Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Sorry North......

Φτάσαμε στο Σύνταγμα... κατέβηκα από το ΜΕΤΡΟ αφήνοντας πίσω την χοντρή κυρία (στην οποία θα αναφερθώ σε άλλο post) και ανέβηκα τις κυλιόμενες προς Άγιο Αντώνιο. Στις κανονικές σκάλες ήταν μια γριά που προσπαθούσε να ανεβεί η οποία προφανώς δεν πήγε από τις κυλιόμενες γιατί τις φοβόταν, και έβριζε η γριά, <<ήταν ανάγκη να βάλουν τόσες σκάλες, εμάς δεν μας σκέφτονται καθόλου; Πανάθεμά τους! >>. Ένας κουστομάτος που καθόταν δίπλα μου στις σκάλες και είδε ότι παρατηρούσα την γριά γύρισε και μου είπε <<Είδες κάτι εργολάγνοι που υπάρχουν; >> <<Είδα….>> του απαντώ με ένα αόριστο χαμόγελο και κοίταξα πάνω για να μην συνεχίσω την κουβέντα. Μα σε ποιους νομίζει ότι μιλάει; Εντάξει πολλοί θα την καταλάβαιναν την λέξη εργολάγνος, αλλά σίγουρα όχι όλοι. Βγήκα στην πλατφόρμα, έστριψα δεν δεξιά και ανέβηκα από τις σκάλες που λέει έξοδος, και έτσι βγήκα πιο μπροστά από αυτούς που βγήκαν από την έξοδο τις μπλε γραμμής. Κοίταξα πίσω και είδα την μάζα του κόσμου να έρχεται καταπάνω μου, μια γιαγιά από χωριό σίγουρα θα τρόμαζε και θα έτρεχε αλλού, αλλά εγώ δεν τρόμαξα, τους γύρισα επιδεικτικά την πλάτη και πήγα προς την έξοδο.

Με το που βγήκα με θάμπωσε ο ήλιος απότομα, έπρεπε να είχα πάρει και τα γυαλιά αλλά τα ξέχασα, έτσι προχώρησα μέχρι το φανάρι στην Ερμού προσπαθώντας να μην κοιτάω ψηλά μέχρι να συνηθίσω τον ήλιο. Αλλά ούτως η άλλως έπρεπε να κοιτάω κάτω για να μην πατήσω κανέναν πακιστανό με τις χλαπάτσες η κανένα ηλίθιο κινέζικο παιχνίδι. Από το φανάρι όλη η Ερμού φαινόταν σαν ένα μελίσσι που όλες οι μέλισσες περπατάνε η μια πάνω στην άλλη για να αφήσουν το πολυτιμότερο αγαθό τους ,το χρημ..ε, το μέλι στης κηρήθρες . Και κάπου εδώ μου ρθε στο μυαλό η φράση No money, No Honey. Μπαίνοντας όμως ανάμεσα στον κόσμο δεν ήταν τόσο άσχημα όσο από μακριά.

Περπάτησα όλη την Ερμού μέχρι το Μοναστηράκι , μετά αριστερά στην οδό Άρεως, στο τέρμα αυτής στη οδό Ποικίλης, και αμέσως δεξιά στην οδό Διόσκουρων . Η ανηφόρα και ο ήλιος μου έφερναν κάποια δυσφορία, πέρασα τους πάνω Διόσκουρους και στις σκάλες προσπέρασα κάποιες κοπέλες που ήταν εμφανώς κουρασμένες , και δεν μπορώ να πω ότι δεν ένοιωσα και κάποια ικανοποίηση. Με το που βγήκα στην οδό Θεωρίας κανονικά έπρεπε να σταματήσω να πάρω μια ανάσα, αλλά δεν το έκανα για μην με προλάβουν οι κοπέλες και φανεί ότι έχω λαχανιάσει περισσότερο από αυτές, και έτσι πίεσα τον εαυτό μου και με γρήγορο βήμα έφτασα μέχρι το Άρειο Πάγο. Με το που ανέβηκα, όπως πάντα, η θέα ήταν εκπληκτική, ευτυχώς το αγαπημένο μου σημείο ήταν ελεύθερο, μια μικρή πέτρα, ασήμαντη η οποία όμως είναι και το ψηλότερο σημείο του βράχου. Πάνω στην πέτρα λοιπόν , με τον αέρα να χτυπάει πάνω στο στρώμα του ιδρώτα που είχε καλύψει το σώμα και τις όλο και πιο ήρεμες ανάσες μου, και αίσθημα του κάματου σαν γλυκό κρασί να κυλάει στις φλέβες , βυθίστηκα στις σκέψεις μου.

Κοιτούσα βόρεια, νομίζω, γιατί αν κοιτάξεις νότια χάνεις την αισθηση ότι είσαι σε πόλη, στα νότια το Φιλοπάππου και στα βόρεια Ψειρή , Λυκαβηττός. Κοιτώντας την πόλη διαπιστώνεις καταρχήν ότι είναι ανομοιόμορφη, όσο πιο μακριά κοιτάξεις τόσο πιο συγχρονα και κτήρια, ενώ όσο πλησιάζεις τοσό πιο παλια και πιο ρομαντικά και πιο όμορφα. Σαν ένα νοητό ταξίδι στο χρόνο που όσο πιο πίσω πας όλα γίνονται πιο ανθρώπινα. Και καταλήγεις στο κέντρο της πόλης την Ακρόπολη....

Λες και η καινούρια πόλη προσπαθεί να καταβροχθίσει την παλιά , αλλά η παλιά αντιστέκεται σθεναρά, έχει τους ανθρώπους της που την αγαπάνε. Και οι άνθρωποι αλλάζουν σ αυτό το "ταξίδι στο χρόνο", όλο και λιγότεροι εδώ ψηλά, οι υπόλοιποι στην ίδια ρουτίνα και μιζέρια, εθελοτυφλούν στο ότι υπάρχει ένα όμορφο σημείο στην πόλη τους, θέλουν να μένουν στη μιζέρια και την γκρίνια και η καινούρια τους πόλη το δικαιολογεί αυτό, κανένας δεν θέλει να χάσει την δικαιολογία του. Άλλος κόσμος εδώ, και μου έρχεται η εύλογη απορία, έχει πατήσει ποτέ κανένας Σαλονικιός το πόδι του εδώ; Είμαι σίγουρος κανείς! Ποτέ! Και το αμέσως επόμενο που σκέφτομαι είναι γιατί να έχω αυτό το κόλλημα με τους Σαλονικιούς; Δεν με έχει πειράξει ποτε κανείς, εντάξει… μόνο που μου τα πρήζουν για την κολοπόλη τους, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε κομμάτι από αυτό που βλέπω μπροστά μου, γιατί όμως το κόλλημα μου; Μάλλον γιατι είναι το αντιπροσωπευτικό δείγμα του κολλημένου ανθρώπου, όλοι πανομοιότυποι μεταξύ τους, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το μόνο που ξέρουν είναι να τρώνε να χέζουν και να διασκεδάζουν (και καλά…) Απίστευτη κλασική ατάκα Σαλονικιού: Δεν ξέρεις να τρως… Στα αρχαία μας ρε μαλάκα, και συ δεν ξέρεις που παν τα τέσσερα! Το μόνο τέσσερα που ξέρεις είναι η τέταρτη ταχύτητα του καγκουροαυτοκινήτου σου η της καγκουρομηχανής σου, και μην πεις ότι δεν έχεις , βλάκα, κάγκουρα , μπούλη, μαμάκια, Μπάμπη, χοντρέ… εντάξει ξέφυγα…

Και πάλι στην πόλη μας, η καρδιά της πόλη είναι αλώβητη από το χρόνο, και είναι όμορφη , σαν τα παιδικά μας χρόνια, το μόνο κακό είναι ότι θέλει λίγο κόπο να φτάσεις εδώ, και επίσης δεν μπορούν να ρθούνε όλοι, είναι για λίγους. Και αυτός ο βράχος πόσα να έχει δει.. βλέπω ένα παιδί τριων τεσσάρων να προσπαθεί να ανέβει σε μια πέτρα, ωραία εικόνα, προσπαθεί.... και φαντάζομαι ότι και πριν από χιλίαδες χρόνια, στην ίδια ακριβώς πέτρα κάποιος άλλος θα προσπαθούσε να την ανεβεί τραυματισμένος, με αίμα στο στόμα, και όπως η μαμά τρέχει να βοηθήσει το παιδάκι, κάποιος άλλος τρέχει και καρφώνει το σπαθί του στην πλάτη του τραυματισμένου. Έτσι είναι και το σώμα ,μας όλα τα καλά και τα κακά τα χει δει, το μυαλό όμως διαλέγει τι θα κρατήσει και πότε θα φέρει μια ανάμνηση μπροστά μας, και η πόλη μοιάζει με την ζωή μας, στο πιο παλιό της σημείο, όλα είναι απλά και όμορφα, και όσο πας στα πιο καινούρια όλο και πιο περίπλοκα και θορυβώδη.

Πολλές σκέψεις, πάρα πολλές… που διέκοψε ό ήχος του κινητού, μάλλον θα ξύπνησε κανένας φίλος και θα θέλει καφέ, το βρίσκω με δυσκολία, κοιτάω την οθόνη, η αδελφή μου από το χωριό.
-Καλημέρα, αδελφούλα.
-Καλημέρα. Πάρε λίγο την γιαγιά που θέλει να σου μιλήσει
-Ελάααααααααα
-Έλα γιαγιά…..
-Μήπως πήρες εσύ το καλό το ψαλίδ’;
-Ποιο ψαλίδι ρε γιαγιά, τι λες;
-Δεν το χς ε; Αι καλά πασάκα μ’ κλείσε μην χρεώνεται το κορίτσ’
- Ει γιαγιά! (αυτό το κόλημα που έχουν οι γριές να μην μιλάνε στα κινητά για να μην χρεώνεται μου την σπάει)
-(γιαγια from the backround)Γιαννούλααααααααααα, έλα δω μαρί, πως κλείν αυτό, ει Γιαννούλα, δεν ακους μαρί
-Το πετά στο πάτωμα! Λέω και το κλείνω.
Βέβαια η γιαγιά δεν το άκουσε, γιατί είπε ότι είχε να πει και κατέβασε το κινητό από το αυτί και φώναζε την αδερφή μου να το κλείσει.

Τελευταίες εικόνες πριν κατέβω και ο στοίχος από τραγούδι που ακούγα εκείνη την ώρα ταίριαξε και με αυτό που έβλεπα...And did they get you to trade your heroes for ghosts?

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, πάλι σιγα σιγά όλο και περισσότερη φασαρία, περισσότερος κόσμος, και ένα κολοάμαξο που παραλίγο να με πατήσει... και εντάξει... θα τους κάνω την χάρη..... ΔΕΝ ήταν Σαλονικιώτικο....

4 σχόλια:

Sweet truth! είπε...

Αχ πόσο μ' αρεσουν εκείνες οι βόλτες δεν μπορώ να το περιγράψω, δεν μπορείς να το φανταστείς. Λες να σε έχω πετύχει πουθενά στα βράχια ανεβαίνοντας;
ΔΕν θα μπορούσα να ξέρω...
Πολύ όμορφη η περιγραφή σου!

mr.alobar είπε...

no money, no honey,just walking around in athens

aougaros είπε...

Sweet truth!
Πολύ πιθανό να με έχεις πετύχει...
who knows...
Να σαι καλά
φιλιά

roza είπε...

ΟΧΙ ΑΛΛΟ wish you were here,πασάκα μ'!!!!!
Φτανει πια!! Παντού με κυνηγάει,όπως εσένα οι γριές!
--Σαλιάγκι