Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Eye Sword

Κυνηγός ονείρων
Ονειροκλέφτης
Ταξίδι μαζί με τον Οδυσσέα
Σ άγνωστες χώρες
Με γνωστό προορισμό
Χωρίς περιορισμό
Μάτια που κοιτάνε χαμηλά, ακίνδυνα
Όπως τα καρφωμένα σπαθιά στο χώμα
Τα τέρατα ξεπροβάλλουν από παντού
κάνουν φασαρία
μεγάλη φασαρία
δεν αρκεί να ακούσεις για να τα νικήσεις
πρέπει και να τα κοιτάξεις
στα μάτια
να δεις τον φόβο τους
Σήκωσε τα σπαθιά που χρόνια ακόνιζες
και απείλησε τους
Θα γίνεις εσύ το τέρας που φοβούνται οι άλλοι
Δεν χρειαστεί να ξανακλέψεις όνειρα

Μόνο μην ξαναφήσεις τα σπαθιά σου στο χώμα
Και γυάλισε και την πανοπλία σου..
Λίγη λάμψη δεν βλάπτει...


 

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Πράσινος Πλανήτης

 Είμαι ο Gummy Bear! Δεν το πιστεύω! Και να μου το λέγανε δεν θα το πίστευα, αλλά τώρα το νιώθω, ξαφνικά εκεί που περπατούσα ένιωσα πάνω μου τα περίεργα βλέμματα των περαστικών, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με κοιτάνε έτσι, κοίταξα κάτω και είδα ότι είχα μια μεγάλη πράσινη κοιλιά, αδύνατον! Πως προέκυψε αυτήν εδώ;  Έσκυψα κι άλλο και είδα τα γελοία πράσινα πόδια μου, φρίκαρα. Άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα για να φύγω από τον κόσμο που με κοιτούσε. Το πρωί είχα ξυπνήσει κανονικά, έβαλα τα κανονικά μου ρούχα που τα είχα διαλέξει από τον σωρό που έχω πάνω στον καναπέ και βγήκα έξω, μια πρωινή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Βγήκα ντυμένος στα μαύρα και αδύνατός και τώρα επιστρέφω πράσινος και χοντρός. ¨Έφτασα επιτέλους στο σπίτι μου,  πέρασα με δυσκολία από την πόρτα, πήγα στον μοναδικό καθρέφτη που έχω για να ξυρίζομαι και κοιτάχτηκα, ήμουν μια γελοία πράσινη αρκούδα. Και γελούσα, μονίμως γελούσα, τι γελάς ρε μαλάκα μου ήρθε να πω στον εαυτό μου αλλά δεν το είπα έμεινα να κοιτώ τον καθρέφτη, ίσα ίσα που χωρούσε το πράσινο πρόσωπό μου. Αμέσως σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο την φίλη μου την Ζήνα, και την πήρα, στο τηλέφωνο. Μόλις της μίλησα έβαλε τα γέλια «Γιατί μιλάς έτσι ρε σούργελο;» «Πως μιλάω ;» την ρώτησα «Σαν τον Gummy Bear!» μου απάντησε και έβαλε τα γέλια. Έκλεισα το τηλέφωνο με δυσκολία γιατί το χοντροδάχτυλό μου δεν μπορούσε να πατήσει το κόκκινο κουμπί του τηλεφώνου. Ξαναπήγα στον καθρέφτη μ αυτό γελοίο χοροπηδηχτό περπάτημα. Κοιτούσα με επιμονή στον καθρέφτη και γελούσα χωρίς να είμαι χαρούμενος.  Γύρισα πάλι στο δωμάτιό μου, έκατσα στο κρεβάτι χαμογελαστός χωρίς να είμαι χαρούμενος, κοιτούσα τα πόδια μου και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξαναβγήκα όπως ήμουν έξω και άρχισα να τρέχω, δύο ώρες έτρεξα εκείνη την μέρα, και μετά έκανα κοιλιακούς, την επόμενη το ίδιο, σιγά σιγά συνήθισα την νέα μου εμφάνιση, αν και έχασα όλους μου τους φίλους. Κανείς δεν ήξερε ότι είμαι ο Gummy Bear, αν και όσοι με έπαιρναν τηλέφωνο άκουγαν την ηλίθια φωνή μου. Το μόνο καλό είναι ότι έπαιρνα λεφτά από τα παιδάκια για να φωτογραφηθώ μαζί τους, αλλά και αυτό κάποια στιγμή σταμάτησε γιατί από την πολύ γυμναστική έγινα σαν τον  Hulk,  όταν ήμουν Gummy Bear ήμουν στον όγκο, τώρα έγινα σωματαράς αλλά παραμένω πράσινος και με κεφάλι χαμογελαστής αρκούδας.   Δεν με πειράζει που είμαι πράσινος, ούτε που έχω το σώμα του Hulk και κεφάλι αρκούδας, με πειράζει που κουβαλάω μόνιμα αυτό το ηλίθιο χαμόγελο. Με τα από πολύ προσπάθεια και σκέψη κατάφερα να φτιάξω μια μάσκα με το πρόσωπο του Hulk.  Τώρα πλέον είμαι ίδιος με τον Hulk, έχω μόνιμα το άγριο βλέμμα και το απίστευτο κορμί, όλοι με κοιτάνε με δέος, όλοι με τρέμουν και κανένας δεν γελάει μαζί μου. Τα μόνο πρόβλημα είναι όταν μιλάω, έχω ακόμα την ηλίθια φωνή του γαμωμπερ. Είμαι ο Hulk  και μιλάω σαν τον Gummy Bear ! Παρά το τρομακτικό της εμφάνισης μου μόλις μιλάω όλοι γελάνε. Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτή η γκαντεμιά; Μάλλον όχι.
Κοιτάω τις παλιές μου φωτογραφίες με φίλους  που είχα πριν γίνω πράσινη χλαπάτσα, όποιος με δει να τις κοιτάω θα δει ένα θυμωμένο πρόσωπο, μα είναι η μάσκα, από μέσα από αυτήν είναι το χαμόγελο, αυτό που μεταμορφώθηκα μια μέρα χωρίς το θέλω, και πιο μέσα, στο μυαλό μου είναι η θλίψη, αυτό που είχα πάντα και ποτέ δεν το έδειχνα.  Μόλις τελειώνω τις φωτογραφίες ανάβω τσιγάρο, παρόλη την γυμναστική δεν το έκοψα, μόνο που τώρα καπνίζω εργοστασιακό, δεν μπορώ να στρίβω πλέον με τα πράσινα χοντροδάχτυλά μου. Σκέφτομαι πως ήμουν πριν μεταμορφωθώ και βάλω και την μάσκα. Μερικοί νόμιζαν ότι ήμουν χαρούμενος, αλλά αυτό ήταν η μάσκα, από πίσω βρισκόταν η θλίψη, αλλά ακόμα πιο βαθιά μέσα μου,  πολύ μέσα μου υπήρχε ο θυμός, αυτό που ήμουν πάντα.



Θα πήγαινα σε ψυχολόγο, αλλά θα γελάσει  με την ψυχή του με την φωνή μου…….

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ο Νεκροθάφτης 12 (Δεν είναι δυνατόν!!!)

Έχει σκεφτεί ποτέ κανείς ότι το ρούχο που θα φορέσει περισσότερο το σώμα του θα είναι αυτό που θα φοράει και την μέρα της κηδείας του. Θα είναι  το ρούχο που θα δει και τις περισσότερες αλλαγές του σώματος και θα είναι ένα ρούχο που θα το έχουν διαλέξει άλλοι για αυτόν, δεν είναι και τόσο δίκαιο.  Στη ζωή όμως δεν υπάρχουν αδικίες, μόνο άνιση κατανομή δικαιοσύνης .
Ο Μανώλης με την Ματούλα έχουν φτάσει έξω από ένα αναποδογυρισμένο συλλέκτη σιτηρών. Αυτός ο συλλέκτης χρησιμοποιείται για την μεταφορά σιτηρών από το χωράφι στις αποθήκες, είναι πράσινο. Έχει έξι μέτρα μήκος και κάτι παραπάνω από δύο μέτρα ύψος.  Το εσωτερικό του είναι δύο τετράγωνοι συλλέκτες, κωνοειδείς  που  ο καθένας μοιάζει  σαν αναποδογυρισμένη σκεπή. Στο κάτω μέρος υπάρχει μια τρύπα απ όπου βγαίνει το σιτάρι.  Από πάνω είναι τελείως ανοιχτό. Μετά το τέλος του θέρους, τους συλλέκτες τους αφήνουν αναποδογυρισμένους στα χωράφια για να μην γεμίζει νερό ο κώνος και σκουριάσει το σίδερο. Όταν φτάνει το καλοκαίρι τους φορτώνουν σε πλατφόρμες και κουβαλάνε το στάρι, από την θεριζοαλωνιστική μηχανή στους συλλέκτες και από αυτούς μέσω της πρέσας στις αποθήκες. Ο συγκεκριμένος συλλέκτης είναι παρατημένος χρόνια  σ αυτό το σημείο και ο Μανώλης τον έχει μετατρέψει σε καταφύγιο του τα τελευταία χρόνια, τον αποκαλεί «σοφίτα», και όντως έτσι μοιάζει  τώρα που είναι αναποδογυρισμένος, σαν σοφίτα, μόνο που στο έδαφος υπάρχει χώμα και δεν μπαίνει από πουθενά φως. Είναι πάντα νύχτα εκεί μέσα, και πάντα μα πάντα ήσυχα.
Η Ματούλα είναι ακόμα ταραγμένη από το γεγονός της έκρηξης και από την παρουσία του σκύλου, ο Μανώλης έχει συνηθίσει να ξεπερνάει γρήγορα το ότι συμβαίνει, όσο προχωράει ο καιρός τόσο λιγότερο του ψυχή του μένει, άνθρωπος που δεν φοβάται τίποτα δεν έχει ψυχή,  ο μικρός δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο αλλά έχει πάρει την κατηφόρα,  τώρα στέκεται έξω από την «σοφίτα» του και το μόνο που αισθάνεται είναι ένας πόνος στο λαιμό από το παραλίγο πνίξιμο και μια χαρά που έχει δίπλα του την Ματούλα, χαίρεται επίσης που θα της αποκαλύψει το μυστικό του.
-Εδώ είναι;  Ρώτησε η Ματούλα
-Ναι, δεν το περίμενες…
-Ε, όχι, εδώ θα μας βρούνε, όποιος και να περάσει θα μας δει
-Δεν θα μας δει κανείς, γιατί θα είμαστε από μέσα, της είπε ο Μανώλης και την κοιτούσε να δει την αντίδρασή του προσώπου της
-Από μέσα; Πως γίνεται αυτό;
-Έλα ακολούθα, είπε ο Μανώλης και πήγε από την πίσω μεριά της σοφίτας
Εκεί στην πίσω μεριά υπάρχει ένα μικρό σιδερένιο παραθυράκι στην σοφίτα, ο Μανώλης έπιασε τον σύρτη και είπε στην Ματούλα « το βλέπεις αυτό; Ανοίγει και από μέσα και από έξω το είχαν για εφεδρικό άδειασμα, σε περίπτωσή που βούλωνε τη κάτω τρύπα». Ο Μανώλης τράβηξε τον σύρτη και άνοιξε το παράθυρο, με μια ευέλικτη κίνηση βρέθηκε μέσα. «Έλα Ματούλα!» είπε ο μικρός που ήταν σκυμμένος και άναβε ένα καντηλάκι  που είχε στο κέντρο  της σοφίτας, η Ματούλα μπήκε λίγο ποιο δύσκολα καθώς το παράθυρό ήταν μικρό, μόλις βρέθηκε μέσα έμεινε άφωνη «Τι τέλεια είναι εδώ Μανωλάκη! Μόνος σου το έφτιαξες;»  «Ναι μόνος μου. Έλα κάτσε εδώ»  Ο Μανώλης έπιασε την Ματούλα και την έβαλε να καθίσει στη γωνία πάνω σε μια κουβέρτα που είχε απλώσει στο έδαφος,  μετά άναψε άλλα τρία καντηλάκια που είχε στο κέντρο επίσης πάνω σε μια κουβέρτα και η σοφίτα φωτίστηκε με εκπληκτικό τρόπο, μέσα σ αυτό το φως η Ματούλα έμοιαζε με άγγελο και ο Μανώλης κούρνιασε δίπλα της σαν να ήθελε να κρυφτεί κάτω από φτερά της. Η Ματούλα τον αγκάλιασε και κοιτούσε με δέος τον χώρο «Δεν το πιστεύω πόσο τέλειο το έχεις κάνει, τα καντηλάκια που τα βρήκες;»  «Τα έκλεψα από το νεκροταφείο»  είπε ο Μανώλης και ακούμπησε τον κρόταφό του στο αριστερό στήθος της Ματούλας. Αυτή του χάιδευε τα μαλλιά και ένιωθε μια ηρεμία που της επέβαλε ο χώρος. Μια ηρεμία που μόνο έξω από τον κόσμο μπορεί να τη αισθανθεί κανείς και μόνο με ένα άτομο, το ίδιο ένιωθε και ο Μανώλης, ηρεμία, αισθανόταν το χέρι της Ματούλας στα μαλλιά του και το στήθος  της στο  κρόταφο του.  Η μικρή σοφίτα εκπλήρωσε τον σκοπό της,  τους έκρυψε, και όταν κρύβεσαι ηρεμείς. Η Ματούλα  χάιδευε τον Μανώλη και του είπε
-Ξέρεις τι μου αρέσει περισσότερο; Να χαϊδεύω τα κεφαλάκια από τις μικρές γάτες, έχεις νιώσει ποτέ ότι είναι ζεστά τα κεφαλάκια τους; Εγώ αυτό νιώθω, ότι είναι ζεστά, και το ζεστό είναι ζωή. Μ αρέσει να τα ακουμπάω απαλά και να περνάω τα δάχτυλά μου ανάμεσα από τις τριχούλες τους και αυτά να γουργουρίζουν, που και που όπως ακουμπάω το ζεστό τους κεφάλι βάζω και τον αντίχειρά μου στα αυτάκια τους και ακουμπάω το χνούδι τους, αυτές τινάζουν τα αυτιά αλλά δεν ενοχλούνται, σε κοιτάνε με ένα μελαγχολικό και ζωηρό βλέμμα που σου τρυπάει την καρδιά, και τότε τις αγαπάω ακόμα περισσότερο, λες να το καταλαβαίνουν αυτό οι γάτες; Λες να νιώθουν την αγάπη που νιώθω για εκείνες εκείνη τη στιγμή;
-Δεν ξέρω… πάντως πιστεύω ότι όλοι έχουν χαϊδέψει γάτα κάποια στιγμή στη ζωή τους
-Να μια απάντηση που δεν την περίμενα, εγώ πάντως πιστεύω ότι το νιώθουν αλλά δεν τους νοιάζει καθόλου, θέλουν μόνο το χάδι και όχι την αγάπη, είναι ανεξάρτητα ζώα ξέρεις, μπορούν να ζήσουν και μόνες τους, δεν χρειάζεται αγάπη για να ζήσεις μόνος σου, μόνο κανα χάδι που και που.
-Εμένα μου άρεσε όταν με χάιδευε η μαμά μου, δηλαδή δεν με χάιδευε ακριβώς αλλά….
-Τι εννοείς;
-Όταν ήταν άρρωστη και κοιμόταν συνέχεια πήγαινα στο κρεβάτι της και έπιανα το χέρι της και το έβαζα στο κεφάλι μου και το κουνούσα σαν να με χάιδευε.
-Καημένο παιδί, έχεις περάσει πολλά έ;
-Δεν ξέρω αν έχω περάσει πολλά, δεν ξέρω πως είναι να μην περνάς κάτι, αυτή είναι η ζωή μου,  εσύ δεν έχεις περάσει πολλά;
-Αν δεν είχα περάσει πολλά δεν θα ήμουν με την γριά, υπάρχει λόγος που είμαι εκεί
-Δεν θέλω να μιλήσουμε για την γριά, δεν μ αρέσει… πες μου πάλι για τις γάτες
-Μανωλάκη, κάποια στιγμή όμως πρέπει να στα πω, και για τον νεκροθάφτη,  πρέπει να ξέρεις
-Όχι τώρα, άλλη φορά σε παρακαλώ
-Όπως θες,  είπε η Ματούλα και τον φίλησε στα μαλλιά.
 -Πες μου για τις γάτες
-Οι γάτες είναι περίεργα ζώα,  είναι τρελές, γι αυτό μου αρέσουν, πότε είναι γεμάτες ζωή και πότε βαριούνται σαν τεμπέληδες σε καφενείο, θυμάμαι παλιά είχαμε μια γάτα η οποία…..
Μετά από ώρα αφήγησης η Ματούλα κατάλαβε ότι Μανωλάκης είχε κοιμηθεί δίπλα της, σαν γατί, επίσης κατάλαβε ότι είχε λιγοστέψει και ο αέρας μέσα στην σοφίτα, τον σκούντηξε απαλά.
-Μανωλάκη; Ξύπνα
-Τι έγινε;
-Μάλλον σε πήρε ο ύπνος, πόση ώρα είμαστε εδώ; Μου φαίνεται ότι έχει λιγοστέψει ο αέρας
-Έχω την λύση γι αυτό.
Ο μικρός σηκώθηκε και πήρε μια σιδερένια βέργα και στάθηκε στο κέντρο της σοφίτας, μ αυτήν την βέργα έσπρωξε ένα καπάκι ακριβώς από πάνω  που υπήρχε εκεί για να αδειάζει το στάρι. Αμέσως μπήκε καθαρός αέρας αλλά δεν μπήκε φως γιατί είχε νυχτώσει. «Νύχτωσε κιόλας;» είπε ή Ματούλα, «Ναι» «Πρέπει να φύγουμε Μανωλάκη» «Δεν θέλω να φύγω…» «Ούτε και εγώ αλλά πρέπει, θες να ξαναβρεθούμε αύριο εδώ» «Ναι θέλω!» είπε χαρούμενα ο μικρός «Θα έρθω  το μεσημέρι, δεν ξέρω τι ώρα ακριβώς, μόλις μπορέσω, θα είσαι μέσα να χτυπήσω;» «Ναι εδώ θα είμαι, θα σε περιμένω»
Μόλις έσβησε τα καντηλάκια ο Μανώλης επικράτησε σκοτάδι μέσα στην σοφίτα και από το σκοτάδι της σοφίτας βγήκαν στο σκοτάδι της υπαίθρου,  ξεκίνησαν μαζί και ήταν σχεδόν ευτυχισμένοι που είχαν και οι δύο ένα μέρος να κρύβονται από τον κόσμο, αυτό το μέρος δεν ήταν μόνο η σοφίτα αλλά και η ψυχή του ενός και του άλλου.  Δεν χρειάζεται αν κρυφτείς πουθενά αν έχεις κάποιον να σε δεχτεί μέσα στην ψυχή του, δεν χρειάζονται σοφά λόγια ούτε μεγάλες πράξεις, όπως και η ταπεινή απλή σοφίτα δεν χρειάστηκε πολλά πράγματα, το μόνο που χρειάστηκε ήταν κάποιος να τη ανακαλύψει. Στο δρόμο που περπατούσαν ακούστηκε το αποτρόπαιο γάβγισμα του άγριου σκυλιού, ήρεμοι όπως ήταν τρόμαξαν περισσότερο, είχαν φτάσει στο σημείο χωρίς να σκέφτονται αυτό το πλάσμα, ο Μανώλης θύμωσε και έχοντας την  ασφάλεια της σήτας και την Ματούλα  να τον βλέπει πήρε μια πέτρα και την πέταξε στον σκύλο «Σκάσε μαλακισμένο!» ο σκύλος έπεσε πάνω στην σήτα και την δάγκωνε  με λύσσα, ο Μανώλης πήρε  ένα ξύλο και πήγε να το καρφώσει μέσα στο στόμα του σκύλου ανάμεσα από  τα τετραγωνάκια , ο σκύλος τραβήχτηκε και έπιασε το ξύλο με τα δόντια του, ο Μανώλης το ταρακούνησε, το έσπρωξε μέσα προς τον σκύλο και μετά το τράβηξε απότομα προς το μέρος του, ο σκύλος όμως ήταν πολύ δυνατός και έκανε μια απότομη κίνηση προς τα πίσω και πήρε το ξύλο από τα χέρια του Μανώλη και ξανάπεσε πάνω στη σήτα, ο Μανώλης έσκυψε και πήρε μια χούφτα με πέτρες και τις πέταξε στον σκύλο, πολλές τον πετύχανε αλλά δεν έκανε πίσω, έμεινε εκεί να γαβγίζει, η Ματούλα τράβηξε τον Μανώλη «Πάμε σε παρακαλώ»

Την άλλη μέρα το μεσημέρι ο Μανώλης ήταν εκεί, περίμενε την Ματούλα μέσα στην σοφίτα, είχε αργήσει αρκετά, ή έτσι του φαινόταν, δεν είχε ρολόι και δεν μπορούσε να ελέγξει την προσμονή. Πήγε στην γωνία που καθόταν χτες η Ματούλα, σήκωσε την κουβέρτα, από κάτω είχε κι άλλη κουβέρτα, την σήκωσε και αυτήν με προσοχή, από κάτω υπήρχε ένα ξύλο, το τράβηξε στην άκρη μαζί με τις κουβέρτες από πάνω και έβαλε  το χέρι του και πήρε μια νεκροκεφαλή, τις είχε μεταφέρει εκεί, στο καταφύγιό του, κρατούσε την νεκροκεφαλή στα χέρια του και κοιτούσε τις άλλες, μέσα στη συγκεκριμένη είχε βάλει ένα κερί και με ένα άλλο κερί πήρε φωτιά από το καντηλάκι και το άναψε, την άφησε στο κέντρο και πήγε λίγο πιο πίσω και κοιτούσε το διακοσμητικό του, σκεφτόταν αν θα άρεσε στην Ματούλα, είχε πλάκα όπως φαινόταν η φωτιά μέσα από τα μάτια, το εσωτερικό του κρανίου είχε γίνει μαύρο και μύριζε καμένο κόκκαλο, αυτό θα την αηδίαζε σκέφτηκε και έσβησε το κερί και έβαλε το κρανίο στην θέση του, τα τακτοποίησε όλα όπως πριν, ήταν ανήσυχος, μα γιατί αργεί; Βγήκε λίγο έξω και μετά από λίγα λεπτά ξαναμπήκε, περίμενε πάλι αρκετή ώρα, μα γιατί αργεί; Άκουσε ένα χτύπο στο σίδερο, «Μανωλάκη; είσαι μέσα;» η φωνή της Ματούλας έκανε το σφίξιμο στο στομάχι του Μανώλη να φύγει αμέσως , είναι ωραίο αυτό το συναίσθημα,  έτρεξε και της άνοιξε το παραθυράκι, τραβήχτηκε πίσω και την είδε να μπαίνει, μόλις μπήκε η Ματούλα τον αγκάλιασε και αυτός ένιωσε το σώμα της  πάνω του και όλα του τα νευρά τεντώθηκαν και χαλάρωσαν  αμέσως ,αφήνοντας ένα άγνωστο γλυκό υγρό να τρέξει στις φλέβες του, έμειναν λίγα δευτερόλεπτα έτσι, με τον Μανώλη να έχει βουτηγμένο το κεφάλι του στο στήθος της Ματούλας, αυτή κατέβασε τα χέρια της νιώθοντας ότι τελείωσε ο χρόνος της αγκαλιάς αλλά ο Μανώλης έμεινε εκεί, τον κοίταξε από ψηλά να την κρατάει κατάλαβε ότι χαιρόταν τα στήθη της και χαμογέλασε, τον απομάκρυνε απαλά.
-Έλα φτάνει.. του είπε
-Χαίρομαι που ήρθες, έλα να σου δείξω κάτι,  ο Μανώλης πήγε στη γωνιά έδωσε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα στην Ματούλα
-Για μένα; Τι γλυκός που είσαι…..
Ο Μανώλης κοκκίνισε, η Ματούλα μύριζε τα λουλούδια που κάλυψαν την μυρωδιά του καμένου κρανίου που είχε ανάψει πριν ο μικρός. Η κοπέλα έκανε μια στροφή με τα λουλούδια που ακόμα τα είχε στο πρόσωπό της και έκατσε στην γωνία που ήταν και χτές, έκανε νόημα στον Μανώλη να καθίσει δίπλα της.  Ο Μανώλης πήγε με χαρά δίπλα της, μάλλον ήταν ερωτευμένος, αν και δεν ήξερε τίποτα από έρωτα, ήταν σίγουρος ότι το σώμα αυτής της κοπέλας  επηρέαζε στο μέγιστο βαθμό όλες του τις αισθήσεις, το άγγιγμα, η μυρωδιά της,  παρέλυε στην θέα της κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, και η φωνή της περνούσε μέσα στο κεφάλι του με τον πιο γλυκό και απαλό τρόπο, μόνο την γεύση της δεν είχε αισθανθεί ακόμα αλλά δεν το σκεφτόταν.  Πλέον η Ματούλα ήταν ότι πολυτιμότερο είχε, πιο πάνω και από τα νεκροταφεία, πιο πάνω και από τον παππού. Μέσα στη σοφίτα υπάρχει ένα γλυκό ψιθύρισμα,   έξω το απόλυτο φως, το γρασίδι είναι στρωμένο με όλη του την μεγαλειότητα, που και που υπάρχει και ένα αγριολούλουδο, μια πεταλούδα πετάει και πάει όλο και πιο χαμηλά,  πάει πάνω σε ένα λουλούδι, κίτρινο, φεύγει απότομα και συνεχίζει το ανέμελο πέταγμά της, ένα πόδι πατάει το λουλούδι που είχε καθίσει η πεταλούδα, με το που σηκώνεται το πόδι σηκώνεται και το λουλούδι σαν μην έγινε τίποτα, είναι ο Νάσος που είδε τη Ματούλα και την ακολούθησε να δει που πηγαίνει, πλέον ξέρει που βρίσκεται, φτάνει έξω από την σοφίτα, σκέφτεται να μπει μέσα να κάνει όλα πουτάνα, το μετανιώνει, σκέφτεται κάτι χειρότερο, ψάχνει γύρω του βρίσκει ένα κομμένο σύρμα,  μ αυτό το σύρμα δένει το σύρτη του παράθυρού που ανοίγει και από μέσα και απ έξω, τώρα δεν ανοίγει καθόλου, τους εγκλώβισε μέσα, φεύγει.

-Άκουσες κάτι; Λέει η Ματούλα στον Μανώλη
-Μπα, όχι κάτι περίεργο, κανα ζωάκι θα ήταν που θα γρατσούνισε τα νύχια του πάνω στο σίδερο
-Κάτσε να ακούσουμε
-Δεν ήταν τίποτα Ματούλα
-Σσσςςς μη μιλάς λίγο….
Ο Μανώλης δεν μίλησε έμεινε εκεί να αισθάνεται το χέρι της Ματούλας που του χάιδευε τον λαιμό και λίγο παρακάτω, ένιωθε τόσο ευτυχισμένος, σαν γατί. Δεν έχει ξανανιώσει ποτέ τόσο ευτυχισμένος,  το πιο απλό άγγιγμα ήταν για αυτόν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της μέχρι τώρα ζωής του. Τα έβγαλε όλα μέσα από το μυαλό του, δεν είχε παρελθόν, ήταν μόνο εκεί, σαν μωρό στην μήτρα, προστατευμένος. Μετά από λίγη ώρα μίλησε παλι η Ματούλα
-Μάλλον έχεις δίκιο, δεν ήταν τίποτα, θες να σου πω τώρα για τον παππού και την γριά;
-Ότι θες πες μου…
-Λοιπόν πριν από χρόνια όπως σου είπα ο παππούς και η γριά τα είχανε, ήταν όλα καλά μέχρι που μια μέρα ο παππούς… όπα, τι ακούγεται
-Τι είναι;
-Δεν το ακούς; Ρώτησε η Ματούλα έντρομη τον Μανώλη
-Ναι το ακούω…. Μα τι είναι;
-Δεν ξέρω, δεν μου αρέσει πάντως είπε η Ματούλα και σηκώθηκε
-Σαν…. Κάτι να παλεύει και να του έχουν κλείσει το στόμα
-Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό Μανωλάκη, πάμε να φύγουμε,  είπε η Ματούλα και πήγε να ανοίξει τον σύρτη, προσπάθησε αλλά δεν μπορούσε, ο Μανώλης που την είδε πήγε και αυτός εκεί
-Αστο σε μένα! Της είπε, προσπάθησε, έβαλε όλη του την δύναμη αλλά δεν μπόρεσε.
«Δεν ανοίγει» είπε και αμέσως ακούστηκαν χτυπήματα πάνω στο σίδερο, κάποιος είχε ανεβεί πάνω στην σκεπή από την βοηθητική σκάλα και περπατούσε, επίσης ακουγόταν νύχια   να ξύνουν το σιδερό. Τα παιδιά πανικοβλήθηκαν «τι γίνεται!;» φώναξε με τρόμο η Ματούλα «δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω»  της απάντησε ο Μανώλης και αγκαλιαστήκανε, ο Μανώλης προσπάθησε πάλι με πανικό να ανοίξει το παράθυρο, δεν μπορούσε, εκείνη την ώρα άνοιξε από πάνω το καπάκι που υπήρχε για να βγαίνει το στάρι  και μπήκε το φώς του ήλιου μέσα στην σοφίτα, για λίγο φωτίστηκε ο χώρος, δεν ήταν και τόσο παραμυθένιος  στο φως του ήλιου, αμέσως μετά το φως τα παιδιά είδαν δύο πόδια να εισβάλουν στο χώρο, δυο πόδια σκύλου,  η Ματούλα ούρλιαξε και πήγε στη γωνία, το ίδιο έκανε και ο Μανωλάκης, μετά τα πόδια ακολούθησε το σώμα του σκύλου που χωρούσε ίσα ίσα από την τρύπα, σπαρταρούσε ο σκύλος σαν να προσπαθούσε ο ίδιος να χωθεί την τρύπα αλλά δεν γινόταν έτσι, μετά το σώμα φάνηκε και το κεφάλι του και ήταν ο σκύλος που έβριζε κάθε μέρα ο  Μανώλης, αυτό το αρρωστημένο πράγμα, κάποιος απ έξω κρατούσε την αλυσίδα του σκύλου και την άφηνε σιγά σιγά,  η Ματούλα ούρλιαζε «Δεν είναι δυνατόν ! Δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό!» ο Μανώλης έσφιγγε την Ματούλα από την μέση και  έλεγε  «Ματούλα! Τι είναι αυτό! Δεν γίνεται!» η Ματούλα ούρλιαζε «Δεν είναι δυνατόν!» ο σκύλος με το που βρέθηκε ολόκληρος μέσα στη σοφίτα, αν και ακόμα κρεμασμένος από την αλυσίδα του γάβγιζε άγρια και πνιγμένα, κουνούσε με πάθος και δύναμη όλο του κορμί και έδειχνε το μίσος του προς τα δύο παιδιά, οι διαθέσεις του ήταν ξεκάθαρες.  Ο Νάσος ήταν πάνω στην σκεπή και άφηνε την αλυσίδα σιγα σιγά προς τα κάτω, λίγο πριν, είχε πάει εκεί που ήταν δεμένος ο σκύλος και στάθηκε μπροστά του, ο σκύλος ορμούσε πάνω του μέχρι εκεί έφτανε η αλυσίδα, ο Νάσος  του έριξε μια κουβέρτα και τον σκέπασε, ο σκύλος προσπαθούσε να βγει από την κουβέρτα αλλά ο Νάσος τον είχε πλακώσει με το σώμα του, αφού ακινητοποίησε όλα τα μέλη του σκύλου τον πήρε στην αγκαλιά και έμοιαζε σαν να κρατούσε ένα τεράστιο ανήσυχο φασκιωμένο μωρό, έβγαλε την αλυσίδα από το δέντρο και έτσι όπως ήταν πήγε τον σκύλο εκεί που είδε την Ματούλα να μπαίνει,  ανέβηκε την σκάλα με το μωρό στην αγκαλιά του να σπαρταράει, άνοιξε το καπάκι και έβαλε πρώτα τα πόδια του σκύλου μέσα, μετά σιγά σιγά άφησε να πέσει το σώμα του σκύλου χαλαρώνοντας λίγο την κουβέρτα και κρατώντας την αλυσίδα,  άκουγε την Ματούλα να ουρλιάζει «δεν είναι δυνατό!» , «θα σας δείξω εγώ μαλακισμένα» μονολόγησε  και συνέχισε να αφήνει τον σκύλο αργά.  Από μέσα το σκηνικό έμοιαζε τελείως απόκοσμο,  το χρυσαφί φως έλουζε τον σκύλο που κατέβαινε αργά, η φρικτή εικόνα του σκύλου να κρέμεται από την αλυσίδα και ένα έχει εξαπολύσει ήδη το μίσος του για τα παιδιά, έμοιαζε με τον σατανά τον ίδιο,  η γέννηση του σατανά μέσα στη μήτρα της θαλπωρής του Μανώλη, ο εισβολέας γεννήθηκε και το μόνο που τον κρατούσε ήταν ο ομφάλιος λώρος, η αλυσίδα του, και σαν αρρωστημένο πράγμα που ήταν αμέσως μετά την γέννηση του έσπρωχνε με δύναμη να αποκοπεί από αυτόν.


  Ο σκύλος κρεμόταν από την αλυσίδα και κουνούσε όλο του το κορμί, μόλις άγγιξαν τα πίσω του πόδια στο έδαφος τα  κουνούσε με δύναμη και πετούσε χώμα πίσω είχε στραφεί προς τα παιδιά και ήταν έτοιμος να τους ορμήσει,  ο Νάσος αφού είδε ότι ο σκύλος έφτασε μέχρι τέρμα κάτω άφησε την αλυσίδα και έκλεισε το καπάκι,  κατέβηκε από την σκάλα και ενώ απομακρυνόταν κάτω από τον ζωηρό ήλιο μέσα από την σοφίτα ακουγόταν γαβγίσματα και ουρλιαχτά πόνου και φρίκης.  Ο σκύλος με το  που τον άφησε τελείως ο Νάσος όρμησε προς τα παιδιά  που ήταν αγκαλιασμένοι στην γωνία, η Ματούλα ούρλιαζε και ο Μανώλης έπαιρνε κοφτές ανάσες, κατευθείαν έπεσε πάνω στον Μανώλη,  ο μικρός ενστικτωδώς έβαλε τα χέρια του στο λαιμό του και εκεί ήταν που είχε ορμήσει ο σκύλος, έπεσαν και οι δύο κάτω, ο Μανώλης κρατούσε με τα χέρια του το λαιμό του σκύλου και αυτός προσπαθούσε να τον δαγκώσει στο πρόσωπο, ένιωθε την ανάσα ο σκύλου στο πρόσωπό του και άκουγε τα δόντια να χτυπάνε σε κενό δάγκωμα, η Μυτούλα είχε πέσει από την άλλη μεριά και αμέσως σηκώθηκε και κλοτσούσε τον σκύλο, το τέρας άφησε τον Μανώλη και όρμηξε στην Ματούλα έμπηξε τα δόντια του στο μπούτι της κοπέλας και  ένιωσε το πρώτο αίμα στο στόμα του, η Ματούλα ούρλιαξε από τον πόνο και χτυπούσε τον σκύλο στο κεφάλι με τα χέρια της, ο Μανώλης έφυγε από εκεί που ήταν και πήγε αμέσως στην άλλη γωνία και πήρε το ξύλο με το οποίο είχε σκεπασμένες της νεκροκεφαλές, το πέταξε στον σκύλο, αυτό χτύπησε τον σκύλο στην πλάτη και μετά χτύπησε την Ματούλα με την γωνία λίγο πιο κάτω από τον αφαλό της, ο σκύλος την άφησε και η Ματούλα διπλώθηκε στα δύο, ο Μανώλης είδε να τον σκύλο να γυρνάει προς το μέρος του και άρπαξε μια νεκροκεφαλή,  του την πέταξε, δεν τον πέτυχε, ο σκύλος έτρεχε προς το μέρος και ο Μανώλης ουρλιάζοντας άλλαξε γωνιά και έπεσε κάτω,  ο σκύλος του επιτέθηκε και αυτός τον κλώτσησε στο πρόσωπο με το πόδι, απέκρουσε την φόρα του σκύλου, αλλά το τέρας έκανε ένα ελιγμό και όρμησε από τα πλάγια,  όρμηξε πάλι για τον λαιμό του μικρού, η Ματούλα είχε συρθεί στο έδαφος και έπιασε την αλυσίδα του σκύλου, και λίγο πριν φτάσει ο σκύλος τα δόντια του στο λαιμό του μικρού η Ματούλα τέντωσε την αλυσίδα και τον τράβηξε προς τα πίσω,  ο σκύλος άφησε τον μικρό και επιτέθηκε εναντίον της,  τρέχοντας ο σκύλος προς την Ματούλα έριξε το καντηλάκι και το λάδι χύθηκε πάνω στην κουβέρτα, μια απότομη μεγάλη φλόγα άναψε μέσα στο δωμάτιο, καταλάγιασε γρήγορα  και καιγόταν  η κουβέρτα,  η φλόγα αυτή ανέβασε αμέσως αισθητά την θερμοκρασία και εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος του οξυγόνου στο δωμάτιο,  πλέον όλο και  λιγότερο φως στο δωμάτιο και αυτό θα έσβηνε σε λίγο.  Ο σκύλος έπεσε πάνω στην Ματούλα και πήγε όπως πάντα κατευθείαν για τον λαιμό της, η Ματούλα έχει πέσει κάτω και κρατάει το λαιμό του σκύλου, αυτός λυσσομανάει από πάνω της και με τα μπροστινά του πόδια της γρατσουνάει  το στήθος της και την κοιλιά της, η Ματούλα ουρλιάζει από τον πόνο, ο σκύλος παλεύει να την φτάσει, κάποια στιγμή της δαγκώνει το μπράτσο και μετά το στήθος, ο Μανώλης ρίχνει από πίσω μια κλοτσιά στα αρχίδια του σκύλου, αφήνει την Ματούλα και ορμάει στον Μανώλη,  η Ματούλα τραβάει πάλι την αλυσίδα και ρίχνει τον σκύλο κάτω, τώρα είναι αυτή που επιτίθεται στον σκύλο, έχει πάψει να είναι κοπέλα, είναι μια μηχανή γεμάτη μίσος,  θέλει να διαλύσει τον σκύλο, αν και αδύνατό ,είναι αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να τον διαλύσει, όχι για να σώσει  τον Μανωλάκη, ούτε για να σωθεί η ίδια, απλά δεν μασούσε, ήθελε να κάνει τα πάντα. Η Ματούλα τράβηξε την αλυσίδα του σκύλου και του έκοψε την φόρα,  ο σκύλος κοίταξε πίσω και πήγε να επιτεθεί στον Μανώλη, η Ματούλα έπεσε πάνω στον σκύλο και με μια άκομψη λαβή αγκάλιασε τον σκύλο από τον λαιμό, το πρόσωπο της Ματούλας είναι δίπλα από αυτό του σκύλου κοιτάνε και οι δύο προς τον Μανώλη, η Ματούλα φωνάζει «βοήθα!» ο μικρός έχει παγώσει, ο σκύλος προσπαθεί να  απελευθερωθεί από την λαβή της Ματούλας και της ρίχνει μερικά πλάγια δαγκώματα στο πρόσωπο της, της σκίζει τα μάγουλα, και οι δύο γυρίζουν γύρω γύρω,  η Ματούλα πονάει αλλά δεν αφήνει τον σκύλο, όπως γυρνάνε ο Μανώλης ξεκολλήσει από το μυαλό του  και πιάνει τον σκύλο από τα πόδια και τον τραβάει προς τα πίσω «Ας τον Ματούλα!» φώναξε ο μικρός και η Ματούλα του απάντησε «Τραβά με δύναμη και μην τον αφήσεις για κανέναν λόγο!» ο Μανώλης τράβηξε με δύναμη τον σκύλο, η Ματούλα τον άφησε απότομα και αμέσως έπιασε την αλυσίδα του σκύλου και την τράβηξε «Τράβα Μανώλη φώναξε» η Ματούλα σηκώθηκε τραβώντας την αλυσίδα του σκύλου, τώρα μέσα στην σοφίτα υπάρχει λιγοστό φως, ελάχιστο οξυγόνο, μυρίζει αίμα, ιδρωτίλα, καμένο λάδι και σκυλίλα,  η Ματούλα τραβάει την αλυσίδα του σκύλου, ο σκύλος είναι στον αέρα και κουνάει με βία όλο του το σώμα, ο Μανώλης τραβάει με δύναμη τα πόδια του σκύλου,  αν ήταν δύο πιο δυνατά άτομα ίσως με αυτόν τον τρόπο να ξεκολλούσαν το κεφάλι του σκύλου, αλλά αυτοί εδώ όχι, και το οξυγόνο τελειώνει κινδυνεύουν να λιποθυμήσουν και όταν λιγοστεύει το  οξυγόνο ο άνθρωπος βρίσκεται πιο κοντά στα όρια της παράνοιας , η Ματούλα βλέπει το σίδερο που είχε ο Μανώλης για να ανοίγει το καπάκι από πάνω,  «Μην τολμήσεις και τον αφήσεις» είπε  η Ματούλα στον Μανώλη κοιτώντας τον με μίσος. Η κοπέλα έσκυψε να πάρει  το σίδερο, αυτό τόση ώρα ήταν πάνω στην κουβέρτα που καιγόταν, μόλις το έπιασε ούρλιαξε από πόνο, κάηκε το χέρι της,  παραλίγο να αφήσει τον σκύλο, ο οποίος λυσσομανούσε ακόμα να απελευθερωθεί, η Ματούλα δεν κώλωσε έσφιξε τα δόντια και έπιασε το σίδερο από την άλλη μεριά που δεν έκαιγε, αμέσως μόλις σήκωσε την βέργα έβγαλε μια κραυγή μίσους και χτύπησε την ράχη του σκύλου, «Ψόφα πούστη!»  ο Μανώλης από την άλλη που κρατούσε τα πόδια του σκύλου ένιωσε στα χέρια του τους σπασμούς του ζωντανού στα χέρια του και θυμήθηκε τον λαγό, η Ματούλα έριξε και άλλη στο σκύλο, πιο δυνατή, ο Μανώλης άφησε τα πόδια του σκύλου και η Ματούλα έφυγε προς τα πίσω κρατώντας την αλυσίδα, ο σκύλος σπαρταρούσε και η Ματούλα σηκώθηκε και συνέχισε να χτυπάει τον σκύλο με μανία στο κεφάλι, ο Μανώλης έβαλε τα κλάματα και παρακαλούσε την Ματούλα να σταματήσει,  η Ματούλα έπεσε στα γόνατα και συνέχισε να χτυπάει με μανία τον σκύλο στο κεφάλι,  ο σκύλος έχει ψοφήσει και η Ματούλα συνεχίζει. Ο Μανώλης πάει να αγκαλιάσει την Ματούλα για να την πει να σταματήσει αλλά αυτήν τον σπρώχνει και τον ρίχνει κάτω «Φύγε και συ ρε μαλακισμένο!» συνεχίζει να χτυπάει τον σκύλο στο κεφάλι με την βέργα, πλέον αυτό που πριν ήταν το κεφάλι του σκύλου είναι ένας σωρός από σάρκες, κόκκαλα, αίμα και μυαλά, αλλά  η Ματούλα συνεχίζει να χτυπάει, ο Μανώλης φωνάζει «Σταμάτα Ματούλα! Σε παρακαλώ! Σταμάτα!» καμιά αντίδρασή από την Ματούλα, η σοφίτα βρομάει αφόρητα από το διαλυμένο κρανίο του σκύλου και το μόνο που διακόπτει την Ματούλα από την μανία της είναι ο εμετός της, αηδιάζει από την μυρωδιά του εγκέφαλου του σκύλου και ξερνάει πάνω σ αυτόν, διπλώνεται στα δύο,  ο Μανώλης έχει τραβηχτεί στη γωνιά και λέει φοβισμένος «Ματούλα πρέπει να πάρουμε αέρα, Ματούλα σε παρακαλώ σταμάτα να ανοίξουμε το καπάκι να πάρουμε αέρα.» Η Ματούλα σηκώνει το κεφάλι της που είναι γεμάτο αίματα, δικά της και του σκύλου, και κοιτάει με μίσος τον Μανώλη, το μάτι της γυαλίζει, «Σκάσε μαλακισμένο! Κοίτα τι πάθαμε στο κωλομέρος που μας έφερες! Μαλακισμένο!» η Ματούλα σηκώνεται και με την βέργα στο χέρι να σέρνεται στο χώμα πλησιάζει απειλητικά στον Μανώλη, το οξυγόνο έχει μειωθεί στο ελάχιστο και οι δύο ανασάνουν σαν λαχανιασμένοι , η  Ματούλα σηκώνει την βέργα προς τον Μανώλη, η δολοφονικής μανία δεν έχει ξοδευτεί ακόμα
-Μαλακισμένο κοίτα πως με έκανες! Βλαμμένο!
-Ματούλα; Τι κάνεις εκεί; Είπε τρομαγμένος ο Μανωλάκης
-Σκάσε!
Το μόνο που πρόλαβε να  πει ο Μανώλης ήταν ένα τρομαγμένο «μη!» , η Ματούλα τον χτύπησε με το σίδερο στο κεφάλι,  λίγο πάνω από το μάτι, ο Μανώλης έπεσε προς την μεριά που τον έσπρωξε το χτύπημα και έμεινε εκεί με κλειστά τα μάτια νεκρός. Όταν  σηκώθηκε από εκεί που χτυπούσε τον σκύλο η Ματούλα ψιλιζαλίστηκε, μετά από το χτύπημα στον Μανώλη εξαντλήθηκε απότομα και έπεσε στα γόνατα και λιποθύμησε δίπλα από τον Μανώλη, πέθανε λίγο αργότερα από έλλειψη οξυγόνου.

Μέσα στην σοφίτα τρία πτώματα στο σκοτάδι, έξω η άνοιξη οργιάζει, τα λουλούδια λάμπουν κάτω από τον φωτεινό ήλιο, η ίδια πεταλούδι που είχε αναστατωθεί πριν από το πέρασμα του Νάσου τώρα έχει σταθεί πάνω στην κορυφή της σοφίτας, για λίγο, πέταξε ανέμελη και αφέθηκε να παρασυρθεί στο ακαθόριστο της πορείας της.

Όλο το βράδυ έψαχναν να βρούνε τον Μανώλη, πολλοί υπέθεσαν ότι έφυγε από το χωριό, μερικοί χάρηκαν κιόλας γι αυτό. Την επόμενη ,  μερικοί βοσκοί πέρασαν από το μέρος όπου μέσα υπήρχαν τα πτώματα, αυτοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, τα σκυλιά τους όμως αντιδρούσαν περίεργα γύρω από την σοφίτα,  γάβγιζαν με ένα λυπημένο τρόπο που όσοι ξέρουν από σκυλιά ξέρουν ότι αυτό το γάβγισμα αντιστοιχεί σε αναγνώριση νεκρού. Την πρώτη μέρα δεν έδωσαν και τόση σημασία, ούτε και την δεύτερη, την τρίτη όμως αποφάσισαν να σηκώσουν τον συλλέκτη σιτηρών για να δούνε για ποιον λόγο αντιδρούν έτσι τα σκυλιά, έφεραν έναν γερανό και έδεσαν το μεταλλικό κατασκεύασμα. Όταν ο γερανός σήκωσε τον συλλέκτη ήταν σαν να ανοίγει τάφος, το φως εισβάλει στο σκοτάδι που καλύπτει τους νεκρούς, όλοι πάγωσαν από το θέαμα. Το νέο εξαπλώθηκε γρήγορα στο χωριό. Πολλά έγιναν από κει και πέρα αλλά αυτό που έχει σημασία είναι οι ζωές που χάθηκαν. Ο Μανώλης τα τελευταία τέσσερα λεπτά πριν πεθάνει ξαναέζησε σε συντομία όλη του την ταραγμένη ζωή και όλα αυτά που τον φόβισαν. Η παράνοια της Ματούλας σαν αυτή της μάνας του, οι σπασμοί του λαγού, το σκοτάδι, η έλλειψη οξυγόνου που νιώθουν όσοι ξυπνούν μέσα στον τάφο, ο εφιάλτης που έβλεπε με τον σκύλο να του τρώει τα πόδια, τα παιδιά τον κυνηγούσαν όπως και ο σκύλος εκεί μέσα, οι νεκροκεφαλές, η φωτιά που σκότωνε τα ποντίκια. Οι ήχοι που ακουγόταν εκείνες τις στιγμές εκεί μέσα σ αυτό τον   κλειστό χώρο ήταν οι πιο τρομακτικοί που έχουν ακουστεί πότε στο χωριό αλλά δεν τους άκουσε κανείς, ευτυχώς, γιατί θα μπορούσαν να στοιχειώσουν για πάντα την ψυχή αυτού που έστω θα τους άκουγε.

Για κάποια στιγμή ο Μανώλης είχε την ελπίδα ότι θα εμφανιζόταν από το πουθενά ο παππούς να τον σώσει, αλλά ήταν στο νοσοκομείο, μα ακόμα και αν δεν ήταν δεν θα άλλαζε τίποτα. Όταν κρύβεσαι στις πιο κρυφές γωνιές του μυαλού σου είσαι μόνος, δεν υπάρχουν ήρωες εκεί.  Έτσι γίνεται και στην πραγματικότητα,  στο πιο κρυφό σημείο του κόσμου τους ήταν μόνοι τους και δεν υπήρχαν ήρωες, μόνο αυτοί και το ίδιο το μίσος που εισέβαλε στον χώρο τους.

 ΤΕΛΟΣ



Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Χρυσαφί Πλανήτης

Δύο ταξιδιώτες μέσα στην έρημο, μόνοι περπατούν, είναι γυμνοί τελείως και προχωράνε σ αυτό το χρυσαφί ειδυλλιακό τοπίο. Στην αρχή το έδαφος είναι λείο, κάποια στιγμή στο δρόμο τους προέκυψε μια μικρή λακκούβα, παράξενο, λακκούβα μέσα στην έρημο; Κάναν τον γύρω της λακκούβας και προχωρήσανε, η επιφάνεια της ερήμου ανεβοκατέβαινε αργά, το έδαφος πλέον είναι ελαφρώς ανάγλυφο, σαν να το διατρέχουν ελαφροί κυματισμοί. Οι δύο ταξιδιώτες προχωράνε στο δρόμο τους που πλέον έχει γίνει ανηφορικός, δεν βιάζονται καθόλου, μια γλυκιά νωχέλεια τους διακατέχει, όσο προχωράνε το ανεβοκατέβασμα του εδάφους γίνεται πιο έντονο αλλά δεν τους επηρεάζει καθόλου, το περπάτημά τους είναι τελείως ανάλαφρο, ίσα που ακουμπάνε στο έδαφος, δεν αφήνουν κανένα ίχνος πίσω τους. Δεν υπάρχει ήλιος, είναι νύχτα, το μόνο που φωτίζει τον δρόμο τους είναι μια φωτιά στα δεξιά τους, κάτι καίγεται εκεί, φωτιά στην έρημο; Μπροστά στο δρόμο τους υπάρχει ένας λόφος από την ίδια άμμο, η σκιά του πέφτει αριστερά, μια σκιά που καλύπτει τον δίπλα λόφο, στην αρχή πήγαν να περάσουν ανάμεσα από τους λόφους γιατί εκεί  το έδαφος καλυπτόταν από ένα ανεπαίσθητο στρώμα δροσιάς, το μετάνιωσαν όμως και με την ίδια νωχέλεια γύρισαν προς τα πίσω, ανέβηκαν το λόφο από την απότομη μεριά του και έφτασαν στην κορυφή, το έδαφος ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα.  Οι δύο ταξιδιώτες  βρέθηκαν μπροστά σε ένα ροζ  κόσμημα, σαν κατακόκκινο ρουμπίνι σκεπασμένο με άμμο, ένας συνδυασμό που έκανε το κόσμημα να μοιάζει ροζ, οι ταξιδιώτες μαγεύτηκαν από την ομορφιά του και το αγγίξανε,  άρχισαν να γυρνάνε γύρω γύρω από το κόσμημα με ένα περίεργο τρόπο, στην αρχή γυρνούσε ο ένας γύρω από το κόσμημα και μετά ο άλλος, άλλοτε και οι δύο μαζί, ένας ακαθόριστος αργός χορός γύρω από το κόσμημα. Κάπου εδώ  σταματάει η αφήγηση και μένουν μόνοι τους οι ταξιδιώτες να χορεύουν τον χορό τους, που και που εμφανίζεται και ένας τρίτος και εξαφανίζεται αμέσως.
Μετά από ώρα ακούγεται μια γλυκιά γυναικεία φωνή
-Θα μείνουν πολύ ώρα εκεί αυτοί;
-Ίσως για πάντα…. Της απαντάει μια αντρική φωνή
-Γιατί;
-Γιατί είναι το  ομορφότερο σημείο του σύμπαντος….
-Βλάκα… του λέει χαμογελώντας  η κοπέλα και γυρνάει να τον φιλήσει, τα δάχτυλά του φεύγουν από το στήθος της και οι ταξιδιώτες μένουν στον αέρα.
Τα δύο σώματα έχουν αλλάξει πλέον στάση, πρώτα ήταν ξαπλωμένοι και οι δύο ανάσκελα με την κοπέλα πάνω  σ αυτόν που της μιλούσε στο αυτί και με τα δάχτυλά του άγγιζε το σώμα της.
 Η κοπέλα έχει γυρίσει και οι δύο ταξιδιώτες τώρα έχουν γίνει δέκα, και από αργοί και νωχελικοί που ήταν τώρα έχουν γίνει άγριοι και ζωηροί, τρέχουν στην πλάτη της κοπέλας και αφήνουν τα σημάδια τους.
Το μόνο που δεν άλλαξε   σ αυτό το σκηνικό είναι ή φλόγα του κεριού που συνεχίζει να τρεμοπαίζει αδιάφορη για το τι γίνεται δίπλα της
.


Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Κενός Χρόνος

Κενό
Έσπασα σε χίλια κομμάτια
Σε άπειρα κομμάτια
Που αιωρούνται στο κενό
Και έγιναν νεφέλωμα  
Στην άκρη του γαλαξία
Στο χείλος  του σκοταδιού
Απαρατήρητο
Λίγο πριν το χάος
Το χάος του κενού χρόνου
Του χρόνου που περνάω χωρίς
Γράφω για να γεμίσω τον κενό μου χρόνο
Και θα γεμίσω τον κενό χρόνο αυτών που θα τα διαβάσουν
Ώρες που πήγανε χαμένες
Μαζί με τις σκέψεις που δεν ειπώθηκαν
Τα μάτια που κρύψανε το βλέμμα
Μέσα στο σκοτάδι βλέπουν ένα νεφέλωμα
Που συμπυκνώνεται και γίνεται ένα μικρό κομμάτι μου
Εκεί που μ άγγιξες τελευταία φόρα δήθεν τυχαία
Όλη μου η ύπαρξη συγκεντρώθηκε σ αυτό το σημείο
Και πάγωσε ο χρόνος
Και έμεινες εκεί να με αγγίζεις
Σ αυτό σημείο
Εκείνη την στιγμή
Και μετά μ άφησες
Και έγινα χίλια κομμάτια
Άπειρα κομμάτια
Που αιωρούνται στο σύμπαν
Μαζί με τις ώρες που πέρασα χωρίς






Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Μαρμαρωμένο Γουρούνι

-Που χάθηκες τόσο καιρό ρε φίλε
-Άσε που να στα λέω…
-Για πες
-Έχασα τον σκύλο μου
-Που τον έχασες;
-Στα χαρτιά
-Καλά ρε έπαιξες τον σκύλο σου στα χαρτιά;
-Όχι ρε, την ώρα που έπαιζα χαρτιά χάθηκε
-Και δεν έψαξες να τον βρεις;
-Όχι, αφού έπαιζα χαρτιά
-Κακός ο τζόγος
-Όχι άμα κερδίζεις
-Και εσύ κέρδισες;
-Ναι, στην αγάπη
-Όποιος χάνει τα σκυλιά κερδίζει στην αγάπη
-Η αγάπη είναι τζόγος
-Και τσόντα
-Στις τσόντες γιατί δεν υπάρχουν κινέζοι άντρες;
-Γιατί τρώνε τα σκυλιά .
-Και τα σκυλιά Δαλματίας;
-Ξέρω και γω, σα που πέφτει η Δαλματία;
-Νομίζω ότι δεν πέφτει
-Αν έπεφτε;
-Θα σηκωνόταν πάλι
-Εσύ όταν πέφτεις σηκώνεσαι;
-Ναι αλλά αργά
-Γιατί αργά; Υπάρχει όριο ταχύτητας;
-Όριο αντοχής
-Μη βάζεις όρια στη ζωή σου
-Δεν βάζω όρους στη ζωή μου
-Δεν βάζεις λεφτά στην τράπεζα
-Αν είχα θα έβαζα
-Αν είχες λεφτά;
-Όχι, τράπεζα
-Έχεις τραπέζι
-Ναι και το έχω μόνο για να παίζω χαρτιά
-Σ αρέσει το παιχνίδι
-Σε ποιο παιδί δεν αρέσει;
-Έχεις δίκιο, πρέπει να μεγαλώσουμε κάποια στιγμή
-Δεν νομίζω ότι δεν έχω μεγαλώσει, νομίζω ότι δεν έχω γεννηθεί ακόμα
-Και τι περιμένεις
-Το τραμ το τελευταίο
-Γιατί όχι ΜΕΤΡΟ;
-Γιατί το τραμ το τελευταίο ήταν πιο ρομαντικό
-Πάει πέρασε όμως
-Ναι πάει
-Ησυχία! έρχεται η δασκάλα!
-Μόλις κάτσει να ρίξουμε την γόμα να δούμε το βρακί της
-Ναι και μετά να βγούμε στην αυλή για καμιά vodka και τσιγάρο
-Δεν έχω φέρει σήμερα
-Μη φοβάσαι έχει η μικρή Αννούλα
-Τέλεια
-Σσσσσς η δασκάλα………


Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Ο Νεκροθάφτης 11 (φωτιά και σπέρμα )


Ο Μανώλης είναι στο χωράφι μαζί με τον παππού, τον τρώει η περιέργεια να μάθει πως θα σκοτώσουν τα ποντίκια με την βενζίνη και το καλάμι. Ο παππούς του λέει: «Γύρνα με το μπιτόνι και ρίχνε λίγο βενζίνη σε κάθε τρύπα, όχι σε πολλές, σ όσες είναι κοντά» . Έτσι και έγινε, ο Μανώλης, πάντα με την επιτήρηση του παππού έριχνε σε κάθε τρύπα  λίγο βενζίνη, κάποια στιγμή του φώναξε ο παππούς ότι φτάνει και να έρθει δίπλα του.  Του είπε να πάει να αφήσει το μπιτόνι λίγο μακριά και να γυρίσει. Ο Μανώλης πήγε και το άφησε και όπως γυρνούσε είδε τον παππού να κρατάει το καλάμι με το πανί στην άκρη,  έβαλε ένα τσιγάρο στο γέρικο στόμα του και έφερε τη μεριά από το καλάμι  που είχε το πανί κοντά στο πρόσωπο του, άναψε το πανί και με την ίδια φωτιά άναψε και το τσιγάρο. Ο Μανώλης έχει φτάσει δίπλα του,  ο παππούς τον κοιτάει και του λέει «Πρόσεχε τι θα κάνω και κοίτα μην τρομάξεις…»  Ο παππούς κατέβασε το καλάμι κοντά σε μια τρύπα που της είχε ρίξει βενζίνη ο Μανώλης,  αμέσως το νοτισμένο χώμα πήρε φωτιά και σε ελάχιστες στιγμές ακούστηκε  ένα δυνατό μπαμ, που τρόμαξε τον Μανώλη, και η φωτιά έβγαινε πλέον και από άλλες τρεις τρύπες που είχα βραχεί με βενζίνη.
-Κατάλαβες τι έγινε τώρα; Ρώτησε ο παππούς τον Μανώλη
-Όχι ακριβώς, αλλά κατάλαβα τι πρέπει να κάνω
-Τόσο μυαλό που έχεις, που να καταλάβεις… Λοιπόν άκου,  τα ποντίκια σκάβουν τρύπες, σωστά; Αυτές οι τρύπες συνεχίζονται μέσα στο χώμα και επικοινωνούν με τις άλλες τρύπες που υπάρχουν στο χωράφι, αν ρίξεις  βενζίνη σε μια τρύπα ο αέρας από την βενζίνη εξαπλώνεται και στις άλλες,  αν βάλεις φωτιά σ αυτήν την τρύπα απλά θα καεί ο αέρας και δεν θα γίνει τίποτα, καταλαβαίνεις τι σου λέω μέχρι τώρα;
-Όχι…
-Βρε βλήμα,  αν έχεις μόνο στην μια τρύπα βενζίνη και βάλεις φωτιά, αυτή θα εξαπλωθεί υπογείως και θα απλά θα κάψει για πολύ λίγο την μυρωδιά που εξαπλώθηκε, και αφού τον κάψει τον αέρα το κενό  θα τραβάει άλλον αέρα από άλλη τρύπα και θα συμπληρώνεται. Αν όμως  έχεις βάλει βενζίνη  και σε άλλες τρύπες, οι φωτιά θα φτάσει και σ αυτές και θα τραβήξουν όλες μαζί αέρα και θα κάνουν μπαμ,  αυτή είναι η στιγμή που σκάνε τα ποντίκια. Κατάλαβες;
-Όχι, αλλά πως σκάνε τα ποντίκια; Κάνουν έκρηξη;
-Καλά είσαι βλάκας το ξέρουμε… δεν κάνουν έκρηξη, απλά χαλάνε τα πνεύμονα τους, θα σε ρωτούσα αν κατάλαβες, αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν κατάλαβες… τουλάχιστον κατάλαβες πως θα κάνεις την δουλεία;
-Ναι θείο! Αυτό το κατάλαβα! Είπε με ενθουσιασμό ο μικρός
-Μπρος.. πάρτα και ξεκίνα, και πρόσεχε μακριά το μπιτόνι από την φωτιά
-Μην ανησυχείς θείο θα προσέχω.
Ο Μανώλης έχει πάρει το μπιτόνι και το καλάμι κα γεμάτος ενθουσιασμό κάνει σωστά την δουλεία που δεν κατάλαβε πως ακριβώς λειτουργεί. Ο παππούς έχει μείνει πίσω και έχει καθίσει στο χώμα, από μακριά βλέπει τον Μανώλη να βάζει φωτιές στις τρύπες και σε κάθε έκρηξη να πηδάει χαρούμενος, αυτός όμως δεν μπορεί να χαρεί με την χαρά του μικρού γιατί υποφέρει, με δυσκολία κρύβει τον πόνο του, ξαπλώνει στο χώμα και σηκώνει την μπλούζα τόσο ώστε να αποκαλυφτεί η πληγή που του προκάλεσε η γριά στην κοιλιά του. Όπως είναι ξαπλωμένος και έχει σηκώσει την μπλούζα του, σηκώνει λίγο τον κορμό και σκύβει το κεφάλι του για να δει την πληγή, έσφιξε τα δόντια του κάνοντας αυτήν την κίνηση.  Αντίκρισε  την πληγή του που κάθε μέρα γίνεται όλο και χειρότερη, τώρα έχει φτάσει σε απελπιστικό βαθμό, εκεί που είναι τα ράμματα είναι τελείως μαύρη σαν ρυτιδιασμένο δαμάσκηνο, όσο απομακρύνεται από το κέντρο της πληγής η μαυρίλα γίνεται προς το μωβ και καταλήγει στην περίμετρο της να είναι κόκκινη με μικρά φλεβίδια  να εξέχουν από αυτήν και να κάνουν την εικόνα ακόμα πιο αποκρουστική, ο παππούς την άγγιξε απαλά σφίγγοντας τα δόντια του και κρατώντας την ανάσα του, ακόμα και από το τόσο απαλό άγγιγμα πόνεσε και πήρε μια κοφτή ανάσα μέσα από τα σφιγμένα δόντια του «Την πουτάνα μου…» είπε και κατέβασε την μπλούζα του. Ο Μανωλάκης μακριά από τον παππού έβαζε φωτιές και σε κάθε έκρηξη φώναζε ενθουσιασμένος «ναι!» , ο παππούς του κουνούσε το χέρι κάνοντας του νόημα να ρθει.
Όταν έφτασε εκεί ο Μανώλης  ο παππούς ήταν ήδη όρθιος και τον περίμενε
-Φεύγουμε κιόλας; Ρώτησε με παράπονο ο Μανώλης
Ο παππούς δεν απάντησε ξεκίνησε να περπατάει τον δρόμο της επιστροφής και ο Μανώλης τον ακολουθήσε, απόρησε ο μικρός για το ύφος του παππού και τον ρώτησε
-Θείο είσαι καλά;
-Καλά είμαι…
-Δεν είσαι καλά, τι έπαθες;
-Τίποτα σου λένε! Καλά είμαι, του απάντησε θυμωμένα ο παππούς
-Εγώ πάντως ξέρω ότι δεν είσαι καλά
Ο παππούς δεν απάντησε συνέχισε να περπατάει και ο Μανώλης τον ακλουθούσε από πίσω, στο δρόμο ο Μανώλης είδε την Ματούλα να βγαίνει από μια εγκαταλειμμένη πλίνθινη αποθήκη.  Η Ματούλα δεν τους είδε, μόλις βγήκε έστριψε και  πήρε αντίθετο προς αυτούς δρόμο. Ένα δρόμο  που δεν οδηγούσε στο σπίτι της γριάς.

 Λίγο αργότερα στο σπίτι του παππού ο Μανώλης είναι έξω στην αυλή και ο παππούς με τον παππά μέσα στο δωμάτιο μιλάνε
-Είδες που στα έλεγα παππά, τελικά πίασαν τα μάγια της γριάς και θα πεθάνω, το νιώθω ήδη ότι αδυνατίζω πολύ…. Είπε ο παππούς κρατώντας ένα τσιγάρο στο χέρι, και μόλις τελείωσε την φράση του το άναψε
-Τι λες ρε Γρηγόρη, ποια μάγια… αφού οι γιατροί είπανε ότι θα γίνεις καλά… τι σε έπιασε και τα λες τώρα αυτά
-Οι γιατροί; Ποιος ακούει τους γιατρούς ρε παππά; Εγώ ποτέ δεν έχω πάει σε γιατρό και μέχρι πριν μια βδομάδα ήμουν καλά, οι γιατροί…
-Βρε άνθρωπε αν δεν είσαι καλά να ξαναπάμε στο νοσοκομείο, να δούμε τι θα κάνουμε….
-Τι λες ρε παππά, δεν έχεις δει ότι όσοι μεγάλοι πάνε στο νοσοκομείο γυρνάνε πεθαμένοι; Δεν ξέρω τι τους κάνουν εκεί και τους πεθαίνουν, πάντως σε εμένα δεν θα το κάνουν.
-Δεν μιλάς λογικά και μια χαρά είσαι, λίγο κουρασμένο σε βλέπω, αλλά με ένα τσιπουράκι θα στρώσεις…. Χαμογέλασε ο παππάς μόλις ολοκλήρωσε την πρόταση και έκανε νόημα του παππού με το κεφάλι να βγουν έξω
-Κάτσε να σου δείξω… είπε ο παππούς και σήκωσε την μπλούζα του, μόλις είδε ο παππάς τα σημάδια έκανε ένα μορφασμό αποστροφής και του είπε
-Μα καλά πως έγινε αυτό;
-Τι πως έγινε ρε παπά; Τα μάγια, δεν καταλαβαίνεις…
-Δεν είναι τα μάγια, κάτι άλλο είναι… γιατί δεν το είπες πιο νωρίς;
-Τι να σου πω; πήγα και στην πόλη σε έναν πρακτικό και του είπα τι έγινε και μου είπε ότι πολύ δύσκολα θα γιατρευτώ από αυτό
-Σε πρακτικό; Τι έκανες ρε Γρηγόρη;
-Τι θα πει τι έκανα; Σου το είπα δεν εμπιστεύομαι τους γιατρούς
-Μα οι γιατροί σου δίνουν φάρμακα δοκιμασμένα, μη μου πεις ότι δεν παίρνεις την αντιβίωση
-Φυσικά και δεν την παίρνω! Μου έδωσε ένα κατάπλασμα ο πρακτικός ειδικό για τα μάγια.
-Πας καλά ρε; Τι κατάπλασμα;
-Τριμμένο καρβουνάκι ανακατεμένο με την σκόνη από το θυμίαμα μαζί με μαυροδάφνη και κάτι άλλα πράγματα που έβαλε αυτός μέσα.
-Ρε γεροξεκούτη, τι έκανες; Μόνος σου το έκανες αυτό στον εαυτό σου! Λοιπόν πάω να βρω άτομα να σε πάμε στο νοσοκομείο. Είπε παπάς και βγήκε θυμωμένος από το δωμάτιο, ο παππούς του φώναζε να σταματήσει αλλά ο παπάς δεν του έδινε σημασία.
Ο παππάς βγαίνοντας από το δωμάτιο είπε στον Μανωλάκη ότι για σήμερα θα έπρεπε να κοιμηθεί στο σπίτι του, τον έστειλε να βρει την παπαδιά και να τον βολέψει από τώρα. Ο παππάς πήγε στο καφενείο του χωριού και γύρισε με άλλα τρία άτομα και πήραν τον παππού σηκωτό με το ζόρι και τον πήγαν στο νοσοκομείο.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Μανώλης σηκώθηκε και  πήγε στην αποθήκη και πήρε τα σύνεργα  που είχε και την προηγούμενη και σκότωνε ποντίκια, του άρεσε τόσο πολύ αυτό χτες που όλη την μέρα είχε σκοπό να την περάσει στα χωράφια μ αυτόν τον τρόπο.  Πέρασε μπροστά από τον άγριο σκύλο, τρομοκρατημένος που δεν είχε σήμερα τον παππού πέρασε από εκείνο το σημείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε.  Πηγαίνοντας στο χωράφι είδε πάλι την πλίνθινη αποθήκη που χτες είδε την Ματούλα να βγαίνει από εκεί. Άλλαξε πορεία και πήγε προς τα εκεί, με σκοπό να κοιτάξει κρυφά μέσα να δει αν είναι πάλι εκεί αυτή η κοπέλα. Όταν έφτασε στην αποθήκη είδε ένα μηχανάκι στην πόρτα της αποθήκης, του φάνηκε παράξενο,  από την πόρτα δεν φαινόταν το εσωτερικό γιατί είχε έναν προθάλαμο.  Έκανε τον γύρο της αποθήκης και σε κάποιο σημείο είδε ότι υπήρχε ένα κενό ανάμεσα στους πλίνθους, μπορούσε να κοιτάξει από εκεί αλλά ήταν λίγο ψηλά, έβαλε το μπιτόνι στο χώμα και ανέβηκε πάνω του, διστακτικά και αργά κοίταξε μέσα από το κενό των πλίνθων. Στον απέναντι τοίχο είδε σε έναν παλιό καναπέ δύο παιδιά, ο ένας ήταν ξαπλωμένος και είχε τραβήξει την μπλούζα του και είχε καλύψει το πρόσωπό του μ αυτήν, ο άλλος καθόταν  μπροστά του και  είχε το ένα πόδι του ξαπλωμένου πάνω στα πόδια του και με το χέρι του έπιανε  του πουλί του άλλου και το έκανε πάνω κάτω, ο Μανώλης σοκαρίστηκε από αυτή την εικόνα αλλά έμεινε να κοιτάει, του φάνηκε πολύ παράξενο αυτό που κάναν τα παιδιά,  αυτός που κουνούσε το χέρι του πάνω κάτω κάτι έλεγε με έντονη  φωνή στον άλλο, «Είμαι η Άννα! Σου δείχνω τα βυζιά μου! Είμαι η Άννα» ο άλλος συσπώταν και βογκούσε , δεν έβλεπε το πρόσωπο του το είχε καλυμμένο με την μπλούζα, η ένταση της παλινδρομικής κίνησης ανέβηκε και αυτός που κουνούσε το χέρι έσκυψε προς τον ξαπλωμένο και έβαλε το άλλο του χέρι πάνω στην γυμνή κοιλιά του ξαπλωμένου, συνέχισε να του μιλάει και ο ξαπλωμένος έπιασε με δύναμη το χέρι του άλλου που τώρα το κουνούσε πολύ γρήγορα, ξαφνικά ο ξαπλωμένος σαν να κατούρησε ένα πηχτό υγρό που έπεσε πάνω στην κοιλιά του και ηρέμησε,  ο άλλος  έσπρωξε το πόδι του ξαπλωμένου και σηκώθηκε, ένα χειροκρότημα ακούστηκε, κάποιος άλλος ήταν μέσα στο δωμάτιο , ο ξαπλωμένος κατέβασε την μπλούζα και είδε ότι ήταν ο Νάσος, αυτός που το είχε απειλήσει ότι θα τον χτυπήσει αν τον πετύχει κάπου έξω από το χωριό, έκανε μια κίνηση να φύγει αλλά πριν πάρει το βλέμμα του από τον χώρο είδε μια κοπέλα να προχωράει προς τα παιδιά χειροκροτώντας,  ήταν η Ματούλα,  πλησίαζε προς τα παιδιά και είπε
-Ποία είναι η Άννα;
-Αυτή που γουστάρει ο Νάσος .είπε ο ένας
-Έλα μην πιάνεις την κουβέντα, την μπλούζα σου όπως είπαμε… της είπε ο Νάσος
-Μην είσαι και τόσο βιαστικός, του είπε η Ματούλα και σήκωσε την μπλούζα της σχεδόν χορευτικά και γύρισε πλάτη προς τα παιδιά και την σήκωνε σιγά σιγά.
Ο Μανώλης είδε την κοιλίτσα της Ματούλας, η Ματούλα χαμογελούσε και έδειχνε να το απολαμβάνει,  όπως σήκωνε την μπλούζα κοίταξε τον τοίχο και αντιλήφθηκε ένα παιχνίδισμα του φωτός «Κάποιος είναι εκεί!» φώναξε απότομα η Ματούλα και κατέβασε την μπλούζα της. Ο Μανώλης τρόμαξε και παραπάτησε πάνω στο μπιτόνι, έπεσε και χτύπησε τον αγκώνα του, βενζίνη έτρεχε από το πεσμένο μπιτόνι,  μέχρι να σηκωθεί  τα παιδιά είχαν βγει έξω και τον είδαν πεσμένο στο έδαφος , ο Νάσος πήγε κατευθείαν στον Μανώλη και τον έπιασε από τον γιακά, τον σήκωσε πάνω και τον ξαναπέταξε κάτω,  «Μαλακισμένο! Αυτή η φορά δεν θα μου γλιτώσεις!» . Η Ματούλα βγήκε μετά από τα παιδιά και είδε τον Νάσο να απειλεί τον Μανώλη αμέσως πήγε να τον κρατήσει «Τι κάνεις εκεί αστον! Μην τον χτυπήσεις!» ο Νάσος την έσπρωξε και της φώναξε στα μούτρα «Μην ανακατεύεσαι!» ξαναγύρισε   στον Μανώλη που ήταν ξαπλωμένος έκανε προς τα πίσω σπρώχνοντας τα πόδια του και χρησιμοποιούσε του αγκώνες του, το σπάσιμο του κορμιού τον έκανε να μοιάζει με φίδι που οπισθοχωρεί ξαπλωμένο ανάποδα, ο Νάσος έπεσε πάνω του και έβαλε τα χέρια του στο λαιμό του μικρού, η Ματούλα πήγε να πέσει πάνω στον Νάσο  να τον σταματήσει αλλά μόλις ξεκίνησε την έπιασε το άλλο παιδί από τα μαλλιά και την τράβηξε πίσω  «Άσε με ρε μαλάκα!» φώναξε η Ματούλα που πόνεσε από αυτό το τράβηγμα «Θα σε πνίξω μαλακισμένο» έλεγε ο Νάσος στον Μανώλη με μίσος και είχε τα χέρια στο λαιμό του, ο Μανώλης προσπαθούσε να τον σταματήσει κρατώντας του τα χέρια αλλά δεν είχε αρκετή δύναμη,  είναι ήδη σχεδόν τρία δευτερόλεπτα κάτω με τα χέρια του άλλου στον λαιμό του, η Ματούλα παλεύει με το άλλο παιδί, οι δύο πιο αδύνατοι με τους δύο πιο δυνατούς, μια άνιση μάχη που την ανέτρεψε η Ματούλα η οποία παλεύοντας έβαλε το χέρι στην τσέπη του αυτού που την κρατούσε και έβγαλε τον αναπτήρα του, ένα zippo ,τον άναψε και τον πέταξε προς το μπιτόνι με την βενζίνη, μόλις έφυγε από τα χέρια της ο αναπτήρας αυτή έπεσε στο έδαφος,  ο άλλος φώναξε τον Νάσο και έτρεξε μπροστά να πιάσει τον αναπτήρα στον αέρα,  η βενζίνη είχε σχηματίσει μια μικρή μπάρα μπροστά από το πεσμένο μπιτόνι,  ο Νάσος δεν αντέδρασε όταν τον  φώναξε ο φίλος του, είχε με μανία ζωσμένα τα χέρια του στο λαιμό του Μανώλη,  η Ματούλα είχε πέσει κάτω και έβαλε τα χέρια της στο σβέρκο και ο άλλος ορμούσε να προλάβει τον αναπτήρα, οι δύο αδύναμοι είναι πεσμένοι στο έδαφος και οι δύο δυνατοί είναι ψηλά. Ο αναπτήρας έπεσε στην μπάρα με την βενζίνη και αστραπιαία έγινε μια δυνατή έκρηξη που πέταξε προς τα πίσω αυτόν που πήγαινε να πιάσει τον αναπτήρα, πέταξε μπροστά τον Νάσο και γκρέμισε την μια πλευρά της πλίθινης αποθήκης.  Χώματα πετάχτηκαν από την πόρτα της αποθήκης και ένα δοκάρι από την σκεπή έπεσε και χτύπησε το μηχανάκι που ήταν το μισό μέσα από την πόρτα . Η Ματούλα όπως ήταν πεσμένη μπρούμυτα γύρισε ανάσκελα και έπιασε τα αυτιά της που βούιζαν, πίεσε τον εαυτό της να σηκωθεί και πήγε κατευθείαν στον Μανώλη, είδε το άλλο παιδί πεσμένο ανάσκελα να ανασαίνει δύσκολα και να έχει εγκαύματα και αίματα σ όλο του το πρόσωπο,  είδε τον Νάσο μπροστά από τον Μανώλη να γυρνάει στο χώμα και να πιάνει την μέση του, έφτασε πάνω από τον Μανώλη που βηχούσε και έπαιρνε βαθιές ανάσες. Τον σήκωσε γρήγορα και άρχισαν απομακρύνονται με δυσκολία.

Αφού απομακρύνθηκαν αρκετά από την αποθήκη σταμάτησαν λίγο για να πάρουν μια ανάσα. Η Ματούλα είχε ρωτήσει στο δρόμο τον Μανώλη αν είναι καλά, τώρα που σταμάτησαν τον ξαναρώτησε
-Είσαι καλά Μανωλάκη;
-Καλά είμαι… εσύ πως είσαι;
-Καλά είμαι, μα καλά τι δουλεία είχες εκεί Μανωλάκη; Γιατί κοιτούσες;
-Εσύ τι δουλεία είχες εκεί; Τι έκανες μ αυτούς;
-Η γριά.. είπε η Ματούλα και κατέβασε το πρόσωπό της.
-Τι η γριά;
-Δεν μπορώ να σου πω τώρα, είσαι μικρός και δεν θα καταλάβεις
-Έχω δει πράγματα που ούτε φαντάζεσαι, πες μου.
-Όχι τώρα, όχι εδώ,  θεέ μου… και δεν έχουμε που να κρυφτούμε, σίγουρα θα μας ψάχνουν να μας εκδικηθούν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς… θα σε έπνιγε… δεν είμαι κακιά Μανωλάκη… το ξέρεις αυτό; Έτσι;
-Το ξέρω,  με έσωσες,  αλλά πως το έκανες αυτό; Πως ήξερες;
-Δεν ήξερα, απλά είχα δει τον Νίκο που έβαλε τον αναπτήρα του στην τσέπη, μου άρεσε αυτός αναπτήρας, ανάβει μάγκικα, και όταν βγήκαμε  έξω είδα το μπιτόνι με την βενζίνη, δεν σκέφτηκα, όλα ήρθαν από μόνα τους, τι κάνουμε τώρα;
-Έχω ένα μυστικό μέρος, μόνο εγώ το ξέρω, θες να πάμε εκεί;
-Θέλω,  δεν έχω και τίποτα άλλο να κάνω τώρα… εσύ είσαι καλά; Είπε Ματούλα και χάιδεψε τα μαλλιά του Μανώλη.
-Καλά είμαι. Πάμε, δεν είναι πολύ μακριά
Τα παιδία ξεκίνησαν για το κρυφό σημείο που ήξερε μόνο ο Μανώλης, στο δρόμο πέρασαν πάλι μπροστά από το άγριο σκυλί, αυτό τρελάθηκε μόλις τους είδε, η Ματούλα σφίχτηκε πάνω στο Μανώλη «Παναγία μου! Τι είναι  αυτό το πράμα!» ο Μανώλης για να κάνει μαγκιά στη Ματούλα και να το παίξει ατρόμητος πήγε και κλώτσησε την σήτα όπως είχε κάνει και ο παππούς μερικές μέρες πριν «Σκάσε μαλακισμένο» είπε και γύρισε δήθεν αδιάφορα προς την Ματούλα «Σε παρακαλώ μην το εξαγριώνεις» του είπε.
-Είναι το πιο άγριο σκυλί στον κόσμο, μόνο ο μπαρμπα Γρηγόρης μπορεί να το κάνει καλά,  είπε ο Μανώλης περήφανα που ο παππούς είναι φίλος του
-Έχεις πολύ καλή γνώμη για τον νεκροθάφτη έτσι δεν είναι;
-Ναι, ξέρεις πόσες φορές με έχει σώσει, εσύ δεν έχεις;
-Τι να σου πω ρε Μανωλάκη, υπάρχουν και πράγματα που δεν τα ξέρεις για τον παππού
-Σαν τι;
-Το ήξερες ότι ο παππούς όταν ήταν νέος τα είχε με την Κυρά Ασημίνα;
-Ο θείος με την γριά; Τι λες ρε Ματούλα, αυτός την μισεί.
-Έγιναν πολλά τότε, δεν τα ξέρεις καλά Μανωλάκη
-Θα μου τα πεις;
-Ναι θα σου τα πω, να ξέρεις και εσύ τι σου γίνεται
-Θα μου τα πεις μέσα, φτάσαμε….
-Τι εδώ είναι; Είπε με περίσσια απορία η Ματούλα
-Ναι εδώ, τι δεν το περίμενες;

Ο Νίκος και ο Νάσος σηκώθηκαν πολύ μετά αφού έφυγαν τα παιδιά, ο Νίκος είχε τραυματιστεί σοβαρά στο πρόσωπο, σταμάτησαν ένα αυτοκίνητο στο δρόμο για να τον πάει στο νοσοκομείο.  Ο Νάσος πήρε το μηχανάκι του μέσα από τα χαλάσματα και πήγαινε στο σπίτι του θυμωμένος για τα παιδιά και φοβισμένος για το πώς θα πει τον πατέρα του ότι καταστράφηκε το μηχανάκι. Στο δρόμο που έσερνε το μηχανάκι σκεφτόταν πως θα τους εκδικηθεί


Ο παππούς και ο παππάς, ο Μανώλης και η Ματίνα, ο Νάσος και ο Νίκος, τυχαία ονόματα, τυχαίοι χαρακτήρες, αλλά μοιάζουν πολύ με την ονοματολογία του Σούπερμαν, όπου όλοι οι χαρακτήρες έχουν ίδιο αρχικό γράμμα στο όνομα και στο επίθετο, Κλαρκ Κεντ, Λεξ Λούθορ, Λόις Λέιν,  κάθε ένας δυνατός αλλά και με πολλές αδυναμίες, έτσι και εδώ, κάθε ένας έχει το τρωτό του σημείο, και όταν οι ηρωισμοί τελειώνουν τελειώνει και η ιστορία. Λίγο ακόμα…..




  

Cheep coffee twin