Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Άγρια συγκατοίκηση


Καταρχήν μ αρέσουν τα πολύ απλά πράγματα, αρκούμαι  με τα λίγα, έτσι είναι το σπίτι μου, έτσι είναι και η ζωή μου.  Μέσα στο σπίτι υπάρχουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Στην κουζίνα έχω μόνο ένα πιάτο, ένα πιρούνι , ένα κουτάλι, ένα μαχαίρι και ένα ποτήρι, μόνο αυτά χρειάζομαι. Τις σπάνιες φορές που έχω κόσμο σπίτι ή τρώμε με την σειρά από το πιάτο ή τους λέω να φέρουν δικά τους για να φάνε. Στο ψυγείο υπάρχουν μόνο φρούτα και κουτάκια αναψυκτικών. Τα κουτάκια είναι στοιχισμένα και πάντα η μάρκα κοιτάει μπροστά. Μετακινούμαι μόνο με ποδήλατο και με τα πόδια.
  Επέστρεφα στο σπίτι με το ποδήλατο, είχα μια σακούλα με μπανάνες κρεμασμένη στο τιμόνι.  Λίγο πριν φτάσω στο σπίτι μια κοπέλα περπατούσε προς το μέρος μου. Την στιγμή που διασταυρωθήκαμε με τον αντίχειρά μου χτύπησα την κόρνα του ποδηλάτου, ένα ντριν ντριν  απευθυνόμενο σε αυτήν επιβεβαίωσε ότι είμαι κάγκουρας, και δει ποδηλατοκάγκουρας.  Έφτασα στην είσοδο τις πολυκατοικίας,  με το ένα χέρι κρατούσα το ποδήλατο από το τιμόνι και με το άλλο προσπαθούσα να ανοίξω την πόρτα της εισόδου. Μόλις την άνοιξα την έριξα μια κλοτσιά και την έστειλα  μέχρι τέρμα, πέρασα το ποδήλατο μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω μου. Φόρτωσα το ποδήλατο στον ώμο και  ανέβηκα μέχρι τον τρίτο από τις σκάλες.

Μπήκα στο σπίτι, άφησα το ποδήλατο στο πρώτο δωμάτιο.  Είναι το δωμάτιο όπου αφήνω το ποδήλατο, υπάρχει μόνο ένας ξεκάρφωτος καναπές και τα βιβλία μου. Τα βιβλία έχουν καλύψει τον έναν τοίχο. Προχωράω στον διάδρομο με τις μπανάνες στο χέρι και μπαίνω στην κουζίνα, βγάζω τις μπανάνες από την σακούλα και  τις ξεκολλάω μια μια από το τσαμπί  τους και τις βάζω στοιχισμένες πάνω στο ψυγείο , δεν ξέρω αν είναι πρόστυχο αυτό που θα πω αλλά έμοιαζαν σαν να έκαναν πισωκολλήτο τρενάκι.  Μόλις ολοκληρώνω αυτήν την πολύ σημαντική δουλεία για μένα ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει, είναι μια κοπέλα από το χωρίο μου, πρώην κολλητή,  τι να θέλει πάλι η ηλίθια; Απάντω.
-έλα μωρί
-Κολλητούλη….
-Τι θες μωρί;
-Που είσαι αυτή την στιγμή;
-Σπίτι, γιατί;
-Κάθεσαι;
-Όχι γιατί; Λέγε μωρή, τι θες;
-Έχω κάτι να σου πω και καλύτερα θα ήταν να κάθεσαι
-Μην μου πεις ότι είσαι και εσύ έγκυος!!!!!!!! Της είπα έντονα
-Όχι, γιατί; Είσαι εσύ;
-Μμμμμ χιούμορ….
-Κάθισε καλύτερα να σου πω αυτό θέλω
-Σπίτι είμαι μωρή! Δεν έχω καρέκλες!
-Δεν έχεις καρέκλες; Ααα θα πάρουμε τότε…
-Τι εννοείς;
-Έρχομαι Αθήνα! Διορίστηκα! Θα συγκατοικήσουμε!
-Πλάκα κάνεις….
-Δεν σε κάνω καθόλου πλάκα,  σήμερα με πήρανε τηλέφωνο και αύριο έρχομαι! Θα έρθεις να με πάρεις από τον σταθμό; Ε φανταστικέ κολλητούλη;
-Δεν το πιστεύω… πες μου ότι μου κάνεις πλάκα, σε παρακαλώ πες μου το…
-Όχι δεν σε κάνω πλάκα,  εντάξει δεν χρειάζεται να μείνουμε μαζί, απλά να με φιλοξενήσεις λίγες μέρες μέχρι να βολευτώ. Ε;
-Ας είναι…. Το συζητάμε αύριο… τι ώρα θα ρθεις;
-Στις εννιά το πρωί θα είμαι Αθήνα
-Μες στα άγρια χαράματα;
-Ναι, μην ανησυχείς θα περάσουμε τέλεια οι δύο μας!
-Αυτός ο ενθουσιασμός με ανησυχεί πάρα πολύ… μπορείς να χαλαρώσεις λίγο;
-Τι να χαλαρώσω; Εγω πετάω τώρα! Σ αφήνω όμως, πρέπει να ετοιμάσω τα πράγματα μου
-Έχεις πολλά;
-Τα απαραίτητα…
-Πολλά δηλαδή
-Έλα φιλάκια, τα λέμε αύριο
-Γεια….
Κατέβασα αργά το τηλέφωνο και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω αυτό που μόλις έγινε. Ποιος εγώ, ο τέρμα εργένης , να φιλοξενήσω γυναίκα για μερικές μέρες… μου φαινόταν αδιανόητο, αλλά τι να έκανα; Είχα και μια κάποια σχετική υποχρέωση να το κάνω.

Την επόμενη μέρα

Μπαίνω στο σπίτι, έχω δύο τεράστιες βαλίτσες στο χέρια, κουρασμένος και σχεδόν ιδρωμένος. Μετά από μένα μπαίνει η ‘’φιλοξενούμενη’’, αεράτη και μόνο με ένα τσαντάκι στον ώμο.
-Αστες  εκεί… μου είπε λες και είχε την απόλυτη εξουσία
-Άρχισες τις διαταγές ακόμα δεν ήρθες;
Κούνησε το χέρι της με ένα τρόπο που δήλωνε αδιαφορία ή αποστροφή και προχώρησε να δει το υπόλοιπο σπίτι.
-Που είναι η τηλεόραση;
-Δεν έχω, αφού το ξέρεις…
-Πλάκα μου κάνεις; Και πως θα ζήσω εγώ χωρίς τηλεόραση;
-Δεν θα πάθεις τίποτα για λίγες μέρες
-Καλά, θα μιλάω με σένα
-oh my god….
-Βρες τηλεόραση…
-Βρες σπίτι, ΤΩΡΑ! Δεν σε αντέχω άλλο!
Βάζει το χέρι της στον ώμο μου και μου λέει.
-Ηρακλή, σχέση μας περνάει κρίση….
-Δεν έχουμε σχέση! Το πολύ για μια βραδιά και μετά το μπούλο!
Μπήκε στην κουζίνα, άνοιγε τα ντουλάπια, το ψυγείο ,τα συρτάρια, τα πάντα…
-Μα καλά εσύ δεν έχεις τίποτα!
-Πρόβλημα μου…
-Πως θα τρώμε;
-Ο καθένας σπίτι του…
-Καλά θα το δούμε αυτό
-Τι θα δούμε; Τι εννοείς;
-Κοίτα να δεις… δεν θέλω να σου γίνω βάρος…. Αλλά τα ενοίκια είναι πολύ ακριβά και δεν μπορώ να μείνω μόνη μου… και έτσι τι σκέφτηκα;  Είπε και περίμενε να της δώσω εγώ την απάντηση
-Τίποτα δεν σκέφτηκες γιατί δεν έχεις μυαλό
-Έλα χαζούλη… θα μείνω μαζί σου! Θα σου κάνω και παρέα…
-Δεν θέλω παρέα!
-Θες και δεν το ξέρεις, σε τέσσερις μήνες που θα φεύγω θα με παρακαλάς να μείνω, και εγώ θα σου λέω όχι.
-Φύγε από τώρα δεν έχω πρόβλημα
-Λοιπόν, άστα αυτά τώρα,  θα κάνω μια λίστα με τι πράγματα χρειαζόμαστε και αύριο θα πάμε να τα πάρουμε, και εσύ μωρέ δεν έχεις τίποτα… καλά είναι δυνατόν μόνο ένα πιάτο;
-Μην ξεχνάς και ένα μαχαίρι…. Της λέω με ύφος
-Οκ,  δεν μιλάω άλλο, αρκετά σε πίεσα σήμερα.
-Εγώ πάω βόλτα, εσύ ψάχνεις για σπίτι
-Οκ καλή βολτούλα κολλητούλη…
-Δεν μ αρέσουν αυτές οι γλύκες …..
Πήρα το ποδήλατο και έφυγα.


Όταν γύρισα μετά από μερικές ώρες αυτήν είχε πάει ήδη στο σουπερ μάρκετ και πήρε μερικά ‘’ απαραίτητα’’ .  Μπαίνοντας στο σπίτι  δεν την είδα γιατί ήταν στο μπάνιο. Πήγα στην κουζίνα, είχε πάρει της πουτάνας τα πράγματα, μάλλον ατυχής χαρακτηρισμός… της νοικοκυράς τα πράγματα…  Πλέον δεν υπήρχε πουθενά χώρος να ακουμπήσω το οτιδήποτε. ¨ήμουν περίεργος να δω τι είχε βάλει και στο ψυγείο. Άνοιξα την πόρτα,  τα πάντα πράσινα,  όχι από κουτάκια sprite που ήταν πριν, αλλά από λαχανικά και άλλες διαιτητικές παπαρίες, ακόμα και τα γάλατα ήταν πράσινα. Ένα ράφι της πόρτας ήταν γεμάτο με καλλυντικά.  Ένιωθα πολύ άσχημα εκεί μέσα, ένιωθα γυναίκα, ήθελα να βγω στο μπαλκόνι να ρεφτώ να νιώσω λίγο άντρας .  

Περίμενα αρκετή ώρα να βγει αυτήν από το μπάνιο, ήθελα να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα, δεν έχω μάθει να περιμένω ποτέ για αυτόν τον λόγο. Μόλις βγήκε μπήκα αμέσως μέσα, το πρώτο σοκ το έφαγα μ αυτά που είδα στον καθρέπτη,  είχε γεμίσει όλο το ράφι με μπουκάλια, σπρέυ και πάκα με σερβιέτες και  υγρά μαντιλάκια με ήπια αντισηπτική δράση. Σε μια γωνία μόνο υπήρχε ένας αφρός ξυρίσματος και ένα after save, μοναχικά υπολείμματα της εργένικης ζωής μου, τα πάντα υποδείκνυαν ότι δεν μένω πια μόνος και έπρεπε να το πάρω απόφαση.  Όλα αυτά τα έκανα εκπληρώνοντας μια φυσική ανάγκη που οι άντρες την κάνουν όρθιοι, τουλάχιστον αυτό δεν θα μου το αλλάξει σκέφτηκα, αλλά δεν είχα σκεφτεί να σηκώσω το καπάκι της τουαλέτας γιατί μπήκα τρέχοντας μέσα και ένιωθα ότι θα σπάσει η φούσκα μου.  Το συνειδητοποίησα την ώρα που έκανα την δουλειά, δεν μπορούσα να διακόψω.  Ένιωθα τύψεις για αυτό, λίγες, και έτσι όταν τελείωσα πρώτα μαζεύτηκα, κουμπώθηκα  και μετά σήκωσα λίγο το καπάκι και το άφησα να πέσει απλά και μόνο για να κάνει τον θόρυβο  που θα επιβεβαίωνε ότι είχα σηκώσει το καπάκι και τώρα το κατέβαζα σαν gay που σέβεται πρώτα και πάνω από όλα την γυναίκα. Μόλις βγήκα έξω μου είπε αυτήν
-Μη μου πεις ότι κατέβασες και το καπάκι;
-Μη σου γίνει συνήθεια…
-Που τα έμαθες εσύ αυτά;
-Στο στρατό… άσε με τώρα, πάω να ακούσω μουσική  να ηρεμήσω..
-Πριν φύγεις δώσε μου 30 ευρώ
-Γιατί;
-Για αυτά που πήρα από το σουπερ μάρκετ …
-πλάκα κάνεις….
-δεν σου κάνω πλάκα… αφού δεν είχες τίποτα, απορώ πως ζούσες μέχρι τώρα
-Εγώ απορώ αν θα ζήσω από εδώ και πέρα
-Μα γιατί το λες αυτό; Αφού είμαι πολύ διακριτικό άτομο…
-Ναι, καλά…. Τις είπα και γύρισα να φύγω
-Επ, που πας; Τα 30 ευρώ
-Δεν έχω πάνω μου χρήματα, θα στα δώσω αύριο
-Εντάξει, θα δεις θα τα περάσουμε τέλεια οι δύο μας
-Μου το ξανάπες…
-Δεν το πιστεύεις και πολύ ε;
-Δεν το πιστεύω καθόλου

Μπήκα στο δωμάτιο και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, έβαλα στον υπολογιστή να παίζει ένας δίσκος του Ludovico Einaudi, κλασική μουσική, πιάνο, ό,τι καλύτερο για να αδειάσω το μυαλό μου.  Ξαφνικά εκεί που ηρεμώ ακούω μια διαπεραστική τσιρίδα να έρχεται από άλλο δωμάτιο οπού είναι αυτήν,  τσιρίδα συνοδεύτηκε από μουσική,   δυστυχώς δεν ήταν αυτήν που ούρλιαζε αλλά ένα ροκ τραγούδι. Σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιό της. Άνοιξα την πόρτα και την κοιτούσα, δεν χρειάστηκε να πω τίποτα, το βλέμμα μου τα έλεγε όλα.
Αυτήν χόρευε και άδειαζε την βαλίτσα της, μόλις με είδε να την κοιτάω έτσι έμεινε, ήθελε να γελάσει αλλά ευτυχώς για αυτήν δεν το έκανε,  έμεινε να με κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα και κατάλαβε
-Εντάξει θα το χαμηλώσω.. μου είπε
-Θα το κλείσεις !της είπα
-Μην είσαι στριμμένος
-Εσύ με κάνεις στριμμένο, αν θέλεις να τα πάμε καλά θα κάνεις ησυχία
-Εντάξει θα κάνω
Έκλεισα την πόρτα και έφυγα. Για λίγο υπήρχε ησυχία στον χώρο, διάβαζα και άκουγα την μουσική μου.   Μετά άκουσα πάλι ουρλιαχτά και πετάχτηκα από το κρεβάτι. Αυτήν την φορά τα ουρλιαχτά δεν συνοδεύτηκαν από μουσική,  άνοιξα πάλι την πόρτα και πήγαινα προς το μέρος της , δεν ήταν ουρλιαχτά τρόμου, ήταν κάτι χειρότερο και έγω ήξερα τι ήταν…. Άνοιξα την πόρτα της, πάλι, την κοιτούσα με ύφος πάλι…
-Πλάκα μου κάνεις… της είπα
-Έλα ρε αφού ξέρεις ότι πρέπει να κάνω ασκήσεις φωνητικής κάθε μέρα για να διατηρώ την φωνή μου
Εδώ πρέπει να πω ότι αυτήν είναι τραγουδίστρια σε pozzer συγκρότημα
-Να το κάνεις όταν λείπω από το σπίτι
-Μα καλά είναι δυνατόν να σε πειράζει το παραμικρό;
-Καλά παραμικρό το λές αυτό;! ¨έχεις τρομάξει  όλη την πολυκατοικία!
-Μη μου λες εμένα ότι έχω τρομάξει όλη την πολυκατοικία,  εγώ αν θες να ξέρεις είμαι από τα πρώτα ονόματα στο ελληνικό pozzer….
-Φυσικά και είσαι… αφού δεν φοράς τίποτα όταν βγαίνεις στην σκηνή!
-Α εδώ θα μαλώσουμε, τι υπονοείς ότι δεν έχω φτάσει μέχρι εδώ με την αξία μου και  την φωνή μου;
-Μάλωσε μόνη σου… δεν ασχολούμαι άλλο μαζί σου
Πήρα το ποδήλατο και έφυγα, έκανα τις βόλτες μου και όταν γύρισα αυτήν κοιμότανε


Μέρα δεύτερη

Εκεί που κοιμάμαι ήρεμα και ωραία τυλιγμένος στις κουβέρτες μου ακούω πάλι μια απόκοσμη φασαρία, τι στα κομμάτια; Ανοίγω τα μάτια και ήταν αυτήν με την ηλεκτρική σκούπα και σκούπιζε τον διάδρομο.  Σηκώθηκα όπως ήμουν με το μποξεράκι και την τσίμπλα στο μάτι και πήγα στον διάδρομο. Ήδη μέσα σε μία μέρα έχει μάθει το βλέμμα που θέλω να την σκοτώσω.  Την κοιτάω μ αυτό το βλέμμα,  η σκούπα δουλεύει
-Ξύπνησες; Μου λέει
-Με ξύπνησες!
-Ελά μωρέ, αφού ξύπνιος ήσουν άκουσα το τηλέφωνο που χτύπησε…
-Μήνυμα ήταν και δεν απάντησα γιατί ΚΟΙΜΟΜΟΥΝ!
-Α, καλά, συγνώμη… είπε και  πλησίασε τα πόδια μου με την παλιοσκούπα
-Πάρε αυτή την μαλάκια από μπροστά μου!
-Ποπο νεύρα πρωί πρωί ….
-Καλά συνέχισε έτσι και θα δεις αργότερα…
Την έσπρωξα και μπήκα στην τουαλέτα,  το καλαθάκι των αχρήστων είχε σχεδόν γεμίσει και πάνω στον νιπτήρα υπήρχε χαρτόνι από ένα ρόλο χαρτί υγείας, αυτό γιατί  δεν το πέταξε άραγε;  Μετά από λίγο βγήκα από την τουαλέτα μ αυτό το χαρτόνι στο χέρι.
-Πραγματικά έχω μια απορία…. Αυτή την μαλακία γιατί δεν την πετάς στα σκουπίδια;
-Α, αυτό… το χρειάζομαι, κάτσε να σου δείξω…  παρατάει την σκούπα και έρχεται προς το μέρος μου
-Κλείσε την σκούπα πρώτα
-Α, ναι…
Γυρνάει κλείνει την σκούπα και έρχεται αεράτη προς το μέρος μου, τα νεύρα μου δεν την επηρεάζουν καθόλου. Παίρνει το  κωλοχαρτόνι (αφού το κωλόχαρτο είχε τελειώσει, πώς να το πω;) και το κρατάει μπροστά μου σα παιδάκι που θα δείξει την μεγάλη του ανακάλυψη στον δάσκαλο.
-Λοιπόν αυτό το χρησιμοποιώ για να πατάω τα σκουπίδια.
Πιάνει το χαρτόνι από την άκρη και πάτησε τα χαρτια που ήταν πεταμένα μέσα στο καλαθάκι και μ αυτό τον τρόπο μείωσε τον όγκο τους.  Γυρνάει και με κοιτάει χαμογελώντας λες και έκανε κανένα θαύμα
-Έξυπνο; Μου λέει
-Το χαρτόνι; Εξυπνότερο από εσένα.. της είπα και έφυγα αδιάφορα, αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν πρακτικό… 

-Α, (με φωνάζει καθώς έφευγα) το ποδήλατο, απ αυριο δεν θα το έχεις στο δωμάτιο μου
-Γιατί;
-Θα φέρω το κρεβάτι  μου
-Να πας να γαμηθείς!
-Τα ακούς; απ αύριο έξω το ποδήλατο! μου είπε έλεγε και εγώ απλά απομακρυνόμουν

Έτσι και έγινε λοιπόν, άφησα το ποδήλατο έξω από το σπίτι, στην είσοδο της πολυκατοικίας, δεν έμεινε πολύ καιρό εκεί, μου το κλέψανε σε μια βδομάδα.
Όλη την ώρα άκουγα αυτή την  ηλίθια μουσική της , ένα ωραίο πρωί μπήκα πάλι άγριοξυπνημένος στο δωμάτιό της
-ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΑΛΛΟ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ!
-Σκάσε ρε βλάκα,  μου είπε βραχνά και έπιανε το λαιμό της
-Τι έπαθες; Την ρώτησα ανήσυχος
-Μάλλον φαρυγγίτιδα..
-Αλήθεια; Την ρώτησα με ενθουσιασμό
-Αλήθεια… γάμησε τα…
-Δηλαδή τώρα εσύ δεν μπορείς να μιλήσεις;
-Ναι, μου είπε γνέφοντας το κεφάλι
-Yes!  Υπάρχει θεός! Αυτό είναι υπέροχο
-Σκάσε ρε, μου είπε γελώντας
-Θες να σου φέρω κανένα φάρμακο;
-Ναι πήγαινε στο φαρμακείο και φέρε ότι σου δώσει ο φαρμακοποιός
-Φίμωτρο;
-Αι χέσου ρε βλάκα

Μετά από μερικές μέρες

Είμαστε έξω για καφέ
-Πως σου φαίνεται η μέχρι τώρα  συγκατοίκησή μας; με ρώτησε
- Να σου πω… είναι μερικά πράγματα που δεν εκφράζονται με λόγια…. Νομίζω ότι θα έπρεπε να κάνω κάτι σωματικό για απεικονίσω  ακριβώς αυτό νιώθω…
-Να μ αγκαλιάσεις;
-Να ξεράσω… της είπα και πέσαμε και οι δυο στα γέλια.
Γενικά έχουμε και οι δυο αυτοσαρκασμό και αυτό μας επιτρέπει να πειράζουμε ο ένας τον άλλο και το πείραγμα είναι το μόνο που μας συνδέει. Το μόνο κόμπλεξ που έχει αυτήν είναι για την ηλικία της, είναι 30   και είναι κάτι που δεν πρέπει να το αναφέρω ποτέ, ελάχιστες φορές όμως της πετάω κάτι περίεργα και την φρικάρω.
Με το «να ξεράσω» που της είπα άρχισε να γελάει, ανάμεσα στα γέλια μου είπε
-Μαλάκα…
-Βλαμένη! Της είπα και αυτήν τεντώθηκε για αρχίσουμε τα βρισίδια που το κάνουμε σε καθημερινή βάση
-Gay
-Πτανα
-Ηλίθιε!
-Λαϊκιά!
-Στριμμένε
-Λαρισαία!  
-Προκτόμπεη ! όταν μου το είπε αυτό άρχισα να γελάω, είχα και ένα μπισκοτάκι στο στόμα και είπα κάτι περίεργό
-Σα α αραω, κάπως έτσι ακούστηκε
-Αχ, και εγώ σ αγαπάω
Την κοίταξα για μια στιγμή και γέλασα περισσότερο, έχοντας πάντα το μπισκότο στο στόμα.
-Τι γελάς;  Σ αγαπάω δεν είπες; με ρώτησε
Κατάπια το μπισκότο με δυσκολία παίρνοντας μια ανάσα της είπα
-Σαραντάρα είπα
Και γέλασε και αυτήν
Μέσα στα γέλια της είπα
-Και εγώ σ αγαπάω
-Αχ, ναι; και ήρθε να με αγκαλιάσει, την έκοψα όμως και τραβήχτηκα
-Ελα.. αηδίες….  της είπα








Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Σε Σκεφτόμουν.........

Αφιερωμένο



Τι ωραιότερο να ξεκινάς την μέρας σου συναντώντας ένα άτομο που σου χει λείψει πολύ, έτσι έγινε και σήμερα,  συνάντησα την Γεωργία. Δεν ήταν τυχαία συνάντηση, σκοπίμως πήγα εκεί που ήταν και την βρήκα.  Ήθελα βέβαια να της ζητήσω κάτι, αλλά δεν ήξερα πως. Όλη την ώρα αυτό σκεφτόμουν στην διαδρομή. Περπατούσα σκυφτός με τα ακουστικά στα αφτιά και αδιαφορούσα για τις γριές και τα κωλαράκια τριγύρω μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να μου πει αυτή το ναι, ένα ναι που θα ομόρφαινε πολύ την ζωή μου και την καθημερινότητα μου.  Ναι, ποιος εγώ ήθελα  να ομορφύνω την ζωή μου. Ήθελα, ας πούμε να βάλω λίγο χρώμα στην ζωή μου.  Ήθελα λοιπόν αυτή που χρωματίζει τα όνειρά μου να  βάλει   χρώμα και στη ζωή μου.

Την είδα λοιπόν και όπως κάθε φόρα που την έβλεπα έμεινα με ανοιχτό το στόμα, χασμουριόμουν, θυμήθηκα τα όνειρα για αυτό….
-Που είσαι χαμένος εσύ βρωμερό σκουλήκι; Με ρώτησε
-Που να μαι… Εδώ τριγύρω όπως πάντα….
-Που  χάθηκες , γιατί δεν γράφεις;
-Γράφω, απλά δεν τα δημοσιεύω, το να μην γράφω ισοδυναμεί με το να μην σε σκέφτομαι, είναι δυνατόν να μην σκέφτομαι εγώ εσένα;
-Αλλά μου δείχνεις το τελευταίο καιρό….
-Έλα ρε συ αφού ξέρεις ότι μετακομίζω, έχω πολλά να κάνω…
-Ναι; Τρείς μήνες μετακομίζεις; Με στρίμωξε, έπρεπε να φέρω την συζήτηση σε θετικό κλίμα, της έπιασα το χέρι και της είπα με πονεμένο βλέμμα
-Γεωργία…. Σε σκεφτομούν…. Αλήθεια….
-Α, ναι;  Και πως με σκεφτόσουν;
-Δεν ξέρω πώς να στο πω… Θα μου ήταν ποιο εύκολο να σου έλεγα ότι σε ονειρεύτηκα χτες το βράδυ, και πολλά βράδια από τότε που μου έχει μπει αυτή η ιδέα στο μυαλό
-Πως με ονειρεύτηκες ;γυμνή;
-Αυτό θα ήταν πολύ πεζό αν στο έλεγα… Κάτι άλλο είδα…. Μάλλον συμβολικό…
-Τι είδες πές το μου πια και με έχεις τρελάνει
-Είδα ότι έβαφες κάγκελα.  Της είπα και έσκυψα το κεφάλι
-Τι εννοείς έβαφα κάγκελα;
-Να εννοώ ότι ήσουν σπίτι μου και έβαφες τα κάγκελα με το πινέλο…
-Δηλαδή καθόλου γυμνό;
-Λίγο, έτσι όπως ήσουν καθισμένη φαινόταν το βρακάκι σου, πρασινογαλάζιο, όπως σήμερα
-Δεν σε καταλαβαίνω, πάλι περίεργός είσαι,  τι εννοείς πες μου, τι συμβολισμός; Πια κάγκελα; Τι εννοείς;
-Να, κούκλα μου, ο συμβολισμός είναι σαφέστατος. Πήγα σε ένα καινούριο σπίτι, σωστά; Άρα αλλαγή στην ζωή μου. Αυτό το σπίτι βρίσκεται στο δεύτερο όροφό, το μόνο που με προστατεύει απ το να πέσω στο κενό είναι τα κάγκελά  του μπαλκονιού, αλλά είναι άσχημα, είναι σκουριασμένα, θέλουν βάψιμο. Δεν τυχαίο που είδα εσένα στον ύπνο να βάφεις και να ομορφαίνεις αυτό που θα με εμποδίζει να πέσω στο κενό. Σε πιο βαθειά ανάλυση στο υποσυνείδητο μου είσαι αυτή που δεν θα με αφήσει να πέσω στο κενό. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα…  Ήσουν στο όνειρό μου και έβαζες χρώμα, θέλω αυτό να γίνει και στην ζωή, σε παρακαλώ,  σε έχω ανάγκη….
-Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, μου ζητάς να έρθω να σου βάψω τα κάγκελα;
-Όχι μην το βλέπεις έτσι, κούκλα μου, σου ζητάω να κάνει ς πράξη το όνειρό μου
-Δηλαδή να σου βάψω τα κάγκελα;
-Όχι καρδία μου, σου ζητάω να βάλεις λίγο χρώμα στην ζωή μου και στο σπίτι μου, να ξυπνάω το πρωί και να βλέπω τα κάγκελα  και να θυμάμαι εσένα (κάπου έδω θυμήθηκα την φράση ‘’ της πουτάνας το κάγκελο’’ και  με δυσκολία έκρυψα το γέλιο μου) εσένα που με τόσο κόπο ήρθες και ομόρφυνες το μπαλκόνι μου.  
-Όσο ποιητικά και αν το πεις πάλι το γεγονός είναι ότι θες να σου βάψω τα κάγκελα. Μου είπε και έβαλε τα όμορφα χέρια της στη λεπτή της μέση.  Με κοιτούσε θυμωμένα,  σαν  πεινασμένη γάτα.
-Γεωργία,  με παρεξήγησες….  Εγώ ήρθα να σε δω και να σου πω αυτό που είδα στον ύπνο μου.  Συγνώμη λάθος μου…
-Όχι! Ήρθες εδώ μετά από τόσο καιρό για να μου πεις να σου βάψω τα ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΚΑΓΚΕΛΑ!  Τσίριξε και έφυγε νευριασμένη



Στις τελευταίες δυο λέξεις ανέβασε τον τόνο της φωνής της τόσο πολύ που είμαι σίγουρός ότι σκουριά από τα κάγκελα στο σπίτι ξεκόλλησε και έπεσε στο μπαλκόνι. Έπρεπε να βρω κάποιον να έρθει να τα καθαρίσει. Αλλά εκτός από την σκουριά  έπεσαν και οι κουρτίνες της συγκράτησης στο μυαλό μου. Ναι την ήθελα, δεν το αρνούμαι. Δεν μπορούσα να την χάσω, έτρεξα και την πρόλαβα, την άρπαξα από το μπράτσο και την έστριψα με δύναμη προς το μέρος μου, πήγα να την αγκαλιάσω αλλά αυτή με χτυπούσε και με απωθούσε. Της έπιασα τα χέρια και τα ακινητοποίησα πάνω στο στήθος της. Τι απαλά που ήταν…(χέρια της, έτσι;) θα μπορούσα να κοιτάω για πάντα. Μα είναι δυνατόν να μένουν αυτά τα υπέροχα χέρια ανεκμετάλλευτα;  Τι θαύματα θα μπορούσαν να κάνουν με ‘’ πάαανω, κάααατω, πάνω, κάτω….’’   Αλλά δεν μπορούσα να της το πω τώρα, την κρατούσα εκεί σφιχτά  και σκεφτόμουν αυτά τα χεράκια να κρατάνε αυτό το σκληρό  πράγμα με τις τρίχες στην άκρη και να κάνουν πάνω κάτω, πάνω κάτω.  Την κοίταξα στα μάτια και της είπα
-Σε σκεφτόμουν, αλήθεια, απλά είμαι βλάκας που σου είπα για τα κάγκελα…. προσπάθησα να σε προσεγγίσω…. Πώς να το πω;…. ας πούμε…. πιο ήπια…..
-Αλήθεια…. Δεν  ήρθες να μου πεις να σου βάψω τα κάγκελά; Με ρώτησε γλύκα
-Όχι, ήρθα να σου πω ότι σε σκεφτόμουν και αλλιώς….  
-Πως αλλιώς;  (Τι γλυκιά που είχε γίνει… ακούμπησε και το κεφαλάκι της στο στήθος μου..)
-Σε φαντάστηκα να περνάς κουρτίνες. …..    Της είπα με επιδοκιμαστικό τόνο, αλλά αυτή ,αντί να ευχαριστηθεί ,  με έσπρωξε με βία
-Αι χάσου ρε κάφρε! Μου είπε και έφυγε κουνώντας θυμωμένα τον κώλο της

Ε, αυτήν δεν μας έκατσε, αλλά τουλάχιστον έκανε θεαματική έξοδο.

Χωρίς να καθυστερήσω έβγαλα το κινητό μου και πήρα τηλέφωνο τον Γιώργο, ευτυχώς το σήκωσε αμέσως
-Που σαι ρε φιλαράκι; Μου είπε μόλις το σήκωσε
-Που να μαι ρε φίλε, δουλείες, τρέχω…
-Εσύ δουλείες; Εσύ τρέχεις; Ρε, μας δουλεύεις εις διπλούν;
-Όχι ρε φίλε, σε σκεφτόμουνα, ρε σύ , καιρό δεν έχεις να κάνεις κάτι με την ζωγραφική; ¨Έχω μια ιδέα και χρειάζομαι ένα πραγματικό καλλιτέχνη
-Εδώ είμαστε, για πες.
-Θέλω ένα πολύ ιδιαίτερο χρώμα για ένα σημείου του σπιτιού. Θέλω το καλλιτεχνικό σου σφρίγος να διαπρέψει στο μπαλκόνι μου.
-Τι θες ακριβώς;
-Να βρεις ένα χρώμα και κόψεις σε καλλιτεχνικές λωρίδες το άπειρό της ασχήμιας που βρίσκεται πέρα από το μπαλκόνι μου
-Θες να σου βάψω τα κάγκελα ρε μαλάκα;
-Όχι ρε, τι λες θέλω-

Μου το έκλεισε. Φτου  γάμωτο,  πάλι μόνος μου θα την κάνω την δουλειά.
Πάνω κάτω , πάνω κάτω με το κολοπινέλο…. Μαλακία δουλειά ρε φίλε

Σκέφτηκα πάλι τα υπέροχα χεράκια της Γεωργίας σε αυτό το ατέρμονο πάνω κάτω πάνω κάτω 
Και σπλατς οι σταγόνες κάτω






Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Μη μου το λες 2 (Άμστερνταμ και Πυραμίδες)


Περπατούσαμε μέσα στον Εθνικό Κήπο, δίπλα από το Σύνταγμα, τα πουλιά τιτίβιζαν χαρούμενα ασταμάτητα και αυτή μιλούσε χαρούμενα ασταμάτητα.
-Τι ωραία που είναι εδώ, δεν έχω ξαναέρθει, το μόνο μέρος με τόσα πολλά δέντρα που έχω πάει ήταν σε ένα νεκροταφείο πριν από δύο χρόνια,  είχε πολλούς τάφους εκεί, μερικοί μου άρεσαν, μερικοί άλλοι όχι, ήταν κάπως παρατημένοι,  ήταν πολύ στριμωχτά αυτοί οι τάφοι, μα γιατί δεν τους κάνουν πολυώροφους, ή μάλλον  με πολλά υπόγεια, δεν θα είναι καλυτέρα έτσι; Θα κερδίζαμε χώρο. Νομίζω ότι στο μέλλον έτσι θα μας θάβουν, φαντάζεσαι να ήμασταν στο ίδιο μνήμα, εσύ από κάτω και εγώ από πάνω;
-Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ έτσι, προτιμώ να το σκέφτομαι αλλιώς το ‘’εσύ από κάτω εγώ από πάνω’’
-Πως αλλιώς;
-Άστο θα σου εξηγήσω άλλη φορά
-Καλά, θα μου πεις όμως, εγώ δεν ξεχνάω, ένας θείος μου ξέχασε μια φορά να πάρει ένα χάπι για την πίεση και πέθανε, από τότε δεν ξεχνάω πότε τίποτα, δεν είναι καλό να ξεχνάς,  μου έγινε μάθημα ζωής. Για πές μου όμως γιατί έχει τόσα πολλά δέντρα εδώ; Σε κανένα άλλο σημείο της πόλης δεν έχει τόσα πολλά, τι θα γίνει αν πιάσει φωτιά, θα καούν και τα λουλούδια, κρίμα τα καημένα, θα καούνε και τα πουλιά, θα καούνε και οι φύλακες, μα γιατί έχουν τόσα πολλά δέντρα εδώ;  Α κοίτα ένα σκυλάκι! Πως είναι έτσι το καημένο, σα λουκάνικο μοιάζει, τι ράτσα είναι;
-Α, αυτό είναι Dach Hound, 
-Αλήθεια; Γιατί είναι έτσι, σαν να βγήκε από σωλήνα είναι
-Δεν ξέρεις; Μα τι θα γίνει με σένα, όλα πρέπει να στα εξηγώ;

Έκοψε  ένα λουλούδι που βρέθηκε δίπλα της στο δρόμο μας και το έστριβε στο χέρι της καθώς περπατούσε, ήταν από τις ελάχιστες φόρες που την είδα μα μην  μιλάει ενώ είχε το χρόνο και τη σειρά της να μιλήσει, σαν να στεναχωρήθηκε που της έκανα επίπληξη, αυτή κοιτούσε το λουλούδι  και εγώ σκεφτόμουν τι θα της πω για το μακρόστενο σκυλάκι,  η απάντηση ήρθε έκατσε  στο μυαλό μου σαν μέλισσα.

-Συγγνώμη που σου μίλησα έτσι, λοιπόν άκου, αυτά τα σκυλιά προέρχονται από την Ολλανδία και συγκεκριμένα από το Άμστερνταμ, εκεί τα σπίτια είναι πολύ μικρά, σχεδόν δύο επί τρία, υπάρχει μεγάλο πρόβλημα χώρου, όπως με τα νεκροταφεία που ανέφερες πριν, έτσι λοιπόν όποιος έπαιρνε ένα σκυλάκι στο σπίτι από μικρό το έβαζε κάτω από την ντουλάπα,  ξέρεις αυτές τις παλιές τις ντουλάπες που είχανε και πόδια από κάτω. Έτσι, εκεί κάτω από τις ντουλάπες μεγαλώνανε αυτά τα σκυλιά, και ότι δεν μπορούσαν να δώσουν σε ύψος το έδιναν σε μήκος,  δηλαδή δεν μπορούσαν να ψηλώσουν τα πόδια τους και αυτό κόκαλο που προορίζονταν για εκεί πήγαινε στην σπονδυλική στήλη και μακραίνανε. Σιγά σιγά με τα χρόνια πέρασε και στο DNA  τους και έτσι γεννιούνται όλα έτσι.
-Έλα ρε, αλήθεια; Μου είπε ενθουσιασμένη
-Φυσικά.

Μου έδωσε εντελώς εντελώς φυσικά το λουλούδι που έστριβε στο χέρι της και εγώ ο πήρα το ίδιο φυσικά, και φυσικά αυτή άρχισε πάλι να μιλάει.

-Εγώ πάντως δε θα έβαζα ποτέ σκυλί κάτω από την ντουλάπα, ούτε και κάτω από το κρεβάτι θα το έβαζα, τίποτα δεν θα έβαζα κάτω από το κρεβάτι, όταν ήμουν μικρή είχα δει μια ταινία που κάποιοι άνθρωποι μεταμορφωνόταν σε τίγρεις,  σε μια σκηνή μια κοπέλα που μόλις είχε ξυπνήσει κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι και βγήκε ένα πόδι ή χέρι δεν ξέρω πως το λένε , τιγρόχερο ας το πούμε, και της έμπηξε τα νύχια βαθειά μέσα στη γάμπα και της ξεκόλλησε κομμάτια κρέας , μετά από αυτό όταν ξυπνούσα δεν κατέβαζα ποτέ τα πόδια διπλά από το κρεβάτι στο πάτωμα, πάντα ανέβαινα στο κρεβάτι και από εκεί πηδούσα όσο πιο μακριά μπορούσα, μια φόρα είχα στραμπουλίξει το πόδι μου έτσι και δεν πήγα στο  σχολείο για μερικές μέρες, ντρεπόμουν να πω στους καθηγητές τι έπαθα και έτσι---
-Καθηγητές; Μα καλά πόσο χρονών ήσουν όταν το έπαθες;
-Δεκαεφτά , το ξέρω ακούγεται περίεργο, αλλά τότε ακόμα πίστευα τα πάντα, μην κοιτάς τώρα που πιστεύω μόνο με επιχειρήματα , τότε πίστευα τα πάντα χωρίς σκέψη, να φανταστείς πίστευα  ότι το χιόνι το στέλνει ο Ψαλιδοχέρης όπως στην ταινία, νομίζω ότι ήταν καλύτερα τότε που πίστευα ακόμα στα παραμύθια, μου άρεσαν τα παραμύθια, πάντα κάποιος πέθαινε, και το χιόνι μου αρέσει, έχει πλάκα.
-Μα δεν πεθαίνει κανείς με το χιόνι
- Το ξέρω, μου είπε και στηρίχτηκε με το ένα χέρι στον ώμο μου φτιάχνοντας με το άλλο το παπούτσι της που της είχε βγει, Το ξέρω, αλλά μου αρέσει, και πιο πολύ μου αρέσει όταν βλέπω αυτούς που κάθονται σε κάτι ξύλα και αφήνονται στις πλάγιες να  κυλήσουν μέχρι κάτω, πλάκα δεν έχει; Αλήθεια εκεί που δεν έχει χιόνι πως το κάνουν αυτό;

-Τώρα πάνε σε μέρη που έχει χιόνι, παλιά έφτιαχναν πυραμίδες. Τι με κοιτάς έτσι; Δεν το ήξερες ούτε αυτό; Γι αυτό έφτιαχναν οι Αιγύπτιοι πυραμίδες, για να ανεβαίνουν ψηλά οι φαραώ και να κάνουν σκι. Δεν το πρόσεξες ότι το μέικ απ τους είχε κάπως αεροδυναμικό σχήμα;
-Αχ, τι μαθαίνει κανείς μαζί σου…. Α, κοίτα εκεί έχει πάπιες! Πάμε να δούμε τις πάπιες; Πλάκα δεν έχει έτσι όπως περπατάνε; Γιατί περπατάνε έτσι; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος;
-Φυσικά, λοιπόν άκου, οι πάπιες……






Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Ναυάγια


Κάτι που είχα γράψει πιο παλιά με ελάχιστες διορθώσεις και με την βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να ξαναγράψω έτσι. Προειδοποίηση: Δεν διαβάζεται......


Μπάτμαν και μαλακίες, στο σκοτάδι όλα ίδια είναι στο σκοτάδι του σύμπαντος και του γαλαξία που ανοίγει σαν λουλούδι, χρυσαφί τριαντάφυλλο που σ αγγίζει απο το στέρνο ανάμεσα στα στήθη και πιο χαμηλά στο αφαλό και πιο χαμηλά, ανατριχίλα στο όνειρο που θα γίνει πραγματικότητα το βράδυ που θα ανοίξεις το σεντούκι με τα μυστικά το κουτί της πανδώρας που έχει μέσα μόνο την ελπίδα και το φεγγάρι που γυρίζει γύρω από τον πλανήτη να σε βρει και να σου πει ότι μου λείπεις και με λυπείς στη Κωνσταντινούπολη σε αναζητά και βουλιάζει το καράβι και πιάνει πατο δίπλα σ αυτό του Κάπταιν Κουκ με τους θησαυρούς του που δεν τους έδωσε πουθενά και πήγανε χαμένοι και γίναν σκόνη της ερήμου σκόνη τα γράμματα και στάχτες του τσιγάρου καπνός η αστρική σκόνη περιβάλει το μυαλό μου που ζεις και κλαις που ο πλανήτης σου είναι μεγάλος και δεν μπορείς να τον γνωρίσεις και καταστρέφεται και χάνεται και γίνεται σύννεφο χρυσό όπως αυτό που έγινε ο Δίας και γνώρισε την Δάφνη και την έκανε σταθμό στο μετρό και στριμωχτήκαμε στο βαγόνι και ένιωσα το σώμα σου στο δικό μου να σπαρταρά και έμεινες ιδρωμένη να με κοιτάς στα μάτια και έμοιαζες σαν να πέρασες μέσα απο σύννεφο, ποιος είναι αυτός ο βλάκας που σ άφησε να πέσεις απ τα ουράνια; έγινες βροχή, έγινες χιόνι, έγινες χαλάζι,έπεσες πάνω στα λουλούδια που ανθίζουν και τραγουδάνε πένθιμα τραγούδια, διώχνουν τις μέλισσες και τραβάνε τα κουνούπια μαστουρωμένα από το αίμα των τρελών που το έσκασαν από το τρελάδικο της αναμονής και της υπομονής , γέμισε ο κόσμος τρελούς και μεθυσμένους, οι μόνοι έμειναν πιο μόνοι και διάλεξαν την τρέλα, διογκώθηκε ο κόσμος σε μια κουκκίδα άμμου. Και ας ζήσω λιγότερη ζωη τι σημασία έχει αφού αντέχει, στο κάθε λεπτό της κάθε ώρας της κάθε μέρας που δεν σ έχω αλλά αντέχω να σπάω σε κομμάτια και να πέφτω κάτω να σε περιμένω κάτω από τα σύννεφα μήπως ξαναπέσεις και η βροχή τραγουδά και Δίας γελάει που δεν έχω τις δυνάμεις του να σε ξεγελάσω μου ρχετε να γελάσω, να κλείσω τα μάτια και να σε τραβήξω απο το μυαλό μου να σε φέρω μπροστά μου να σου πω σκάσε, κάτσε, κλάψε, γέλα, γέλα μαζι μου , γέλα να μεγαλώσω σαν την οδό Κηφισίας που γίνεται ταξί και το ταξί γίνεται ταξίδι μες στο ξίδι στις φακές που σκάσαν οι φακές πήρε το κάθε μαιμούνι απο μια φακή και βρουρ τον ανήφορο.



Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Μη μου το λες 1 (Νάνοι)


Μιλούσε και μιλούσε, γλώσσα δεν έβαλε μέσα.  Βασικά δεν με ένοιαζε και πολύ που δεν προλάβαινα να μιλήσω, είμαι χαλαρός τύπος,  την άκουγα και προσπαθούσα να ακολουθήσω τον ειρμό του λόγου της, δύσκολο πράγμα όταν είσαι χαλαρός. Είχαμε πάει σε ένα καφέ στην Πανόρμου  και είχαμε αράξει σε ένα καναπέ. Εγώ παρήγγειλα καφέ ενώ αυτή πήρε μια μπύρα, για να χαλαρώσει είπε.
-Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, να ερχόμαστε πιο συχνά, εσύ έρχεσαι συχνά εδώ; Πως το έμαθες αυτό το μέρος; Ασε μη μου πεις, καμία κοπέλα θα σου το έμαθε. Μέσα έπεσα; Τι ζώδιο ήταν; Βάζω στοίχημα ότι θα ήταν ταύρος. Σου ταιριάζουν οι Ταύροι, πιστεύεις στα ζώδια; Εγώ πιστεύω, θα ήθελα όμως να ήμουν Τοξότης, δεν μ αρέσει που είμαι Σκορπίνα, νομίζω ότι είναι το πιο παρεξηγημένο ζώδιο, είχα μια φίλη Σκορπίνα, αυτοκτόνησε πριν από δύο χρόνια, δεν πήγα στην κηδεία της και το έχω τύψεις. Εσένα σου αρέσει να πηγαίνεις σε κηδείες;
-Δεν το σκέφτομαι ποτέ, όταν πρέπει πάω
-Καλά κάνεις, έτσι είναι το σωστό, αλλά εγώ που μυαλό,  νομίζω ότι το έχω χάσει κάπου, δεν σκέφτομαι πολύ, απλά μιλάω, όταν σκέφτομαι κουράζομαι
-Και όταν μιλάς κουράζεις τους άλλους
-Τι υπονοείς; Ότι σε κουράζω, αχ συγγνώμη, δεν το ήθελα, το ξέρω ότι μιλάω πολύ, μιλάω συνεχεία και 
-Χαλάρωσε, πλάκα έκανα
-Αχ πάλι καλά,  όταν ήμουν μικρή μιλούσα συνέχεια στο τραπέζι και δεν έτρωγα,  οι άλλοι δεν με ακούγανε απλά τρώγανε και εγώ μιλούσα μέχρι να τους τραβήξω την προσοχή, αυτό ποτέ δεν συνέβαινε, έμενα πάντα να τρώω μόνη στο τέλος,  ένιωθα άσχημα, δεν ήθελα να μιλάω μόνη, ήθελα πάντα κάποιον να με ακούει, κανείς δεν θέλει να ακούει κάποιον που μιλάει πολύ, η γιαγιά μου δεν μιλούσε πολύ, πέθανε μετά από τον παππού μου, ούτε και αυτός μιλούσε πολύ, μονό στον σκύλο έπιανε κουβέντα, τον άκουγε ο σκύλος, έμενα δεν με άκουγε,  γιατί να μην με ακούει ούτε ο σκύλος; Λυπήθηκα όμως όταν πέθανε
-Ο παππούς;
-Όχι, ο σκύλος, τον πάτησε ο θείος ο Γιώργος με το τρακτέρ,  λυπήθηκε και αυτός είπε αλλά τι να το κάνεις, ο σκύλος είχε γίνει ένα με την άσφαλτο, τον μαζέψανε με το φτυάρι, είχαμε πολλά εργαλεία στο σπίτι, ο παππούς όμως δεν λυπήθηκε πολύ για τον σκύλο,  νομίζω και εμένα να πατούσε το τρακτέρ πάλι δεν θα λυπόταν, κανένας δεν με λυπάται εμένα, όλοι αδιαφορούν, γιατί κανείς δεν με λυπάται.
- Μην το λες αυτό,  υπάρχουν άτομα που σε λυπούνται
-Δεν το ξέρω όμως αυτό, δεν θα έπρεπε να το ξέρω;
-Είναι η αλήθεια και πρέπει να την δεχτείς έτσι όπως είναι.
-Δεν μ αρέσει να δέχομαι την αλήθεια όπως μου την λένε, θέλω να το ψάχνω, θέλω αποδείξεις.
-Οκ, να σου πω μερικά πράγματα που τα έχεις δεχτεί έτσι όπως είναι, απλά και μόνο επειδή σου τα είπανε, Πόσα δόντια έχεις;
-Δεν ξέρω, πόσα;
-Δεν ξέρεις;  Όλοι ξέρουμε ότι ό άνθρωπός έχει 32 δόντια, τα έχει μετρήσει ποτέ κανείς; Όχι, όλοι ξέρουμε ότι στα πόδια έχουμε 10 δάχτυλα, τά έχει μετρήσει ποτέ κανείς; Όχι, το έχουμε δεχτεί δογματικά, εγώ ξέρεις ότι πάντα μετράω τα δάχτυλα των ποδιών μου, κάθε μέρα για να  το επιβεβαιώνω
-Αλήθεια;!!!!!!
-Όχι
-Αχ, έλα ρε μη με δουλεύεις, εγώ τα πιστεύω όλα εύκολα,  αφού να φανταστείς  κάποτε μου είχε πει κάποιος ότι οι καπετάνιοι αφήνουν μούσια προς τιμήν του Νώε και εγώ τον πίστεψα, το είπα μια μέρα στην τάξη με πολύ σιγουριά και ο καθηγητής με κορόιδευε, έχει πεθάνει τώρα αυτός ο καθηγητής,  του βάλαν λάθος αίμα στο νοσοκομείο και έσκασε , αλήθεια εσύ τι ομάδα αίματος έχεις;
-Δεν ξέρω, οι γιατροί δεν μπορούν να το βρουν, είναι από τα ανεξήγητα
-Αλήθεια; Σώπα, είσαι ένα θαύμα της φύσης, Μπράβο, πολύ χαίρομαι, το βρουν κάποια μέρα θα μου το πεις;
-Θα σου το πω

Μου έδωσε νευρικά ένα φιστίκι  που δεν μπορούσε να το ανοίξει

-Είσαι παράξενο παιδί, και εγώ παράξενη είμαι, να    φανταστείς στα 18 μου είχα διαβάσει το Άρωμα και μετά γυρνούσα στους δρόμους και μύριζα τους ανθρώπους, τους ακλουθούσα από πίσω και έχωνα την μύτη μου κοντά στα μαλλιά τους και τους μύριζα, μ άρεσε τόσο πολύ αυτό που όταν πήγαινα στο σπίτι μύριζα και τα ρούχα των δικών μου, η μαμά μου δεν είχε ωραία ρούχα, δεν ήταν ποτέ μέσα στη μόδα, ούτε και εγώ είμαι στη μόδα,  αλήθεια οι νάνοι πως βρίσκουν μοδάτα ρούχα; Ξέρεις τι μου είπε ένα παιδί κάποτε; Μου είπε ότι υπάρχει ένα χωριό στη Ρωσία όπου ζούνε μόνο νάνοι, ένα χωριό νάνων, και αυτοί οι νάνοι κοιμούνται στη σειρά, δηλαδή ο ένας βάζει τα πόδια του στο κεφάλι του αλλουνού όταν κοιμούνται. Επίσης μου είπε ότι αυτοί οι νάνοι έχουν μεγάλα και μακρόστενα σπίτια γιατί στις γιορτές μαζεύονται όλα τα σόγια και κοιμούνται στη σειρά, πόδια κεφάλι, έχουν ανταγωνισμό τα σόγια για το ποιος θα κάνει την μεγαλύτερη γραμμή, μια φόρα σε ένα σόι είχαν μαζευτεί εκατό ογδόντα άτομα και έκαναν μια γραμμή εκατόν πενήντα μέτρων, ίσα ίσα που τους χώρεσε το σπίτι. Το είχα πιστέψει τότε και έψαχνα στο ιντερνέτ να βρω κάτι άλλα δεν βρήκα τίποτα, μόνο κάτι φωτογραφίες με νεκρούς νάνους, τα  φέρετρά τους έμοιαζαν με κουτιά βιολιού, πλάκα είχε, αλλά γιατί να με κορόιδεψε αυτό το παιδί;
-Δεν σε κορόιδεψε, αλήθεια σου είπε,  υπάρχει και  ο παπάς νάνος εκεί,  είναι πολύ γνωστός , έχει γράψει πολλά βιβλία για παιδιά,  έχουν γίνει γνωστά σαν Νανουρίσματα .
-Πλάκα κάνεις!!!!!!!!!!!!!!!
-Όχι καθόλου, και μάλιστα σ αυτό το χωρίο υπάρχουν και νάνοι σκύλοι, νάνοι άλογα,  αυτό που δεν σου είπε όμως ο φίλος σου ήταν και το πιο σημαντικό, αυτοί οι νάνοι έχουν όλοι μακριά γένια που φτάνουν μέχρι το πάτωμα, έτσι αναγκάζονται να περπατάνε πάντα προς τα πίσω για να μην τα πατήσουν.
-Και γιατί δεν τα κόβουν;
-Τα αφήνουν προς τιμή του Νώε….
-Γιατί;
-Γιατί και ο Νώε νάνος ήτανε, δεν το ήξερες;  Τι με κοιτάς έτσι; Αν εσύ ήσουν ο θεός και ήθελες να κλείσεις μια οικογένεια σε ένα πλοίο για 40 μέρες και νύχτες τι θα διάλεγες; Μια οικογένεια γιγαντόσωμων που θα έτρωγαν πολύ ή μια οικογένεια νάνων που θα έτρωγαν λίγο;
-Μια οικογένεια νάνων….
-Είδες λοιπόν, ο θεός διάλεξε την οικογένεια του Νώε που ήταν νάνοι και όταν τελείωσε αυτή η καταιγίδα αυτή η οικογένεια έμεινε σε εκείνο το μέρος στη Ρωσία και πολλαπλασιάστηκαν. Έτσι έγινε αυτό το χωριό των νάνων,  και διάλεξαν να μείνουν μακριά από τα περίεργά μάτια του κόσμου, γιαυτό δεν βρήκες τίποτα στο ιντερνέτ.
-Αλήθεια;
-Εμ τι; Ψέματα;



Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Λυμένα Κορδόνια


-Φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι…
-…..
-Γιατί δεν φεύγεις Στέλλα;  Κρατάω μαχαίρι σου λέω…
-Δεν παίρνει μπρος η Βέσπα.
-Τράβα λίγο το τσοκ και θα πάρει
-Που είναι το τσοκ;
-Κάτω από τη σέλα  
-Αυτό;
-Ναι αυτό, τράβα το
Το τράβηξε, πάτησε την μανιβέλα και έφυγε αφήνοντας πίσω ένα άσπρο σύννεφο καπνού  σαν δακρυγόνο στο Σύνταγμα, μου ήρθε να κλάψω αλλά κρατήθηκα .  Έφυγε η Στέλλα και έμεινα εκεί με το μαχαίρι στο χέρι.  Βαρεμάρα  μέρα μεσημέρι . Πέταξα το μαχαίρι σε ένα κάδο σκουπιδιών και κατέβηκα στο μετρό για πάω οπουδήποτε και να μην κάνω τίποτα.

Μόλις έφτασα στην πλατφόρμα που περιμένουμε τον συρμό ,το βλέμμα μου και την σκέψη μου  τράβηξε, τι άλλο; , μια όμορφη κοπέλα που περίμενε και αυτή το μετρό. Απίστευτη ομορφιά,  τέλειο σώμα, κατσαρά μαλλιά, κόκκινο τιραντέ μπλουζάκι, τζιν παντελόνι και παπούτσι μπαλαρίνας. Δίπλα της ήταν ένας χοντρός, δεν υπάρχει λόγος να τον περιγράψω.   Συνέχισα να περπατάω, όταν βρέθηκα δίπλα της ανταλλάξαμε μια πολύ σύντομη ματιά αποδοχής, ωραία σ αυτό το βαγόνι θα μπω, μ αυτήν.  Απ τα πρώτα πράγματα που φροντίζω  όταν κατεβαίνω στο μετρό είναι να μπαίνω σε βαγόνι με μια όμορφη κοπέλα, απλά και μόνο επειδή το θεωρώ καλή τύχη, που και που πιάνω και καμιά σύντομη κουβεντούλα. Έπρεπε να συνεχίσω το περπάτημα, δεν κάνει να σταματάω εκεί και να περιμένω το μετρό, πάντα συνεχίζω το περπάτημα κοιτώντας πόση ώρα θέλει να φτάσει ο συρμός, φτάνω μέχρι την άλλη άκρη και γυρνώντας κανονίζω το ρυθμό του βήματός μου ώστε να φτάσω δίπλα στην όμορφη  εντελώς τυχαία την ώρα που θα σταματάει το μετρό, και εντελώς τυχαία μπαίνω στο ίδιο βαγόνι.  Αυτό θα έκανα και σήμερα  αλλά μόλις πέρασα δίπλα από τον χοντρό που δεν υπάρχει λόγος να τον περιγράψω  άκουσα κάποιον να με καλεί με το όνομά μου, ήταν  ένας γνωστός που είχα καιρό να δω, είχε κρυφτεί δίπλα από τον χοντρό και μόλις έφτασα κοντά με είδε και με φώναξε,  φτού γαμώτο, το σχέδιο του χρονικά ελεγχόμενου περιπάτου πήγε περίπατο, έπρεπε να καθίσω και να του πιάσω κουβέντα, και έκατσα. Μπήκαμε  στο μετρό,  λέγαμε διάφορα, με ρώτησε που πάω, δεν του είπα πουθενά για να μην προτείνει καναν καφέ, του είπα ότι είχα ραντεβού με γκομενάκι, με πίστεψε μιας και ήταν απλά γνωστός και μου είπε να δέσω τα  κορδόνια από το παπούτσι μου μην σκοντάψω πουθενά.  Συνήθως βαριέμαι να δέσω τα κορδόνια και βγαίνω έτσι χύμα, γιατί να ξοδέψω χρόνο για κάτι τόσο ασήμαντο; Τα βάζω όπως είναι λυμένα μέσα στο παπούτσι, ε εκείνη την μέρα είχαν βγει απ όξω. Του είπα ότι θα τα δέσω μετά, συνεχίσαμε την κουβέντα, σε λίγο θα φτάναμε  στο Σύνταγμα και σκέφτηκα ότι μέσα στο χαμό θα έχανα το γκομενάκι της Πανόρμου που είχε τρυπώσει σαν σπουργιτάκι  στο διπλανό βαγόνι, στεναχωρήθηκα λίγο αλλά δεν πειράζει θα βρω άλλη.


Εγω , ο γνωστός, ο χοντρός που δεν υπαρχει λόγος να τον περιγράψω και όλος  συρμός φτάσαμε επίτελους στο Σύνταγμα , αποχαιρετιστήκαμε με τον γνωστό   περισσότερο εγκάρδια απ ότι θα ήθελα, με αγκάλιασε. Πρέπει να βγει μια οδηγία για το πόσο πρέπει να κρατάνε οι αντρικές αγκαλιές, αν είναι πολύ σύντομη δείχνει μια αμηχανία η οποία παραπέμπει σε ομοφοβία,  αν κρατήσει λίγο παραπάνω  σε κάνει να νιώθεις άβολα  και να σκέφτεσαι πότε θα μ αφήσει ο άλλος;   και τον ξεκολλάς από πάνω σου λίγο αμήχανα αναρωτώμενος γιατί σε κράτησε τόση ώρα .  Η καλύτερη λύση είναι ότι οι άντρες να μην  αγκαλιάζονται , ούτε να φιλιούνται . Και κάτι ακόμα οι σωστοί  άντρες δε  χορεύουν , τέλος. 


Εννοείται ότι την κοπέλα την έχασα μέσα στον χαμό αλλά δεν έχασα και τον δρόμο μου για την πλατεία, σε λίγα λεπτά ήμουν έξω. Οι αγανακτισμένοι είχαν γεμίσει την πλατεία και  περπατούσα με δυσκολία ανάμεσά τους.  Στην άκρη της πλατείας είδα καπνούς, όχι ρε πούστη μου πάλι δακρυγόνα ρίχνουν; Αλλά όχι δεν γίνεται αυτό, ο κόσμος είναι ήρεμος, μα τι καπνοί είναι αυτοί; Λες να ήρθε η Στέλλα με την βέσπα; Ή ο Χάρης;  Ή ο Χάρης με την Στέλλα; Θα τον σκίσω!  Άνοιξα το βήμα και προχωρούσα προς την άκρη της πλατείας γρήγορα, κάποιος πάτησε το κορδόνι μου και σκόνταψα, παραλίγο να πέσω σε μια γριά, μαζεύτηκα έκανα μια στροφή και την απέφυγα.  Έφτασα κοντά στους καπνούς, τελικά δεν ήταν ούτε ο Χάρης ούτε η Στέλλα ούτε δακρυγόνα, ήταν σαλιογόνα! Δύο καντίνες είχαν στηθεί εκεί και έψηναν σουβλάκια, η μυρουδιά της τσίκνας προκάλεσε την έκκριση σάλου κάτω από την γλώσσα μου. Περπατούσα μέσα στην ομίχλη της τσίκνας σαν το φάντασμα της λίμνης, σαν παπαδοπαίδι που ακλουθεί τον παπά με το θυμιατό. Για λίγο δεν έβλεπα πρόσωπα και αυτό με χάλασε κάπως. Πότε δεν περπατάω χωρίς να βλέπω τα πρόσωπα των περαστικών, είναι σαν να διαβάζω ένα βιβλίο και να πηδάω γραμμές. Δεν καρφώνομαι στα πρόσωπα, οι ματιές είναι πολύ σύντομες, όσο χρειάζεται να διαβάσεις μια λέξη, την καταλαβαίνεις αμέσως.  Ακλουθώ μια γραμμή λέξεων-προσώπων, αλλάζω σελίδες-γειτονιές και στο τέλος έχω διαβάσει ένα βιβλίο-πόλη.


Βγήκα από την παράγραφο-πλατεία και μ αυτή την σκέψη αποφάσισα να πάω να αγοράσω ένα βιβλίο, αν και δεν έχω τελειώσει ακόμα το προηγούμενο. Θα πήγαινα στην Πρωτοπορία στα Εξάρχεια. Πέρασα από πλατεία Καρύτση, παλιά Βουλή, πήρα και ένα χυμό ροδάκινο από ένα περίπτερο και βρέθηκα στην Σταδίου να περιμένω τον Γρηγόρη για να περάσω απέναντι. Στεκόμουν δυο μέτρα πριν το φανάρι ακριβώς στην άσπρη γραμμή που βρίσκεται πίσω από τις διακεκομμένες, είναι αυτή η γραμμή της οποίας κανένας Έλληνας οδηγός δεν γνωρίζει την χρησιμότητα. Όλοι μα όλοι οι οδηγοί την πατάνε, εγώ όμως επίτηδες και για σπάσιμο περπατάω πάνω σ αυτή την γραμμή και τους κόβω την φόρα. Κοιτούσα τον Σταμάτη απέναντι που είχε κοκκινίσει τόση ώρα να στέκεται σε στάση προσοχής και ήθελα να μιμηθώ αυτήν του την στάση αλλά δεν μπορούσα γιατί έπρεπε να σηκώνω τον χυμό και ρουφάω με το καλαμάκι. Επιτέλους ο Γρηγόρης, ξεκίνησα να περπατάω με το καλαμάκι του χυμού πάντα στο στόμα, είδα ένα αυτοκίνητο να έρχεται και περπάτησα πιο γρήγορα και του έκοψα την φόρα για να μην πατήσει την άσπρη γραμμή. Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα λίγα εκατοστά πριν από τα πόδια μου, σταμάτησα και εγώ, λίγα εκατοστά από το αυτοκίνητο και κοιτούσα τον οδηγό. Ο επίδοξος και παραλίγο παραβάτης του οδικού κώδικα  σπάστηκε, μέσα από το αμάξι τον είδα να μου λέει «που πας ρε!». Συνέχισα να τον κοιτάω ψυχρά  για λίγα δευτερόλεπτα και αποφάσισα να του κάνω κακό. Άφησα το καλαμάκι να βγει από το στόμα οπού και το δάγκωνα και το έστρεψα προς το αυτοκίνητο, πάτησα του κουτί του χυμού  και μερικές σταγόνες πετάχτηκαν στο καπό του αυτοκίνητου. «Πάρτα πούστη!» είπα από μέσα μου, απ έξω είχα αυτό το ψυχρό βλέμμα που κάνει τον άλλο να μην ξέρει τι να μου πει.  Οι σταγόνες γυάλιζαν πάνω στο καπό και ο τυπάκος που μάλλον δεν γουστάρει να του χύνουνε πάνω στο αμάξι γούσταρε τσαμπουκά και άνοιξε την πόρτα.  Αμέσως πήρα αμυντική στάση, έστρεψα το καλαμάκι του χυμού προς το μέρος του.  Η συνοδηγός από μέσα του φώναζε «Μη Στέλλιο, μη! Σε παρακαλώ!» Ο Στέλιος με κοίταξε για λίγο «Δεν πας καλά» μου είπε.  Μόλις άκουσα το όνομα του μου ήρθε να του πω «Φύγε Στέλιο, κρατάω χυμό» αλλά μου μόλις μου είπε ότι δεν πάω καλά του είπα «Αυτή η γραμμή (έδειξα κάτω με το ελεύθερο χέρι) , Στέλιο, είναι για τους πεζούς, εσύ (έδειξα αυτόν  απότομα με το χέρι που κρατούσα το χυμό και άλλη μια σταγόνα πετάχτηκε στο καπό του) εσύ είσαι στο αυτοκίνητο, άρα εσύ δεν πας καλά, Στέλιο.» «Τι να σου τώρα;» μου είπε μάγκικα, «Τίποτα να μην πεις, καλή τύχη και άλλη φορά να προσέχεις τις γραμμές… Στέλιο…» του είπα και έφυγα για να σώσω τον χυμό μου, άκουσα την πόρτα πίσω μου να κλείνει δυνατά.


Σε λίγα λεπτά βρέθηκα μέσα στο βιβλιοπωλείο,  κατέβηκα τις σκάλες και πήγα στη λογοτεχνία. Σε λίγο θα έφευγα ντροπιασμένος από εκεί μέσα , αλλά προς το παρόν χάζευα στα βιβλία που τόσες και τόσες φορές τα έχω δει.  Περιτριγυρισμένος από  βιβλία που κάποια στιγμή θέλω να διαβάσω, εκεί μέσα είναι το μόνο μέρος που δεν κοιτάω για γκομένακια, όχι από τη μεγάλη αγάπη για τα βιβλία αλλά επειδή απλά και μόνο πολύ σπάνια έως ποτέ δεν βλέπω κάτι καλό εκεί μέσα . Έψαχνα να δω τι θα πάρω, είχα ανάγκη από λίγο Κούντερα, ή ίσως και Στάινμπερκ, τελικά κέρδισε ο Βόνεγκατ. Έφτιαξα λίγο τα βιβλία στα ράφια και μ αυτό που θα έπαιρνα ανέβηκα τα σκαλιά. Στο δρόμο προς το ταμείο με βρήκε ένας υπάλληλος και με σταμάτησε
-Τελικά ήρθε αυτό μας ζήτησες
-Αλήθεια; Ωραία, σ ευχαριστώ
-Τι ευχαριστείς; Πάντα χαιρόμαστε να εξυπηρετούμε τους καλούς πελάτες
-Δεν είναι για μένα, αλήθεια…
-Εντάξει σε πιστεύω, μην ανησυχείς
Πριν από μερικές μέρες είχα πάει εκεί και είχα ζητήσει ένα βιβλίο για μια φίλη, έπιασα αυτόν συγκεκριμένο υπάλληλο και του είπα
-Άκου να δεις, θα σου ζητήσω κάτι περίεργο και θα σε παρακαλέσω να μην με παρεξηγήσεις
-Τι εννοείς;
-Να… θέλω ένα βιβλίο, μπορείς να κοιτάξεις σε παρακαλώ αν το έχετε;
-Φυσικά, σιγά το περίεργο… για πιο βιβλίο μιλάμε;
-Εεεε, δεν είναι για μένα, αλήθεια, για μια φίλη το θέλω
-Ναι, πες μου τίτλο ή συγγραφέα
-Δεν είναι για μένα αλήθεια, και θέλω να με πιστέψεις, για μια φίλη το θέλω
-Βρε δεν πειράζει πες το, τι θες  τσόντα; κάμα σούτρα;
-Όχι, κάτι χειρότερο…. Το βιβλίο της Ανίτας Πάνια…
-Οκ, θα κοιτάξω
Έσκυψε στον υπολογιστή και προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο του πληκτρολογούσε το όνομα, το κατάλαβα και του είπα «Δεν είναι για μένα» αυτός έκανε μια κίνηση με το κεφάλι του που μάλλον σήμαινε εντάξει.
-Δεν το έχουμε φίλε
-Καλώς, δεν πειράζει..
-Αμ θες όμως, για σένα, μπορούμε να το παραγγείλλουμε, θα είναι δύσκολο όμως να στο βρούμε
-Όχι για μένα, για την φίλη μου…
-Οκ, για την φίλη σου, θες να προσπαθήσω να στο βρω;
-Εντάξει, κάνε ότι μπορείς
-Θα σε ενημερώσω την επόμενη φορά
-Σ ευχαριστώ

Και να που τελικά ήρθε το βιβλίο, μου είπε να πάω δίπλα απ την είσοδο να το ζητήσω. Πήγα εκεί ήδη ντροπιασμένος γι αυτό που θα ζητούσα
-Γεια σας, έχει έρθει το βιβλίο της Ανίτας Πάνια;
-Εσύ το έχεις παραγγείλει; Με ρώτησε ο υπάλληλος
-Για μια φίλη…
-Απ ότι βλέπω στον υπολογιστή έχει έρθει αλλά δεν το έχω εγώ εδώ. Μαρία! (φώναξε στην κοπέλα στο ταμείο) Έχεις εκεί το βιβλίο της Ανίτας Πάνια; Είναι για τον κύριο από εδώ.
Όσοι ήταν στο ταμείο γύρισαν και με κοίταξαν, κοκκίνισα «Είναι για μια φίλη μου» είπα σε ένα ηλικιωμένο που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας. Η Μαρία στο ταμείο δεν το βρήκε και είπε στον δικό μου «Δεν το έχω, μισό λεπτό να ρωτήσω τον Γιώργο»
-Γιώργο, Γιώργο; Φώναζε η Μαρία
Βγήκε ο Γιώργος στην άκρη από το πατάρι και κοίταξε την Μαρία
-Μήπως έχεις εσύ εκεί το βιβλίο  της Ανίτας Πάνια; Το έχει παραγγείλει ο κύριος από εκεί.
Η Μαρία το είπε πολύ δυνατά αυτό  γιατί ο Γιώργος ήταν στο πατάρι. Ακόμα και όσοι δεν το είχαν ακούσει πριν το άκουσαν τώρα, μερικοί έβγαιναν από τους διαδρόμους οπού κοιτούσαν βιβλία για να δουν αυτόν που παρήγγειλε το βιβλίο της Ανίτας. Ο Γιώργος πάτησε κάτι σε ένα υπολογιστή και είπε στην  Μαρία
-Το έχει ο Νίκος κάτω στην αποθήκη, θα στο φέρει σε λίγο.
Μετά κοίταξε εμένα και μου είπε
-Σας το φέρνουμε σε λίγο
-Ευχαριστώ, είπα σχεδόν από μέσα μου
Σε λίγο να σου και ο Νίκος με το βιβλίο, βγήκε από της σκάλες, «Για ποιόν είναι το βιβλίο;»  Μου φάνηκε ότι όλοι μα όλοι, πελάτες και προσωπικό έδειξαν εμένα με το δάχτυλό τους «ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ!» είπαν όλοι. Εντάξει, δεν έγινε έτσι αλλά σχεδόν αυτό έγινε, η κοπέλα στο ταμείο έδειξε εμένα με το κεφάλι της και καθώς περπατούσε ο Νίκος με το βιβλίο στο χέρι όλοι προσπαθούσαν να  δούνε το εξώφυλλο του. 

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, με μια κόκκινη σακούλα με δυο βιβλία, κατακόκκινος από ντροπή έφτασα στο σταθμό του Μετρό στο Πανεπιστήμιο, στην κόκκινη γραμμή. Κατέβηκα τις κυλιόμενες και βρέθηκα στην πλατφόρμα, όπως περπατούσα παράλληλα με τις γραμμές είδα μπροστά μου έναν Γιαπωνέζο που έμοιαζε με Κορεάτη. Τον είδα που κοιτούσε ψηλά στο ταβάνι με πολύ ένταση και πολύ αφοσίωση, το βλέμμα του έμοιαζε να απορροφούσε δισεκατομμύρια πληροφορίες το δευτερόλεπτο, τον ζήλεψα κατά κάποιο τρόπο, «Τι κοιτάει ο πούστης με τόσο ενδιαφέρον; Τι το τόσο σημαντικό μπορεί να εντόπισε το έμπειρο μάτι του;» σκέφτηκα, περπάτησα λίγο ακόμα και μόλις βρέθηκα πίσω του γύρισα να κοιτάξω αυτό που κοιτούσε και αυτός. Το είδα, κοιτούσε το ρολόι που λέει σε πόση ώρα θα έρθει ο επόμενος συρμός. Αυτό ήταν το τόσο ενδιαφέρον; Πούστη Κινέζε με απογοήτευσες… Το ρολόι έλεγε τρία λεπτά, ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα, σαν το μπλουζάκι της κοπέλας στην Πανόρμου, σαν τη σακούλα που κρατούσα. Περπάτησα λίγο ακόμα παράλληλα με τις γραμμές και σκεφτόμουν τα πεύκα στο σταθμό του ΟΣΕ στο χωρίο μου. Ήταν χρόνια παρατημένος και πηγαίναμε εκεί  με τα ποδήλατα όταν ήμασταν παιδιά  για να καπνίσουμε στα κρυφά. Πολλές φορές όταν βλέπαμε ένα τρένο να πλησιάζει αφήναμε ένα κέρμα πάνω στις γραμμές και περιμέναμε να περάσει  από πάνω του . Μετά πηγαίναμε εκεί που είχαμε αφήσει το κέρμα, το βρίσκαμε λειωμένο και απλωμένο σαν χαρτί.  Βεβαία τότε δεν θα σκεφτόμουν με τίποτα  ότι  μετά από πολλά χρόνια θα ήμουν σε ένα υπόγειο χωρίς δέντρα και χωρίς ήλιο και θα περίμενα ένα άλλο τρένο χωρίς να μπορώ να καπνίσω. Ούτε και την ώρα που περπατούσα παράλληλα με τις γραμμές σκεφτόμουν ότι θα συναντούσα την κοπέλα που είχα δει στο σταθμό της Πανόρμου και την έχασα εξαιτίας του χοντρού που δεν υπάρχει λόγος να τον περιγράψω. Κι όμως την συνάντησα, στα αλήθεια ήταν εκεί και περίμενε, όχι εμένα, το μετρό. Κρατούσε μια σακούλα στα χέρια της από τον Παπασωτηρίου, είχε κατέβει και αυτή στο κέντρο για βιβλίο, απίστευτο και όμως αληθινό . Λες και έγιναν τα πάντα για ξαναβρεθούμε την σε παρόμοιο σημείο απ οπού είχαμε βρεθεί την προηγούμενη φορά και αρχίσουμε αυτό που δεν αρχίσαμε τότε. Να λοιπόν που μου δόθηκε η ευκαιρία και να τι έγινε:  Πήγαινα προς το μέρος της χωρίς να ξέρω ότι ήταν εκεί, όταν έφτασα αρκετά κοντά συναντηθήκαν τα βλέμματά μας για λίγο, με αναγνώρισε, κοκάλωσα , τι να έλεγα; δεν είπα τίποτα, συνέχισα να περπατάω, κοίταξα το ρολόι πάνω, δύο λεπτά, ρύθμισα το βήμα και  περπατώντας σκεφτόμουν πώς να ξεκινούσα την κουβέντα όταν θα μπαίναμε εντελώς τυχαία στο ίδιο βαγόνι. Είχα το ατού ότι είχαμε πάρει και οι δύο βιβλίο, αλλά αν ήθελε να τις δείξω τι πήρα πώς να της έδειχνα το βιβλίο της Ανίτας; Να μιλούσα για καρμικό και συναφή; Θα με περνούσε για τρελό. Μάλλον ένα γεια θα έλεγα και όλα θα ερχόταν μόνα τους, έτσι γίνεται πάντα, δεν θέλει πολύ σκέψη, ναι αυτό θα κάνω, θα πω ένα γεια, θα πιάσουμε την κουβέντα, θα κανονίσουμε για καφέ, αφού θα τις έχω ζητήσει το τηλέφωνο, τώρα που σκέφτομαι όμως δεν έχω τηλέφωνο μαζί μου, πως θα θυμάμαι το τηλέφωνό της για να την πάρω, η μνήμη μου είναι γάματα, διαλύθηκαν όλα στο μυαλό μου, τελείωσαν πριν καν αρχίσουν. Μια  θλίψη με κυρίευσε και συνέχισα να περπατάω, ώσπου ξαφνικά μου ήρθε ή φώτιση, βρήκα πως θα κρατήσω το τηλέφωνο της, θα τσακίζω στο βιβλίο  (όχι της Ανίτας) μια σελίδα ανά δεκάδα στον αντίστοιχο αριθμό, δηλαδή θα ξεκινούσα με τσάκιση στο 06 μετά τσάκιση στο 19 μετά στο 28 μετά στο 32 και πάει λέγοντας, δηλαδή 6982…. ωραία, την βρήκα την λύση πάλι, η θλίψη μου κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Τίποτα δεν με εμπόδιζε πια, θα βγαίναμε για καφέ, πάνω από τέσσερις ώρες ο πρώτος καφές, την επόμενη για ποτό, θα τα φτιάχναμε, θα ήμουν ένας τρελά ερωτευμένος, επιτελούς θα εύρισκα έμπνευση και ηρεμία και θα έγραφα ένα βιβλίο για αυτήν, θα γινόταν τρελή επιτυχία και σε ένα χρόνο θα βγαίναμε αγκαλιασμένοι φωτογραφίες στο Rockefeller Plaza με φόντο τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης. Με αυτήν την σκέψη έφτασα εντελώς τυχαία δίπλα της ακριβώς την ώρα που έφτανε και το μετρό, και τι να έκανα; Μπήκα στο ίδιο βαγόνι. Αν και ήταν σχεδόν άδειο το βαγόνι η κοπέλα δεν έκατσε, στάθηκε όρθια πίσω από την πόρτα και εγώ ακούμπησα την πλάτη μου στο τζάμι που βρίσκεται μπροστά από τα καθίσματα. Ωραία, το χω τώρα, το ήξερα ήμουν σίγουρος, έκανα κίνηση να της μιλήσω. Μόλις έκλεισε η πόρτα και πριν πώ το γεια ένα πρεζάκι σταμάτησε στην κολόνα ακριβώς δίπλα μου και άρχισε το ποίημα. «Καλησπέρα και συγγνώμη για την ενόχληση, με λένε Γιώργο, είμαι ναρκομανής και έχω προβλήματα υγείας, με έχει δείξει και ο Αυτιάς στην τηλεόραση, δεν είμαι ζητιάνος, μπλα μπλά μπλα, πουλάω αυτά τα χαρτομάντιλα, μπλά μπλα μπλα, ευχαριστώ και συγνώμη για την ενόχληση» .Είμαι ο Γιώργος και μόλις τελείωσα. Πώς να της μιλούσα όση ώρα έλεγε το πρεζάκι το ποίημα; Περίμενα, μόλις τελείωσε ο Γιώργος σκέφτηκα πως αυτός θα ήταν μια καλή αφορμή να πιάσω την κουβέντα, δεν ξέρω πως θα μου έβγαινε στην πορεία. Κλάσματα του δευτερολέπτου πριν της μιλήσω μια γριά που είχε σηκωθεί για να κατεβεί στο Σύνταγμα μου μίλησε. Φτου! Γαμω την πουτάνα μου! Αν είχα και εγώ τόσο θράσος όσο οι γριές στο να πιάνω κουβέντα τώρα μάλλον δεν είχα κανένα πρόβλημα, θα είχαν συμβεί όλα προ πολλού
-Νεαρε, το κορδόνι σου είναι λυμένο. Μου είπε η γρια
-Το ξέρω.. της είπα
-Δεστο, θα το πατήσεις και θα πέσεις
-Θα το δέσω μετά
-Τώρα δεστο, θα το πατήσεις και θα φας τα μούτρα σου
Χυλόπιτα θα φάω αν το πατήσω, όχι τα μούτρα μου, σκέφτηκα
-Δεν πέφτω μην φοβάστε
-Θα πέσεις θα δεις… θα δεις…
Εκείνη την ώρα έφτανε το μετρό στο Σύνταγμα , γύρισα την πλάτη στην γριά και στάθηκα δίπλα στην κοπέλα «Μαυρόγατα» είπα σιγανά και μ άκουσε η κοπέλα. Προσπάθησε να μην γελάσει. Η γριά από πίσω συνέχιζε να μιλάει, έλεγε για τα κορδόνια. Τι στο διάολο ήθελε η βλαμμένη; Γιατί δεν κάθεται ήσυχη στο σπίτι της να πλέκει και να βλέπει Αυτιά ή ακόμα καλύτερα να πάει στο δάσος να περιμένει την κοκκινοσκουφίτσα και να την φάει ο κακός ο λύκος.
-Δεν ξέρω να δένω. Της είπα και άνοιξε η πόρτα του συρμού.


Έφυγα γρήγορα για να αποφύγω την γριά, ήξερα που να πάω και ήξερα που πάει και η κοπέλα. Μέσα στο χαμό την έχασα για λίγο, πήγαινα στις σκάλες προς αεροδρόμιο.
Πήρα την θέση μου στις κυλιόμενες και κατέβαινα προς να κάτω χωρίς να κάνω τίποτα, ένας τρελός κατέβαινε από την αριστερή μεριά στις κυλιόμενες και φώναζε «Βγήκε νέο παγωτό ΕΒΓΑ, ελάτε να το γλύψουμε όλοι»  Τον άκουσα που φώναζε και γύρισα να κοιτάξω την φάτσα του. Τον είδα μες την τρελή χαρά να κατεβαίνει και να φωνάζει με σηκωμένα τα χέρια, λίγες θέσεις πιο πίσω από μένα είδα και την κοπέλα, κοιταχτήκαμε πάλι για λίγο. Ωραία, δεν την έχασα.  Έφτασε ο συρμός πριν φτάσουμε εμείς κάτω. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει για να προλάβει, όλοι περνούσανε δίπλα μου και με σκουντούσανε, η κοπέλα δεν πέρασε, μάλλον περίμενε για να μπούμε μαζί. Είχε αδειάσει η σκάλα λίγο πριν φτάσουμε κάτω, κοίταξα πίσω και την είδα εκεί. Ήξερα ότι προλάβαινα να μπω και έτσι δεν έτρεξα. Ο συρμός κάτω είχε στουπώσει.  Η κοπέλα κάποια στιγμή αποφάσισε να τρέξει και με προσπέρασε, μπήκε μέσα στριμώχτηκε με τον κόσμο και γύρισε προς το μέρος μου σαν να με περίμενε. Ωραία, θα στριμωχτούμε σκέφτηκα.  Η σκάλα έφτασε στο τέλος της και για πολύ λίγο πήγαινα ευθεία και όχι προς τα κάτω,  έμοιαζε σαν να άλλαξε η βαρύτητα του κόσμου για μια στιγμή,  μ αυτή την έλλειψη βαρύτητας θα πετούσα προς τον συρμό και κλεινόμουν για πάντα εκεί μέσα μ αυτή την κοπέλα που όλο το σύμπαν και ο Στέλιος συνωμότησαν να την ξαναφέρουν στο δρόμο μου.  Διάλεξα να μην πετάξω αλλά να περπατήσω.  Πήγα να κάνω το πρώτο βήμα αλλά το λυμένο κορδόνι μου πιάστηκε στην κυλιόμενη σκάλα και έμεινα εκεί κολλημένος να μην μπορώ να κάνω τίποτα, προσπαθούσα να ξεκολλήσω το πόδι μου από τις σκάλες αλλά το μπάσταρδο είχε πιαστεί και εκεί και με καθήλωσε , κοίταξα για μια στιγμή το συρμό η πόρτα έκλεισε, θα ήθελα να έβλεπα την κοπέλα να ακουμπάει το χέρι της μελαγχολικά στο τζάμι και να φεύγει το τρένο και να κοιτάει πίσω αλλά δεν έγινε καθόλου έτσι, η πόρτα έκλεισε και η κοπέλα χάθηκε ανάμεσα  στον κόσμο. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια μάζα ανθρώπων να φεύγουν μέσα σε ένα κονσερβοκούτι.  Η κυλιόμενες έφεραν και την γριά που μου είχε πει να δέσω τα κορδόνια , δεν μπορούσα να φύγω και να την αποφύγω είχα κολλήσει εκεί,  η γριά κατέβηκε και γύρισε προς το μέρος μου. Τώρα με είχε δεμένο εκεί, και έβγαλε το μαστίγιό της για να με βασανίσει.
-Και στο λεγα να δέσεις τα κορδόνια σου, δεν μ άκουσες, να τώρα..,
Δεν της απάντησα, θύμωσα και τραβούσα με δύναμη το πόδι μου να ξεκολλήσει από την γαμοσκάλα
-Πως θα βγεις τώρα από εκεί;
Τράβηξα απότομα το πόδι και κόπηκε το κορδόνι, απελευθερώθηκα από την σκάλα άλλα όχι από την γκαντεμιά μου. Έφευγα, η γριά με ακλούθησε, «Δέσε τα κορδόνια σου» γύρισα και της απάντησα «Δεν έχω κορδόνι πια δεν βλέπεις; Άσε με στη ησυχία μου» .

Μ άφησε και περπατούσα μόνος στην πλατφόρμα. Κοίταξα πάνω το ρολόι που έλεγε έξι λεπτά. Έμεινα εκεί να το κοιτάω με  ένταση και αφοσίωση σαν τον Γιαπωνέζο που έμοιαζε με Κορεάτη.





- 

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Οι Δύο Ληστές

- Πετάει ο γάιδαρος?
-Ναι στα σύννεφα...
-Καπνού? Τι καπνισε και είναι ευτυχισμένος?
-Δεν είναι ευτυχισμένος, είναι αρχαίος Ελληνας
-Καλά, πολύ μάγκες αυτοί οι αρχαίοι
-Τρωγανε καλά
-Θες να αρχίσουμε να τρώμε και εμείς τα ίδια?
-όχι ρε τι με πέρασες για βλάκα?
-Γιατί βλάκα? Οι αρχαίοι που τα τρωγανε τι παθανε?
-Τίποτα.. απλά έχουν πεθάνει όλοι...
-Καλά λες, ούτε οι θεοί δεν έχουν μείνει
-Τουλάχιστον εκείνοι οι θεοί πηδούσαν και λίγο
-Γιαυτό και τώρα οποίος δεν πηδάει γίνεται αγιος
-Μάλλον άγριος γίνεται
-Το άγριο πνεύμα
-Το αγιο οινόπνευμα
-Το αγιο ψέμα
-Το αγιόκλιμα
-Αγύρτες και πλιατσικολογοι
-Μας ξεβράκωσαν
-Αλλά εμείς θα τους αφήσουμε αγίους
-Ή θα γίνουμε αγιογδυτες
-Και τι να δεις, τα χάλια τους?
-Πάλι δίκιο έχεις... Παμε παραλία να δούμε κανα καλό?
-Και δεν παμε...
-Καλά, κατεβα απ τον σταύρο σου και παμε
-Κι αυτόν θα τον αφήσουμε εδώ?
-Χριστε? Γουστάρεις παραλία?
ΧΡ. -Σε ευχαριστώ που με σκέφτηκε αυτή την ώρα παιδί μου, δεν μπορώ να ρθω τώρα, αλλά σου υπόσχομαι αύριο τέτοια ώρα θα είσαι δίπλα μου στον παράδεισο
-Τι αύριο ρε? Εγώ θα είμαι σε μια ώρα στον παράδεισο...

Κι όμως ο φίλος μας ο ληστής δεν έβαλε κράνος έφυγε με το μηχανάκι... την επόμενη μέρα ήταν στον παράδεισο...

Cheep coffee twin