Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Μέσα Στο Μηδέν


Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί όταν με παίρνουν τηλέφωνο με ρωτάνε αν δουλεύω,  αφού η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Αρχίζω να πιστεύω ότι το κάνουν για να ξεκινήσουν την κουβέντα.  Και μ αυτό τον τρόπο ξεκίνησε η κουβέντα με την Μαριάνα εκείνο το πρωί  του Μάιου πριν από τέσσερα χρόνια μες τα άγρια  χαράματα στις δώδεκα το μεσημέρι.  Ξαπλωμένος όπως ήμουν στο κρεβάτι άκουσα  το κινητό μου να χτυπάει και ο μόνος λόγος που το σήκωσα ήταν επειδή  κατάλαβα από την αντιστοιχία ήχου κλήσης ποια με καλούσε. Ήταν η αιώνια Μαριάνα….
-Ναι
-Καλημέρα, τι κάνεις;   Μήπως δουλεύεις;
-Ναι, εργάζομαι πάνω στην διεύρυνση  του μέγιστου τις ικανότητας του  ατόμου  στον ύπνο, και εσύ με διακόπτεις….
-Τι θέλω και ρωτώ, αφού πάντα τέτοια μου λες και με αρρωσταίνεις, άκου να σου πω πως έχουν τα πράγματα ,  χτες δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ και σήμερα δεν ξέρω πως και το έπαθε το αφεντικό και μου έδωσε ρεπό, είσαι για καμία  βόλτα; Εκτός αν έχεις καμιά δουλειά να κάνεις
-Πάμε, αν και…. τέλος  πάντων…. Για πού λες;
Κάπου εδώ πρέπει να πω ότι μ αυτήν είμαστε μονό  ‘’φίλοι’’,  την ξέρω σχεδόν τρεις μήνες και μέχρι στιγμής έχουμε βγει μόνο βράδυ.  Δυστυχώς δουλεύει πάρα πολλές ώρες και βγαίνει σπάνια. Είμαι από τα λίγα άτομα που μιλάει στην Αθήνα.  Όταν ήρθε στην Αθήνα από την Ξάνθη δεν ήξερε κανέναν, μας σύστησε μια κοινή μας φίλη, από τότε κάνουμε που και που παρέα.
-Έχει ωραίο καιρό σήμερα, θες να πάμε καμιά παραλία; Μου είπε.
 Α, ξέχασα να αναφέρω ότι αυτή η φίλη είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο κατά την γνώμη μου και δεν το ξέρει.  Τώρα είναι λίγο μεγάλη, στην  ηλικία μου, είκοσι έξι χρονών, αλλά κρατιέται πολύ καλά. Κάποτε ήταν μπαλαρίνα, με τις όποιες ευεργετικές και καταλυτικές επιδράσεις στην κινησιολογία της και στην κορμοστασιά της . Επίσης είναι και πολύ καμένη στο μυαλό. Ψιλή, αδύνατη , μελαχρινή με γαλανά μάτια και καμένη, περιττό να πω πως ήμουν τρελά ερωτευμένος μαζί της παρόλο που είμαστε ‘’φίλοι’’.  Τώρα λοιπόν αυτή η θεσπέσια ύπαρξη μου προτείνει να πάμε παραλία. Δεν την έχω δει ποτέ μέρα και τώρα έχω την ευκαιρία να την δω και μάλιστα  με μαγιό σε μια παραλία χωρίς κόσμο.  Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα έλεγα όχι, επειδή είμαι κρυουλιάρης και μου αρέσει η ζέστη σαν γνήσιος Λαρισαίος που είμαι. Αλλά όχι σ αυτήν δεν πάει, μόλις μου το είπε μου ήρθε να πετάξω από  την χαρά μου αλλά έκανα τον δύσκολο στην αρχή, μετά δέχτηκα .

Έχω ξεχάσει πως είναι να είσαι σε αυτοκίνητο. Από τότε που πάτησα στην Αθήνα ελάχιστες φορές έχω μπει σε αυτοκίνητο και αυτές ήταν μόνο σε γυναίκες οδηγούς.  Έτσι και εκείνη την μέρα οδηγούσε αυτή. Ήταν πολύ χαρούμενη. «Πολύ χαίρομαι που πάμε εκδρομή, το είχα ανάγκη, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες» μου είπε. «Και εγώ χαίρομαι που πάμε παραλία» της είπα και συμπλήρωσα: «τελικά και την μέρα είσαι πολύ όμορφη» . Είπαμε φίλοι φίλοι αλλά όχι και να μην της την πέφτω. Σε όλες τις φίλες μου την ψιλοπέφτω, όχι για να βγάλω κάτι περισσότερο για την πλάκα.  Μ αυτήν ήμουν ερωτευμένος έδειχνα το δεν είχα καταλάβει ότι το ήξερε, όπως και αυτήν έδειχνε ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα. Και αυτή παίζει να με γούσταρε και έκανε παιχνίδι κατά κάποιο τρόπο. Οι λόγοι που μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας είναι πολλοί και συγκεκριμένοι, δεν χωράει συζήτηση επ αυτού προς το παρόν, ας αρκεστούμε στο ότι δεν ταιριάζανε τα ζώδια μας και ας μείνουμε σ αυτό.

Οδηγεί και άγρια η τρελή, μετά από μια τρελή κούρσα φτάσαμε επιτέλους στην παραλία.  Κάπου στην ανατολική Αττική. Ήταν καθημερινή και ήταν Μάιος.  Εκτός από εμάς ήταν και άλλες δυο παρέες στην παραλία. Δυο γκομενάκια  και ένα ζευγάρι σε ικανοποιητική απόσταση μεταξύ τους. Εμείς  απλώσαμε τα πράγματα στην μέση και κάπου εκεί άρχισε το μαρτύριο μου. Τι το ήθελε και έβγαλε τα ρούχα της το μαλακισμένο, κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Η ποιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο με μαγιό, τελικά ήταν πιο όμορφη απ όσο τολμούσα να φανταστώ. Το δέρμα της ήταν κάτασπρο και λείο σαν Γιαπωνέζας.  Ο ήλιος έπεφτε πάνω του και το έκανε χρυσαφί. Δεν ήξερε πόσο όμορφο ήταν το μαλακισμένο. Πέταξε τα ρούχα της κάτω και έτρεξε προς την θάλασσα χαρούμενη. Σταμάτησε εκεί που έσκαγε το ελαφρύ κύμα και δοκίμασε το νερό με το ποδαράκι της. Ήταν κρύο. Γύρισε προς τα πίσω και καρφώθηκα στους κοιλιακούς της.  Είχα βγάλει ήδη την μπλούζα μου.
-Μπα, έχουμε και κοιλιακούς; Μου είπε
-Μπα, το πρόσεξες;  Της είπα
-Ναι, αλλά εμένα μου αρέσουν οι άντρες με τρίχες
-Να σου βρούμε ένα γορίλα τότε
Πρέπει να κρατάω κάποια ισορροπία στο τι της λέω, υπήρχε σοβαρός λόγος. Θα μπορούσα να πω πολλά για το σώμα της αλλά έπρεπε να κρατηθώ,  ήταν το κάψιμό της, θα εξηγήσω παρακάτω . Αυτή όμως μου την πέταξε την κακιούλα της.  Δεν με πείραξε, το αντίθετο μάλιστα,  μου έδωσε την δικαιολογία να κατεβάσω τα στάνταρ  του σεβασμού μου απέναντί της. Έπεσε με τα γόνατα στην  πετσέτα της και ξάπλωσε μπρούμυτα.  Γύρισε την πλάτη της στον ήλιο, στον ουρανό και στον θεό που τόσο όμορφα την έπλασε. «Θέλω να λιώσω σήμερα» είπε, όχι σε μένα, γενικά σε όλους το είπε αλλά εγώ ήμουν και εκεί και το άκουσα, δεν είπα τίποτα. «Δεν αντέχω άλλο την πόλη , την φασαρία και τους δρόμους, δεν αντέχω άλλο να δουλεύω όλη την μέρα, θέλω  μείνω για πάντα εδώ και να μην σκέφτομαι τίποτα»  είπε και γύρισε ανάσκελα, έβαλε την αναστροφή του χεριού της στα μάτια της για να προστατευτεί από τον ήλιο. Γενικά δεν μιλάω πολύ, πιστεύω ποιο πολύ στην κοινωνικοποίηση μέσω τους ξεψειρίσματος, σαν τις μαϊμούδες που κάθονται όλη μέρα στον ήλιο και φροντίζουν το ένα ζώο το άλλο. Κατά βάθος είμαι πολύ ρηχός. Οξύμωρο. Δεν έλεγα τίποτα, έστριβα τσιγάρο.  «Ωραία είναι εδώ»  μου είπε «πολύ μιλάς» της είπα.  «Δηλαδή δεν θα σε πειράξει αν δεν μιλήσουμε πολύ σήμερα» «Καθόλου» και το εννοούσα.   Έβγαλε τα λάδια της και άρχισε να πασαλείβεται. Κάπνιζα και δεν την κοιτούσα. Κοιτούσα την θάλασσα, ίσως να ήταν πιο όμορφη απ αυτήν.  Αλλά αυτή είναι σπάνια, όπως και οι συναντήσεις μας.  Ξέχασα ότι δεν καπνίζω όταν είμαι μαζί της, είχα ταραχτεί.  Εκτός απ την  πρώτη φορά που βρεθήκαμε δεν ξανάναψα τσιγάρο μαζί της, ούτε απ την στιγμή που ήξερα ότι θα την συναντούσα ούτε και δυο μέρες μετά. Δεν το είχα ανάγκη. Τώρα δεν ξέρω πως μου ξέφυγε.  Ένιωθα το βάρος του αέρα που την είχε αγγίξει  ασήκωτο μέσα στα πνευμόνια μου,  ο καπνός   αραίωνε αυτόν τον αέρα και τον έκανε κάπως πιο υποφερτό. Αρε καψουρίτσα τι μαλακίες λέω  για σένα.  Αφού τελείωσε την τελετουργία του πασαλείμματος των λαδιών σαν γάτα που  κάνει  την περιποίησή  της γύρισε πάλι μπρούμυτα.  Το ψυχανεμίστηκα ότι θα μου το ζητούσε,  ή μπορεί και να το προκάλεσα με την έντονή σκέψη μου.
-Θα μου βάλεις λάδι στην πλάτη;
Δεν της απάντησα, έσβησα το τσιγάρο σε μια πέτρα και με το ίδιο χέρι πήρα το αντηλιακό από το δικό της .  Στάθηκα δίπλα από το κωλαράκι της στα γόνατα. Είπα κωλαράκι; Από δω και πέρα χαλάει κάθε ρομαντισμός που έχω φτιάξει μέχρι τώρα .  Η τύπισσα είχε απίστευτο σώμα, και δεν μπορώ να πω ότι αυτό δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο για το πώς την έβλεπα.  Είπαμε είμαι ρηχός.  Άρχισα να αλείφω το λάδι στην πλάτη της σιγά σιγά. Το χέρι μου πάνω στο υπέροχο λευκό δέρμα της έμοιαζε σαν παλιοσαβουριασμένο δερμάτινο καφέ πορτοφόλι πεταμένο άτσαλα πάνω σε λευκό φρεσκοπλυμένο και σιδερωμένο  τραπεζομάντιλο .  Ένα πορτοφόλι χωρίς χρήμα, χωρίς ψυχή, μια φάλτσα νότα σε μια ήρεμη συμφωνία.  Κοιτούσα τον κώλο της και μου ήρθε ένα τραγούδι στο μυαλό «αχ κωλαράκι-κωλαράκι – ξύλο που θα το φας….»  Καθώς άλειφα το λάδι μου ερχόταν  να σηκώσω το χέρι και να το ρίξω μία σπλάτς!  στα κωλομέρια. Συνέχισα να την αλείφω λάδι μη μπορώντας να βγάλω αυτή την σκέψη από το μυαλό μου. Το τέλειο κωλαράκι αψηφούσε προκλητικά τον νόμο της κυτταρίτιδας.  Φορούσε κόκκινο μαγιό, κανονικό, ούτε στριγκ, ούτε κοφτό, καλύτερα έτσι, όσο κάφρος και να είμαι μπορώ να πω ότι δεν μ αρέσουν τα στριγκ στην παραλία.  Η αλήθεια είναι ότι παρέτεινα αρκετά την διαδικασία επάλειψης.  Σε κάποιο σημείο κάτω από την ωμοπλάτη της κατάλαβα ένα κόμπο , ένα πιάσιμο.  Τον  έτριψα με τον αντίχειρα.
-Τι είναι αυτό; Της είπα
-Πιάσιμο, μα πως βρίσκεις πάντα το κατάλληλο  σημείο;
-Χρειάζεσαι επειγόντως μασάζ
-Αχ, ναι…. αυτό είναι……
- Χαλάρωσε, άστο πάνω μου.
-Αν δεν σε πειράζει…. Αχ ναι έτσι…..
-Τι να με πειράζει, έχω υπέροχη θέα από δω πάνω. 
Γύρισε και με κοίταξε, «τι εννοείς;» μου είπε με πειραχτικό βλέμμα, «Αυτό που κατάλαβες, μπροστά τώρα» της είπα και της έσπρωξα το  αποφασιστικά σαγόνι μπροστά.  Την είδα που χαμογέλασε.  Της έλυσα το κορδόνι από το πάνω μαγιό στο σβέρκο και στην πλάτη.  Η πλάτη της γυμνή. Άρχισα να την τρίβω, αυτή έβγαζε ήχους ευχαρίστησης.  Το χέρι φόρτωνε για σπλάτς, λίγο ακόμα  ήθελα να το σηκώσω και να της σκάσω το σκαμπίλι.  Κάποια στιγμή σταμάτησε τα αχ και μίλησε «Πρέπει να πιάστηκα χτες το βράδυ, κοιμήθηκα φορώντας μόνο ένα σορτσάκι χωρίς σεντόνι και με τα παράθυρα και τα παντζούρια ανοιχτά» μου ήρθε η εικόνα αυτή στο μυαλό, το χέρι σηκώθηκε για σπλάτς, δάγκωσα τα χείλη μου και το κατέβασα πάλι. Με έπαιζε.
-Μια σφήκα τριγυρνάει, να ξέρεις, αν κάτσει στον κώλο σου θα την σκοτώσω, μην παρεξηγηθείς.
-Μην τολμήσεις….
-Και να αφήσω να πληγωθεί  κάτι τόσο όμορφο, κάτι τόσο τέλειο, κάτι τόσο θεσπέσιο,  κάτι τόσο ονειρικό, κάτι τόσο…
-Σταμάτα! Μου είπε και με χτύπησε  σιγανά με χέρι της. Χαμογελούσε.
-Εσύ σταμάτα να μου λες πως κοιμάσαι στο κρεβάτι, τι με πέρασες;
Δεν απάντησε,  μ άφησε να κάνω την δουλειά μου. Το ξεψείρισμα που λέγαμε.  Συνέχιζα και σκεφτόμουν πώς να κάνω πέρασμα στην επόμενη φάση, οι συνθήκες ήταν καλές. Κάτι ρομαντικό; Μια κουβέντα γεμάτη ειλικρίνεια; Το απότομο πέσιμο μ αυτήν δεν έπαιζε, είχε θέμα και το ήξερα, ο ρομαντισμός θα πήγαινε περισσότερο, σιγά σιγά όμως. Την σκέψη μου διέκοψε μια φράση της.
-Πως θα σου φαινόταν να κάνω topless;
Ε, δεν κρατήθηκα, σήκωσα το χέρι μου και της έσκασα ένα σπλάτς στον πισινό.  Δεν φταίω, μόνο του το έκανε  το χέρι, αφού μου είπε μαλακία, δεν κάνουν τέτοιες πλάκες, δεν είμαι και από σίδερο. Γύρισε και με κοίταξε άγρια.
-Τι ήταν αυτό;
-Σφήκα, γύρνα μπροστά
-Τι ήταν αυτό;  Μου ξανάπε άγρια
-Σφήκα,  της απάντησα και της έστριψα με το χέρι  το κεφάλι μπροστά
Για λίγο σιωπή, όλα κρεμόταν από μια κλωστή για το αν θα με πλακώσει στο ξύλο ή για το αν θα το πάρει στην πλάκα. Πριν σκεφτόμουν πώς να παρακάμψω όλα τα εμπόδια και να φτιάξουμε και τώρα το μυαλό μου στρόφαρε για το πώς να σώσω αυτό. Μια ήταν η λύση. Επίθεση.
-Να την πάλι, γυρνάει;
-Εεεε! Μου είπε απότομα
-Έξενος! Θα ξαναπείς μαλακία;
-Δηλαδή εγώ φταίω;
-Γυρνάει, γυρνάει, ζζζζζζ
-Εντάξει, εντάξει
-Τι εντάξει; Γυρνάει γυρνάει
-Εντάξει, δίωξ την
-Ξιουτ! Να έφυγε….. για σου σφήκα, και σε ευχαριστώ πολύ πέρασες από δω
-Είσαι απίστευτος.
-Και εσύ…..
Συνέχισα να της κάνω μασάζ στους ώμους, μακριά από το κωλαράκι. Επόμενη φορά δεν σώζεται, και αυτή με χίλια ζόρια την έσωσα. Την ένιωσα να πάλλεται κάτω από τα χέρια μου. Γελούσε κρυφά.
-Τι ρε; Της είπα
-Δεν υπάρχεις, μα σφήκα;
-Βλέποντας να φεύγει η σφήκα και αναμοχλεύοντας την  μόλις προηγούμενη εικόνα στο μυαλό μου, θυμήθηκα ένα ανέκδοτο
-Ποιο;
-Ανοίγει Τσακ Νόρις την πόρτα του ψυγείου και βλέπει το ζελέ να τρέμει «Μη φοβάσαι, μια μπύρα θα πάρω»  του είπε
-Που κολλάει αυτό;
Δεν απάντησα, περίμενα, δάχτυλα μου  έχουν αρχίσει κουράζονται, μετά από πέντε  δευτερόλεπτα με χτύπησε πάλι παιχνιδιάρικα.
-Έι!  Μου είπε
- Τώρα το κατάλαβες; Μαζούτ;
Αυτή μαζούτ και εγώ μαυρίλα στην ζωή μου. Έπρεπε πια να σταματήσω  το μασάζ, τα δάχτυλά μου δεν ανταποκρινόταν πλέον. Πριν τα πάρω από πάνω της σκέφτηκα έναν παραλληλισμό με το ανέκδοτο που μόλις πριν από λίγο είχα πει. Κάτι πολύ καμένο. Αλήθεια μετά το σκέφτηκα, πρώτα το ανέκδοτο και μετά αυτό.
Βλέπει (όχι ο Τσακ Νόρις) το κωλαράκι να τρέμει και του είπε «μη φοβάσαι, κάτι άλλο θέλω να πάρω»
Έσφιξα τα χείλη μου με την μαλακία που σκέφτηκα και απόρησα με τον εαυτό μου. Αυτόν τον  συνειρμό  δεν πρέπει να τον αναφέρω  ποτέ πουθενά, σε κανέναν και για κανέναν λόγο.


Την άφησα και ξάπλωσα στην πετσέτα μου, αυτήν έδεσε και πάλι το μαγιό της, «να σαι καλά, έχεις μαγικά χέρια» « το ξέρω» της είπα.  Το μεγάλο πρόβλημα με την Μαριάννα ήταν ότι είχε μια μοναδική ικανότητα να εξαφανίζεται από τους πάντες και από τα πάντα.  Υπήρχαν φορές που δεν έδινε σημεία ζωής για μια ολόκληρη βδομάδα. Δεν απαντούσε σε τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα.  Στην αρχή με ενοχλούσε πολύ. Η φίλη που μας γνώρισε μου είπε ότι πάντα το έκανε αυτό και ότι δεν έχει καμία σχέση με μένα. Κλεινόταν στο σπίτι και έκλεγε με τις ώρες κρυμμένη κάτω από τα σεντόνια. Ήταν μια ταλαιπωρημένη ψυχή. Δεν ανοιγόταν εύκολα. Και μένα υπήρξε δύσκολο να συμβεί αυτό. Τις πρώτες φορές βγήκαμε με την κοινή μας φίλη.  Πρίν με γνωρίσει άκουγε ιστορίες για μένα από την κοινή φίλη,  έκανα πολλές καμενιές τότε. Ήταν σαν να με ήξερε.  Και εγώ ήταν σαν να την ήξερα, η κοινή φίλη μου έδειχνε φωτογραφίες που ήταν με την Μαριάννα. Τις είπα ότι ήταν η ομορφότερη γυναίκα που έχω δει πότε στη ζωή μου. «και εσύ;» μου είπε υποτιμητικά  η φίλη, τότε δεν κατάλαβα τι εννοούσε μ αυτό το κι εσύ, νόμιζα ότι ζήλεψε.  Όταν όλοι έλεγαν ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Τζολί ή  η Μπελούστι εγώ έλεγα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο είναι η Μαριάννα ή φίλη της Λένας.  Έξι χρόνια μ αυτήν την πεποίθηση  και ήρθε η μοίρα να καταρρίψει το νόμο της απιθανότητας και η Μαριάννα όταν ήρθε στην Αθήνα έμεινε στην γειτονιά μου. Για δυο μήνες δεν το ήξερα ότι μένουμε τόσο κοντά.  Όταν ήρθε η Λένα στην Αθήνα μου είπε να βγούμε όλοι μαζί, τότε έμαθα ότι η πιο όμορφη γυναικά στον κόσμο μένει δίπλα μου.  Η ομορφιά της ήταν και η κατάρα της. Της την πέφτανε όλοι.  Η ίδια δεν το παραδέχτηκε ποτέ σε μένα ότι συνέβαινε αυτό, επειδή δεν ήταν καθόλου ψώνιο,  μόνο μια φορά μου είπε για το αφεντικό της που της την έπεσε. Η Λένα μου είπε ότι η Μαριάννα δεν μπόρεσε πότε να κάνει φίλο άντρα, όλοι της την πέφτανε.  Μια φορά παραλίγο να μαλώσουν και η δυο τους γιατί ο γκόμενος της Λένας ερωτεύτηκε παράφορα την Μαριάννα. Γιαυτο όταν της είπα κοιτώντας την φωτογραφία ότι είναι η ομορφότερη γυναικά στον κόσμο μου  είπε αυτό το υποτιμητικό «και εσύ;» . Και τώρα που την γνώρισα και ξέρω ότι δεν έχει περάσει καλά στην ζωή της εξαιτίας της ομορφιά της, έχω γίνει χωρίς να το θέλω και εγώ εν δυνάμει  ένας από όλους αυτούς που την πληγώνουν.  Ποια ισορροπία να κρατήσω;  Δεν το έπαιζα ξεκάθαρα φίλος, μα ούτε και της την έπεφτα ξεκάθαρα.  Δεν έλεγα ψέματα μα ήμουν ψεύτης γιατί κατά βάθος ήμουν και εγώ ένας από όλους αυτούς την ποθούσανε για την ομορφιά της.  Ο μόνος τρόπος ήταν να την πλησιάσω με ευγένεια αλλά και η ευγένεια γίνεται βαρετή. Δεν ξέρω πώς να προσδιορίσω τον τρόπο που βρήκα να την πλησιάζω σιγά σιγά, δεν έχει περιγραφή,  ήταν αυτό που μου φαινόταν πιο σωστό και πιο αποτελεσματικό. Και πήγαινε καλά, μέχρι που έτρωγε μια φρίκη για άγνωστο λόγο και εξαφανιζόταν για μέρες αποσυντονίζοντας με.  Η κατάρα της ομορφιάς, από μικρή εκτός όλων των άλλων θα την διεκδικούσαν οι καταφερτζήδες, αυτοί ξέρουν πώς να μιλήσουν και πώς να πλησιάσουν μια κοπέλα και είναι αυτοί οι ίδιοι που φέρονται χειρότερα από όλους στις γυναίκες  επειδή έχουν  την σιγουριά ότι κάπου παρακάτω θα βρουν κάτι άλλο καλύτερο. Η κατάρα της ομορφιάς, να μην διεκδικήσει ποτέ τίποτα,  να μην χρειαστεί να προσπαθήσει για τίποτα, να μην χρειαστεί να περιμένει για μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνο από ένα συγκεκριμένο άτομο, να μην χρειαστεί ποτέ να ζήσει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, να μην χρειαστεί ποτέ να μείνει μόνη ενώ δεν το θέλει. Μισή ζωή. Άδεια ζωή.  Σε πια ισορροπία να πορευτώ, τι να κάνω για να μην είμαι ένας απ όλους αυτούς που της την έχουν πέσει για την ομορφιά της; Η Μαριάννα είχε υιοθετήσει ένα πολύ απόμακρο ύφος με όσους δεν ήξερε,  περισσότερο ήταν φόβος παρά σνομπισμός. Όποτε βγαίναμε έξω δεν κοιτούσε ποτε κανέναν, αν και όλοι την κοιτούσανε. Έμοιαζε πολύ σοβαρή αλλά αν ποτέ τυχόν ανοιγόταν σε κάποιον, πράγμα σπάνιο και  ποτέ ερωτικά, γινόταν το πιο ευχάριστο και αυθόρμητο άτομο.   Ένας από τους λόγους που δέχτηκε να ρθούμε πιο κοντά ήταν οι πάμπολλες διαβεβαιώσεις της Λένας ότι δεν είμαι πέφτουλας.  Αυτό που έβλεπα ήταν ότι ήθελε να ρθούμε πιο κοντά αλλά και απ την άλλη φοβόταν μην γίνω ένας απ αυτούς.  Τώρα θα μου πει κάποιος γιατί έμπλεξα σε μια τέτοια κατάσταση, ένας φίλος γνωρίζοντας την κατάσταση και όλα τα προηγούμενα μου είπε « κάτι που επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο, μόνο σε μπλεγμένες ιστορίες πας και μπλέκεις, σε τραβάνε τα περίεργα, αν βρεθείς σε μια νορμάλ φάση βαριέσαι» και δεν έχει και άδικο, πάντα σε μπλεγμένες ιστορίες βρίσκομαι.  Η Μαριάννα είναι η μόνη που μου πήρε τον τίτλο του ανέφικτου και τον πάτησε και μου τον πέταξε στα μούτρα.  Για πρώτη και μοναδική φορά σκέφτηκα ότι υπάρχει ένα άτομο με το οποίο θα ήθελα να είμαστε για πάντα μαζί. Ακόμα και να φύγουμε και να πάμε οι δύο μας σε ένα ερημονήσι, δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο, μόνο αυτήν.


Τώρα όμως δεν είμαστε σε ερημονήσι ούτε και σκέφτομαι όλα τα προηγούμενα,  είμαστε στην παραλία και λειτουργώ φυσιολογικά, όχι το σπλάτς, ξέχνα το αυτό πάει πέρασε, έχει περάσει και μισή ώρα από το τέλος του μασάζ.  Είμαστε ξαπλωμένοι αντικριστά. Αυτή έχει ακουμπήσει τον αγκώνα της στην πετσέτα και στηρίζει στον  καρπό της το κεφάλι της.   Τα μαύρα μαλλιά της κάνουν τέλεια αντίθεση με τον πήχη του χεριού της. Της άρεσε πολύ να της λέω διάφορα πράγματα που δεν ήξερε, είχε πάντα τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού όταν τις έδειχνα ή της έλεγα κάτι ωραίο. Ανάμεσα μας, στην άμμο έκανα σχέδια με το δάχτυλό μου, τις έδειχνα για τους αριθμούς που στην πρωταρχική τους μορφή έχουν μόνο γωνιές. Ο αριθμός δεν είναι σύμβολο, είναι άθροισμα οξειών και καθέτων γωνιών.  Ζωγράφισα πρώτα το 1, που γράφεται όπως αυτό του πληκτρολογίου χωρίς την κάθετη γραμμή από κάτω, έχει μόνο μια γωνία πάνω, μετά σχημάτισα στην άμμο τον αριθμό 2 οποίος γράφεται ακριβώς όπως το Ζ, έχει δύο οξείες γωνίες, μετά το τριά το οποίο γράφεται όπως Σ, αντίστροφα, με τρεις ορθές γωνίες και ου τω καθεξής. Σε κάθε αριθμό μάτια της έλαμπαν, στο τέλος σχημάτισα το μηδέν και τις είπα: «για το τέλος το πιο καλό, κοίτα το μηδέν, δεν έχει καμία γωνία» . Έκανα ένα μεγάλο κύκλο για να απεικονίσω το μηδέν. Ενθουσιάστηκε.  Με κοίταξε για λίγο.
-Κοίτα και κάτι άλλο μαγικό. Μου είπε
Με το δάχτυλο της μέσα στον κύκλο του μηδέν που συμβόλιζε την ζωή μου χωρίς αυτήν σχημάτισε ένα πρόσωπο. Δυο τελείες για μάτια και από κάτω ένα χαμόγελο. Στο μηδέν της ζωής μου αυτή έβαλε ένα χαμόγελο.
-Χαμογελάκι….
-Εσύ είσαι αυτή;
-Εγώ τώρα
Ε, τώρα είναι η στιγμή! Πήγα να την φιλήσω.  Αυτή έσκυψε πιο γρήγορα και με φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε γρήγορα χαρούμενη. 
-Έλα  πάμε για βουτιές. Μου είπε περπατώντας προς πίσω κοιτώντας προς το μέρος μου και όχι την θάλασσα. Ήταν ευτυχισμένη και  φαινόταν.  Εντάξει δεν ήταν η στιγμή ,αλλά σίγουρα ήταν  η μέρα. Πάλι με έπαιζε.
-Μια σφήκα! Έρχεται να σε τσιμπήσει. Της είπα και σήκωσα την παλάμη μου και την απείλησα με σπλάτς.
Η Μαριάννα ούρλιαξε και έτρεξε μέσα στην θάλασσα.  Την ακολούθησα.
-Οι σφήκες δεν μπαίνουν στο νερό!
-Θα σε περιμένει έξω μην φοβάσαι
-Έλα να κάνουμε βουτιές. Εννοούσε να την παίρνω στους ώμους και να την πετάω ψηλά
Παιχνίδι αυτήν; Παιχνίδι και εγώ. Τώρα δεν θα την πλησίαζα, ούτε θα είχα τάση για φιλί, θα την κρατούσα σε απόστασή χωρίς όμως βέβαια να δείχνω παρεξηγημένος. 
-Πάμε να κολυμπήσουμε
-Βουτιές! Βουτιές!
-Μετά βουτιές, τώρα θέλω να πάω λίγο στα βαθειά, έλα.
Κολυμπήσαμε μέχρι που κουραστήκαμε.  Βγήκαμε έξω, ήταν ακόμα νωρίς.  Της είπα να ξαπλώσουμε λίγο να ξεκουραστούμε.  Διάβαζα ένα βιβλίο. Αυτή έβαλε τα γυαλιά ηλίου και ξάπλωσε ανάσκελα και κοιμήθηκε.  Πέρασε έτσι μια ώρα.


Μετά από αυτόν τον σύντομο ύπνο σηκώθηκε και κάθισε κοιτώντας προς την θάλασσα.  Μάζεψε τα γόνατά της κοντά στο στήθος.  Δεν της έδωσα καθόλου σημασία. Έκανα πως διαβάζω ενώ σκεφτόμουν πώς να την ξαναφέρω σε κατάστασή επικείμενου φιλιού. Το σωματικό είναι χωρίς επιστροφή.  Σκέφτηκα κάτι.  Πρόκληση. Ήξερα ότι θα έπαιζε. Και επίσης υπήρχε και η αποφυγή του προηγούμενου φιλιού χωρίς όμως να δείξει ενόχληση. Ίσως και να υπήρχε στο μυαλό της η υπόνοια για το αν ενοχλήθηκα εγώ.
-Μπορείς να κάνεις και topless άμα θες, δεν θα σε τσιμπήσει η σφήκα.
-Και τι εντύπωση θα σου δώσω αν κάνω κάτι τέτοιο; Μπορεί να με παρεξηγήσεις.
Με έπαιζε. Ούτε ναι ούτε όχι.  Δεν με κοιτούσε,  με βόλευε αυτό. 
-Αυτό είναι το θέμα; Το αν θα σε παρεξηγήσω;  Απ όσο  ξέρω έχεις ξανακάνει topless
με τη Λένα, μου το είπε, σωστά;
-Σωστά, και;
-Σίγουρα αν κάνεις τώρα θα μου είναι πολύ ευχάριστο θέαμα, πάρα πολύ δεν λέω. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Ας πούμε μερικές εκδοχές για το πώς θα μπορούσα να το πάρω για να δεις ότι δεν στέκει αυτό που λες. Μάλλον φοβάσαι μην σε παρεξηγήσω ή να μην το πάρω σαν κάτι που το κάνεις για με προκαλέσεις.  Έχοντας υπόψη ότι κάνεις topless  το να κάνεις και τώρα εδώ θα μπορούσε κάποιος να πει ότι  με γουστάρεις και το κάνεις για να με προκαλέσεις, επίσης θα μπορούσε κάποιος να πει για την ίδια πράξη ότι δεν με γουστάρεις καθόλου και με βάζεις στην ίδια μοίρα με όλους τους άλλους και το κάνεις αυτό για να μου δείξεις δεν έχω καμιά διαφορά από τους υπόλοιπους.  Με το να μην το  κάνεις έχοντας υπόψη ότι το έχεις κάνει παρουσία άλλων θα μπορούσε να πει κάποιος ότι εμένα με σιχαίνεσαι και ότι δεν  θες με τίποτα να δω το στήθος σου, η θα μπορούσε κάποιος να πει ότι επειδή εμένα με γουστάρεις κρατάς χαρακτήρα και δεν κάνεις topless για να μην σε παρεξηγήσω. Ποια εκδοχή απ όλες να πάρω; Και πάλι δεν έχει σημασία. Θα σου πω δυο υποθετικές περιπτώσεις για να δεις τι έχει σημασία.  Στην πρώτη περίπτωση είσαι σε μια παραλία με την παρέα σου και κάνεις topless, και χωρίς να το ξέρω έρχομαι και σε βρίσκω και εσύ ουρλιάζεις και κάνεις οτιδήποτε για να κρυφτείς. Στη δεύτερη περίπτωση, είσαι σε μια παραλία και με παίρνεις τηλέφωνο, μου λες που είσαι , τι κάνεις και τα σχετικά, σου λέω ότι δεν μπορώ να ρθω και εσύ μου λες, «κρίμα, χάνεις, είμαι και topless» έστω και πλάκα. Υποθετικά μιλάμε πάντα. Στην πρώτη περίπτωση σε βλέπω topless ενώ στην δεύτερη περίπτωση δεν σε βλέπω.  Πίστεψε με, όσο και θα μου είναι ευχάριστο ένα τέτοιο θέαμα, προτιμώ την δεύτερη περίπτωση, γιατί εκεί φαίνεται το αν νιώθεις άνετα μαζί μου……
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να μιλήσει. Γύρισε και με κοίταξε πρώτη φόρα αφ ότου είχα μιλήσει.
-Τώρα το σκέφτηκες όλο αυτό;
-Δεν σκέφτηκα τίποτα, απλά είπα πως βλέπω τα πράγματα.
-Καλό ήταν
-Δηλαδή αισθάνεσαι άνετα
-Εεεε, ναι κάτι τέτοιο…
-Θα στο κάνω πιο εύκολο, αισθάνεσαι άνετα αλλά ντρέπεσαι κιόλας λίγο, μη μιλάς, κάνε ότι θα σου πω. Φέρε τα γόνατα και κόλα τα στο στήθος σου. Ωραία τώρα βάλε τα χέρια σου μπροστά από τα γόνατα και κράτα τα σταθερά.
Το έκανε, είχε ψιλοκοκκινήσει. Πήγα από πίσω της και της έλυσα το μαγιό. Το πήρα στο χέρι. Τώρα το στήθος κρυβόταν από τα γόνατά της.  Ακούμπησα το μαγιό  δίπλα της.
-Αν αλλάξεις γνώμη, εδώ είναι. Νιώσε άνετα.
Της είπα και γύρισα έκανα ότι διαβάζω βιβλίο.  Δεν την έβλεπα αλλά ήξερα ότι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο που κλαίει ώρες ατελείωτες χωρίς να το ξέρει κανείς ήταν δίπλα μου γυμνόστηθη και ντροπαλή. Ακόμα είχε κολλημένα τα γόνατα στο στήθος της. Μικρό στήθος, όμορφο, αθλητικό, μπαλαρίνας. Την άφησα λίγη ώρα έτσι. Όχι ότι ήμουν άνετος, το αντίθετο μάλιστα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Η πολύ άνεση ίσως να μην κάνει καλό, ένιωθα ότι έκανα κάτι λάθος.  Γύρισα και σηκώθηκα  χωρίς να την κοιτάξω . Στάθηκα όρθιος μπροστά της.  Αυτή έβλεπε την πλάτη μου και εγώ την θάλασσα. Με βόλευε κιόλας έτσι,  έκρυβα το πρόσωπό μου και το πόσο την θέλω.  Λύγισα τα γόνατα μου και έψαξα στα τυφλά πίσω μου τα χέρια της, τα βρήκα και την κράτησα και από τα δύο χέρια.
-Τι κάνεις; Μου είπε
-Έλα, πάμε να κάνουμε βουτιές. Της είπα και την τράβηξα.
Σηκώθηκε χωρίς αντίσταση. Της κρατούσα τα χέρια και την οδηγούσα προς την παραλία. Περπατούσε πίσω μου γυμνόστηθή,  δεν ξέρω ποιανού η καρδιά χτυπούσε πιο δυνατά η δική μου ή δική της; Και μόνο στην ιδέα ότι ο αέρας χάιδευε το στήθος μου ερχόταν παράλυση.  Δεν ήταν το γεγονός, ήταν το άτομο με το οποίο συνέβαινε το γεγονός και  μου προκαλούσε τόσο έντονα συναισθήματα.  Παρόλα αυτά στάθηκα κύριος, δεν κοίταξα ούτε μια στιγμή πίσω. Καθώς περπατούσαμε είπε «δεν το πιστεύω…» μόνο αυτό τίποτα άλλο. Αλλά ούτε και σ αυτό έδωσα σημασία.


Μπήκαμε στην θάλασσα, προχωρήσαμε μέχρι να φτάσει το νερό λίγο κάτω από το λαιμό μου. Σταμάτησα εκεί. Αλλάξαμε την λαβή των χεριών, έφερα την αναστροφή της παλάμης  του κάθε χεριού μου δίπλα από τον κάθε ώμο. Έβαλε τα χέρια της πάνω στα δικά μου και κόλλησε το σώμα της πάνω μου. Το ένιωσα. Ρίγος.
-Έτοιμη; Της είπα
-Πάνετοιμη! Μου απάντησε με απρόσμενη ζωηράδα
-Ένα, δυο, τρία…. Και βούλιαξα κάτω από το νερό.
Αμέσως αυτή πάτησε τα χεριά προς τα κάτω για να μην με σηκώσει η άνωση και έβαλε ένα ένα τα πόδια της στους ώμους μου. Κατάλαβα ότι ήταν πλέον στη σωστή θέση στους ώμους μου, έτοιμη για πέταγμα.  Λίγο η ταχυκαρδία, λίγο το ότι με ακούμπησε πριν με το σώμα της, ένιωσα να έχω πολλαπλάσια δύναμη. Δεν ήταν και βαριά.  Την πέταξα πολύ ψηλά και μακριά. Το πολύ είναι σχετικό, περισσότερο απ ότι  περίμενα είναι το σωστό. Την είδα για λίγο στον αέρα και  έσκασε κάθετα στο νερό με τα πόδια μαζεμένα, με το ένα χέρι είχε κλείσει την μύτη της. Βγήκε από το νερό και αμέσως έφτιαξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και ήρθε κολυμπώντας προς το μέρος μου σαν σκυλάκι.
-Καλό;
-Τέλειο! Τέλειο! Πάμε ξανά!
Ήρθε πίσω μου και  έπιασε τα χέρια μου τα είχα βάλει ήδη στη σωστή θέση για να ανεβεί. Έκανε τα πάντα με μεγάλη ανυπομονησία.  Σαν να είχε ξεχάσει τελείως ότι ήταν γυμνή. Δεν είχε φανεί και τίποτα. Στο πρώτο άλμα είχε φανεί μόνο η πλάτη της, στο κολύμπι προς το μέρος φαινόταν μόνο μια διάθλαση. Αλλά και πάλι δεν προσπάθησα να δω. Με κέρδισε περισσότερο το φως και ζωηρά στα μάτια της. Είχε βρεγμένα μάτια και όχι από δάκρυα που τόσα και τόσα άσκοπα έχει ξοδέψει. Μέτρησα μέχρι το τρία και βυθίστηκα πάλι κάτω από νερό. Στο αυτό πέταγμα την άκουσα να ουρλιάζει από χαρά στο αέρα. Έπεσε στο νερό με τον ίδιο τρόπο.  Βγήκε από το νερό και ερχόταν πάλι χαρούμενη «Ξανά! Ξανά!»

 Μετά από μισή ώρα βγαίναμε προς τα έξω.  Με κρατούσε από τα χέρια και περπατούσε προς τα πίσω. Ουσιαστικά τώρα αυτή με τραβούσε.  Κοιτιόμασταν στα μάτια και είχε ένα περίεργο χαμόγελο.  Λίγα μέτρα πριν  βγούμε στην αμμουδιά και αφού το νερό έχει φτάσει στη μέση της κνήμης της σταμάτησα. Δεν είχα αμφιβολία για τίποτα πλέον. Περίμενε, ήξερε τι θα συμβεί, το ήθελε και το ήξερα.  Έσκυψα και τράβηξα τα πόδια της. Την έριξα στο νερό  και έπεσα δίπλα της.  Η θάλασσα ίσα που κάλυπτε τα σώματα μας. Για λίγο κοιταχτήκαμε  στα μάτια και μετά   από αυτό που έγινε δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα όμορφο χωρίς να έχει επίκεντρο εκείνη.










Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Μακρύς Διάδρομος


 Χτες το βράδυ, κατά τις δέκα, την ώρα που έφτασα   στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένω είδα μια γριά να πατάει ένα κουδούνι και να περιμένει στην πόρτα. Έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη μου και δείχνοντας τα κλειδιά της είπα «Συγνώμη, να ανοίξω;» «Ναι παλικάρι μ΄» μου απάντησε η γριά και έκανε στην άκρη.  Αφού μπήκα μέσα στην πολυκατοικία κράτησα την πόρτα ανοιχτή για να περάσει και η γριούλα, την ίδια στιγμή ακούστηκε και ο θόρυβος που κάνει η πόρτα όταν πατάει κάποιος το κουμπί από πάνω για να ανοίξει. «Εντάξει» είπε η γριά στο θυροτηλέφωνο και μπήκε μέσα.  Η πολυκατοικία που μένω είναι μεγάλη και ο διάδρομος μακρύς, περπατούσα πολύ γρήγορα, η γριά έσερνε τα πόδια της. Δημιουργήθηκε μεγάλη απόστασή μεταξύ μας, δεν το έκανα για να την αποφύγω,  δεν είχε δώσει σημεία ΄΄γριοσύνης ΄΄ μέχρι τώρα. Και πάνω εκεί που σκέφτηκα τι καλή γιαγιούλα την ακούω να φωνάζει από πίσω:
-Ει! Μη μου πάρεις τι ασανσέρ! Περίμενέ με!
-Θα πάω από τις σκάλες…. της είπα ψιλοαδιάφορα χωρίς να την κοιτάξω.
-Να πάς εσύ από τις σκάλες! Ακούς εκεί θα με πεις έμενα μεγάλη γυναίκα να πάω από τις σκάλες!
Σταμάτησα λίγο να περπατάω, γάμα το είπα από  μέσα μου και συνέχισα να περπατάω  
-Περίμενε βρε! Μου φώναξε  η γριά μόλις έφτασα στο ασανσέρ αλλά εγώ έκανα πως δεν την άκουσα και ανέβηκα τις σκάλες.

Μένω στον δεύτερο, έκανα μια σύντομή στάση στον πρώτο. Περίμενα να ξεκινήσει το ασανσέρ με την γριά από το ισόγειο. Μόλις είδα ότι ξεκίνησε πάτησα το κουμπί και το κάλεσα στον πρώτο για να κάνει στάση.  Συνέχισα να ανεβαίνω τις σκάλες, το ίδιο έκανα και στον δεύτερο, να μάθει η κολόγρια!  Πηγαίνοντας στον πάντα μακρύ διάδρομο προς το σπίτι μου είδα την γειτόνισσα να βγαίνει από το δικό της.  Μένουμε δίπλα δίπλα, είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας,  καλό γκομενάκι,  ψιλή, αδύνατή, μελαχρινή.   Οπότε έχουμε την γριά που ανεβαίνει με το ασανσέρ και σε κάθε όροφο θα σταματάει χωρίς να είναι κανείς και το γκομενάκι-γειτόνισσα  που πηγαίνει προς το ασανσέρ. Μέχρι στιγμής εδώ και δυο μήνες που μένω  σ αυτή την πολυκατοικία δεν έχουμε μιλήσει με την τύπισσα, μόνο μερικά νεύματα ευγενείας όταν συναντιόμαστε στο  μακρύ διάδρομο.  Νομίζω την ότι την λένε Μαριάνα. Το παράδοξο με αυτήν είναι ότι καταβαίνει με το ασανσέρ και ανεβαίνει από τις σκάλες. Μάλλον από τις σκάλες θα έφτιαξε ωραίο κώλο.  Έπρεπε  λοιπόν να την αποτρέψω από το να βρεθεί μπροστά στο ασανσέρ που κουβαλάει γριά μέσα. Πρώτον θα έβλεπε αναμμένο το λαμπάκι που θα σήμαινε ότι κάποιος το έχει καλέσει , (ποιος άραγε;)  και δεύτερον ήταν πολύ πιθανό να της έλεγε η γριά ότι κάποιος της κάνει πλάκα  ή ακόμα χειρότερα να έβγαζε την μούρη της έξω  και να με έδειχνε στον διάδρομο και να έλεγε «Να! Αυτός είναι!».  Περπατώντας γρήγορα στο διάδρομο λοιπόν της λέω με παρακλητικό ύφος απλώνοντας τα χέρια μου σε ένδειξη αθωότητας :
-Συγνώμη, συγνώμη, με ξέρεις,  έτσι; Σε παρακαλώ μια εξυπηρέτηση, νομίζω ότι έχω κάνει μαλακία με το πλυντήριο και μάλλον θα τρέχει νερά. Έλα ένα λεπτό σε παρακαλώ μήπως και σώσουμε τίποτα.
Τα τελευταία λόγια τα είπα έχοντας φτάσει ήδη στην πόρτα και γυρνώντας το κλειδί. Αυτή ήταν δίπλα μου και με κοιτούσε μάλλον με απορία.
-Εντάξει….. μου είπε
Μπήκα πρώτος μέσα στο διαμέρισμα και με ακολούθησε «περίμενε λίγο εδώ» της είπα και την άφησα στον προθάλαμο δίπλα από το σαλόνι. Έκανα να πάω προς το μπάνιο, ακούστηκε η πόρτα από το ασανσέρ, μια φωνή γριάς αντήχησε  στον μακρύ διάδρομο «επ, ποιος το κάνει αυτό;!!!!!» . Δεν είχα κλείσει την πόρτα, ακούστηκε καθαρά μέσα, γύρισα και την έκλεισα απότομα και έκανα να φύγω γρήγορα προς το μπάνιο όπου υποτίθεται ότι έτρεχαν τα νερά.
-Τι ήταν αυτό; Μου είπε το γκομενάκι-γειτόνισσα
-Τίποτα, μάλλον ο Κύπριος απέναντι θα άνοιξε την τηλεόραση
-Καλά λες, το κάνει συχνά αυτό…
-Ναι, είναι κάφρος, μισό λεπτό έρχομαι…. Της είπα και πήγα γρήγορα προς το μπάνιο

Όταν γύρισα αυτή είχε πάει στο σαλόνι.  Μπαίνοντας εκεί την είδα σκυμμένη να κοιτάει την βιβλιοθήκη. Κοιτούσε στα χαμηλά ράφια. Είχε βάλει τα χέρια της στα γόνατά της και είχε κυρτώσει την μέση της προς τα μέσα. Την  είδα από πίσω. Ευτυχώς δεν έχω σύνδρομο Tourette, αν είχα θα με χαστούκιζε.  Αχ Κούλα με την κουλάρα σου.
-Ευτυχώς δεν ήταν τίποτα. Της είπα και διέκοψα το υπέροχο σκύψιμό της
-Πολύ ωραία βιβλία έχεις, τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;
-Ναι, μπορείς να δανειστείς όποιο, θες όποτε θες,  φαγητά και σκευή μόνο μη μου ζητήσεις ποτέ.
-Τι έγινε τελικά με το πλυντήριο; Μου είπε και περιφερόταν άσκοπα μέσα στο δωμάτιο κοιτώντας τα πάντα, αφίσες, βιβλία σε άλλο σημείο, τα φυτά, λες και ήταν σε μουσείο.
-Α, το πλυντήριο…. Νόμιζα ότι δεν είχα βάλει το λάστιχο που πετάει τα νερά στην μπανιέρα, την έχω ξαναπατήσει, γι αυτό γύρισα τρέχοντας από εκεί που ήμουν,  αλλά τελικά εντάξει, δεν είχα βάλει καν το πλυντήριο στην πρίζα.
-Μ αρέσει που δεν έχεις τηλεόραση, αλλά πως  περνάς την ώρα σου; Μου είπε λες και δεν της είχα πει τίποτα για το πλυντήριο.
-Παίζω με τον πιγκουίνο που ζει κάτω από το κρεβάτι μου
-Αλήθεια! Έχεις και εσύ πιγκουίνο;
-Μη μου πεις……….
-Σου λέω…….
Οκ , καμένη, αυτό είναι είπα μέσα μου, παντρεύομαι. Αλλά πριν πάω στο γάμο έπρεπε να το σιγουρέψω κάπως….
-Αν και είναι πολύ ευχάριστη η παρέα σου, δεν θα ήθελα να σε στερήσω άλλο από αυτούς, αυτόν; που σε περιμένουν. (γιατί αν το έκανε κάποιος αυτό σε μένα θα τον μισούσα θανάσιμα). Αυτό μες την παρένθεσή το σκέφτηκα αλλά δεν το είπα ευτυχώς, γιατί μετά θα μισούσα εμένα θανάσιμα.
-Κανείς δεν με περιμένει πουθενά, για κάνα γύρο έβγαινα, σε πειράζει να παραγγείλλουμε κάτι και να το φάμε εδώ;
-Καθόλου, και ευτυχώς είπες τη σωστή λέξη ΄΄παραγγείλουμε ΄΄  γιατί αν περίμενες από μένα να φτιάξω κάτι….
-Σε καταλαβαίνω, και εγώ έτσι είμαι.


Και καθίσαμε στον καναπέ, μιλήσαμε για τους πιγκουίνους, για το πώς έσπασα την τηλεόραση, πριν από μερικά χρόνια, και γιατί ρε γαμώ το τόσο καιρό γείτονες-γκομενάκια να μην έχουμε πει μια κουβέντα . Ακόμα δεν έχουμε παραγγείλει τίποτα, κρασάκι και χαμηλή μουσική.  Τα υπέροχα λεπτά της πόδια μαζεμένα πάνω στον καναπέ, ελαφρώς πλαγιασμένη, μιλούσαμε από απόστασή  ασφαλείας. Σιγά σιγά, όλα θα γίνουν σκεφτόμουν.  Και κάπου σε ένα κενό της μουσικής ακούστηκε ο κοινός  μας εχθρός, όχι ο Κύπριος  που μένει απέναντι μας ούτε ο διαχειριστής, ήταν  τα γαμημένα τα κωλοπεριστέρια που γουργούριζαν. Την είδα που ξίνισε το προσωπάκι της.
-Σου την σπάνε και σένα; Της είπα
-Ναι τα γαμίδια…..  Πρώτη φορά την άκουσα να βρίζει, αλλά δεν με πείραξε, μ άρεσε, ήταν αυθόρμητο.
-Και να φανταστείς ότι έχουν βγάλει και τραγούδια  για αυτά, όπως αυτό του Ζαμπέτα και χίλια περιστέρια να φιλούν τα χέρια… πόσο διαστρεμμένο μπορεί να είναι αυτό;
-Ή το άλλο της Τζένης Βάνου και μες στα χέρια σου τα χέρια μου δυο τρομαγμένα περιστέρια…..
-Απίστευτο!  Που το ξέρεις αυτό; Είσαι και εσύ cult;
-Ω, ναι, το παραδέχομαι…..
-Το άκουγα στο χωριό μου κάθε μέρα αυτό, αλλά και τι άλλο άκουγα; Στο ίδιο cd με τα ερωτικά που έπαιζε κάθε μέρα στο repeat στην καφετέρια του χωριού και είχε και ένα των Scorpions, το White Dove, τώρα το μισώ μόνο και μόνο για τον τίτλο, τότε το μισούσα   για άλλο λόγο.
-Και εγώ το μισώ τώρα, αλλά για πες μου τον άλλο λόγο
-Δηλαδή πόσο πιο γλίτσα μπορεί να γίνει ένας στοίχος, άκου να δεις τι λέει σε ένα σημείο το τραγούδι : Can anyone tell me why , The children of the world, Have to pay the price.  Δεν σου βγάζει έναν εμετό αυτό πράγμα; Ούτε ο Βασιλάκης Καΐλας τόσο κλάψα, ακούς εκεί  the children of the world  have to pay the price. Πραγματικά πες μου, δεν είναι πολύ γλίτσα;
-Είναι
-Ούτε καν Κνιτης σε πρωτοετή  επαναστάτρια  φοιτήτρια στην πλατεία Εξαρχείων δεν λέει τέτοια ατάκα….
 Μια νοσηρή μαλακιά που έχει ριζώσει για τα καλά μέσα στο κεφάλι με κάνει να νομίζω πως μπορώ να  μιλάω εντελώς ελεύθερα για όλα τα θέματα. Και ότι οι άνθρωποι δεν παρεξηγούνται. Να μια μούντζα. Η κοπέλα απέναντι μου δεν γελούσε, ούτε χαμογελούσε και κρίμα της πήγαινε τόσο πολύ το χαμόγελο.
-Έχεις κάτι με τους Κνίτες; Μου είπε ψυχρά
-Τίποτα , ούτε και θέλω να αποκτήσω
-Τι είσαι; Αναρχικός; Μήπως είσαι φασίστας;
-Τίποτα από τα δυο, χαλάρωσε, δεν έγινε τίποτα…..
-Έχεις δίκιο, άδικα αρπάχτηκα, άλλωστε δεν έγινε τίποτα.  Αλλά νομίζω ότι έχει περάσει η ώρα, πρέπει να φύγω
-Αλήθεια λες τώρα; Τι να σου πω… όπως αγαπάς

Και χαιρετηθήκαμε και χαρήκαμε στην πόρτα, όντως δεν παρεξηγήθηκε, πλέον όταν συναντιόμαστε στο διάδρομο θα  λέμε ένα ΄΄γειά΄΄ ή  ίσως ένα ΄΄τι κάνεις;΄΄. Κάτι είναι και αυτό, είπαμε ωραίο γκομενάκι….

Δεν μου το βγάζετε από το μυαλό ότι  για όλα φταίει η κωλόγρια…..







Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Μη μου το λες 5 (Τα Μήλα Της Βαρεμάρας)


 Έξω από την Αγροτική Τράπεζα . Μια γριά είναι σκυμμένη στο ΑΤΜ,  πίσω από την γριά και σε απόστασή 5  μέτρων περίπου είναι κάποιος που καπνίζει τσιγάρο, ποιος να είναι άραγε; Ω τι μεγάλη έκπληξη,  είμαι εγώ και περιμένω την γριά πόση ώρα  να βγάλει χρήματα για να βγάλω και εγώ με την σειρά μου.  Τι κάνει τόση ώρα ή κολώγρια,  «Αι μαρί τελείωνε… ΑΤΜ είναι, δεν είναι tetris»   σκέφτηκα να πω, αλλά δεν το είπα.  Δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, ή η γρια με έχει δει και φοβάται να φύγει ή έχει πατήσει αντίστροφα τον κωδικό και περιμένει την  αστυνομία να έρθει να με πιάσει.  Εδώ μια άχρηστη πληροφορία: Αν πατήσει κάποιος ανάποδα τον κωδικό της κάρτας στο ΑΤΜ μπορεί να βγάλει χρήματα αλλά ταυτόχρονα ειδοποιούνται και τα κεντρικά της αστυνομίας. Όπως και να έχει η γριά ήταν σίγουρη ότι ήθελα να της κάνω κακό. Συνέχιζε να παίζει tetris, συνέχιζα να καπνίζω.   Άντε να δούμε που θα πάει αυτή η δουλειά….


Κάποια στιγμή επιτέλους η γριά έφυγε, με  κοίταξε, την κοίταξα,  δεν είπαμε τίποτα, η σιωπή τα έλεγε όλα, «Τι έκανες τόση ώρα;;!!!!!!!!» της είπα με το βλέμμα «Σκάσε βλαμμένο, φεύγω!» μου απάντησε με το δικό της. Την έβλεπα να φεύγει , πετώ το τσιγάρο, τελευταίο πλάνο, θεέ μου  είχε μια βαρεμάρα απελπιστική….. Κι όμως κι αν είναι δυνατόν, την ώρα που έβαλα την κάρτα μέσα στο ΑΤΜ, κάποια ήρθε από πίσω και μου έκλεισε τα μάτια με τα χέρια της.  Μαλακά χεράκια. «Ποια είμαι; Μάντεψε;» μου είπε χαζοχαρούμενα.  Έσφιξα τα χείλη, έπιασα τα χέρια της και τα κατέβασα αργά,  εννοείται ότι κατάλαβα ποια είναι, αλλά δεν έχω καθόλου όρεξη για κάψιμο, τώρα τελευταία δεν το ‘χω. Μήπως  δεν το έχει και αυτή; Μήπως; Λες να είμαι τόσο τυχερός; Γυρνάω να την δω,  «Τσα!» μου κάνει μες τα μούτρα μου μόλις βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. «Merde»  είπα με μια σχετική  αποστροφή.
-Τι κάνεις; Καλά είσαι; Τι ωραία που σε βρήκα πάλι. Καιρό έχω να σε δω, άρχισα νομίζω ότι έχεις πεθάνει, ή ότι έχεις αρρωστήσει βαριά, ή ότι έπεσες στις γραμμές του Μετρό, ή ότι σε δάγκωσε κανένας δηλητηριασμένος σκύλος,  ή ότι έπεσες με το μηχανάκι και δεν φορούσες κράνος,  φοράς πάντα κράνος;  Δεν σου χαλάει τα μαλλιά όταν το φοράς; Τι κάνεις εδώ, χρήματα θες να βγάλεις;
-Όχι, ήρθα να παίξω tetris,  εσύ βλέπω… σταθερή αξία……….
-Τι εννοείς; Τι σταθερή αξία;  Πάλι με κάνεις πλάκα;  Αχ γιατί με δουλεύεις συνέχεια, εγώ χαίρομαι  πάντα όταν σε βρίσκω και μαθαίνω καινούρια πράγματα, α,α, το μηχάνημα κάνει μπιπ μπίπ, γιατί κάνει έτσι;   Χάλασε;
-Όχι,  το μπιπ μπιπ σημαίνει: Βλαμμένε, άσε τις κουβέντες με τα γκομενάκια και βάλε τον κωδικό σου αλλιώς θα σου  φάω την κάρτα.
-Αντε βρε πάλι με δουλεύεις.
Μήπως να βάλω τον κωδικό ανάποδα;
-Δεν σε δουλεύω καρδιά μου, άσε να κάνω την δουλειά μου εδώ και μετά πάμε βόλτα όπου θες αν δεν έχεις τίποτα να κάνεις .
-Ωραία! Τέλεια, τέλεια, να δεν κοιτάω,  κάνε την δουλειά σου, μια φορά στο χωριό
-Δεν σου είπα να μην κοιτάς, να μην μιλάς εννοούσα.
-Αχ, ναι, συγνώμη,  δίκιο έχεις, αλλά τώρα την ξεκίνησα την ιστορία και δεν μπορώ να σταματήσω, δεν κάνει να κοιτάς εκεί που δεν έχεις δουλειά, μια φορά στο χωριό ένα παιδί κοιτούσε ένα μήλο και πέθανε.
-……..
-Βασικά,  δεν πέθανε  επειδή κοιτούσε το μήλο,  τον είχε πάρει μαζί του ο θείος του για να κυνηγήσουν  γουρούνια  αλλά το παιδί βαριότανε   και κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο , είχε ένα μήλο στο χέρι και ο θείος του νόμιζε ότι έβλεπε γουρούνι και τον πυροβόλησε. Μια φορά όμως μόνο έριξε, όταν άκουσε το ά! δεν ξανάριξε,   μπαμ και κάτω, ανεψάκι μου φευγάτο. Ακόμα με τα λεφτά; Τι κάνεις τόση ώρα εκεί;  Παιχνίδι το πέρασες;
-Δεν ξέρω, κάτι έπαθε και αργεί να βγάλει χρήματα.
-Αχ αυτά τα μηχανήματα όταν αργούνε μου την σπάνε πολύ,  λες να έπαθε τίποτα αυτός που χειρίζεται το μηχάνημα από την άλλη μεριά; Λες να πέθανε και να έχει  ριγμένο το κεφάλι του στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή;  Μια φορά μιλούσα με την γιαγιά μου στο τηλέφωνο, εκεί που τα λέγαμε η γιαγιά μου είπε να περιμένω λίγο και να  μην κλείσω,  ήθελε να πάει να δει το φαί που είχε πάνω στο μάτι της κουζίνας. Εγώ περίμενα δεν έκλεισα, περίμενα πολύ ώρα, ίσως και μισή ώρα, αλλά η γιαγιά είχε πεθάνει στο δρόμο προς την κουζίνα, ούτε άχνα δεν έβγαλε. Το φαί πρέπει να κάηκε εκείνη την μέρα, τζάμπα ξεκίνησε να το φτιάχνει, έτσι είναι η ζωή, σαν ένα φαί που κάηκε,  ξεκινάς να κάνεις κάτι μα στα μισά σου τυχαίνει κάτι άλλο και αυτό που είχες ξεκινήσει καίγεται και μυρίζει άσχημα, αυτό όμως που σου έτυχε δεν ξέρεις αν σου βγει σε καλό η σε κακό, δεν το έχεις διαλέξει, ακόμα με τα λεφτά; Αντε, τι κάνεις τόση ώρα;
-Τώρα τελειώνω… μίλα εσύ , σε προσέχω, κάτι για ένα φαγητό που κάηκε έλεγες
- Έλεγα για την γιαγιά μου που πέθανε. Ο θείος ο Επαμεινώνδας μας είπε μετά ότι είχε σκοντάψει η γιαγιά σε ένα  συρτάρι που ήταν ανοιχτό και χτύπησε το κεφάλι της στο πόμολο από ένα ντουλαπάκι κάτω από τον νεροχύτη.  Βαριότανε να  το κλείσει το συρτάρι.   Α! έβγαλες τα χρήματα ωραία! Πάμε, είχα αρχίσει να βαριέμαι.
-Δεν κάνει να βαριέσαι, η βαρεμάρα είναι  μεγάλη αμαρτία.
-Δεν πέθανε ποτέ κανείς από τη βαρεμάρα
-Α, έτσι σου είπαν να λές;  Σε όλες τις εκδοχές του μήλου της Εύας  είναι ή δεν είναι η βαρεμάρα  το κυρίαρχο χαρακτηριστικό
-Αχ, δεν ξέρω… εξήγησε μου….
-Ωχ, τι είσαι εσύ παιδάκι  μου…. Τεσπα,  λοιπόν, άκου, η Εύα έδωσε το μήλο στον Αδάμ σωστά;  Ο θεός είχε απαγορεύσει στους πρωτόπλαστους να φάνε από την απαγορευμένη μηλιά. Μια μηλιά υπήρχε όλη και όλη στον παράδεισο.   Ο Αδάμ και  Εύα ζούσαν ευτυχισμένοι στο δάσος, σαν πιθικάκια, τρέχανε από δω από εκεί,  παίζανε, σκαρφαλώνανε σε δέντρα και γενικά περνούσανε καλά. Μα έλα όμως που Εύα πήγε και έφαγε το πρώτο μήλο. Από τότε η Εύα άρχισε να σκέφτεται και να μιλάει λίγο,  μήλο, μιλιά, ομιλία, καταλαβαίνεις, ο Αδαμ όμως δεν είχε φάει ακόμα μήλο, του άρεσε να παίζει χωρίς να σκέφτεται,  η Εύα έφαγε κι άλλο μήλο και σκεφτόταν ακόμα περισσότερα πράγματα,  άρχισε να θέλει ρούχα, σπίτια, παιδιά, ο καημένος ο Αδάμ όμως δεν καταλάβαινε, νόμιζε ότι όλα είναι παιχνίδι, νόμιζε ότι η Εύα απλώς κουνούσε το στόμα της.  Η Εύα στο τέλος είχε φάει σχεδόν όλα τα μίλα από το δέντρο και δεν έπαιζε καθόλου, ο Αδάμ πάλι δεν καταλάβαινε τι γινότανε, έβλεπε την γυναίκα που δεν ήθελε να παίξει, την έβλεπε να φοράει ρούχα και έξυνε την κεφάλα του. Την ώρα λοιπόν που η Εύα πήγαινε να φάει το τελευταίο μήλο  πετάχτηκε ο φίδις  μέσα από το δέντρο και τρόμαξε η κοπέλα όπως τρόμαξες εσύ εμένα πριν με το τζα.  Ο κύριος φίδις λοιπόν είπε στην Εύα να δώσει  το τελευταίο μήλο στον Αδάμ για να αρχίσει και αυτός να σκέφτεται και να μιλάει. Έτσι και έγινε. Από τότε άρχισε και ο Αδάμ να σκέφτεται,  πολύ λιγότερο όμως  από την Εύα και μιλούσε ακόμα λιγότερο.  Δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε σε τίποτα, μαλώνανε συνέχεια. Του τα ζαλίζανε του θεού , μέχρι που τα πήρε ο πρωτομάστορας  στο κρανίο και τους πέταξε έξω από τον παράδεισο. Ουστ ρεμάλια να πάτε αλλού να μαλώσετε. Και έτσι χάσαμε τον παράδεισο. Η πολύ σκέψη φέρνει ή λόγια ή βαρεμάρα και αυτά με την σειρά τους φέρνουν καυγάδες.   Όσο  λιγότερο σκέφτεσαι και όσο λιγότερο μιλάς, πρόσεχε ΜΙΛΑΣ, τόσο πιο κοντά στον παράδεισό είσαι .
-Μήπως με δουλεύεις;  Στο σχολείο αλλιώς μας τα είπανε.
-Αλλιώς τα είπανε, μα άλλα σημαίνουν, είναι όλα μεταφορικά γραμμένα, δηλαδή τι πίστευες ότι ο κόσμος φτιάχτηκε σε έξι μέρες;  Απλά είναι διαχωρισμός  σε  μεγάλες γεωλογικές περιόδους που κράτησαν και δισεκατομμύρια χρόνια η καθεμιά, κάτι σαν την σχετικότητα του χρόνου που όταν μιλάω μαζί σου…. Αστό……
-Δηλαδή έτσι χάσαμε τον παράδεισο;  Και τι σχέση έχει αυτό με την βαρεμάρα;
-Μισό λεπτό να σκεφτώ…
-Τι να σκεφτείς, εσύ δεν είπες ότι δεν κάνει να σκεφτόμαστε
-Δεν είπα αυτό,  να μην σκέφτεσαι αυτά που σε βάζει το φίδι να σκέφτεσαι,  να μην σκέφτεσαι περισσότερο από ότι χρειάζεται,  και να μην μιλάς περισσότερο από ότι χρειάζεται.  Πάντα θα έρχονται φιδάκια για να σου δώσουν μήλα και να σου χαλάσουν τον παράδεισο. Το φίδι λοιπόν καλή μου φίλη είναι η βαρεμάρα, όταν αντί να κουνήσεις τον κώλο σου και αν κάνεις καμιά δουλειά ή να κάνεις καμία βόλτα ή  να χαρείς με κάτι απλό, έρχεται το φιδάκι και σε βάζει να σκέφτεσαι πως θα το αποφύγεις ή το πώς θα βρεις μια λύση να κάνεις τους άλλους να κουραστούν για σένα.
-Με μπέρδεψες
-Και εγώ μπερδεύκα άστο μην το ψάχνεις.  Να θυμάσαι μόνο αυτό , μου το είπε ένας παππούς στην Λάρισα «Λίγο μυαλό καλά είναι, καθόλ΄ μυαλό καλύτερα».   
-Ωραίος ο παππούς, έχει πεθάνει;
-Ναι
-Από τι; Άσε μη μου πεις θα μαντέψω!



Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Θα μπορούσε να έχει ειρμό.


Τα πλοία έρχονται και φεύγουν αδειάζουν μπανάνες και παγωτά, σπάνε σε κομμάτια γίνονται οδοντογλυφίδες, καθαρίζουν τα δόντια κάνουν μαγικά και χάνονται στα μαύρα σύννεφα που βρίσκονται πάντα πάνω από το τελευταίο μυρμήγκι που επέζησε από την  οικονομική κρίση.  Φτάνει που έγινε και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, θα γραφτούν τραγούδια και ποιήματα, θα προσπαθήσουν να  το περιγράψουν στα γουρούνια μα αυτά θα γουστάρουν τις λάσπες ,  θα στριφογυρνάνε μέχρι να πέσουν σε κόμμα, θα κατηγορήσουν τα άστρα,  θα κρύψουνε τα άστρα, θα βάλουν φωτιές , θα μας πνίξουν.  Οι άσπρες κάλτσες πεταμένες   στο πάτωμα, φωσφορίζουν και μοιάζουν με μισοφέγγαρα στο σκοτεινό  κενό που εκτείνεται κάτω από τα πόδια μας, τα γυμνά μας πόδια, οι κάλτσες έγιναν μισοφέγγαρα και η Σελήνη αγαπάει Αλέξη.   Αστράφτει το σπαθί του καβαλάρη που πολιορκεί τα σύννεφα λίγο πριν την αλλαγή της τρίτης χιλιετίας ημέρα Τετάρτη ξεχασμένη σε ένα βάζο με μαγιονέζα δίχως καπάκι. Εκεί στα βόρεια στις κρύες κουβέρτες και τα δροσερά σεντόνια λαμβάνει χώρα η μεγάλη γιορτή του πνιγμού των δέντρων που προσκυνάνε ξυπόλυτα έναν άγνωστο θεό. Θα μπορούσαν όλα να είχαν ειρμό και χάρη αλλά θα μπορούσαν και να μην είχαν, δύο πράγματα μπορούν να συμβούν, αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που θα συμβούν, όλα τα άλλα είναι μάταια, μάπα και το καρπούζι, χωρίς σπόρια, άσπορο, άσπρο, σαν    το χιόνι που μια μέρα ένας τρελός έκοψε τις φλέβες του και περπατούσε ακαθόριστα με τα χέρια του να κρέμονται παρακλητικά προς τα κάτω , το αίμα έβαφε το χιόνι,  τα πόδια του χαλούσαν αυτό το τέλειο αψεγάδιαστο τοπίο. Περπατούσε μέχρι που ολοκλήρωσε αυτό που ήθελε , έγραψε με το αίμα του ένα όνομα, ένα όνομα με κόκκινα μεγάλα γράμματα, έπεσε νεκρός, έγινε κρύος και σαν άσπρος σαν το χιόνι, από ψηλά με τα μάτια της ψυχής του έβλεπε για πιο λόγο πέθανε,  το χιόνι έλειωσε και το πρωί δεν υπήρχε τίποτα εκεί που είχε γράψει το όνομα του, τίποτα ούτε γράμματα, ούτε χιόνι, ούτε γη, ούτε αέρας , ούτε κενό, δεν υπήρχε  τίποτα.  Γεννηθήκαν όλα από την αρχή για ένα δευτερόλεπτο και πάλι έσβησαν με μια ριπή του ανέμου, απαγορεύεται να γεννιέσαι, πρέπει να γίνεσαι, πρέπει να γίνεις και να διαλέξεις τον τρόπο που θα πεθάνεις, και αν το πετύχεις έχεις γίνει, αν όχι απλά είχες γεννηθεί .

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Nemo me impune lacessit


Πολλές φορές  έχω μια ιστορία να γράψω αλλά δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Όσο το σκέφτομαι τόσο η εισαγωγή μεγαλώνει.   Καιρό τώρα είχα σκοπό να γράψω την ιστορία με την Μαρίνα.   Κάθε φορά όμως που την σκέφτομαι, την Μαρίνα,  μεγαλώνει,  η εισαγωγή.  Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να αφήσω απ έξω τις εισαγωγές και τους προλόγους και να μπω κατευθείαν στο ψητό, κάτι που δεν έκανα το βράδυ που γνώρισα την Μαρίνα.

Είμαστε μέσα στο Marabou στην Πανόρμου, τέσσερα άτομα παρέα,  ο Μήτσος ο Πατσάς συμμαθητής μου από το λύκειο, ένας κάγκουρας του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι και η Μαρίνα.  Η κατάστασή έχει ως εξής, ο Μήτσος τα έχει με μια δασκάλα, η Μαρίνα είναι συνάδελφος της κοπέλας  του Μήτσου, ο Κάγκουρας είναι συνάδελφος του Μήτσου στο στρατό,  και όλοι μαζί τραγουδάνε ζωηρά ‘’δύο μισθοί, δύο μισθοί’’ . Ο Κάγκουρας είχε δει την   Μαρίνα σε μια φωτογραφία απ την παρέα του Μήτσου και ζήτησε προξενιό για σεξ και ‘’δύο μισθοί, δύο μισθοί’’.  Κανονίστηκε ραντεβού ,τετράδα,  με τις δασκάλες και τους δυο στρατέους.  Η κοπέλα του Μήτσου αρρώστησε και  έφυγε αλλά παρακάλεσε τον Μήτσο  να μείνει εκεί για να μην χαλάσει το προξενιό. Οπότε ο Μήτσος για να μην είναι ξέμπαρκος ανάμεσα στο  προσεχώς ‘’δύο μισθοί’’  πήρε  εμένα τηλέφωνο που μένω στην γειτονιά. Γιατί δεν το έκανε από την αρχή;  Επειδή πολύ απλά είμαι εντελώς αντικοινωνικός και ο Μήτσος το ξέρει πολύ καλά αυτό.   Δύο πράγματα σιχαίνομαι περισσότερο σ αυτόν τον κόσμο, τον Μιχάλη Χατζηγιάννη  και τις παρέες με άσχετους. Γιατί βγήκα; Είχα ανάγκη από λίγη βλακεία και ο Μήτσος είναι ο καλύτερος προμηθευτής σ αυτόν τον τομέα.  Εκείνο το βράδυ  σάπιζα στο σπίτι μου και φυλλορροούσα τις απεγνωσμένες προσπάθειες των μωβ δαχτυλιδιών του καπνού   να παραμείνουν ζωντανά και στρόγγυλα στην πορεία τους προς το ταβάνι .   Όταν μου ετέθη το δίλημμα σαπίλα ή Μήτσος  έστριψα άλλο ένα τσιγάρο  και το σκέφτηκα αρκετά.   Το αποφάσισα,  σαπίλα με τον Μήτσο . Και τώρα αυτό που σκέφτομαι είναι πότε θα τελειώσω επιτέλους αυτή  την εισαγωγή.  Εισαγωγές-Εξαγωγές ο Μήτσος.

Οι  προσεχώς ‘’δύο μισθοί’’  καθόταν απέναντί μου.  Ο Μήτσος δίπλα μου.  Η Μαρίνα είναι μια απίστευτα όμορφη κοπέλα,  ψιλή, λεπτή , μελαχρινή, ο ορισμός της κομψότητας. Ο κάγκουρας είναι μπρατσαράς με κοντομάνικο ριγέ πουκάμισο μέσα στο χειμώνα, αυτό τα λέει όλα.  Καθώς μου μιλούσε ο Μήτσος χωρίς να δίνω σημασία τι μου λέει, παρατήρησα ότι κάγκουρας με  ‘’έκοβε’’.  Οι μπρατσαράδες έχουν την τάση όταν βλέπουν έναν άλλον άντρα να τον ζυγίζουν με το μάτι και να υπολογίζουν αν μπορούν να τον δείρουν, το ξέρω από το στρατό αυτό, είχαμε πολλούς μπρατσαράδες στις Ειδικές Δυνάμεις.   Ο συγκεκριμένος τύπος  μιλούσε στην Μαρίνα και που και που μου έριχνε υπολογιστικές  ματιές. Εγώ κοιτούσα διακριτικά την Μαρίνα  και που και που μου έριχνε και αυτή ματιές. Κατάλαβα ότι ο τύπος της έλεγε μαλακιές και αυτή τον άκουγε από ευγένεια .  Μάλλον θα της εξηγούσε κάποιο πενταετές πλάνο ή την οικονομική ευρωστία την οποία φαντάζεται ότι έχει και ότι έχει σημασία. Ο Μήτσος απ όσο μπόρεσα να καταλάβω από τα συμφραζόμενα  μου εξηγούσε τα νέα διοικητικά του καθήκοντα που ανέλαβε στη μονάδα μετά την  προαγωγή του.  Είχα μόλις μισή ώρα και ήθελα να φύγω, η αντικοινωνικότητά μου χτυπούσε κόκκινο. Για να την παλέψω γύρισα το μυαλό μου στο burn mode.  Ζήτησα βοήθεια να έρθει να με σώσει και σαν από θαύμα εμφανίστηκε ο Άγιος Δημήτριος μέσα στο μαγαζί. Περήφανος πάνω στο λευκό του άλογο που έλεγαν Μανώλη εισέβαλε μέσα στο μαγαζί και ερχόταν προς μέρος μας.   Ήταν ντυμένος σαν τον Έλβις αλλά ήταν ο Άγιος Δημήτριος. Ερχόταν με σηκωμένο το φωτόσπαθό του έτοιμος να κόψει το κεφάλι του κάγκουρα.  Και το έκανε, με το που άγγιξε τον κάγκουρα με το σπαθί αυτός εξαφανίστηκε και έπεσαν τα άθλια ρούχα του στο κένο.  Χάρηκα, ο Άγιος Δημήτριος ήρθε να λάβει την πληρωμή  του. Αλλά έκανε ένα λάθος, αυτό ήθελε δεν θα του το έδινα. Άπλωσε τα χέρι του να  μου πάρει το μπολάκι με τα φιστίκια.  Μέγα λάθος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο μπολάκι και κοιτώντας τον σοβαρά και απειλητικά μέσα στα μάτια του είπα
-Δεν νομίζω Τάκη…..
Ο Μήτσος με σκούντησε και πετάχτηκα έξω από το burn mode. Είχα κάνει μαλακία, το Μαρινάκι είχε απλώσει το χεράκι της να πάρει φιστίκι αλλά εγώ έβαλα την χοντροχεράκλα μου και το κάλυψα από πάνω.  Όσο έκαιγα το μυαλό μου κοιτούσα το μπολάκι με τα φιστίκια, όταν με σκούντησε ο Μήτσος είδα το χέρι μου πάνω στο μπολάκι, πάνω από χέρι μου ένα όμορφο απαλό χεράκι περίμενε, σήκωσα σιγά σιγά το βλέμμα και είδα με την σειρά, τραπέζι,  βυζάκια Μαρίνας,  λαιμός Μαρίνας, πρόσωπο Μαρίνας, χαμογελούσε, με ρώτησε  γλυκά «Να πάρω;»  ξύπνησα απότομα, τράβηξα το χέρι μου  ακόμα πιο  απότομα και κοίταξα αλλού.  Στο βάθος ένας ωραίος κώλος, κοίταξα πάλι  μπροστά, η Μαρίνα με κοιτούσε και χαμογελούσε, « τι σκέφτεσαι ;»  με ρώτησε, δεν απάντησα χαμογέλασα μηχανικά και γύρισα στον Μήτσο  «πάω λίγο έξω να πάρω ένα τηλέφωνο » του είπα και έφυγα από το τραπέζι.  Ήταν λίγο δύσκολο να βγω προς τα έξω είχε πολύ στριμωξίδι. Ευχήθηκα να είχα το άλογο του Αγίου Δημητρίου, τον Μανώλη ,για να περάσω άνετα απ αυτό τον κόσμο. Είχα τα χέρια μου κολλημένα στο στήθος για να μην πιάσω καναν κώλο καταλάθος, μια ωραία κοπέλα ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, στριμωχτήκαμε πολύ , με άγγιξε με το χέρι της στην κοιλιά,  την κοίταξα λίγο και μου χαμογέλασε, τι στο κάλο έχουν πάθει όλες σήμερα και μου χαμογελάνε;  Επιτέλους έφτασα στις σκάλες και κατέβηκα. Είχε κρύο έξω και δεν είχα πάρει και το μπουφάν, το άφησα εκεί  πάνω να επιβεβαιώνει και να υπενθυμίζει την απουσία μου ή … την μαλακία μου.  Με τα χέρια στις τσέπες πέρασα απέναντι τον δρόμο , κάθισα σε ένα παγκάκι και έβγαλα το κινητό να παίξω tetris.

Μετά από δέκα λεπτά ένιωθα ότι δεν αντέχω άλλο το κρύο και αναγκάστηκα να σηκωθώ να ξαναπάω μέσα, κρίμα και τα πήγαινα τόσο καλά στο παιχνίδι….  Μπαίνοντας στο μαγαζί  είδα την ’’παρέα’’ στο βάθος. Ο κάγκουρας έλεγε κάτι στην Μαρίνα και ο Μήτσος είχε βάλει το αυτί ανάμεσα  τους και άκουγε, ξαφνικά είδα τους δύο να γελάνε δυνατά και την Μαρίνα  να σκύβει και χαμογελάει μάλλον από ευγένεια βάζοντας το χέρι της στο μέτωπο,  προφανώς της είχαν πει   σόκιν ανέκδοτο. Μόλις κάθισα στο τραπέζι ήρθε ο Μήτσος δίπλα μου.
-Που ήσουνα ρε μαλάκα; Μου είπε.
-Έξω, δεν σου είπα;
-Που έξω; Βγήκε η Μαρίνα να πάρει κάπου ένα τηλέφωνο και δεν σε είδε λέει.
-Αλήθεια λες τώρα; Βγήκε να πάρει τηλέφωνο;
-Ναι σε λέω, που ήσουνα; Πάλι γύρο έτρωγες;
-Βγήκα να δέσω τα κορδόνια…. Να σου πω… τι παίζει με το Μαρινάκι;
-Τίποτα μωρέ, την ψήνει από δω ο φίλος αλλά δεν το βλέπω…
-Καλά αυτό είναι το μονό σίγουρο, πέρα από αυτό, τι λέει;
-Τι να λέει… όμορφη είναι, δασκάλα είναι, μόνη της είναι, μορφωμένη σαν και σένα είναι
-Δεν είμαι μορφωμένος στο έχω πει χίλιες φορές. Που μένει;
-Στο Γέρακα νομίζω,  εκεί δουλεύει πάντως.
-Στο Γέρακα;!!! Ακόμα πιο μακριά δεν μπορούσε; Να πάει να γαμηθεί πες την. 
Την κουβέντα την διέκοψε ο κάγκουρας χωρίς να μας μιλήσει, ακούμπησε το άδειο  ποτήρι μπροστά στον Μήτσο.  Αυτός κατάλαβε  και έψαχνε ζωηρά να βρει την γκαρσόνα.
-Τι έγινε ρε; Του λέω
-Το ποτήρι του ‘’Τάδε΄΄΄ δεν κάνει να μένει ποτέ άδειο.
-Πλάκα με κάνεις;
-Όχι ρε, όταν ο ένας ψήνει γκομενάκι ο άλλος πάντα φροντίζει να μην μένει άδειο το ποτήρι από ποτό.
-Στρατέοι κάγκουρες….
-Γιατί κάγκουρες ρε;
-Χωρίς να σκεφτώ πάρα πολύ, αμέσως μπορώ να καταλάβω ότι ο φίλος μας, αυτό το γλυκό αγόρι με τα μεγάλα μπράτσα και το μικρό πουλί , έχει ακριβό αυτοκίνητο.
-Γιατί το λες αυτό;
-Τι αμάξι έχει;
-BMW Z3
- Στρατιωτικός με Z3, χμ,  πάμ’ παρακάτω, είμαι σίγουρος ότι μια φορά την βδομάδα πάει σε σκυλάδικο και βάζει μπουκάλι. Ουίσκι.
-Δεν είναι σκυλάδικα, παίζουν λαϊκή μουσική και ενείωτε έχουν καλό πρόγραμμα, και αν δεν πάρεις μπουκάλι  στα μπουζούκια καλύτερα μην βγεις, κάτσε σπίτι.
-Εννίοτε;  Σπίτι; Να σου πω… μετά φταίω εγώ που είμαι αντικοινωνικός;  Άντε εσένα σε αντέχω παρόλο που είσαι βλάκας γιατί σε ξέρω από το σχολείο,  το να μην θέλω να βγαίνω με άτομα σαν αυτό το ζώο που έχεις φέρει,  αυτόν τον ορισμό της βλακείας και της πεζότητας, που εκτός απ το ότι με κόβει τόση ώρα για να δει αν μπορεί να με δείρει , είμαι υποχρεωμένος να τον βλέπω να κολλάει στην Μαρίνα, που παρόλο που μένει στον Γέρακα, μα καλά και αυτήν, στον Γέρακα; Είναι δυνατόν;  Παρόλο λέω που μένει στον Γέρακα είναι καλό γκομενάκι και της αξίζει τουλάχιστον καλύτερη συμπεριφορά. Τι έλεγα; Α, ναι, το να μην θέλω να συναναστρέφομαι με τέτοια άτομα με κάνει αντικοινωνικό;
-Τον παρεξήγησες.
-Α, ναι;  Τι κοινό μπορεί να έχω εγώ μ αυτόν;
-Όπως εσένα δεν σου αρέσει η ντομάτα αυτουνού δεν του αρέσει καθόλου η μουστάρδα.
-Άσχετο
-Τι σχετικό να πω με σένα που έμπλεξα; Κάτσε εδώ θα στον φέρω να αλλάξεις  γνώμη.
-Μη!
Έπιασα τον Μήτσο από μανίκι αλλά αυτός μου ξέφυγε, πήγε στην απέναντι μεριά  και είπε στον κάγκουρα ότι θέλει να μιλήσει λίγο με την Μαρίνα. Ο Μήτσος έμεινε με την Μαρίνα και το αγόρι με τα μεγάλα μπράτσα ήρθε προς εμένα. Όπα… εδώ είμαστε…..
   Στάθηκε δίπλα μου, μια αμηχανία υπήρχε στον αέρα, αυτό που δεν ξέρεις πώς να ξεκινήσεις την κουβέντα αλλά πρέπει να ξεκινήσεις. Σκέφτηκα να του πω για τους πιγκουίνους αλλά με πρόλαβε, μου μίλησε αυτός πρώτος.
-Φιλαράκι, να σε ρωτήσω…. Γυμνάζεσαι;
-Ε, κάτι ψιλά….
-Σε βλέπω μες την υγεία είσαι,  καθόλου λίπος,  ψιλοτουμπανάκι είσαι, πρέπει να έχεις πολύ νεύρο…
-Ναι, ναι….
-Εχείς και πολύ ωραίο συμμετρικό σώμα. Η συμμετρία είναι μεγάλη υπόθεση
-Ναι, ναι….
-Έχεις και πολύ ωραία χέρια, γεμάτα φλέβες.
-Ναι, ναι….
-Πάντως παρόλο που φαίνεσαι αθλητής πιστεύω ότι σ έχω, σε περίπτωση… ξέρεις… (έκανε μια κίνηση που έμοιαζε μποξερική)
-Ναι,  βέβαια….
-Με ειρωνεύεσαι;
-Όχι, καθόλου.
-Α, επειδή σε βλέπω να απαντάς κάπως….
-Είμαι κάπως, μη με παρεξηγείς….
-Καλά δεν τρέχει τίποτα, αμάξι έχεις;
-Όχι
-Εγώ έχω Z3
-A…
-Σου λέω τα αξίζει τα λεφτά του, είπα θα σφιχτώ μερικά χρόνια και θα το πάρω, και το πήρα ρε φίλε, ξέρεις πως κάνουν οι γυναίκες όταν βλέπουν καλό αμάξι..
-Πως;
-Με δουλεύεις;
-Όχι ρε φίλε, απλά εγώ δεν έχω αμάξι και  απ όσες κοπέλες γνώρισα ποτέ δεν  τις ένοιαζαν αυτά τα πράγματα, α, εκτός από μια…. νομίζω μια… α, και η… πρόσφατα …. ναι….. τέλος πάντων δεν ξέρω πως κάνουν οι γυναίκες όταν βλέπουν  καλό αμάξι.
-Η γυναίκα φίλε να ξέρεις κοιτάει τον άντρα στο παπούτσι και στο αμάξι
-Σοφό…..
-Σωστό είπες;
-Ναι σωστό…
-Πάντως να ξέρεις, μπορεί μερικοί να με λένε υπερβολικό που αγόρασα Z3, αλλά τα αξίζει τα λεφτά του
-Αλίμονο
-Άκου να δεις τι κάνει το αμάξι:
Κάπου εδώ άρχισε να μου λέει για τις ικανότητες του αυτοκινήτου του,  τις οποίες δεν μπορώ να μεταφέρω γιατί δεν τις θυμάμαι, για το πόσο καλός οδηγός είναι, για ένα σκηνικό που του έτυχε σε ένα φανάρι και τα  αρχίδια μου κουνιούνται.
 Γαμημένη η ώρα που περίμενα να τελειώσει ο μαλάκας, φρικάρω όταν μου λένε παπαριές. Μπορώ να μιλήσω για οτιδήποτε, αλλά μη μου λες ρε φίλε αμάξια, μη μου μιλάς για οινοποσίες, μη μου μιλάς για ποδόσφαιρο… oh my god! Είμαι gay!  Ή μάλλον…. Τώρα περνάει ένα απίστευτο κωλαράκι και το ακολουθώ με το βλέμμα, ο κάγκουρας σταμάτησε για λίγο να μιλάει και το κοιτάει και αυτός, ο Μήτσος μόλις πέρασε από δίπλα του γύρισε και το κοίταξε, έχω την εντύπωση ότι το κοίταξε και η Μαρίνα, σίγουρα το κοίταξε όλη αντροπαρέα που καθόταν απέναντί μας, απίστευτο κωλαράκι που λικνίζεται μαγικά και απομακρύνεται από μένα και από όλα τα μάτια που είναι καρφωμένα πάνω του. Καθώς απομακρύνεται γέρνω προς τα πλάγια σιγά σιγά για να συνεχίσω να βλέπω, το ίδιο έκανε και ο κάγκουρας. Να κάτι που μας δένει. Κατά βάθος….. ναι, καθώς έγερνα ακούμπησα το κεφάλι μου νωχελικά και απαλά στον ώμο του κάγκουρα, όπα, gay, τινάχτηκα, κοίταξα μπροστά, βυζάκια Μαρίνας, ωραία, καθόλου gay, πρόσωπο Μαρίνας, με  κοιτάει, χαμογελάει,  μαλακία, με έπιασε, κοίταξα απότομα αλλού. Μίλησα του κάγκουρα για να δείξω ότι κάτι κάνω.
-Απίστευτος κώλος
-Απίστευτος… συγκατένευσε
Ο Μήτσος άδειασε το ποτό του, φώναξα την γκαρσόνα και του παρήγγειλα ακόμα ένα
-Το ποτήρι του Μήτσου δεν μένει πότε άδειο.. είπα του κάγκουρα
-Έτσι…. 
Για λίγο σιωπή ανάμεσά μας, η μουσική όμως ακάθεκτη, άλλαξα σταυροπόδι και κλότσησα ελαφρά καταλάθος την Μαρίνα κάτω από το τραπέζι, ζήτησα συγνώμη και με συγχώρεσε με κοφτά  σύντομα νοήματα. Του κάγκουρα του ήρθε να με ρωτήσει για τον στρατό. Σκατά.
-Μου είπε ο Μήτσος ότι ήσουν στα αλεξίπτωτα.
-Ναι
-Τι λέει; Δύσκολα;
-Στις γκόμενες λέμε δύσκολα, στην ουσία είναι για τον πούτσο, ψυχολογία μόνο χρειάζεται.
-Εμείς πάντως στην σχολή είχαμε δύσκολη εκπαίδευση
Δεν ήθελα να μπω σ αυτήν την κουβέντα, ούτε ήθελα συνεχίσω την κουβέντα μαζί του, όποτε πήρα την γενναία απόφαση να το γυρίσω στην αγένεια και στην υπεροψία, πράγμα που δεν το κάνω πότε.
-Φιλαράκι, μη μου λες εμένα παπαριές, έχω περάσει από όλα τα στρατόπεδα των ειδικών δυνάμεων. Μπορεί να είσαι μόνιμος αλλά μη μου λες για στρατό. Άστο…. Γιαουρτάκι….
Τον αποσυντόνισα με αυτή την απάντηση, δεν το περίμενε ότι θα του μιλήσω έτσι. Έμεινε να σκέφτεται,  πρέπει να θίχτηκε, άναψα τσιγάρο και ρούφηξα με απόλαυση τον καπνό. Χαλάρωσα, ο κάγκουρας έμεινε να σκέφτεται ψιλοθυμωμένος, αν του έκλεινα την μύτη θα έσκαγε. Λες να σκεφτόταν να με δείρει; Με είχε κιόλας.  Τελικά αφού έκαψε το μαζούτ που είχε στο κεφάλι του μου μίλησε.
-Για το καλό της παρέας και επειδή είσαι φίλος του Μήτσου σταματάω εδώ την κουβέντα, δεν μ άρεσε έτσι όπως μίλησες πριν, αν το συνεχίσω μπορεί και να μαλώσουμε.
 Τώρα όταν σου μιλάει ο άλλος έτσι τι κάνεις;
-Εντάξει ρε φίλε, άστο μην το ψάχνεις, είμαι κάπως σήμερα… Του είπα και ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο.  


Ο κάγκουρας πήγε και μίλησε στον Μήτσο. Το Μαρινάκι  με κοίταξε « καλά είσαι;» με ρώτησε,  άσχετο σκέφτηκα, της απάντησα θετικά με ένα νεύμα του κεφαλιού.  Μέχρι στιγμής δεν έχω πει ούτε μια λέξη στην Μαρίνα, στην αρχή γιατί έπαιζε με τον κάγκουρα και στη συνέχεια γιατί έμαθα ότι μένει στον Γέρακα.  Το μόνο  σίγουρο είναι ότι αν ξεκινούσαμε την κουβέντα θα την καψουρευόμουνα. Πώς να μην ερωτευτεί κανείς μια πανέμορφη εικοσπεντάχρονη γλυκιά δασκάλα;  Η τύπισσα ήταν δασκάλα, αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αν ήταν καθηγήτρια, αγγλικών ας πούμε,  θα ήταν όλα διαφορετικά, το πιο πιθανό με μια καθηγήτρια είναι να πλακωθείτε και οι δύο στα σφηνάκια μέχρι να γίνεται σκατά λιώμα, να καταλήξετε να κάνετε σαβουροσέξ στο ακατάστατο σπίτι της και να ξυπνήσεις κατά τις τέσσερεις το πρωί από τα κουδούνια που βαράει μεθυσμένος  ο πρώην γκόμενός της, ροκάς , αναρχικός, τελειωμένος,  σαρανταφεύγα, και να παρακαλάει να τον συγχωρέσει για τριακοσιοστή εικοσιοστή  όγδοη φορά την μαλακία που έκανε. Αυτά με τις καθηγήτριες, οι δασκαλίτσες  είπαμε είναι αλλιώς  γαμώ τον Γέρακά μου μέσα.  

Μέχρι τώρα έπαιζε κλασικό ροκ, και έτσι στο ξεκούδουνο το γύρισε στα μπίτια, ναι το κάνουν αυτό στην Πανόρμου. Ο κάγκουρας μέχρι τώρα δεν χόρευε, ευτυχώς, ξαφνικά όμως μόλις άκουσε τα αντίστοιχα της μουσικής του παιδείας, αυτά απ τον κουβά, άρχισε να χορεύει ζωηρά. Είχε γυρίσει την πλάτη προς εμάς και κοιτούσε προς το μαγαζί, χόρευε σαν αγγούρι.  Κυρίως χοροπηδούσε και μας έδειχνε τα μπράτσα του.  Ο Μήτσος τον συνόδευσε στο χορό με το ίδιο στυλ. Μείναμε μόνοι με την Μαρίνα.  Κοιτούσα τον κάγκουρα και τον Μήτσο και από μέσα επαναλάμβανα συνέχεια Γέρακας, Γέρακας, Γέρακας. Η Μαρίνα τράβηξε την σκαμπό της και ήρθε και στάθηκε δίπλα μου.  Γέρακας, Γέρακας, σφίχτηκε το στομάχι μου. Με σκούντηξε και την κοίταξα, χαμογελούσε, Γέρακας, Γέρακας,.  Είχε πολύ όμορφο πρόσωπο και πολύ καθαρό βλέμμα, Γέρακας, Γέρακας,  είχε πολύ ωραία μαλλιά και μύριζε όμορφα, Γέρακας, Γέρακας,  ήταν και φιλότεχνή και με πολύ ωραίο στυλ, Γέρακας, Γέρακας,  είχε  πολύ ωραίο σώμα, βρε  δεν γαμιέται και ο Γέρακας,  είπα  μέσα μου,  αποφάσισα να πάρω μπρος, να κάνω κίνηση.  Κοίταξα τον κάγκουρα που χόρευε μπροστά μου, φορούσε πουκάμισο με λεπτές άσπρες και κόκκινες ρίγες. Φορούσα κόκκινα σταράκια με άσπρα κορδόνια. Όπως καθόμουν σταυροπόδι σήκωσα το ένα πόδι και έβαλα το παπούτσι μου λίγο πάνω από τον κώλο του κάγκουρα  σε απόσταση λίγων εκατοστών από το πουκάμισο  του, έδειξα με το δάχτυλό μου ότι ήμασταν ασορτί.  Η Μαρίνα άρχισε να γελάει, δίπλα μου καθόταν δύο ψευτογκοθούδες γκόμενες, γέλασαν κι αυτές. Ωραία μέχρι τώρα έχω κάνει το Μαρινάκι να γελάσει χωρίς να έχω πει κουβέντα. Τώρα αν το ανοίξω το γαμημένο το στόμα δεν ξέρω τι θα βγει. Πώς να ξεκινήσω την κουβέντα; Στην ίδια φάση ήμουνα πριν με τον κάγκουρα, ευτυχώς την άνοιξε αυτός την κουβέντα, τώρα; Να της πω για τους πιγκουίνους;  Θα ξεκινήσω και ότι βγει
-Να σου πω… χωρίς παρεξήγηση…. Γυμνάζεσαι; Της είπα ενώ ακόμα γελούσε
-Τι; Μου είπε έχοντας υπολείμματα γέλιου στο πρόσωπό της
-Να βλέπω ότι έχεις ωραίο σώμα, συμμετρικό…
-Σε ευχαριστώ αλλά…. Πλέον έχει λίγο χαμόγελο και περισσότερο απορία
-Έχεις και πολύ ωραία χέρια. Την διέκοψα
-Πάλι σε ευχαριστώ αλλά τι…. Έχει μείνει μόνο η απορία, αρχίζω και το χάνω το παιχνίδι, η μέθοδος κάγκουρα δεν έπιασε
-Μην απορείς, δεν σου την πέφτω, αλλά αυτά μου έλεγε πριν ο φίλος σου για μένα την ώρα που μιλούσαμε.
-Έλα ρε, με τρόμαξες, είπα και εγώ  τι μου λέει τώρα…. Με χτύπησε ελαφρά στον ώμο και χαμογέλασε, πολύ χαμογελάει αυτήν…
-Συγνώμη αν πρόσβαλα τον φίλο σου
-Δεν είναι φίλος μου, προξενιό χωρίς να το θέλω ήταν
-Ήταν;
-Σίγουρα ΄΄ήταν’’  δεν μπορείς να φανταστείς τι βλακείες μου έλεγε
-Μπορώ, και  στο μένα μάλλον τα ίδια μου έλεγε το λίγο που μιλήσαμε
-Φαντάσου το στο πολλαπλάσιο.
-Γιαυτό πίνεις;
Μπορεί να είναι αισχρό να πιάνεις κουβέντα θάβοντας ένα άτομο αλλά συνήθως πιάνει, εδώ λύγισα της αναστολές μου για τον Γέρακα, γαμημένε Γέρακα θα με φάνε τα χιλιόμετρα, δεν θα κατέρριπτα τις ηθικές μου αναστολές για τον κάγκουρα; Δεν το έσωσα έ; Χέστηκα, η κουβέντα με το Μαρινάκι προχωρούσε, σε λίγο θα μιλούσαμε σαν να την ξέρω χρόνια.
-Εσύ δεν πίνεις απ ότι βλέπω. Μου είπε η Μαρίνα
-Δεν μίλησα αρκετά με τον κάγκουρα, δεν μου λες με τι ασχολείσαι; Συνάδελφος των παιδιών είσαι;  (λες και δεν το ήξερα)
-Όχι, δασκάλα είμαι
-Έλα ρε, μπράβο, πολύ ωραία (εκτός απ το είσαι στον κωλογέρακα)
-Ναι μ αρέσει η δουλειά μου
-Σε ερωτεύονται και όλα τα παιδάκια
-Λες;
-Φυσικά αφού είσαι όμορφη και χαμογελαστή
-Και εγώ που νόμιζα ότι δεν μιλάς καθόλου
-Μιλάω αρκετά αλλά με λίγα άτομα
Και συνεχίσαμε να μιλάμε για κανα δεκάλεπτο ακόμα, όσο οι άλλοι χόρευαν,  τίποτα το πολύ ιδιαίτερο, με ρώτησε για τη δουλεία μου, είπαμε για μερικά μαγαζιά στην Αθήνα, για το αν και πως πρέπει να γίνεται το  ‘’καμάκι’’ και διάφορα άλλα θέματα. Όλα επιγραμματικά, ότι πρέπει  για να κανονιστεί επόμενο ραντεβού.  Γαμημένε Γέρακα.  Δασκαλίτσα καφέ, καθηγήτρια σφηνάκια. Συνέχιζα την κουβέντα με την δασκαλίτσα με έτοιμη την κατάσταση να ανταλλάξουμε στοιχειά επικοινωνίας . Με σκούντησε ο Μήτσος
-Τι; Του είπα ψυχρά.
-Έλα λίγο να σου πω.
-Μετά. Του είπα
-Τώρα
Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι σκέφτηκα  «ξανάρχομαι» είπα στην Μαρίνα και σηκώθηκα. Με τον Μήτσο παρέα πηγαίναμε προς τα έξω, περίπου ήξερα τι θα μου πει, είχα σπαστεί ήδη και ετοίμαζα τα επιχειρήματα μου. Στην διαδρομή προς τα έξω κανένα γκομενάκι δε μου χαμογέλασε ή μπορεί και να μην το είδα. Βγήκαμε στον προθάλαμο, λίγο πριν τις σκάλες. Η μουσική ακουγόταν υπόκωφα.
-Τι κάνεις; Μου είπε ο Μήτσος
-Τα πάντα σε πολύ καλή τιμή.
-Παίζεις με το Μαρινάκι;
-Φυσικά
-Τι φυσικά ρε; Η Μαρίνα είναι εδώ για τον  ΄΄τάδε΄΄
-Η Μαρίνα και ο καθένας εδω είναι για τον εαυτό του.
-Δεν το καταλαβαίνεις ότι φαίνομαι εγώ μαλάκας που σε έφερα εδώ;
-Ας μην με αφήνατε μόνο μαζί της, τι περίμενες; Αφού με ξέρεις.
-Επειδή σε ξέρω σου ζητάω να σταματήσεις
-Ναι, και θα κάνει πάρα πολύ καλό στο φίλο σου να γυρίσω και να μην ανταλλάξω κουβέντα μαζί της… το έχει χάσει προ πολλού το παιχνίδι
-Δεν έχει σημασία, σε παρακαλώ να σταματήσεις. Θυμάσαι με την γκαρσόνα στο Μπραφ που μου είπες να σταματήσω να την πειράζω; Δεν σταμάτησα;
-Δεν σου είπα να σταματήσεις να πειράζεις αυτήν, σου είπα να σταματήσεις γενικά να πειράζεις κοπέλες στην δουλεία τους, βρες την έξω και πες την ότι θες, χούφτωσε την κιόλας, και αν σε χαστουκίσει θα γελάω πολύ, αλήθεια.
-Ωραία, θυμάσαι με την Ιωάννα;
-Ήμασταν στο γυμνάσιο, ξέχνα το, πάρακάτω…
-Με την Ρένα; Δεν μου είχες πει να μην την πειράξω;
-Ήταν παντρεμένη με φίλο μου, εντελώς διαφορετική φάση.
Είχα ήδη ξενερώσει με όλο το σκηνικό, ο Μήτσος σκεφτόταν να θυμηθεί κάτι άλλο ανάλογο να μου το χτυπήσει, εγώ σκεφτόμουν την ξενέρα και τον Γέρακα.
-Άστο Μήτσο, γάμα το, πάμε πίσω, αλλά να το ξέρεις είσαι πολύ μαλάκας
-Σόρυ ρε φίλε, αλλά έτσι πρέπει να γίνει.
-Ε, αφού πρέπει….
-Ο  ‘’τάδε ‘’ μου είπε ότι είσαι ψευτόαναρχοκουλτουρίαρης
-Δίκιο έχει, αλλά που την έμαθε αυτή τη  λέξη αυτός; Στα μεσημεριανά;
- Δεν ξέρω ρε φίλε τι να σου πω, αισθάνομαι ήδη άσχημα.
-Καλά κάνεις, γάμα το σου λέω…. Πάμε

Γυρίσαμε στο τραπέζι, ο κάγκουρας μιλούσε στο αυτί της Μαρίνας. Μου είχε κοπεί η όρεξη για οτιδήποτε  και όταν συμβαίνει αυτό δεν το κρύβω ποτέ. Με έχουν κατηγορήσει πολλές φορές  γι’ αυτό το λόγο.  Ανταλλάξαμε κανάδυο ματιές με  Μαρίνα.  Σαν με ρωτούσε τι έγινε και σαν να με παρακαλούσε να την σώσω.  Δεν με χωρούσε ο τόπος, έπρεπε να φύγω από εκεί μέσα. Πέταξα ένα δεκάευρω στο τραπέζι και σηκώθηκα. Χωρίς πολλά πολλά είπα ένα «φεύγω,  δουλεύω αύριο»  έδωσα χειραψία στον καθένα ξεχωριστά. Η Μαρίνα με ρώτησε με απορία «αλήθεια φεύγεις;» «ναι »  της απάντησα, χαιρέτησα  ακόμα μια φορά σηκώνοντας το χέρι σαν μαλάκας Ινδιάνος και γύρισα την πλάτη μου να φύγω. Μια από τις γκοθούδες με σταμάτησε
-Φεύγεις; Να πάρω το σκαμπό;
-Ότι θες κάνε…. Της είπα  απότομα και έφυγα.


 Βγήκα στο δρόμο θυμωμένος, όχι με τους άλλους, με μένα. Θυμώνω με τον εαυτό μου  που πολλές φορές πράττω εντελώς σπασμωδικά.  Δεν μου φταίει κανείς άλλος, ούτε η γκαντεμιά μου, μόνος μου τα κάνω θάλασσα.  Ο θυμός με αναγκάζει να φεύγω γιατί αν μείνω ξέρω ότι θα έχουμε άσχημες εξελίξεις.  Πάντα έτσι γίνεται, θυμώνω, φεύγω, περπατάω,  σκέφτομαι, βρίσκω λύσεις, αλλά είναι πάντα πολύ αργά να γυρίσω πίσω.  Γιατί δεν έδωσα ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό μου στην Μαρίνα; Μήπως επειδή  είμαι γκαντέμης; Μήπως  μου φταίει κανείς άλλος;  Προφανώς όχι, άρα μονός ένας φταίχτης υπάρχει. Και κει που περπατάει ο φταίχτης τι βρίσκει στο δρόμο για το σπίτι του; Ένα BMW Z3. Αλήθεια, και σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κανενός άλλου παρά μονό του κάγκουρα. Ευτυχώς δεν είμαστε καγκουροπεριοχή και κάτι τέτοια αμάξια κάνουν μπαμ. Αλήθεια έτσι κάνουν όταν τα κλοτσάς στις πόρτες, μπαμ.  Δεν το έκανα όμως, την σκέφτηκα την κακία αλλά δεν το έκανα. Θα ήταν πολύ πεζό να κλοτσήσω ένα αμάξι , δεν μου πάει.  Συνέχισα τον δρόμο προς το σπίτι μου. Η συγκυρία όμως το να βρεθεί το αμάξι του κάγκουρα λίγο πριν το σπίτι μου δεν έπρεπε να θεωρηθεί τυχαία. Το σκεφτόμουν, λες και το έβαλε εκεί για να μου σπάσει τα νεύρα.  Λες και το έβαλε εκεί για να μου την πει. Ο ΜΑΛΑΚΑΣ, Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ. Προσπάθησα να καλμάρω, ήδη είχα απομακρυνθεί αρκετά από το αυτοκίνητο,  σε λίγο φτάνω σπίτι.

 Οι πιο μοναχικές στιγμές  της ημέρα είναι όταν ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου κατά την επιστροφή μου από έξοδο . Είναι αυτό το ένα δευτερόλεπτο που με πιάνει ψυχοπλάκωμα μέχρι να μπω μέσα. Την συγκεκριμένη βραδιά ήταν πολλαπλάσια χειρότερο.  Μπήκα στο σπίτι και πήγα κατευθείαν προς την κουζίνα. Έπρεπε να πιω μια γενναία ποσότητα βότκας πριν τα σπάσω όλα εκεί μέσα.  Άνοιξα το ψυγείο να πάρω το μπουκάλι , το βαζάκι με την μουστάρδα έπεσε μπροστά στα πόδια μου. Είχα ανοίξει με φόρα την πόρτα και το γαμημένο βαζάκι έφυγε από την θέση του. Ο κάγκουρας μισούσε την μουστάρδα. Πάλι μπροστά μου, δεν γίνεται ρε γαμώτο, αυτό πάει πολύ. Έβαλα το βαζάκι στην θέση του. Έκλεισα το ψυγείο. Έκατσα λίγο να σκεφτώ, να καλμάρω. Τόση ώρα δεν είχα σκεφτεί καθόλου την Μαρίνα. Επεξεργάστηκα λίγο τα δεδομένα. Ουσιαστικά δεν έχασα, το έβγαλα το γκομενάκι σχεδόν, αλλά δεν το είχα. Έκανα κάτι σαν τους ψαράδες που πιάνουν το ψαρί και το ξαναρίχνουν στη θάλασσα, απλά και μόνο επειδή δεν θέλουν το ψάρι αλλά τους αρέσει η διαδικασία. Τι καλοί άνθρωποι…. Μα εγώ δεν είμαι καλός άνθρωπος και δεν θα πετούσα το ψάρι στη θάλασσα, θα το άφηνα στην άκρη να το πάρει ο κάγκουρας, είμαι μαλάκας. Απ άλλη όμως σχεδόν εμένα διάλεξε από τους τρεις το Μαρινάκι, αν και η αξία του νικητή μετράται πάντα σε σύγκριση με την αξία του ηττημένου.  Αρά ακόμα και  αν θεωρηθεί νίκη, δεν είναι και τόσο σημαντική, άρα σκέφτομαι μαλακίες, άρα πρέπει να πέσω για ύπνο.

Έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι, το στόμα μου ήταν σαν παπούτσι από τα τσιγάρα, το δαιμόνιο μέσα μου έκανε πάρτι. Στριφογύρισα μερικές φορές.  Δεν μπορούσα να χαλαρώσω με τίποτα. Το αμάξι του κάγκουρα στο δρόμο μου και εγώ να μην κάνω  τίποτα;  Το διαβολάκι που κρύβω μέσα μου με γαργαλούσε την κοιλιά. Να πάει να γαμηθεί! σκέφτηκα. Πετάχτηκα από το κρεβάτι απότομα, φόρεσα τα παπούτσια και πήγα στην κουζίνα να πάρω ένα πιρούνι για το αμάξι του κάγκουρα. Γρήγορο σαν κεραυνός δεν είναι; Θα το κάνω να μοιάζει με κεραυνό. Μια ωραία χαρακιά θα του έδινε επιπλέον στυλ.  Βγήκα στο δρόμο, πάλι κρύο. Έβαλα την κουκούλα στο κεφάλι και μου κάλυπτε μέχρι και το μέτωπο, έμοιαζα με αλήτη. Στο χέρι μου μέσα στο μπουφάν κρατούσα αυτό είχα για το αμάξι του κάγκουρα.  Πήγαινα εκεί από άλλο δρόμο, έπρεπε να περάσω μέσα από ένα πάρκο. Μόλις έφτασα στο πάρκο είδα ότι ήταν μαζεμένα γύρω στα πέντε άτομα πιτσιρικάδες αλήτες με μηχανάκια και έπιναν μπάφους, από δεκαοκτώ εως είκοσι χρονών . Απ αυτούς που είναι για κλοτσιές.  Δεν έκοψα καθόλου φόρα. Ένας από αυτούς έκανε λίγο πίσω για να μου κλείσει τον διάδρομο και να με φοβίσει,  μάλλον ήθελε να με αναγκάσει να στρίψω σε ένα παρακλάδι των διαδρόμων πριν απ αυτούς για να μην περάσω δίπλα τους.   Μπορεί να μην έχω μάθει να προχωράω, αλλά έχω μάθει να περπατάω. Είναι από τα λίγα πράγματα που ξέρω να κάνω καλά, από τις πιο κακόφημες περιοχές  μέχρι  τις πιο κοσμοπολίτικες . Ο πιτσιρικάς μου έκλεινε τον δρόμο, είχε και παρέα το κοτοπουλάκι, αλλά εγώ δεν ήμουν και στην καλύτερή μου μέρα. Ευθυγραμμίστηκα μ αυτόν που είχε βγει να κλείσει το δρόμο και αύξησα το ρυθμό του βήματός μου,  ο πιτσιρικάς βγήκε λίγο πιο έξω,  ξαναευθυγραμμίστηκα και πήγαινα κατά πάνω του. Αυτό τον άγχωσε κάπως, οι άλλοι με κοιτούσαν, αποσυντονίστηκαν,  λίγα  μέτρα πριν φτάσω ο πιτσιρικάς δεν είχε φύγει, έκανα την τελική κίνηση, όπως περπατούσα κατά πάνω του  χωρίς να τον κοιτάω, έφτυσα δυνατά κάτω δεξιά. Ο αλητάκος έκανε ένα βήμα μπροστά και πέρασα δίπλα του σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Πάντα πιάνει το κόλπο με το φτύσιμο. Τώρα όμως πρέπει να χαθώ από το οπτικό τους πεδίο γιατί όπως είπα τους αποσυντόνισα. Θα επαναλάβουν την σκηνή στο μυαλό τους και θα αισθανθούν βλάκες που δεν έκαναν τίποτα ενώ μπορούσανε. Τώρα είναι αργά όμως, όπως και εγώ σκέφτηκα κατόπιν εορτής τι να κάνω με την Μαρίνα, έτσι και αυτοί σκέφτονται τι μπορούσαν να είχαν κάνει την περίπτωσή μου.



Κι έτσι λοιπόν έφτασα έξω από το αμάξι του κάγκουρα. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν, να το κάνω ή να μην το κάνω; Κρατούσα σφιχτά αυτό που είχα μέσα στο μπουφάν μου.  Κοίταξα τριγύρω μου, δεν ερχόταν κανείς. Θα το κάνω! Βέβαια δεν είχα πιρούνι μαζί μου, όταν πήγα στην κουζίνα μου ήρθε ιδέα και άλλαξα γνώμη. Πήρα το βαζάκι με την μουστάρδα.  Το να πασαλείψω όλο το αμάξι θα ήταν μια καλή ιδέα, αλλά θα ήταν κάπως κοινότυπο. Του επιφύλασσα μια έκπληξη.  Άνοιξα το βαζάκι και  πήρα λίγη μουστάρδα στο χέρι μου. Την τοποθέτησα πολύ προσεκτικά στο εσωτερικό της χειρολαβής της πόρτας του οδηγού, έτσι ώστε όταν αυτός θα πάει να ανοίξει την πόρτα να αισθανθεί μια αηδία, μια γλίτσα στο χέρι του και μετά θα πρέπει  να το δει και να καταλάβει τι είναι. Τον φαντάστηκα, θα ήθελα μάλλον, να κάνει σαν κοριτσάκι που είδε κατσαρίδα ή ποντίκι, το πιθανότερο είναι να μην κάνει έτσι, αλλά σίγουρα θα ψάχνεται. Φιλάκια μαλάκα.

Έφυγα από το αμάξι του κάγκουρα με ανανεωμένη όρεξη από την μαλακία που έκανα. Τελικά είμαι πολύ ώριμος άνθρωπος.  Πήγα και χτύπησα ένα γύρο, του έβαλα και μπόλικη μουστάρδα.….



Με τον Μήτσο κάναμε κανα δυο μήνες να μιλήσουμε.  Μια ωραία μέρα λοιπόν με πήρε τηλέφωνο. Μου είπε ότι ήταν στο κέντρο  για το μάθημα των αγγλικών και ότι θα τελείωνε σε μια ώρα περίπου. Πήγα   και τον βρήκα. Καθόταν ήδη σε μια καφετέρια και έπινε καπουτσίνο.  Εντάξει μπορεί να είχε παιχτεί μαλακία εκείνο το βράδυ αλλά δεν υπήρχε λόγος και να μην μιλάμε, άλλωστε που θα έβρισκα άλλον τόσο βλάκα για φίλο.
-Γεια σου μαλάκα, πως είσαι; Του είπα μόλις έκατσα
-Καλά, εσύ;
-Πάρα πολύ καλά, θες μια καραμέλα; Του είπα και του πρότεινα το κουτάκι με τις καραμέλες
-Μέντα; Αφού ξέρεις ότι δεν μ αρέσει η Μέντα
-Γιαυτό σου δίνω.
-Μμμ πανέξυπνο…. Εσύ  έβαλες την μουστάρδα στο αμάξι του  ΄΄τάδε΄΄΄;
-Α, αρά δικό του ήταν το αμάξι, δεν έκανα λάθος…. Ωραία….
-Τι να σου πω…..
-Να μου πεις τι κάνει το Μαρινάκι, αυτό το τέλειο πλάσμα.
-Ε, όχι και τέλεια
-Γιατί; Τι της λείπει;
-Η μη διαμόρφωση του χαρακτήρα της από μένα……
-Καλά μιλάμε είσαι πολύ νούμερο…..
-Και εσύ δεν πάς πίσω… καλά ρε, ακόμα την Μαρίνα σκέφτεσαι;
-Τι λες ρε,  έχουν γίνει τόσες  μαλακίες από τότε, δυο μήνες περάσανε……. Απλά την θυμάμαι θετικά.
-Οπότε δεν θα σε πειράξει αυτό που θα σου πω
-Τι; Τα έφτιαξε με το κάγκουρα;!!!!
-Όχι ρε, να…. ήταν τόσο καιρό μόνη και τα έφτιαξε με έναν δάσκαλο, λίγο μεγαλούτσικο, δουλεύουν και στο ίδιο σχολείο.
-Ε, φυσικό ήταν να βρει κάποιον, μια χαρά κοπέλα είναι.
-Α,  δεν σε πείραξε δηλαδή.
-Όχι ρε, μια χαρά, δυο μισθοί, δυο μισθοί.
-Ε, υπάρχει και κάτι άλλο…. Αλλά να…. Πώς να στο πω…. Προχθές ήμασταν και στο σπίτι της, μας καλέσανε….
-Τέσσερεις μισθοί,  τόσους κάψατε σε βενζίνη για να φτάσετε στο Γέρακα.
-Ε….. στον Γέρακα δουλεύει…. Δεν μένει εκεί
-Τι;
-Βασικά μένει πίσω από νοσοκομείο στην γειτονία σου, χτες το έμαθα.
-Πλάκα με κάνεις;
-Οδός Βικάτου;
-Πλάκα με κάνεις! Δηλαδή μου λες ότι εδώ και δυο μήνες, δυο στενά πιο κάτω από μένα έμενε το Μαρινάκι; Και δεν είχε παρέα; Και δεν είχε σχέση; Και εσύ μου είπες ότι μένει στο Γέρακα;
-Ερε φίλε, σόρρυ λάθος…..
-Τι λάθος ρε μαλάκα; Πόσο πατσάς μπορεί να είσαι;
-Τι να σου πω ρε φίλε; Συγνώμη τι άλλο;
Τι να τον πω τώρα τον βλάκα; Κοιτούσα μπροστά και δεν μιλούσα. Τώρα αυτό δεν ήταν γκαντεμιά;  Η γκαρσόνα ακόμα δεν ήρθε να πάρει παραγγελία. Όρεξη για καφέ δεν είχα, ούτε για κουβέντα . Κοίταξα μια τον Μήτσο. Πήρα το βιβλίο των αγγλικών που είχε πάνω στο τραπέζι και το πέταξα κάτω. Έχει σημασία που το πέταξα. Ο Μήτσος καθόταν δεξιά μου και εγώ πέταξα το βιβλίο απ την δεξιά μεριά του Μήτσου. «Μπράβο πολύ ώριμο….» μου είπε ο Μήτσος, κοιτούσα μπροστά και σήκωσα αδιάφορα τους ώμους. Μόλις έσκυψε να πάρει το βιβλίο ο Μήτσος του έριξα στα γρήγορα δυο καραμέλες με μέντα μέσα στο καπουτσίνο του. Όταν επανήλθε στη θέση συνέχιζα να κοιτάω μπροστά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.  «Λοιπόν, χωρίς παρεξήγηση, την κάνω, αν έχεις ακόμα όρεξη για καφέ αύριο πάρε τηλ»  του είπα και σηκώθηκα.
-Ρε φίλε σόρυ…. Μου είπε
-Δεν πειράζει. Του απάντησα και έριξα ακόμα μια φορά το βιβλίο κάτω.
Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Μετά από κάνα μισάωρο την ώρα που έβγαινα από το Μετρό  μου έστειλε μήνυμα ο Μήτσος.
«μαλάκα» μόνο αυτό έγραφε
«πες ότι είμαστε πάτσι, Πατσά» του απάντησα


Να βάλω και επίλογο; Πολύ το τράβηξα.....

Cheep coffee twin