθεί πάλι για λίγο, και ξανά “σε παρακαλώ” και το βλέμμα, σφίχτηκε η κοιλία μου. Πόση ώρα θα έμενα εκεί; δεν το ξέρω, ίσως μέχρι να με πάρει ό ύπνος,  ίσως μέχρι να πεινάσω απελπιστικά πολύ και αναγκαστώ να κουνηθώ μόνο και μόνο για να φάω κάτι, ίσως και μέχρι την επόμενη μέρα που σηκωθώ για να πάω στην δουλειά, με τα ίδια ρούχα,  απελπιστικό ακούγεται, αλλά ίσως και να μου άξιζε.  Αυτή τη βραδιά είπα να την αντιμετωπίσω διαφορετικά, με αισιοδοξία, γι αυτό και άρχισα να πίνω, έχω ακούσει ότι πίνοντας ξεχνάς και σκέπτεσαι όμορφα πράγματα, τι πιο αισιόδοξη σκέψη από το να ξεχάσω , ξέρω ότι δεν ξεχνάω, απλά κλείνω διακόπτες και την άλλη μέρα δεν θυμάμαι τίποτα, και αυτό αισιόδοξο είναι.  Ήπια τα δύο πρώτα ποτήρια βότκα σχεδόν μονορούφι. Βότκα πίνω μόνο τις βραδιές που θέλω να κάνω στον εαυτό μου το δώρο της λήθης. Είχα καιρό να κάνω κάτι καλό για μένα, πιστεύω ότι πρέπει να  αντιμετωπίζω τα φαντάσματα μου, να τα υπομένω, μέχρι να γίνω φίλος τους και ένα μ αυτά.  Δεν είχα φάει τίποτα εκείνη την μέρα και βότκα με χτύπησε αμέσως, όχι ζάλη, πονοκέφαλος.  Πήρα και δύο μεζουλίτ και ένα πονστάν που τα είχα πρόχειρα δίπλα στο κρεβάτι, δεν γαμιέται, είπα μέσα μου, σε λίγο θα λιποθυμούσα, δεν θα χρειαζόταν να περιμένω να με πάρει ο ύπνος, ούτε τα παπούτσια δεν έβγαλα. Έπεσα ξερός.




Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Ο Νεκροθάφτης 8 (ο πνιγμός)

Μικρή εισαγωγή
Ο Μανώλης στην πομπή της κηδείας δεν μπόρεσε να κρατήσει το καπάκι του φέρετρου λόγω του ανέμου που το άρπαξε από τα χέρια του και το έστειλε στο σβέρκο ενός παιδιού και τον άφησε στο έδαφος να σπαρταράει. Ο Μανώλης  έφυγε τρέχοντας και πήγε σπίτι του και ξανάρχισε να τρώει ασβέστη ξύνοντας με μανία τον τοίχο. Το πρόβλημα είναι πως θα συνεχιστεί η κηδεία με ένα παιδί στο δρόμο να σπαρταράει και με το καπάκι του φέρετρου που έχει σπάσει.

Κηδεία

Το αίμα έτρεχε ζεστό στην άσφαλτο, το παιδί ήταν ακόμη ξαπλωμένο με τα δόντια του να αγγίζουν την άσφαλτο, τα μάτια  του είχαν ένα χαμένο βλέμμα που ατένιζε στο τίποτα. Κανένας δεν έπρεπε να τον ακουμπήσει γιατί το χτύπημα ήταν στο σβέρκο. Η μάνα του μικρού ήταν εκεί και έκλεγε για το παιδί της, όλοι οι υπόλοιποι  παραβρισκόμενοι  στην κηδεία είχαν μαζευτεί γύρω του και κοιτούσαν με αγωνία το παιδί στην άσφαλτο.  Ένας τέλειος κύκλος φαινόταν από ψηλά,  ένας κύκλος που δεν είχε μια τελεία για κέντρο, αλλά ένα ξαπλωμένο σώμα και μια γυναίκα να στέκεται στα γόνατά της. Έτσι ήταν και η αρχική μορφή ζωής, μια κυκλική αμοιβάδα, που αναπαράγεται με μίτωση, δηλαδή κόβεται στο κέντρο και δημιουργεί μια άλλη αμοιβάδα με ένα άλλο κύκλο στην μέση, έτσι έγινε και όταν φώναξε τον κόσμο ο παπάς για να δούνε πως θα συνεχιστεί η κηδεία.
«Ακούστε με»   φώναξε ο παπάς και πολλοί έφυγαν από το παιδί που ήταν πεσμένο και μαζεύτηκαν γύρω από τον παπά
-Αυτό που έγινε ήταν πολύ άσχημο, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε στην κηδεία, οι συγγενείς και οι κοντινοί  φίλοι του νεκρού να ακολουθήσουν και  όσοι από τους υπόλοιπους θέλουν ας μείνουν με το παιδί. Είπε ο παπάς
-Και με το καπάκι τι θα γίνει; ρώτησε ένας άντρας
-Δεν ξέρω… έχει να προτείνει κανείς τίποτα; απάντησε ο παπάς
-Έχω εγώ να πω κάτι… αλλά ίσως ακουστεί περίεργο, είπε κάποιος από μέσα από τον κύκλο και βγήκε μπροστά.
-Τι περίεργο… ότι και αν πεις συζητήσιμο είναι
-Ξέρω κάποιον που έχει ένα φέρετρο στο σπίτι του……
-Τι!!!!!!!! είπε απότομα ο παπάς, ποιος έχει τέτοιο πράγμα σπίτι του; Είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια πράγματα στην ενορία μου!
-Μην το παίρνεις στραβά πάτερ, αυτός που ξέρω το πήρε το φέρετρο γιατί περιμένει λέει την μάνα του να πεθάνει, και λέει ότι το πήρε από ένα γραφείο τελετών που έκλεινε σε τιμή  ευκαιρίας. Άσε που η μάνα του τόσα χρόνια δεν λέει να πεθάνει…
-Ποιος είναι αυτός;
-Δεν μπορώ να σου πω εδώ με τόσο κόσμο, αλλά αν θές με μερικά χρήματα μπορώ να πάω να τον βρω και να στο φέρω εγώ εδώ, δεν θέλει να αποκαλυφτεί
-Πως δεν θα αποκαλυφτεί; Μαζί δεν θα πάτε;
-Όχι, μόνος μου θα πάω… απλά ξέρω που το έχει, θα το φέρω και θα του δώσω τα χρήματα για να πάρει άλλο καινούριο αν θέλει
-Όχι! Δεν κάνω τέτοιες συμφωνίες εγώ ,είπε ο παπάς.
Ο γιος του κηδευμένου έσκυψε στο αυτί του παπά και του είπε κάτι, μετά τον κοιτούσε στα μάτια με παρακλητικό βλέμμα. Ο παπάς τον κοιτούσε και σαν να μην ήθελε να συμφωνήσει αλλά αναγκαστικά έπρεπε να υποχωρήσει, συμφώνησε με το βλέμμα  με το γιο του τεθνεώτος .
-Ας είναι… κανονίστε τα με τον Αλέκο από εδώ και φερτό το συντομότερο, είπε ο παπάς και έφυγε από τον κύκλο.
Ο Αλέκος πήγε στον τύπο που ήξερε που υπάρχει το καπάκι και του είπε κάτι σύντομο στο αυτί, ο άλλος διαφώνησε και του είπε κάτι σύντομο πάλι στο αυτί, ο Αλέκος έσφιξε τα χείλη, σκέφτηκε λίγο, «εντάξει» είπε και έφυγε χωρίς να τον κοιτάξει.
Μέσα σε είκοσι λεπτά ήρθε ο τύπος με το καπάκι, εκείνη την ώρα ακριβώς ήρθε και ο ασθενοφόρο να πάρει το παιδί. Όλοι ανοίξανε δρόμο να περάσει το όχημα το οποίο μόλις έφτασε έκανε αναστροφή και σταμάτησε δίπλα στην νεκροφόρα έτοιμο να φύγει μόλις θα φόρτωνε. Δυο οχήματα το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα ολόμαυρο και το άλλο άσπρο, εντελώς αντίθετα και όμως φορτωνόταν με τον ίδιο τρόπο. Το ασθενοφόρο πήρε το παιδί και την μάνα και έτσι όλοι οι υπόλοιποι συνέχισαν την κηδεία. Το καπάκι ήταν λίγο μεγαλύτερο απ΄ότι έπρεπε αλλά δεν γινόταν αλλιώς.  Απόλυτη σιωπή την ώρα της κηδείας, κανείς δεν μιλούσε, περίμεναν να τελειώσει για να φύγουν όπως όπως, μόνο μερικοί νέοι συζητούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους σαν κάτι να σχεδίαζαν.

Η επίθεση

Ο Μανώλης ήταν στο σπίτι και είχε αρχίσει μανιωδώς να τρώει ασβέστη.  Ο πατέρας που τον άκουσε να κλαίει μπήκε στο δωμάτιο και τον σταμάτησε πριν προλάβει να φάει αρκετό.  Τον κρατούσε στην αγκαλιά του και ο μικρός έκλαιγε. Μετά από αρκετή ώρα που είχαν μείνει έτσι ακούστηκε ένας δυνατός ήχος στην πόρτα, κάποιος την κλώτσησε. Ξανά ο ίδιος ήχος και μια φωνή ακούστηκε να λέει «θα σε πιάσουμε καταραμένε!», το κλάμα αμέσως έγινε τρόμος.  Η πόρτα στο επόμενο χτύπημα έσπασε και χύθηκαν μέσα στο σπίτι αρκετά άτομα που πήγαν αμέσως απειλητικά προς τον Μανώλη.
Λίγα λεπτά πριν ο παππούς ήταν στο νεκροταφείο και σκέπαζε τον τάφο, είδε από μακριά καμιά δεκαριά άτομα να πηγαίνουν προς το σπίτι του μικρού, παράτησε την δουλεία στη  μέση και ξεκίνησε και αυτός με γρήγορό βήμα προς το σπίτι του παιδιού.
Μέσα στο σπίτι, με το που μπήκαν τα άτομα, δύο από αυτούς πιασαν τον γέρο πατέρα του μικρού και τον κόλλησαν στο τοίχο. Αυτός προσπαθούσε απελπισμένα να απελευθερωθεί και φώναζε «Τι κάνετε αφήστε τον! Είναι παιδί! Αφήστ.» κάποιος του βούλωσε το στόμα. Οι υπόλοιποι είχαν πέσει πάνω στο Μανώλη και τον χτυπούσαν, τον κλωτσούσαν στην κοιλιά και στο πρόσωπο,  μάτωσε το στόμα του, στην αρχή ο μικρός ούρλιαζε αλλά μετά σταμάτησε  δεν προλάβαινε να καταλάβει από ερχόταν τα χτυπήματα, τον είχαν κάτω και τον χτυπούσαν και τον βρίζανε «Τον Χριστό σου κωλόπαιδο! Μαλακισμένο! Καταραμένε!»  Ο πατέρας έβλεπε τον χαμό εκεί που  βρισκόταν το παιδί και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Δεν έβλεπε τον γιο του, μόνο την αναμπουμπούλα, μέχρι που κάποιος έσκυψε κάτω έπιασε τον μικρό από τα ρούχα και τον σήκωσε και τον κόλλησε στον τοίχο. Τότε είδε το προσωπάκι του γιού του γεμάτο αίματα και τα μάτια του γεμάτα αγωνία. Ο μικρός έβλεπε τον τύπο που τον είχε σηκώσει και τον είχε κολλήσει στον τοίχο, ήξερε πια να αναγνωρίζει το βλέμμα του μίσους και σ αυτόν το έβλεπε σε πολύ έντονο βαθμό.  Λίγο πριν αρχίσει να τον χτυπάει ο τύπος μίλησε στον μικρό
-Ξέρεις τι είσαι; Είσαι μια κατάρα, ένα σκουπίδι, μια απειλή,  ένα φτύσιμο του διαβόλου, μια καταστροφή, ένα μαλακισμένο που σκορπά παντού την δυστυχία,  το παιδί που σκότωσες ήταν πολύ καλύτερος από σένα μαλακισμένο,  το μόνο καλό που έχεις να κάνεις είναι να πεθάνεις. Δεν θα λυπηθεί κανείς για τον θάνατό σου, σκουπίδι, καταρ.. μα τι…
Ο Μανωλάκης έπεσε από τον τοίχο καθώς ο τύπος που τον κρατούσε έπεσε και αυτός προς τα πίσω. Είδε το παππού να πετάει στο πάτωμα αυτόν που τον κρατούσε και μετά να ρίχνει μια μπουνιά σε έναν άλλο. Ο παππούς κοίταξε για πολύ λίγο τον μικρό που ήταν μέσα στα αίματα και μετά όρμησε πάνω στα άτομα και έριξε δυο μπουνιές στην τύχη. Αυτοί που έφαγαν τις μπουνιές από τον παππού πέσαν με θεαματικό τρόπο στο έδαφος.  «Μπορεί να είμαι γέρος… αλλά σαν κάνω όλους καλά πολύ εύκολα, ας πλησιάσει κανείς και θα δει τι θα πει γέρος… ελάτε ρε κότες… τα βάζετε με το παιδάκι.» ο γέρος μιλούσε και άφριζε, ήταν γνωστός για την δύναμή του αλλά κανείς δεν περίμενε ότι μπορούσε να νικήσει τόσους νέους μαζί τόσο εύκολα, ήταν γνωστό  στο χωρίο ότι  μπορούσε να σκοτώσει μοσχάρια με κεφαλοκλέιδωμα, ελάχιστα άτομα μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Αυτοί που κρατούσαν το πατέρα του μικρού τον άφησαν και αυτός σωριάστηκε αναίσθητος στο έδαφος,  κανένας δεν έδωσε σημασία εκείνη την ώρα. Όλοι μαζί τώρα στεκόταν απέναντι από τον παππού.  «Κωλόγερε θα πεθάνεις και συ» του είπε κάποιος «Εσύ φταις που έγινε έτσι ο μικρός» του είπε κάποιος άλλος. «Να πάτε να γαμηθείτε» είπε ο παππούς και όρμησε πρώτος πάνω στα άτομα. Έριξε τις πρώτες μπουνιές αλλά κάποιος έσκυψε κάτω και του αγκάλιασε τα πόδια, ο παππούς δεν καταλάβαινε τίποτα από ξύλο αλλά δεν μπόρεσε να κρατήσει την ισορροπία του και έπεσε. Οι υπόλοιποι έπεσαν πάνω του σχηματίζοντας ένα βουνό και σ αυτό το βουνό έβλεπες  χέρια και πόδια να ανεβοκατεβαίνουν, όλα πάνω στον παππού. Εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο και ο παπάς μαζί με άλλα άτομα του χωριού «Τι γίνεται εδώ!» αναφώνησε ο παπάς και πήγε πάνω στο σωρό να τραβήξει τα άτομα. Ο πρώτος που έπιασε και τον σήκωσε γύρισε και του έριξε μια πολύ δυνατή μπούνια στο πρόσωπο χωρίς να κοιτάξει σε ποιον την ρίχνει. Ο παπάς πέταξε στον αέρα και προσγειώθηκε με την πλάτη στο έδαφος. Ανέμισαν τα γένια του και μαλλιά του σ αυτό το πέταγμα. Αμέσως έπεσαν και οι άλλοι χωριανοί πάνω στο σωρό και τράβηξαν τα άτομα χωρίς να συμβεί κάτι άλλο. Μόλις άδειασε  ο σωρός φάνηκε ο παππούς κάτω γεμάτος αίματα ακόμα να παλεύει, σηκώθηκε χωρίς να τον βοηθήσει κανείς και επιτέθηκε πάλι στα άτομα του τον είχαν ρίξει κάτω. Τέσσερα άτομα χρειάστηκε να τον κρατήσουν.  Ο παπάς άρχισε να συνέρχεται και με πολύ βοήθεια σηκώθηκε. Ο παππούς ήταν  σαν άγριο θηρίο που προσπαθεί να ελευθερωθεί,  τα ρούχα του είχαν σκιστεί, φαινόταν πολλά σημεία από το σώμα του, παρότι γέρικο φαινόταν ότι ήταν ένα δυνατό σώμα. Ο παπάς είχε αίματα στο στόμα, το αίμα είχε τρέξει πάνω στα άσπρα γένια του και έκανε το πρόσωπό του να μοιάζει βγαλμένο από ταινία τρόμου. Οι τέσσερεις που κρατούσαν τον παππού τον έβγαλαν έξω από το σπίτι γιατί αλλιώς δεν θα ηρεμούσαν τα πνεύματα.  Τώρα ήταν στο δωμάτιο αυτοί που επιτέθηκαν και οι άλλοι χωρικοί που τους χώρισαν. Ο παπάς δεν μιλούσε, δεν μπορούσε,  την κουβέντα την ξεκίνησε ο ψάλτης και από την άλλη μεριά μιλούσε αυτός που κρατούσε τον Μανώλη κολλημένο στον τοίχο.
-Τι κάνατε εδώ;  Είπε ο ψάλτης
-Δεν βλέπεις; Ήρθαμε να τσακίσουμε τον Μανώλη στο ξύλο
-Μα καλά, είστε σοβαροί γίνονται αυτά τα πράγματα στην εποχή μας;
-Τι σχέση έχει η εποχή; Αυτό το μαλακισμένο κουβαλάει κατάρα και θα μας κάψει όλους, δεν θα μας σώσει ούτε η εποχή ούτε και ο παπάς, που τον έχετε  τώρα;
-Ποιόν;
-Τον Μανωλάκη, τι ποιον;
-Δεν ξέρω, εσείς δεν το είχατε εδώ;
-Θα έφυγε το μαλακισμένο, φτου γαμώτο!
-Μίλα καλύτερα μπροστά στον παπά, αλλά όπως και να έχει θα έχετε πρόβλημα μ αυτό που κάνατε, θα σας καταγγείλουμε στην αστυνομία
-Θα μας κλάσει τα αρχίδια η αστυνομία… κοίταξτε τον γέρο που έπεσε εκεί και κάντε τώρα στην άκρη να φύγουμε.
-Μίλα καλύτερα ρε αλήτη! Ντροπή σας
-Δεν μας παρατάς ρε μάστορα… είπε ο τύπος και έφυγε, έκανε νόημα στους άλλους να τον ακολουθήσουν αλλά δεν τον υπάκουσε κανείς, είχαν μείνει όλοι με το κεφάλι σκυμμένο, δεν περίμεναν  ότι θα βρουν όλο το υπόλοιπό χωρίο ενάντιων τους, ούτε και ήθελαν μπλεξίματα με τον νόμο
Ένας από τους χωρικούς πήγε δίπλα από το κρεβάτι εκεί πού ήταν τόση ώρα σωριασμένος ο πατέρας του Μανώλη και δεν φαινόταν. Ήταν σκυμμένος πάνω του και είχε το χέρι του στο λαιμό του άντρα. Κοιτούσε τους υπόλοιπους και έσφιξε τα χείλη του,  «Τι έγινε;» τον ρώτησε έντονα ο ψάλτης.
-Είναι νεκρός…..


Ο φυγάς

Την ώρα που ο παππούς με τους υπόλοιπους είχαν γίνει  ένα βουνό, ο Μανώλης πέρασε μπουσουλώντας κάτω από το κρεβάτι και έφτασε μέχρι τον πατέρα του, τον σκούντησε λίγο αλλά δεν πήρε καμία απάντηση, δεν μπορούσε να μείνει, δεν τον ένοιαζε και πολύ , θα λιποθύμησε υπέθεσε και έφυγε πάλι μπουσουλώντας χωρίς  να τον δει κανείς. Μόλις έφτασε στη εξώπορτα σηκώθηκε και προσπάθησε να τρέξει, αλλά έτσι όπως ήταν χτυπημένος δεν μπορούσε να τρέχει, περπατούσε μάλλον πολύ γρήγορα κουτσαίνοντας. Μπήκε στην αποθήκη, πήγε κατευθείαν σε μια γωνιά πίσω από ένα καρότσι. Εκεί είχε ένα μπαούλο, δικό του, είχε μέσα κρυμμένα κάποια πράγματα. Άνοιξε το μπαούλο και πήρε αυτό που ήθελε, το ξανάκλεισε βιαστικά και βγήκε πάλι στο δρόμο για το σπίτι του. Ήθελε να μπει μέσα αλλά είδε πολλούς χωρικούς να έρχονται μαζί με τον παπά προς το σπίτι του, άλλαξε γνώμη για αυτό που ήθελε να κάνει, γύρισε πάλι στην αποθήκη τρέχοντας και κουτσαίνοντας  από δρόμο που δεν θα τον έβλεπαν αυτοί που ερχόταν, πήγε πάλι στο μπαούλο, το άνοιξε, έβαλε μέσα την νεκροκεφαλή που είχε στο χέρι του, ανακάτεψε λίγο τα  άλλα κόκκαλα, άγγιξε μια μια τις νεκροκεφαλές που είχε μέσα, έκλεισε το μπαούλο και έφυγε από την αποθήκη μη ξέροντας που να πάει.  Σκεφτόταν τις επιλογές του, κανείς στο χωριό δεν θα τον ήθελε, όλοι τον μισούσαν, όλοι εκτός από τον παππού, αλλά που να τον βρει τον παππού τώρα…. όλοι εκτός από τον παππού και…. ναι εκεί θα μπορούσε να πάει…
Στο δρόμο σκεφτόταν τι λάθος θα μπορούσε να είχε κάνει πριν, μα πως πίστεψε ότι θα τους τρομάξει με μια νεκροκεφαλή, μάλλον χειρότερα θα τα έκανε όλα, και που να εξηγούσε που την βρήκε, θα μάθαιναν και για τις άλλες, δεν θα μπορούσαν να τον καταλάβουν,  καλύτερα να μην μάθει ποτέ κανείς ότι κλέβει τις νεκροκεφαλές από το οστεοφυλάκιο και τις κρατάει στην αποθήκη μέσα στο μπαούλο. Είναι ο θησαυρός του. Δεν θα τον χαρίσει ποτέ σε κανέναν. Έχει φτιάξει και χάρτη. Αλλά δεν θα τον βρει ποτέ κανείς, είναι δικός του, μα πως μπόρεσε να πιστέψει ότι θα τους τρόμαζε με κάτι τέτοιο;
Με τον πόνο να έχει απλωθεί σ όλο του το κορμί έφτασε έξω από το σπίτι της μάγισσας όπως την λέγανε στον χωρίο, είχε φτάσει εκεί χωρίς να τον έχει δει κανείς γιατί πήγε σκυμμένος δίπλα από τα χορτάρια. Χτύπησε την πόρτα με δισταγμό, αλλά δεν είχε επιλογή. Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει και φάνηκε η μάγισσα με καλοσυνάτο ύφος να Με τον πόνο να έχει απλωθεί σ όλο του το κορμί έφτασε έξω από το σπίτι της μάγισσας όπως την λέγανε στον χωρίο, είχε φτάσει εκεί χωρίς να τον έχει δει κανείς γιατί πήγε σκυμμένος δίπλα από τα χορτάρια. Χτύπησε την πόρτα με δισταγμό, αλλά δεν είχε επιλογή. Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει και φάνηκε η μάγισσα με καλοσυνάτο ύφος να κοιτάει τον Μανώλη.
-Μανωλάκη; Τι έπαθες αγοράκι μου;
-Με χτυπήσανε, εδώ ο Μανώλης άρχισε να μυξοκλαίει
-Γιατί αγοράκι μου σε χτυπήσανε;
-Γιατί λένε ότι είμαι καταραμένος…
-Ααα τι είναι αυτά που λένε… μια χαρά είσαι παλικαράκι μου…
-Ναι, αλλά εγώ φταίω που πέθανε το παιδί…
-Δεν πέθανε Μανωλάκη στο νοσοκομείο είναι, δεν πέθανε, αλήθεια, έλα πέρασε μέσα..
Χάρηκε κάπως που έμαθε ότι δεν πέθανε το άλλο το παιδί, και μπήκε μέσα στο σπίτι της μάγισσας. Το σπίτι ήταν μικρό, είχε τέσσερα  δωμάτια. Το πρώτο, σ αυτό που μπήκε Μανώλης ήταν η κουζίνα-τραπεζαρία, είχε δύο πόρτες. Η μια δεξιά οδηγούσε σε ένα υπνοδωμάτιο και η άλλη ακριβώς απέναντι από την είσοδο οδηγούσε στο σαλόνι. Το σαλόνι είχε μια εξώπορτα που οδηγούσε στην πίσω αυλή και άλλη μια πόρτα στα δεξιά πάλι που οδηγούσε  σε ένα άλλο δωμάτιο που ήταν κλειστό με μια κουρτίνα.
Ο Μανώλης μπήκε μέσα στο σπίτι και η γριά τον έβαλε να καθίσει σε ένα καναπέ, δεν του έδωσε πολύ σημασία και πήγε πάλι στην κουζίνα, ο Μανώλης έβλεπε στον πάγκο της κουζίνας μια λεκάνη στην οποία εξείχαν μόνο δύο πόδια κότας. Πορτοκαλί πόδια.  «Θα φτιάξω κοτόπουλο σούπα, αν θες μείνε να φας» είπε η γριά. Ο Μανώλης είχε σταματήσει το κλάμα αλλά πονούσε ακόμα. Η μέρα του σήμερα ήταν ήδη πολύ μεγάλη και είχε ώρες ακόμα μέχρι να τελειώσει,  ήθελε να μείνει εκεί μέχρι να βραδιάσει τουλάχιστον. «Θα μείνω» είπε. Για λίγη ώρα δεν μιλούσε, κοιτούσε την διακόσμηση  του σπιτιού και του έκανε εντύπωση που τίποτα δεν παρέπεμπε σε μάγισσα ή σε κακιά γυναίκα. Ένα ποντίκι περπάτησε δίπλα από τον τοίχο και πήγε στο πίσω δωμάτιο,  ο Μανώλης το κοίταξε και είδε ότι μπήκε στο δωμάτιο που ήταν κλεισμένο με την κουρτίνα. Κοίταξε λίγο την γριά που εκείνη την ώρα έκοβε καρότα και του είχε γυρισμένη την πλάτη, τον έτρωγε η περιέργεια, σηκώθηκε και πήγε προς το δωμάτιο που είδε να μπαίνει το ποντίκι. Μόλις έφτασε έξω από το δωμάτιο τράβηξε λίγο διστακτικά την κουρτίνα και κοίταξε μέσα. Στον ακριβώς απέναντι τοίχο υπήρχε ένα κρεβάτι με μια κοπέλα γυμνή ξαπλωμένη πάνω του. Την κοίταξε λίγο και ένιωσε τους μύες του να σφίγγουν, αμέσως έκλεισε την κουρτίνα και επέστρεψε στην θέση του στον καναπέ. Η γριά τον κοίταξε μετά από λίγο, τον είδε αναψοκοκκινισμένο  και τον ρώτησε
-Τι έπαθες;
-Τίποτα θεία, είδα ένα ποντικάκι και τρόμαξα…
-Ναι το σκασμένο, γυρνάει κάμποσες μέρες στο σπίτι, αλλά έχω βάλει παγίδες, θα το πιάσω.
Αρκετή ώρα μετά το φαγητό ήταν έτοιμο. Η γριά φώναξε ένα γυναικείο όνομα και η κοπέλα βγήκε ντυμένη από το δωμάτιό της. Περπατούσε νυσταγμένη.
-Από εδώ η Ματούλα, είπε η γριά στον Μανώλη που είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα από την ομορφιά της κοπέλας.
-Χάρηκα, είπε η κοπέλα και του έτεινε περιεχτικά το χέρι της.
-Δώσε το χέρι σου στην κοπέλα, είπε χαμογελαστή η γριά
Το έδωσε αλλά δεν μίλησε, ντρεπόταν που την είχε δει γυμνή  και δεν μπορούσε να βγάλει αυτή την εικόνα από το μυαλό του. Η Ματούλα βόηθησε να στρώσει η γρια το τραπέζι και έκατσε και αυτήν εκεί. «Η Ματούλα έρχεται που και που και με βοηθάει σε μερικές δουλείες που θέλω» είπε η γριά «Πόσο χρονών είσαι Μανωλάκη;» ρώτησε με γλυκιά φωνή η κοπέλα «Εννιά» απάντησε ντροπαλά ο Μανώλης,  «εσύ πόσο είσαι;» τη ρώτησε πάλι ντροπαλά «Δεκαέξι» του είπε χαμογελώντας η κοπέλα. Τώρα που ξεκινούσαν το φαγητό ακούστηκε η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού να χτυπάει πένθιμα, «Κάποιος πέθανε» είπε η γριά, ο μικρός δεν έδωσε σημασία κοιτούσε την κοπέλα και περίμενε πότε θα κοιτάξει αυτή αλλού για την κοιτάξει στο στήθος . Ξαφνικά από το δωμάτιο με την κουρτίνα ακούστηκαν ουρλιαχτά, τσιρίδες και φασαρία που δεν άνηκαν σε άνθρωπο, η καμπάνα είχε τρομάξει το ποντίκι και αυτό μετακινήθηκε και κλείστηκε στην φάκα ζωντανό. «Δεν θα μας αφήσει να φάμε το σκασμένο» είπε η γριά και σηκώθηκε. Πήγε στο δωμάτιο έριξε ένα πανί πάνω στην φάκα και σε λίγο πέρασε δίπλα από το τραπέζι με το ποντίκι να ουρλιάζει και να χτυπιέται,  βγήκε έξω και σε λίγο ξαναμπήκε. «Θα το φροντίσω μετά αυτό» είπε και έπλυνε τα χέρια της πριν καθίσει στο τραπέζι.

Η γριά και η κοπέλα

Αφού τελείωσαν το φαγητό,  η γριά και η κοπέλα σηκώθηκαν από το τραπέζι,  η γριά είπε στον μικρό να πάει στο δίπλα δωμάτιο και να περιμένει εκεί. Ο μικρός πήγε και κρυφοκοιτούσε από την πόρτα τις δύο γυναίκες που μιλούσαν πολύ σιγά, η γριά κάτι έλεγε στην κοπέλα και αυτή συμφωνούσε. Λίγες λέξεις ξεχώριζε από την γριά «…την άλλη βδομάδα….. το θέλω……….» μόνο αυτά άκουσε και δεν κατάλαβε τι εννοούσε. Μετά η γριά βγήκε έξω και η κοπέλα μάζευε τα πιάτα. Ο Μανώλης μπήκε μέσα στο δωμάτιο και άκουσε μια βρύση απ έξω να τρέχει. Πήγε στο παράθυρο που έβλεπε ακριβώς στην βρύση και είδε την γριά να έχει μια λεκάνη κάτω από την βρύση για να την γεμίσει. Την κοιτούσε αρκετή ώρα μέχρι που γέμισε η λεκάνη μέχρι πάνω με νερό. Μετά είδε την γρια να φεύγει για λίγο και να επιστρέφει με την φάκα που είχε μέσα το ποντίκι, την κρατούσε από το πίσω μέρος και το ποντίκι ήταν οριζόντια προς τα κάτω, η μούρη του ακουμπούσε στο μπροστά μέρος της φάκας και όλο του το σώμα πίεζε με το βάρος του την μύτη του. Η γριά με μια αδιάφορη κίνηση πέταξε την φάκα μέσα στην λεκάνη και έκανε μερικά βήματα πίσω. Ο Μανώλης έβλεπε το ποντίκι μέσα στο νερό να κουνάει με αγωνία όλο του το σώμα και την ουρά του. Το ποντίκι πνιγόταν, το βάρος της φάκας το είχε τραβήξει στο πάτο της λεκάνης και δεν είχε από πουθενά να πάρει αέρα. Κουνούσε τα πόδια του όλο και πιο σπασμωδικά μέχρι που σταμάτησε να τα κουνάει. Η γριά κοίταξε λίγο από πάνω, σήκωσε την λεκάνη και άδειασε το νερό, μετά έβγαλε την φάκα με  το πνιγμένο ποντίκι, την άνοιξε και άφησε να πέσει το ποντίκι σε μια σακούλα. Μια φωνή ακούστηκε πίσω του «Τι κοιτάς εκεί Μανωλάκη;»

Όλο το χωριό ψάχνει να βρεί τον Μανώλη για να δουν αν είναι καλά και να του πούνε ότι πέθανε ο πατέρας του
Η αστυνομία έχει συλλάβει τα άτομα που είχαν κάνει την επίθεση στο σπίτι του Μανώλη
Ο Μανώλης είναι μόνος στο δωμάτιο με την κοπέλα που μόλις πριν του έχει μιλήσει
-Τι κοιτάς εκεί Μανωλάκη;
-Τίποτα Ματούλα, απλά κοιτούσα λίγο έξω από το παράθυρο
-Έλα εδώ που θέλω να σου πω κάτι…….






Κρυφτό Μακαρόνι


Ριπές μέσα στην νύχτα, ήχος πολυβόλου τα δάχτυλα τρέχουν πάνω στο πληκτρολόγιο ακολουθούν την σκέψη που είναι ελεύθερη να πάει όπου θέλει και να χάνεται και να χάνει τον δρόμο της επιστροφής  στο λαβύρινθο της Αθήνας  της αρχαίας πριν καν γεννηθώ εγώ και οι φίλοι μου που χτίστηκε πάνω σε πέτρα της γης που προήρθε από αστερόσκονη που κάποτε ήταν άλλα αστέρια και άλλοι τα κοιτούσαν από αλλού και κάναν ευχές και εμείς που ζούμε πάνω σ αυτά κοιτάμε αλλού και κάνουμε μάλλον παρόμοιες ευχές μέχρι να ξημερώσει να βγει ο Ήλιος και να μας φωτίσει να κλείσουμε τα φώτα που καίνε ρεύμα το οποίο κάνει κακό και στο περιβάλλον και στην τσέπη μας στην οποία μια τσέπη την αριστερή έχω πάντα τα κλειδιά του σπιτιού μου και σε κάθε βήμα μου κάνουν ένα θόρυβο που θυμίζει θυμιατό στην εκκλησιά τον οίκο του θεού αλλά χωρίς τον θεό μέσα έχει πάει και αυτός διακοπές όπως πήγε και ο φίλος σου σε νησί το καλοκαίρι και μαύρισε σαν κοράκι  που πετάει πάνω από τα λιβάδια και φοβάται τους αετούς που είναι όμορφοι και αγέρωχοι με γαμψά νύχια που άλλοι τα τρώνε   από κακό χουι  αλλά όχι χειρότερο από το να μη τρως ντομάτα στο φαγητό που σου φτιάχνει ο μάγειρας της σχολής με αγάπη φροντίδα στοργή προδερμ και το λειρί του κόκορα που σε ξυπνάει κάθε πρωί με την   δροσούλα και τη υγρασία που σε αναγκάζει να φορέσεις το μπουφάν που δεν έχεις ξεχάσει από πού το πήρες γιατί είσαι περήφανος γι αυτό που διάλεξες με τόσο κόπο μια κρύα μέρα των εκπτώσεων πέρυσι  καλοκαίρι μεσημέρι δίπλα από την  παραλία ψάχνοντας την Ατλαντίδα που έχει κρυμμένα τα μυστικά της ζωής και τα φυλάει, φτου και ξελευθερία τρέξτε να σωθείτε ή να πα να γαμηθείτε .

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Εικοστή Τρίτη Αίσθηση



-Βρε βρε σαν τα χιόνια….
-Τι εννοείς ότι είμαι άσπρος και  κρύος;
-Όχι ρε είχα πολύ καιρό να σε δω και σε είδα απρόσμενα
-Και τι σχέση έχει αυτό με τα χιόνια;
-Έτσι λένε όταν βλέπουν κάποιον μετά από πολύ καιρό
-Ποιο το λένε; Τα χιόνια; Μιλάνε ρε τα χιόνια;
-Ο κόσμος ρε, έτσι λέει!
-Και συ ακούς τι λέει ο κόσμος και το λες και στους άλλους; Κουτσομπόλη…
-Οκ είσαι σαν τα χιόνια, άσπρος και κρύος
-Κι αυτό ο κόσμος το λέει; Από πού και ως που με κρίνουν εμένα; Με ξέρουν;
-Αν σε μάθουν όμως αυτό θα πουν
-Άρα με κρίνουν με υποθέσεις; Ρε συ αυτό είναι χειρότερο!
-Δεν σε κρίνει κανείς! Μόνος σου το πας εκεί, εγώ μια κουβέντα είπα και εσύ το έκανες ολόκληρο θέμα…
-Τι; Είχες να πεις και άλλα εναντίων μου και δεν τα είπες;
-Όχι ρε! Ξεκόλλα,  είπα ότι χάρηκα που σε είδα, μόνο αυτό, ξεκόλλα
-Όχι δεν είπες ότι χάρηκες είπες, σαν τα χιόνια, και καταρχήν τι κακό  έχουν τα χιόνια, και το λέτε έτσι
-Αυτό σημαίνει σαν τα χιόνια, ότι χαίρομαι που σε βλέπω μετά από τόσο καιρό,  και δεν έχουν τίποτα κακό τα χιόνια, για καλό το λέμε
-Τι καλό ρε; Με δουλεύεις; Δηλαδή αν έρθει ένας ¨Άγγλος φίλος σου που έχεις καιρό να τον δεις θα του πεις: Hey, Hey, like the snows;
-Μα γιατί ασχολούμαι ακόμα μαζί σου….. Στο ξαναλέω , σαν το όμορφο χιόνι που πέφτει απρόσμενα μετά από ένα χρόνο και ασπρίζει τα βουνά, δεν χαίρεσαι;
-Τι υπονοείς τώρα;  Ότι έχω πυτιρίδα; Αν θες να ξέρεις έχω δοκιμάσει τα πάντα δεν γίνεται τίποτα
-Με Ουλτρεξ λούστηκες;
-Όχι…
-Λούσου με ούτρεξ και θα δεις
-Τι θα δω;
-Την πιτυρίδα σου να φεύγει
-Α, δεν πρόκειται να συμβεί αυτό
-Γιατί;
-Γιατί λούζομαι με κλειστά τα μάτια, πώς να δω την πιτυρίδα να φεύγει
-Τι βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια;
-Αίματα, εσύ;
-Κοτόπουλα
-Σφαγμένα;
-Όχι, ζωντανά
-Κάνουν κάνα αβγό;
-Όχι τα μαλακισμένα και μου έχουν ρημάξει και τον κήπο
-Πάρε κηπουρό
-Γέρικο κλειδί; Τι λες ρε;
-Τι; Είπαμε... καμένα, αλλά εσύ το παρατράβηξες , τι γέρικο κλειδί;
-Key πουρό, χχαχαχαχαχαχα…. Κρύο…..
-Σαν τα χιόνια
-Άγια χιόνια;
-Τι ;
-santa χιόνια
-Αι  γαμήσου
- Κάτσε να μεταφράσω, εγώ…..
-Συνέχισε μόνος σου παπάρα….


Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Κίτρινος Πλανήτης

Επιστροφή στις σουρεάλ καταβολές
Μην το διαβάσεις, δεν είναι αυτό που περιμένεις…..

Μια αλεπού τρέχει μέσα στο δάσος,  περνάει ποτάμια, λίμνες,  ξέφωτα και φτάνει στο τέλος του δάσους, από εκεί και πέρα ξεκινάει η έρημος. Στέκεται και κοιτάει ψηλά το παράξενο φαινόμενο που συμβαίνει εδώ και λίγες μέρες στον ουρανό. Όλα ξεκίνησαν λίγες μέρες πριν, στην Αθήνα, όπου όλα τα περίπτερα της πόλης απέκτησαν νοημοσύνη και ενώθηκαν το ένα με το άλλο  για να μπουν τη σειρά ξαπλωμένα με σκοπό να τυλίξουν την γη. Πότε κανείς πριν δεν είχε σκεφτεί αν όλα τα περίπτερα της Αθήνας μπορούσαν να κάνουν τον γύρω της γης, ούτε και πόσο ψηλά θα έφταναν αν τοποθετούνταν   το  ένα πάνω στο άλλο καθ ύψος. Ο τρόπος που προσπάθησαν να το τυλίξουν την γη, ήταν να τοποθετηθεί το ένα πάνω στο άλλο και μετά να πέσουν σαν κάμπια και να κάνουν το κύκλο.  Το ένα περίπτερο έμπαινε κάτω από το άλλο και το σήκωνε το προηγούμενο ψηλά, όταν μπήκαν αρκετά περίπτερα  έφτασε τόσο ψηλά αυτός ο πύργος που ξεπέρασε την στρατόσφαιρά, τώρα η βαρύτητα της γης δεν τα κρατούσε και κάθε νέο περίπτερο αφηνόταν να περιφέρεται ελεύθερό στο διάστημα.
 Και τα περίπτερα από κάτω συνέχιζαν να σπρώχνουν και  γέμισε το διάστημα γύρω από την γη περίπτερα . Τα περίπτερα μπήκαν σε τροχιά γύρω από την γη και σχημάτισαν ένα κίτρινο δαχτυλίδι, σαν τους δακτυλίους του Κρόνου. Από πολύ μακριά η γη με τον νέο της δακτύλιο έμοιαζε με στρόγγυλο τοστ, με λιωμένο κασέρι να τρέχει γύρω από το ψωμάκι.  Και τα περίπτερα γυρνούσαν αργά γύρω από τον πλανήτη και σκόρπισαν οι σοκολάτες και τα τσιγάρα και οι εφημερίδες και οι τσίχλες. Μια νότα πολυχρωμίας μπήκε στο δακτύλιο.  Το κίτρινο είναι το χρώμα που κυριαρχεί πολλά χρόνια στην Αθήνα.  Τα ταξί, τα τρόλεϊ, τα περίπτερα και άλλα πολλά. Το κίτρινο είναι τόσο αναγκαίο χρώμα σ αυτήν την πόλη και δεν το πετάνε ποτέ. Ακόμα και τα παλιά τρόλεϊ, εκείνα τα κακάσχημα σοβιετικά χυσιαμόλια , δεν τα πετάξανε, τα κόψανε και τα έκαναν  περίπτερα.  Στον δακτύλιο της γης το κίτρινο έκανε τον πλανήτη να μοιάζει πιο όμορφος και όσοι το βλέπανε τους άρεσε και έτσι αποφασίστηκε να στείλουν ότι κίτρινο υπάρχει στον πλανήτη να κάνουν τον δακτύλιο ακόμα μεγαλύτερο. Κάθε χώρα μάζεψε ότι κίτρινο υπήρχε και το έστειλε στο διάστημα σε τροχιά γύρω από την γη. Μόνο οι κινέζοι εξαιρέθηκαν από αυτή την συλλογική προσπάθεια.  Ο δακτύλιος στην αρχή έγινε τεράστιος, ήταν λεπτός και είχε μεγάλη περίμετρο, σιγά σιγά όμως μίκραινε η περίμετρος και άνοιγε σε πλάτος.  Έτσι σε λίγο καιρό το κίτρινο κάλυψε τον πλανήτη. Σκοτάδι μέσα από το κίτρινο. Τα πάντα νεκρώθηκαν από την έλλειψη φωτός. Ακόμα και η αλεπού που έτρεχε στο δασός και στάθηκε να κοιτάει το ουρανό που κάθε μέρα γινόταν πιο σκοτεινός. Μια νέκρα απλώθηκε παντού στον πλανήτη και κρύο, τρομερό κρύο,  Δεν βασάνιζε κανέναν όμως αυτό το κρύο γιατί δεν υπήρχε ζωή μόνο σκοτάδι. Απ έξω από τον πλανήτη και το νέο του περίβλημα όλα έμοιαζαν υπέροχα. ένας νέος χρυσός πλανήτης, ένας  άλλος  ήλιος,  ένα καινούριο άστρο, το πρώτο που δεν ήταν αυτόφωτο.  Σ ολόκληρο τον γαλαξία το θαυμάζανε και το ζήλευαν,  η ομορφιά του και το φως που αντανακλούσε έκανε  τους πάντες να νομίζουν ότι είναι ο παράδεισος, θα ήταν μελό να γράψω τώρα «αλλά δεν ήταν…» αλλά δεν ήταν.  

Αυτό θα μπορούσε  να είναι ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας,  ή νοσηρής φαντασίας, άλλα ότι και αν είναι έχει κάποιο ηθικό δίδαγμα.
ΜΗΝ ΠΕΤΆΤΕ ΤΟ ΚΊΤΡΙΝΟ!

Στο είπα μην το διαβάσεις…. Δεν μ άκουσες…….


Cheep coffee twin