Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Ποδήλατο και Πιγκουίνος

Γύρισε στο σπίτι του και είχε δύο πίνακες στο χέρι. Το ίδιο μεσημέρι πήρε δύο καρφιά, έβγαλε το παπούτσι, ταράχτηκε για μια στιγμή από την οσμή των ποδιών του, συνήλθε γρήγορα, και με το παπούτσι κάρφωσε τα καρφιά στον τοίχο, και πάνω σ αυτά έβαλε τους πίνακες. Μετά από λίγο πήρε τηλέφωνο την κοπέλα του και της είπε για τους πίνακες, <<πως είναι>>, τον ρώτησε, <<δεν ξέρω πώς να τους περιγράψω… αφηρημένη τέχνη μπορώ να πώ…>> <<ε, δώσε μια πιο σφαιρική περιγραφή>> << είναι μάλλον ασύμμετρα παραλληλόγραμμα και ανόμοιοι κύκλοι, να βλέπω δυο κύκλους , ένας μικρός και ένας μεγάλος, μοιάζουν με παλιό ποδήλατο, απ’ αυτά με την μεγάλη ρόδα μπροστά και την μικρή πίσω, και σε ένα στενόμακρο ορθογώνιο έχει πυκνές κάθετες γραμμές, μοιάζει σαν λάστιχο από εσώρουχο γιαγιάς, και όπως τους κοιτάω τώρα οι άλλοι κύκλοι μοιάζουν με φαλάκρες παπούδων από ψηλά. Είναι οι αναμνήσεις ενός γέρου, το εσώρουχο της γιαγιάς το παλιό ποδήλατο, οι φίλοι του οι φαλακροί παππούδες, ναι, και μαύρο φόντο του πίνακα είναι μαύρο λες και τον ζωγράφισαν πάνω στην πίσω μεριά ενός παλιού δελτίο προ-πο . Έχει και έναν μαύρο κύκλο που μοιάζει περισσότερο με αυγό, μαύρο αυγό, ή μπορεί να είναι και ένας πιγκουίνος με γυρισμένη την πλάτη, τον βάλανε τιμωρία στην γωνία με την πλάτη γυρισμένη στην τάξη επειδή δεν μιλούσε,και ο ζωγράφος –δάσκαλος που τον λένε Πελοπίδα μπήκε στην κουζίνα και τον είδε με την πλάτη γυρισμένη και καταθλιπτικά σκυμμένο και τον πέρασε για μαύρη σακούλα σκουπιδιών, και πήγε να τον πετάξει, αλλά μόλις τον έπιασε από την πλάτη τον πιγκουίνο, τον διέκοψε από την μελαγχολία του, και τρόμαξε με το βλέμμα του, είδε τον εαυτό του μέσα στα μάτια του πιγκουίνου και άρχισε να χτυπάει τα φτερά του που είχε για χέρια, τρέμοντας από το κρύο του Νότου Πόλου οπού ζει αυτός και οι άλλοι χάρτινοι πιγκουίνοι, έκανε ταραγμένες γραμμές πάνω στον πίνακα, που αν θες αυτές οι γραμμές είναι μικρά κομμάτια από δίσκο βινυλίου, τα περισσότερα όχι πάνω από μια λέξη, να αυτό δίπλα από το αυτί του δεινόσαυρου, αν το βάλεις στο πικάπ θα παίξει την λέξη νοσταλγία , και απαντάνε οι Ινδιάνοι με σήματα καπνού, που μοιάζουν με φαλάκρες παππούδων από ψηλά, ‘’Μοναξιά’’. Κι όλα αυτά τα τετραγωνάκια και τα κυκλάκια είναι παιχνίδια στην άμμο που τα παρασέρνει ένα ελαφρό κύμα στην παραλία και επιστρέφοντας τα αφήνει πιο ακανόνιστα, το πικάπ έχει κολλήσει και επαναλαμβάνει συνέχεια την λέξη νοσταλγία, και από τον ουρανό βρέχει ποδήλατα, αυγά, στρουθοκαμήλους, πράσινες λεκάνες, άδεια κουτιά τηλεόρασης, στέκες από βιολιά, τσιγαρόχαρτα, σπασμένα αγάλματα, φωτογραφίες παλιές ξεθωριασμένες και ξεκολλάει το πικάπ ή του αλλάζουν δίσκο και τώρα έχει κολλήσει στη λέξη θλίψη…. Να και μια γριά μάγισσα που… Μ’ ακούς; Ει, ψιτ, μ’ ακούς;….. Όχι ρε πούστη μου τόση ώρα μόνος μιλάω….>>

2 σχόλια:

Sweet truth! είπε...

Όχι δε μιλάς μόνος σου, σε ακούω.
Μόνο που σκεφτόμουν και δεν σου απάντησα. Μου είπες ψέμματα στην αρχή όταν σε ρώτησα για τους πίνακες. Μόνο αφηρημένη τέχνη δεν είναι, ιστορίες ολόκληρες κρίβουν πίσω τους που ενώνουν τη μία με την άλλη...

Έσπερος είπε...

Η ουσία της μοναξιά...της καλή μοναξιάς...είναι να μιλάς και να μην σε ακούει κανείς. Η σωστή μελαγχολία κρύβεται στις φωνές που μόνο εμείς ακούμε. Κι αν κάποιος ρωτάει από πότε είναι καλό να μελαγχολείς, θα απαντήσω δεν ξέρω. Εγώ γεννήθηκα μελαγχολικός...είναι απλά η πραγματικότητά μου...

Πάρα πολύ ωραίο κείμενο Aougare. Από τα καλύτερά σου.

Να 'σαι καλά. Την καλησπέρα μου.