Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Το πιο μακρύ ταξίδι μου

Κάποτε πριν από 23 χρόνια περίπου έκανα το μεγαλύτερο μου ταξίδι, τόσο μακρύ, που ακόμα νομίζω ότι γυρνάω.... ή πηγαίνω.... δεν είμαι σίγουρος....

Όταν ήμουν μικρός πάντα όταν έβλεπα τον πατέρα μου να βγαίνει τον ρωτούσα που πήγαινε, <<έξω, κι αν είσαι καλό παιδί αύριο το πρωί θα σου δώσουμε σοκολάτα>>. Αυτό το έξω ήταν για μένα ένα μαγικό μέρος. Ένα μέρος όπου υπάρχουν μόνο μεγάλοι, και αυτοί μπορούν και να πετάνε, και ότι υπήρχαν τεράστιοι γερανοί και μπουλντόζες και κάναν εργασίες , και μαζευόταν πάρα πολλοί άνθρωποι μαζί, απλησίαστος αριθμός, όλοι οι μεγάλοι του κόσμου σε μια πλατεία και συζητούσαν τι σκανδαλιές έξανε το κάθε παιδάκι στο σπίτι. Μετά πήγαιναν όλοι οι μεγάλοι σε ένα τεράστιο εργοστάσιο γλυκών και έπαιρναν όλοι μαζί σοκολάτες. Οι μεγάλοι όταν γυρνούσαν στο σπίτι πατούσαν ένα κουμπί και όλος αυτός ο μαγικός κόσμος του ‘’έξω’’ εξαφανιζόταν για να μην τον δουν τα παιδάκια το πρωι που πάνε στο νηπιαγωγείο και θελήσουν να πάνε στο εργοστάσιο και χαθούνε μέσα σ αυτόν τον τεράστιο κόσμο. Το σπίτι ήταν στην άκρη ενός μικρού χωριού, το οποίο χωριό δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο το πρωί, μερικά σπίτια, το σχολείο, ένα μπακάλικο, το καφενείο, μερικούς χωματόδρομους , και το νεκροταφείο, τι τύχεροί που ήταν οι μεγάλοι και μπορούσαν να πάνε σ αυτό το έξω…. Δεν θα μεγαλώσω ρε! Όλη την μέρα θα πετάω πάνω από το εργοστάσιο και τις μπουλντόζες και τους γερανούς, και θα φτάνω ψηλά και θα μιλάω με τα αεροπλάνα…

Το έξω τελικά δεν είδα ποτέ, γιατί εκείνο το έξω που είχαν τότε οι μεγάλοι μόλις κατάλαβαν ότι μεγαλώνουμε εμείς το έκρυψαν μια και καλή, και πηγαίνουν ακόμα κρυφά μόνοι τους…. Είναι το δικό τους έξω, εμείς πρέπει να φτιάξουμε το δικό μας για να το έχουμε για όταν μεγαλώσουμε…. σε πάρα πάρα πολλά χρόνια…….


Στο σπίτι δεν υπήρχε μέρος, έπιπλο ή γωνία που να μην είχα χτυπήσει το κεφάλι μου, ήταν το βασίλειο μου, και ήταν δικό μου! Το μόνο πρόβλημα ήταν η πόρτα πίσω του υπνοδωματίου μου, μονίμως κλειδωμένη…. Στο σπίτι, επειδή όλα τα παλιά σπίτια χτιζόταν χωρίς σχέδιο, υπήρχαν δύο άκυρα δωμάτια, όποτε είχε λεφτά ο πάππους κότσαρε και από ένα δωμάτιο στην άκρη του σπιτιού. Η εν λόγω πόρτα οδηγούσε σε ένα δωμάτιο που λεγόταν σαλόνι, ουάου! Και μετά το σαλόνι σε συνέχεια υπήρχε ένα άλλο δωμάτιο που λεγόταν καθιστικό, και ξανάουάου! Τα δωμάτια αυτά τα είχα δει μόνο απ’ έξω, από μέσα ποτέ, και όταν ρωτούσα την μάνα τι έχει εκεί μέσα μου έλεγε << Τίποτα μωρέ, παλιά πράγματα>> . Αυτή η δήθεν αδιαφορία μου δημιούργησε υποψίες και φόβο. Τι το τρομακτικό μπορεί να κρύβουν εκεί μέσα και δεν μου το λένε; Πολλές φορές με τον τρόμο να μου κόβει τα πόδια κοιτούσα από την κλειδαρότρυπα και το μόνο που έβλεπα ήταν κάτι έπιπλά σκεπασμένα, που μου προκαλούσαν τρόμο, αλλά ακόμα περισσότερο μου προκαλούσε τρόμο η μαϊμού ή ο κλόουν ή οποιοδήποτε άλλο τρομακτικό πλάσμα ζούσε κρυφά εκεί μέσα. Πολλές φορές το βράδυ ενώ καθόμουν με τον αδερφό μου στο δωμάτιο, που είναι και κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος, μου λέγε << Το άκουσες αυτό;>> <<Όχι>> <<Από κει μέσα ακούγεται>> και ενώ κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι μου λέει ψέματα ο φόβος με είχε πείσει ότι κάτι υπάρχει εκεί μέσα. Και πάνω που ξεχνιόμουν ο αδερφός μου έκανε ένα θόρυβο και μου έλεγε << νατο πάλι! >> Το βράδια προσπαθούσα να κοιμηθώ, αλλά φοβόμουν, κοιτούσα συνέχεια προς την πόρτα του σαλονιού και φαινόταν μόνο ένα αμυδρό φως κάτω από την χαραμάδα της πόρτας. Περνούσα πολύ ώρα παρατηρώντας αυτή την χαραμάδα περιμένοντας να φανούν σκιές ή τα πόδια κάποιου που θα στέκεται κοντά στην πόρτα. Ένα βράδυ θυμάμαι είχα πάρει την απόφαση να πάω κόντρα στον φόβο και να πάω να κοιτάξω από κοντά κάτω από την πόρτα, με το που έβαλα το κεφάλι μου κάτω και κοίταξα από την χαραμάδα μου ήρθε ένα κρύο κύμα αέρα και μου πάγωσε το πρόσωπο, ο αέρας έγινε πιο δυνατός και ούρλιαζε κυριολεκτικά. Τι να κρυβόταν άραγε εκεί μέσα;…..


Αυτό ήταν! Κάποιος ή κάτι ήταν εκεί μέσα, και έπρεπε να πάω να το βρω, αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειδωμένη και η μάνα μου δεν άφηνε με τίποτα να πάμε εκεί γιατί είχε πράγματα (και καλά….. ) και θα κάναμε ζημίες. Δεν της είχα πει ποτέ πόσο με τρόμαζε εκείνο το μέρος γιατί απλά θα άνοιγε την πόρτα και θα μου το έδειχνε, και αν πάθαινε τίποτα τι θα έκανα μετά εγώ; Κι αν έφευγε το τέρας και πήγαινε στο δωμάτιο; Τέλος πάντων, έχω πάρει την απόφαση να πάω και δεν με σταματάει τίποτα! Θα πάω κόντρα στο φόβο! Όχι ότι δεν φοβόμουν, μου είχαν κοπεί τα πόδια. Μια μέρα που έλειπαν όλοι από το σπίτι και ήταν στην αυλή, μπήκα κρυφά στο ‘’δωμάτιο της μαμάς’’ και πήρα όσα κλειδιά βρήκα. Δεν πήγα όμως με γυμνά χέρια… είχα και το ρόπαλο μαζί μου! ένα πλαστικό ρόπαλο, με αέρα μέσα και πιπίγκι στην άκρη, που όταν χτυπούσα τον αδελφό μου στο κεφάλι , έκανε και το χαρακτηριστικό θόρυβο. Κρατώντας λοιπόν σφιχτά το ρόπαλο για ασφάλεια δοκίμαζα κλειδιά στην πόρτα, δοκίμαζα μανιωδώς μέχρι που τελικά ένα ταίριαξε! Και ξεκλειδώνω την πόρτα… Και πιάνω το χερούλι …. Και το ανοίγω αργά και αθόρυβα, επιτέλους η πύλη για τον άλλο κόσμο άνοιξε, εκεί έχουν ξεχάσει να κλείσουν τον διακόπτη με τα μαγικά γιαυτό είναι περίεργο αυτό το μέρος και ζουν τόσο μαγικά πλάσματα, ο φόβος του άγνωστου. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα , έχω ιδρώσει, έχω ανοίξει την πόρτα τόσο ώστε αν θέλω μπορώ να βάλω το κεφάλι μου να δω, το μόνο που έχω δει μέχρι τώρα είναι ένα καναπές σκεπασμένος με ένα σεντόνι κολλημένος στον τοίχο που χωρίζει το σαλόνι από το δωμάτιο. Λίγο ακόμα και θα δω τον κρυφό κόσμο, κρατάω πιο σφιχτά το ρόπαλο και βγάζω σιγά σιγά το κεφάλι μου και κοιτάω μέσα… και μένω με ανοιχτό το στόμα… έχω κολλήσει, έχω μαγευτεί, και πάνω που πάω να κάνω το επόμενο βήμα να μπώ μέσα ακούω την μάνα μου απ την αυλή να με καλεί, αν δεν πάω αμέσως θα ρθει και θα με βρει, κλείνω την πόρτα κλειδώνω και κρύβω το κλειδί. Πάω έξω αναψοκοκκινισμένος με μια χαρά που είδα επιτέλους ένα κομμάτι του μαγικού κόσμου που είχαν ξεχάσει να κλείσουν οι μεγάλοι. Δεν αποκαλύφτηκα όμως γιατί είχα σκοπό να πάω και την άλλη μέρα και να τα εξετάσω από μέσα, και αν βγει και η μαϊμούΑ ή ο κακός ο κλόουν θα τους τσακίσω με το ρόπαλο! Αν όμως βγει η αρκούδα; Δείλιασα για κάποια στιγμή, γιατί με την αρκούδα δεν τα βάζουμε ποτέ… αλλά δεν έχει αρκούδες εκεί μέσα, αν είχε θα την είχα ακούσει….

Και έτσι με το κλειδί στο χέρι περίμενα πως και πως την επόμενη μέρα για πάω να δω, μέχρι που ήρθε και η επόμενη μέρα και τι είδα , αμάν παναγία μου……..

Προσεχώς…….

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Πάλι Η Σ.

Το παρακάτω κείμενο είναι αυτοτελή, αλλά είναι και συνέχεια ενός από τα πρώτα post αυτού του blog του Passion in Athens ( http://aougaros.blogspot.com/2010/02/blog-post_19.html )

Δυο μέρες μετά είμαστε με την Σ. στο κρεβάτι, έχει ένα καρούμπαλο στο κεφάλι, αλλά προφανώς με έχει συγχωρέσει. Προσπαθώ να κοιμηθώ, αλλά δεν γίνεται, έχει πολύ φασαρία από τον δρόμο.
-Βάλε ωτοασπίδες, μου λέει
-Δεν ξέρω, τι είναι αυτό;
-Είναι κάτι μακρόστενα μαλακά πράγματα που τα βάζεις στα αυτιά.
-Και δεν θα ακούω τίποτα;
-Τίποτα, θα κοιμηθείς σαν πουλάκι… Πίσω από τον καθρέφτη είναι πήγαινε πάρτα…
-Καλά θα προσπαθήσω να κοιμηθώ έτσι, και αν δεν μπορώ, θα τις βάλω μετά
Και κοιμηθήκαμε, η Σ. τον πήρε αμέσως, εγώ δυσκολευόμουν, μέχρι που αποφάσισα να βάλω αυτές τις πως τις λένε … ωτοασπίδες. Πήγα στο μέρος που μου είπε βρήκα αυτά τα μακρόστενα μαλακά πράγματα τα έβαλα στα αυτιά και τον πήρα επίσης. Δεν μπορώ να πω ότι είχε και μεγάλη διαφορά η φασαρία αλλά το θέμα είναι ότι κοιμήθηκα . Το πρωί ξύπνησε πρώτη η Σ. και γω ξύπνησα αμέσως μετά γιατί την άκουσα να γελάει .
-Κοιμήθηκες καλά ; μου είπε μόλις την κοίταξα
-Μια χαρά αλλά αυτά τα πράγματα δεν κάναν και πολύ δουλεία…
-Προφανώς δεν κάναν γιατί αυτά δεν είναι ωτοασπίδες, μου είπε προσπαθώντας να κρύψει κάποιο γέλιο
-Και τι είναι;
-Αυτά είναι ταμπόν!
-Ποια μπον; Της λέω ενώ αυτή έχει λυθεί στα γέλια
-Αστο αγόρι μου, θα δούμε τι θα κάνουμε με την περίπτωσή σου, και τραβάει τα κορδονάκια και βγάζει τα μπον από τα αυτιά μου


Το ίδιο βράδυ έχουμε κανονίσει με μια παρέα να πάμε σε σκυλάδικο, καποιος κύριος ονόματι Κιάμος ήταν ο αρχισκύλος. Η Σ. ετοιμάζεται , βάζει πολύ μακιγιάζ για να καλύψει το καρούμπαλο της, και γω της ρωτάω
-Έχω ακούσει ότι αυτού του είδους τα διασκεδάστηρια ρίχνουν λουλούδια, δεν θα επηρεάσει αυτό την αλλεργία σου ;
-Εκεί πετάνε μόνο τα φύλλα, εγώ έχω αλλέργία στην γύρη, και μην ψάχνεις τρόπο να το αποφύγουμε, θα πάμε όπως και να έχει!

Είμαστε μέσα στο τέλος πάντων μαγαζί και ο αοιδός λέει τα άσματα του και οι άλλοι τα λένε φωναχτά συμμετέχοντας κατά κάποιο τρόπο στην όλη παρωδία , αυτοί λένε ότι τραγουδάνε παράλληλα με τον τραγουδιστή γιατί γουστάρουν, εγώ πιστεύω ότι το κάνουν για να περηφανευτούν ο ένας στο άλλο ότι ξέρουν τα τραγούδια, δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, ενίοτε και εγώ το κάνω ασυνείδητα .

Η βραδιά προχωράει ακάθεκτη μέχρι που γίνεται κάτι που δεν μπορώ να το θεωρήσω τυχαίο. Η κοπέλα που κάθεται δίπλα μου ανοίγει την τσάντα της να βγάλει το κινητό της και χωρίς να το θέλω είδα ότι είχε ένα κουτί ίδιο με αυτό που είχε η Σ. , δύο φόρες στην ίδια μέρα είδα κουτί με μπον. Δικιά μου θα είναι και αυτή σκέφτηκα, και πήρα το θάρρος να της μιλήσω γιαυτό.
-Χωρίς να το θέλω είδα ότι στην τσάντα έχεις ένα κουτί μ΄ αυτά τα μπον, της λέω στο αυτί
-Ε, και; Μου λέει κάπως ενοχλημένη
-Έχεις σκοπό να τα χρησιμοποιήσεις σήμερα;
-Τι λες; Δεν νομίζεις ότι ξεφεύγεις λίγο; Καλά πόσο ήπιες;
-Καλά μην τσατίζεσαι, απλά έλεγα αν ήθελες να βάζαμε ο ένας στον άλλο, από αυτά τα μπον, δεν τον αντέχω άλλο τον γαιδουρόφωνο.
-Είσαι ανώμαλος! Φύγε!
-Γιατί είμαι ανώμαλος; Επειδή δεν αντέχω τον τραγουδιστή; Συγνώμη δεν ήθελ….
Με σπρώχνει , αρπάζει την τσάντα της και φεύγει από το τραπέζι , όπως έφευγε την ακολούθησε και μια άλλη φίλη από την παρέα, και την σταμάτησε. Στην αρχή νόμιζα ότι έτρεξε να την σταματήσει για να πληρώσει το μερίδιο που της αναλογούσε , αλλά είδα ότι μιλούσαν έντονα και έδειχνε προς το μέρος μου και ή φίλη της κρατούσε το στόμα της σαν μην ήθελε να πιστέψει τι άκουγε. Μα καλά τόσο κακό είναι μην μου αρέσει αυτός ο τραγουδιστής; Είναι κακό που της πρότεινα να βάλουμε αυτά τα προστατεύτηκα των αυτιών ώστε να μην ακούμε ; Μετά βλέπω την φίλη της να πηγαίνει προς τη Σ. όπου προφανώς της μετέφερε ότι της είπε η άλλη, η παρεξηγιάρα. Με το που τελειώνει τη αφήγηση η Σ. με κοιτάει ήδη με δολοφονικό βλέμμα,<< έλα έξω τώρα! >> Μου λέει απότομα και μου τραβάει λίγο την μπλούζα. Βγαίνουμε έξω αυτή μπροστά και γω από πίσω. Με το φτάνουμε κάπου απόμερα γυρνάει απότομα και μου ρίχνει ένα χαστούκι.
-Βλάκα!
-Πας καλά ρε ;της λέω θυμωμένα
-Βλάκα! Και συ τέτοιος είσαι
-Τι τέτοιος ρε; Γιατί ρε με δεν ξέρεις; Ας μην μου ζητούσες να βγούμε εδώ; Αφού ήξερες, τι μ έφερες εδώ;
-Δηλαδή εγώ φταίω;
Και σαν δαιμονισμένη άρχισε να με χτυπάει, εγω δεν μπορώ να χτυπήσω γυναίκα και αναγκαστικά κάνω προς τα πίσω. Κάνω πίσω μέχρι που αισθάνομαι ότι φτάσαμε στην άκρη της αυλής του μαγαζιού, έβαλα πίσω από την πλάτη μου το χέρι και κατάλαβα ότι έπιανα ένα λουλούδι, το έκοψα και όπως με χτυπούσε αυτήν, της το έβαλα στην μύτη. Και
-Ηλίθιε! Βλακ… α…. αα….ααα….ααααααψιού! Αψιού! Αψιου!

Και κάπως έτσι άδοξα έληξε πριν καν καλά καλά (ξανα)αρχίσει το θέμα με την Σ. Κι όλο αυτό γιατί; Γιατί δεν μου αρέσει ο Κιάμος! Αντε γεια ρε! Αντε γεια!
Κι όπως λέει και το άσμα: Σφύριξα και έληξες





Υ.Γ. Ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα

P.S. Ο λόγος που δεν απαντώ σε σχόλια και δεν σχολιάζω post είναι ότι δεν έχω internet και μπαίνω από το μόντεμ του κινητού και κάθε σελίδα αργεί πολύ να ανοίξει. Τα διαβάζω όλα, και θα απαντήσω και θα σχολιάσω εν καιρώ

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Alliens

Είναι απόγευμα και όλα στην πόλη έχουν τον γνωστό φασιαριόζικο ήρεμο ρυθμό τους. Ξαφνικά στο σημείο όπου βρισκόταν ο Μπάμπης, από τον ουρανό άρχισαν να πέφτουν κόκκινα φτερά. Στον ουρανό φάνηκε μια λάμψη και ένα άγνωστο αντικείμενο προσγειώθηκε μπροστά του. Πολύς κόσμο μαζεύτηκε γύρω από το αντικείμενο και το περιεργαζόταν ,η ώρα είχε περάσει και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Όσο το κοιτούσαν ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος. Αμέσως όλοι απομακρύνθηκαν και άνοιξε η πόρτα. Από το εσωτερικό του έβγαινε ένα πολύ έντονο φως και πολύ πυκνός καπνός. Μια λεπτή μαύρη φιγούρα στάθηκε στην πόρτα και όλοι μείναν με ανοιχτό το στόμα, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τι ακριβώς ήταν, γιατί το φως το έκανε να μοιάζει σαν μια σκιά. Τι είναι αυτό; ρωτάει κάποιος τον Μπάμπη, <<Δεν ξέρω ότι κι αν είναι πάντως, έχει καπνίσει πολύ πράμα εκεί μέσα>> << Λες ρε φιλαράκι να είναι από μπάφο αυτός ο καπνός;>> << Ναι για σε λέω αφού>> .Η φιγούρα επιστρέφει μέσα στο σκάφος , κλείνει η πόρτα και φεύγει

Το ίδιο βράδυ γίνεται η συνάντηση της παρέας, ο Μπάμπης ένας έκπτωτος εν Αθήναις Σαλονικιός , ο mr.alobar φανατικός υποστηρικτής των ΑΤΙΑ και ο aougaros. Ξεκινάει την κουβέντα ο mr.alobar
-Δεν θα πιστέψετε τι είδα σήμερα.
-Αδερφέ σε μιλάω ειλικρινά, και εγώ είδα κάτι κουλό σήμερα, λέει ο Μπάμπης
-Εγώ κοιμόμουν, λέει ό aougaros
-Μισό λεπτό να σας πω πρώτα το δικό μου, λέει ο mr.alobar , ήμουν στο μπαλκόνι και κοιτούσα τον ουρανό με τα κιάλια ώσπου βλέπω μια λάμψη, και μετά την λάμψη είδα ένα ΟΥΦΟ. Όπως πετούσε το ΟΥΦΟ πήρε στον κινητήρα ένα μεγάλο πουλί και πέταξε από πίσω αίμα σαν σπρέυ, αυτό το σπρέυ έπεσε πάνω σε ένα σμήνος από περιστέρια και τα έβαψε κόκκινα, μετά το ΟΥΦΟ γύρισε προς τα πίσω και έπεσε πάνω στα περιστέρια και τα διέλυσε, και έπεφταν κόκκινα φτερά, και μετά το ούφο προσγειώθηκε κάπου.
-Αδελφέ, έχω πάθει πλάκα τώρα, πετάγεται προφανώς ο Μπάμπης, εγώ εκεί που περπατούσα, άρχισαν να πέφτουν κόκκινα φτερά, κοιτάω απάν τι δω; Ένα ούφο, αδερφέ σε λέω τρελάθκα. Και κατεβαίνει κάτ, και ανοίγει η πόρτα, και βγαίνει ένας μαύρος αδύνατος μέσα σε καπνούς, μας κοιτάει, ξαναμπαίνει μέσα και φεύγει. Τρελάθκα αδερφέ, καράφλιασα σε λεω.
-Τι λες aougare γι αυτό; λέει ο mr.alobar ελπίζοντας να κάμψει την δυσπιστία του aougarou για την ύπαρξη των ουφο
-Τι να πω; Υπονοείς κάτι; Σου λέω κοιμόμουν…
-Δεν κατάλαβα, δεν υπονόησα τίποτα, πρώτον γιατί ψάρωσες και δεύτερον γιατί δεν αντιδράς αρνητικά όπως πάντα;

-Έλα ρε δεν ψάρωσα, απλά το θεωρώ γελοίο να ασχολούμαι μ αυτά
-Δεν μου λες Μπάμπη πως είπες ότι ήταν ο εξωγήινος; Ψηλός ,λεπτός , μαύρος και από μέσα από το σκάφος έβγαιναν ντουμάνια
-Ναι για σε λέω, και συ aougare δε με λες, από πότε κοιμάσαι τα μεσημέρια;
-Τι λέτε ρε μαλάκες υπονοείτε ότι εγώ είμαι ο εξωγήινος;
-Ξέρω και γω όλα δένουν προς εσένα, είσαι καμένος, ψηλός λεπτός μαύρος και για να μην πω και για τα ντουμάνια
-Ε, με όλα αυτά θα μπορούσε να ήταν και ο Bob Marley, ούτως ή άλλως εγώ δεν κάνω μπάφια και το ξέρετε
-Ναι αδερφέ, αλλά καπνίζεις πολύ, και ο συνονόματος ο Μπομπ δεν μισεί τα περιστέρια αφού.
-Ρε σεις τι λέτε τώρα, ότι εγώ είμαι ο εξωγήινος; Δεν μου λες Μπάμπη εσύ δεν είσαι αυτός που δεν βγαίνει από το σπίτι παρά μόνο για δουλεία και για καφέ με μας; Κι όλη την ώρα Σαν την Θεσσαλονίκη δεν είναι αφού, από πού κι ως πού έκανες βόλτα στην Αθήνα απογευματιάτικα; Κι εσύ mr.alobar τι θες να μας πεις ότι όλως τυχαίως κοιτούσες με τα κιάλια απογευματιάτικα τον ουρανό; Καλά θα μπορούσες να έκανες βράδυ μπανιστήρι , αλλά απόγευμα ; Κάπου δεν μου κάθεται καλά η όλη ιστορία…




Μια μέρα πριν η Εύα είχε πάρει τηλέφωνο τον aougaro, <<Θες να βγούμε σήμερα;>> << Ναι, αλλά ρε συ είμαι δεν έχω κοιμηθεί καθόλου από χτες, δεν θα μπορέσω για πολλά>> και βγήκαν, τους πήρε όμως μέχρι το πρωί. Ο aougaros δεν ξύπνησε ,η Εύα όμως ξύπνησε το μεσιμέρι και πήρε τηλέφωνο την Μπάμπη και του είπε για ένα μποουγατσάδικο στην γειτονιά του, βέβαια Μπάμπης είπε ότι σαν μπουγάτσα απ την Θεσσαλονίκη δεν έχει. Και μετά η Εύα πήρε τον mr.alobar τηλέφωνο και του είπε κατά το βραδάκι θα πέσουν πυροτεχνήματα στο ΟΑΚΑ και ότι θα είναι ορατά από το μπαλκόνι του

-Να σε πω αδερφέ ειλικρινά εμένα με είπε η Εύα για ένα μπουγατσάδικο στην γειτονία και πήγα να δοκίμασω, καλό ήταν αλλά σαν της Σαλονίκης δεν ήταν.
-Και μένα μου είπε η Εύα ότι το βράδυ θα πέσουν πυροτεχνήματα και περίμενα να τα δω
-Και εγώ ξενύχτισα με την Εύα, γι αυτό κοιμόμουν μέχρι το απόγευμα, άρα καταλήγουμε ότι όλο είναι στημένο από την Εύα, το ξερά ότι είναι εξωγήινη!
-Ναι φιλαράκι να σε πω, έχεις δίκιο, αυτήν πρέπει να είναι, το μόνο που δεν κολλλάει είναι ότι εγώ την είπα να σε παρεί τηλέφωνό γιατί έκανες παράπονα ότι δεν βρίσκεστε , την λέω : Πάρτον να βγείτε, είναι καλό παιδί, είναι από καλής πάστας οικογένεια
-Ναι ρε Μπάμπη, καταρχήν με έκανες μαλάκα στην Εύα, αλλά εγώ είπα στην Εύα για το μπουγατσάδικο..
-Έλα ρε αδερφέ σοβαρά μιλάς, και εγώ της είπα για τα πυροτεχνήματα
-Πόρε πούστη πολύ μπέρδεμα…. Λέει ο mr.alobar

Στη διπλανή παρέα κάποιος άκουσε την κουβέντα, και τους μίλησε
-Ρε παιδιά, για το ούφο μιλάτε και εσείς;
-Ναι αδερφέ, για το ούφο μιλάμε, άσε έχει γίνει αχταρμάς η κατάσταση, και σεις γι αυτό μιλάτε για;
-Ναι και εμείς γι αυτό μιλάμε, ο καθένας μας μπορεί να είναι και κανένας να μην είναι, όλα δένουν μεταξύ τους
-Τι με λες ρε αδελφέ; Έλα να σε κεράσουμε ένα ποτάκι, για πες με τι ασχολείσαι,;
-Έχω ένα μπουγατσάδικο στον Βύρωνα, εκεί κοντά που προσγειώθηκε το ούφο
-Αδελφέ σε μιλάω ειλικρινά , εκεί ήμουν το απόγευμα
-Το φαντάστηκα,… ολονων οι ιστορίες έχουν ένα κοινό σύνδεσμο, όλα είναι μια αλυσίδα
-Μοιάζει σαν να είναι στημένο για να υποψιαζόμαστε ό ένα τον άλλο ,λέει ο mr.alobar
-Δεν υπάρχουν εξωγήινοι, όλα είναι σχέδιο για να μας διασπάσουν, το πιθανότερο είναι να ήταν κάποια συνομωσία ή ένα πείραμα, κάτι σαν τον Δεκέμβρη του08, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να περιμένουμε να δούμε ποιος θα κερδίσει από αυτό… λέει ο aougaros
-Καλά ας το διαλύσουμε εδώ, μάλλον έχω πολλά να σκεφτώ, λέει ο mr.alobar
-Μου φαίνεται ότι θα ζήσουμε εποχές κυνήγι μαγισσών, όλοι θα είμαστε ύποπτοι σαν εξωγήινοι, και θα τρέμουμε να μιλήσουμε ή να διαφωνήσουμε μην τυχών και κατηγορηθούμε, ο θεός να μας φιλάει. Κλείνει την κουβέντα ο aougaros

Στο μεταξύ η Εύα δίνει αναφορά στον πλανήτη της, :Όλα έτοιμα κέντρο, αφού στήσαμε τέλεια την αλυσίδα των γεγονότων, έχουμε σπείρει τον και φόβο της αμφιβολίας μέσα τους, αρχίστε αύριο τις τυχαίες δολοφονίες σαν εξωγήινοι και θα εκκολαφτεί και ο σπόρος της διχόνοιας. Είναι θέμα χρόνου να αλληλοεξοντωθούν. Τελικά ήταν πιο εύκολο από ότι νομίζαμε.

Κωμικές Φιλίες

Μπαίνοντας στο σπίτι μετά από αυτό που είχα κάνει πριν από μερικά λεπτά βρήκα το πάτωμα γεμάτο διαφημιστικά φυλλάδια, ένα από αυτά μου τράβηξε την προσοχή. Ένας φάκελος από τον Κωτσόβολο , τον άνοιξα μπας και είχε καμιά δωροεπιταγή , αλλά τίποτα … μια πρόσκληση εγκαινίων για το καινούριο κατάστημά στην Κηφισίας. Έτσι όπως κρατούσα το προσκλητήριο άκουσα το κινητό μου να χτυπάει με τον ήχο που αντιστοιχεί στην φίλη Ευαγγελία , έχουμε καιρό να μιλήσουμε και μου ήρθε απότομο , το προσκλητήριο… μου έπεσε από τα χέρια, όχι δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν, αυτήν που χάνεται τα καλοκαίρια, τώρα ξανά μου τηλεφωνεί…. Γιατί κάτι μου θυμίζει αυτός ο στοίχος; Τέλος πάντων… Μετά τις πρώτες κουβέντες με ρώτησε: -Τι σημαίνει αυτό που έγραψες στην πρώτη σελίδα;

Πριν από δύο μήνες περίπου είμαστε με την φίλη Ευαγγελία μέσα στο τρόλεϊ, από κέντρο προς Ζωγράφου, όταν μπήκαμε ήταν σχεδόν άδειο, στεκόμαστε όρθιοι και κρατιόμαστε από μια κολώνα ,ο οδηγός του τρόλεϊ φρέναρε και ξεκινούσε απότομα, οπότε η φίλη Ευαγγελία που ήταν κάπως πιο χαλαρή ήταν σαν να χόρευε, και σε ποιο χορό παραπέμπει η κολώνα; Και κάποια στιγμή μου λέει: Βλέπεις αυτόν; Κοιτάει επίμονα την τσάντα μου… Μην ανησυχείς… της απαντώ και βάζω το χέρι μου πάνω στην τσάντα της και σφίγγω την γροθιά μου πλην του μεσαίου δαχτύλου και κοιτάω τον τύπο στα μάτια. Με το που με αντιλαμβάνεται κοίταξε αλλού. Ξαφνικά φρενάρει απότομα ο οδηγός και κόντεψα να πέσω πάνω στην φίλη Ευαγγελία, αλλά επειδή ούτε καταλάθος δεν μπορώ να την χτυπήσω, την απέφυγα κάνοντας μερικά βήματα προς το μπαρ μπριζ. Τελικά αποφασίζουμε να καθίσουμε. Τι το θέλαμε γαμώτο! Στην επόμενη στάση, είχε λαϊκή, και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα γέμισε το λεωφορείο γριές με ψώνια. Μια από αυτές, νιεχ, ήρθε και κόλλησε πάνω μου, αλλά με τον κώλο, δηλαδή ήρθαμε μάγουλο με κωλομάγουλο. Θα ήταν διαστροφή να πω ότι ένιωσα και τις ραφές του εσωρούχου της, αλλά τις ένιωσα. Αυτό κράτησε λίγο, γιατί η κωλόγρια προχώρησε και την θέση της πήρε μια χοντρή πενηντάρα, χοντρή όμως, με την κοιλιά της τύλιξε το μπράτσο, χάθηκε κυριολεκτικά το χέρι μου μέσα σε ένα στρώμα ζελέ και το στήθος της ακουμπισμένο πάνω στον ώμο μου με γαργαλούσε το λαιμό παλλόμενο καθώς ήταν από της λακκούβες του δρόμου . Την όλη κατάσταση δυσχέραινε το γεγονός ότι αυτή η κυρία είχε και μια σακούλα με πράσα τα όποια ήταν αρκούντως κοντά στη μύτη μου. Και μέσα σ όλα αυτά χτυπάει και το κινητό μου, το είχα από την μεριά όπου το σώμα μου ήταν βυθισμένο σε ένα πηχτό ζελέ, πάλεψα αρκετή ώρα να βγάλω το τηλέφωνο και αφού το έβγαλα έγειρα το σώμα μου πάνω στην φίλη Ευαγγελία, και όπως έγερνα δεξιά απομακρυνόταν το στήθος τη χοντρής από τον ώμο και όταν έφυγε τελείως έσκασε στην κοιλιά της και έκανε έναν παφλασμό τον όποιο δεν τον άκουσα αλλά τον ένιωσα . Έχοντας γείρει δεξιά και κρατώντας το κινητό με το αριστερό χέρι έπρεπε κάπου να ακουμπήσω και για στηριχτώ , και το πλέον βολικό μέρος ήταν στο στήθος της φίλης Ευαγγελίας όπου και απέθεσα με περίσσιο σεβασμό το δεξί μου μπράτσο και αγκώνα, δεν παραπονέθηκε καθόλου, να ναι καλά η κοπέλα…. Και όπως μιλούσα στον τηλέφωνο με ρωτούσε ο φίλος<< Πως είσαι;>> <<Τώρα τι να σου πω… από τα δεξιά καλά από τα αριστερά χάλια>> <<Πες του ότι περνάς καλά>> λέει η φίλη Ευαγγελία. <<Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα, θα σε πάρω μετά>> του λέω και κλείνω το τηλέφωνο, και ούτε που σκέφτηκα να ξαναμπώ στην διαδικασία να ξαναβάλω το κινητό μου στην τσέπη. Ακουμπισμένος πάντα πάνω στην φίλη Ευαγγελία λέγαμε χαζομάρες και γελούσαμε και οι γριές μας κοιτούσαν με μισό μάτι, κάποια στιγμή λέω << Αν μας δει κανένας γνωστός, σημαίνει ότι μας έπιασε στα πράσα;>>

Αφήνω την φίλη Ευαγγελία έξω από το σπίτι της << Πότε θα τα ξαναπούμε;>> την ρωτάω,<< Το συντομότερο δυνατό>> μου απαντάει. Ξεκινάω για το σπίτι μου, ξεκινάει και η βροχή. Μέχρι να φτάσω σπίτι έχω γίνει μούσκεμα. Με το που φτάνω με παίρνει η φίλη Ευαγγελία τηλέφωνο -Τι λέει έφτασες καλά; με ρωτάει
- Α, αυτό ήταν το συντομότερο δυνατό; Όχι δεν έφτασα, ήμουν κάτω μια στάση και περίμενα να σταματήσει η βροχή
-Εσύ; Πως και έτσι αφού σ αρέσει να περπατάς στην βροχή
-Μ ΄αρέσει, αλλά φοράω άσπρο μπλουζάκι και δεν θα θελα να γίνω προκλητικός
-Αι να χαθείς βλάκα, λέγε έφτασες;
- Ναι μαρί έφτασα, τι θες;
-Τίποτα, να δω αν είσαι καλά.

Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες με την φίλη Ευαγγελία, πλην των τελευταίων δυο μηνών, που για λόγους ανωτέρας βίας ψιλοχαθήκαμε, μέχρι που έφτασε η σημερινή μέρα , που πήγα να της δώσω ένα βιβλίο δώρο για τα γενέθλια της, δεν τη πέτυχα σπίτι, και δεν ήθελα να την πάρω τηλέφωνο για να μην της χαλάσω την έκπληξη, άφησα λοιπόν το βιβλίο στην ταχυδρομική της θυρίδα και έφυγα. Φαντάζομαι ότι με το που είδε θα άνοιξε την πρώτη σελίδα και θα είδε την αφιέρωση, δεν περίμενα να βρει τόσο γρήγορα, με πέτυχε μόλις επέστρεψα στο σπίτι, την ώρα που κρατούσα ένα φάκελο. Καταφανώς χαρούμενη για το δώρο της, και για το ότι μπήκα στον κόπο να της το πάω, με ρώτησε τι σημαίνει η αφιέρωση.

Αλλά μάλλον αυτό ενδιαφέρει μόνο εμένα και αυτήν, οπότε καλύτερα να πάω πάλι πίσω στο τρόλεϊ και να συνεχίσω την ιστορία εκεί που την άφησα. Αλλά ούτε και αυτό θα κάνω , κουράστηκα, θα ανακατέψω τα χρώματα του μυαλού μου και θα ετοιμάσω άλλη ιστορία…

Προσεχώς λοιπόν…

Χρόνια πολλά εξωγηινάκι μου

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΚΔΟΑ (γκδόα)

Στο στρατόπεδο του 521 εν έτι 2002 πήγαινα προς τα μαγειρεία μόνος από ένα κρυφό δρόμο που δεν επιτρεπόταν σε σε φαντάρους να περνάνε, και όπως περπατούσα βλέπω από μακριά ένα φάνταρο με το πρόσωπο γεμάτο αίματα να έρχεται προς το μέρος μου. Το 521 είναι μονάδα πεζοναυτών και εκεί υπηρέτησα το μεγαλύτερο μέρος της θητείας μου ως Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Την συγκεκριμένη περίοδο ήμουν εκπαιδευτής νέων πεζοναυτών, και ο φαν με το ματωμένο πρόσωπο ήταν εκπαιδευόμενος μου. Περπατώντας στο στρατόπεδο από κρυφά μέρη νιώθεις ότι είσαι σε άλλη εποχή, ανάμεσα από παρατημένες αποθήκες και παλιά αυτοκίνητα, μονοπάτια στο χορτάρι, ηρεμία, εγκατάλειψη, όλα είναι όμορφα και είναι η ομορφότερη στιγμή της ημέρας όταν πάω στα μαγειρεία για την επιθεώρηση του συσσιτίου, και νομίζω ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη του να είσαι στέλεχος ήταν το να έχεις το δικαίωμα να περπατάς σ αυτόν τον δρόμο το μεσημέρι. Βλέπω τον φαν με τα αίματα, γνωστή βλακόφατσα, ο Π. Σ., χαρακτηριστικό ΚΔΟΑ.
-Έλα εδώ. του λέω
Έρχεται μπροστά μου βαράει προσοχή, αναφέρει το όνομα και τον βαθμό του.
-Διατάξτε, λέει
-Τι έπαθες, ρε ψάρι; του λέω
-Τίποτα κύριε Δόκιμε
-Πως τίποτα ρε βλάκα, αφού είσαι γεμάτος αίματα, πλακώθηκες με κανέναν
-Ορίστε;
-Ξυστέ και κερδίστε, τι ορίστε ρε, λέγε τι έπαθες;
-Δεν μπορώ να σας πω, θα γελάσετε...
-Λέγε ρε, δεν θα γελάσω ούτε θα σ αναφέρω, μίλα, τι έγινε;
Σκύβει το κεφάλι κάτω, κουνιέται δεξιά αριστερά σαν παιδάκι που ντρέπεται, 1,85 ύψος 100 κιλά μαλάκας, μπρατσαράς αγρα φάτσα, και έκανε σαν παιδάκι που ντρέπεται, και μου λέει τι έγινε
-Να.... πήγαινα στα μαγειρεία από τον κανονικό τον δρόμο..........τρέχοντας......
-Και; λέγε ρε μια ώρα!
-Και να.... έτρεχα.... και είχα τα χέρια στις τσέπες, και σκόνταψα και έπεσα με τα μούτρα....
-.....(προσπαθώ να κρατήσω το γέλιο μου).........
-Μην το πείτε πουθενά, κύριε Δόκιμε
-Δεν το λέω πουθενά, μην φοβάσαι, αλλά είσαι πολύ ΚΔΟΑ ρε φίλε
-Τι είναι ΚΔΟΑ;
-Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια. Το κατάλαβες;
-Μάλιστα!
-Πιάστα και ξεμάλλιαστα! Στο λόχο αμέσως! και μην σε ξαναδώ σ αυτόν τον δρόμο!
-Μάλιστα!
-Μαλιά!
Και έφυγε τρέχοντας, χωρίς τα χέρια στις τσέπες αυτή την φορά. Δεν είπα σε κανέναν ποτέ τι έγινε με τον φαν, αλλά πάντα έχω τη απορία τι δικαιολογία θα είπε όταν βγήκε έξω. Λένε ότι οι κυνηγοί και οι ψαράδες είναι οι μεγαλύτεροι ψεύτες, εγω θα προσθέσω και τους καταδρομείς. Είμαι σίγουρος ότι ο συγκεκριμένος φαν θα εφηύρε μια απίστευτη ιστορία θάρρους και δύναμης για να δικαιολογήσει τα τραύματά του. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι λένε. Μια φορά πήρε τηλέφωνο γραφείο του λοχαγού μια μητέρα φάνταρου και έκανε παράπονα γιατί λέει ότι βάζουμε τα παιδιά να παλεύουν με τα λιοντάρια. Είναι γεγονός στο έτος 2002! ένας Έλληνας φαντάρος είπε στην μάνα του ότι τους βάζουμε να παλεύουν με λιοντάρια! με λιοντάρια!

Η Γριά Και Η Θάλασσα

Φτάνουμε με τον φίλο μου στην παραλία
-Που να καθίσουμε; με ρωτάει
-Οπουδήποτε αρκεί να μην έχουμε γριές και μωρά δίπλα
Και βρίσκουμε ένα τέλειο μέρος και αράζουμε, απολαμβάνουμε την ηρεμία της θάλασσας και την θέα των λουομένων κοριτσιών ( Ναι Μαράκι, πάλι τα κορίτσια κοιτούσα...) ώσπου βλέπουμε δίπλα μας μια γριά με ένα μωρό.... νιεχ.... και ακολουθεί ο εξής διάλογος
-Όχι ρε πούστη μου! Λέω
-Γαμησέτα....
-Τι σπάσιμο ρε πούστη μου
Και όσο μιλούσαμε το μωράκι ούρλιαζε η γριά αποκάλυπτε τα θεία κάλλη της και εμείς συνεχίζαμε την κουβέντα με κοφτές προτάσεις. Το θέμα είναι ότι ο φίλος μιλούσε για την γριά και εγώ νόμιζα ότι τα έλεγε για το μωρό, το οποίο ήταν κοριτσάκι, και πάμε στον διάλογο
-Τι να κάνεις... αναγκαίο κακό.... λέει ό φίλος
-Ναι...αλλά σε 20 χρόνια δεν θα είναι και τόσο κακό.... λέω, εννοώντας ότι το κοριτσάκι θα γίνει κοπέλα
-Χα, ναι παίζει σε είκοσι χρόνια, στα οριζόντια να μην είναι και τόσο κακό.... εννοώντας ότι η γριά θα τα τινάξει και δεν θα εισβάλει τοιουτοτρόπως στις παραλίες
-Καλά είναι λίγο άρρωστο να το σκέφτεσαι από τώρα έτσι... του απάντω
-Άρρωστο είναι που φοράει αυτό το μαγιό, ας φορούσε κάτι κατάλληλο για την ηλικία της..
-Έλα ρε δεν είναι καθόλου αντιαισθητικό...του απαντώ
-Είναι αηδία! μου λέει
-Έλα ρε φίλε, όχι και αηδία, το μόνο σπάσιμο είναι όταν ακούγεται
-Τι δεν σε αηδιάζει αυτό; κοίτα πως διπλώνει η κοιλία, κοιτά τα άσπρα μπούτια
-Δεν με αηδιάζει καθόλου, κάποτε ήσουν και εσύ έτσι... του λέω
-Έτσι;! Ποτέ δεν ήμουν σαν αυτό το πράγμα...
-Ήσουν! ένα κιλό πάνω κάτω δεν έχει σημασία...
-Άρχισες πάλι τα καμμένα;
-Μετά από αυτόν τον διάλογο είναι συζητήσιμο ποιος απο τους δυο μας είναι καμένος
-Καλά, καλά... άσε με τώρα να διαβάσω.. λέει ο φίλος
Και κοιτούσα το μωράκι με συμπάθια, και η γρια έβγαλε ένα μπολ με κεφτέδες που μου σπάσαν την μύτη.

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Κόκκινο Στους Δελφούς

Αφού έχω ντυθεί και είμαι έτοιμος να πάμε στους Δελφούς κολλάω στο μέγιστο δίλλημα: σπορτέξ για άνεση ή τα κόκκινα σταράκια για εμφάνιση; Μια που είχαμε να πάμε και για καφέ μετά διάλεξα τα σταράκια, που να ήξερα ότι αυτό το κόκκινο θα με ακολουθούσε καθ’ολη την διάρκεια της επίσκεψης μου στους Δελφούς.

Με το που φτάσαμε στο ταμείο, λέμε στην ταμεία <<Καλημέρα, δυο μισά εισιτήρια>> <<Γιατί μισά;>> <<Είμαστε υπάλληλοι του Χ υπουργείου και συμφώνα με το μνημόνιο συνεργασίας των υπουργείων δικαιούμαστε έκπτωση 50% , ορίστε και οι ταυτότητές μας>> <<Α, ναι, έχω ακούσει γι αυτό, αλλά δεν μου έχει έρθει καμιά διαταγή >> πως δεν σου χει έρθει, σκέφτηκα από μέσα μου, με ταχυδρομικά περιστέρια την στέλνουν για να είσαστε στο κλίμα του χώρου; <<Δεν πειράζει την έχουμε εμείς, ορίστε το χαρτί>> << Δεν μπορώ να κάνω κάτι, λυπάμαι, αν δεν έρθει από το δικό μας υπουργείο δεν μπορώ να σας βγάλω μισό εισιτήριο>> Τέλος πάντων, δεν καθίσαμε να μαλώσουμε, μια που δεν είμαστε και ΣΥΡΙΖΕΣ… Βάζω το πεντάευρω που κρατούσα στην τσέπη και βγάζω ένα δεκάευρο , με το πάω να της το δώσω μου πέφτει από το χέρι και προσγειώνεται πάνω στο παπούτσι μου. Χα! Κόκκινο στο κόκκινο τι σύμπτωση είπα μέσα μου. Τελικά πληρώσαμε, χαμογελάσαμε με συναδελφική αλληλεγγύη και προχωρήσαμε στα ενδότερα του μουσείου. Λέω στον φίλο μου μεταξυ σοβαρού και αστείου << Τι να πεις, δημόσιοι υπάλληλοι….>> <<Γιατί ρε, εσύ τι είσαι;>> <<Άλλο΄ γω >> <<Τι; Άλογο;>> <<Όχι ρε! Άλλο εγώ>>. Ελαφρύ χαμόγελο και προχωράμε.

Μπαίνουμε στην πρώτη αίθουσα, ήταν γεμάτο τουρίστες, το μάτι μου πέφτει αμέσως πάνω σε μια κοπέλα, ολόιδια με την Σοφία, με κοιτάει στα μάτια, κοιτάει τα κόκκινα σταράκια, γυρίζει πλάτη και προχωράει. Στα δυο βήματα που έκανε της πέφτει το χαρτί του μουσείου από τα χέρια και σκύβει να το πάρει, και όπως έσκυψε κάτω από το χαμηλοκάβαλο τζιν απολύπτεται το κόκκινο δαντελωτό εσώρουχό της. Βρε μπας και είναι η Σοφία; Σηκώνεται, χαμογελάει αμυδρά, με κοιτάει ένα δευτερόλεπτο και φεύγει με ελαφρύ τρέξιμο να προλάβει το υπόλοιπο γκρούπ της. Μέσα από το μπούγιο ακούω την φωνή της ξεναγού, κοιτάω λίγο ανάμεσα από τον κόσμο, την βλέπω, ομορφούλα είναι, οκ, λέω στον φίλο μου <<Στην Αθήνα κλέβουμε ίντερνετ, εδώ θες να κλέψουμε ξεναγό;>> <<τι;>> <<Να, πάμε ανάμεσα στο μπούγιο με τσι ξεν΄ να ακούσουμε τι τους λέει>> Στεκόμαστε δίπλα από μια ζωοφόρο με θέμα την τιτανομαχία και ακούμε την ξεναγό. Κάποια στιγμή λέει << Delphi ware in operation until 394 ac, when emperor Theodosius closed them >> << Α τον πούστη!>> λέω αυθόρμητα, η ξεναγός κρατήθηκε να μην γελάσει και μερικοί ξένοι με κοιτούσαν περίεργα. Την κάναμε διακριτικά.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για το μουσείο και για την σπουδαιότητα των εκθεμάτων, αλλά δεν είναι στο χαρακτήρα του blog , οπότε πάμε γρήγορα στο επόμενο θέμα. Μπαίνοντας στην αίθουσα του θησαυρού των Αθηναίων είδα ότι είχε δυο γκρούπ ξένων. Διαπίστωσα ότι είμαι ο μοναδικός Έλληνας εκεί μέσα , Ήμασταν ελάχιστοι Έλληνες στων μουσείο, και μου ήρθε ο συνειρμός ότι κάπως έτσι είναι και στην Ομόνοια στην Αθήνα, πολλοί ξένοι, ελάχιστοι Έλληνες, Ομόνοια, που είναι και σταθμός της κόκκινης γραμμής του μετρό. Κοιτάω τα αγάλματα ένα προς ένα, το ένα τελειότερο από το άλλο. Πιο πολύ μου τραβάει την προσοχή ένα ακέφαλο άγαλμα γυναικός που τρέχει και ο χιτώνας της αφήνει ακάλυπτο το ένα της στήθος. Πραγματικά ένιωσα ρίγη μπροστά της είχα απορροφηθεί τόσο πολύ που δεν κατάλαβα ότι όλοι οι ξένοι είχαν φύγει, ή μάλλον σχεδόν όλοι. Στο κέντρο της αίθουσας καθόταν ένας ξένος γέρος στο παγκάκι. Έμοιαζε με τον πρώην Πάπα στα τελευταία του, το χαρακτηριστικό χούφταλο. Ο γέρος που λες, κοιμόταν καθισμένος στο παγκάκι, τα χείλη του είχαν χαλαρώσει και όπως είχε γερμένο ελαφρώς δεξιά το κεφάλι του έτρεξε και κρεμόταν σάλιο από το στόμα του. Περίμενα τον φίλο μου να βάλουμε στοίχημα σε πόση ώρα θα στάξει το σάλιο. Γύρισα και ξανακοίταξα το άγαλμα της κοπέλας που έτρεχε και μου ήρθε στο μυαλό ο στοίχος από του Βάτραχους του Αριστοφάνη“Και γαρ παραβλέψας τι μειρακίσκης νυν δη κάτειδον και μαλλ΄ευπροσώπου συμπαίστριας χιτωνίου παραρράγεντος και τίτθιον προκύψαν” το τίτθιον είναι ότι και στα αγγλικά το tits . Κοιτούσα μια το άγαλμα και την ζωτικότητά του και μια τον γέρο με την νωθρότητα του, σκέφτηκα να πάω να τον ξυπνήσω , αλλά πριν προλάβω να επεξεργαστώ την σκέψη μου ήρθε μια κοπέλα με κόκκινο μπλουζάκι και τον ξύπνησε. Μια όμορφη μελαχρινή γαλλιδούλα , νεαρή, διοπτροφόρα, σαν την άνοιξη που ακουμπά απαλά το χειμώνα στην πλάτη και του κάνει νόημα να φύγει. Για λίγο το άγαλμά μου είχε αντίζηλο, και μετά έφυγε η κοπέλα και έμεινα μόνος με το άγαλμα, χωρίς ούτε καν τον παππού.

Στο χώρο τα μνημεία ήταν στην πλαγιά του βουνού, πργμα το οποίο σήμαινε ανηφόρα, και δη στον ήλιο. Υπό άλλες συνθήκες δεν θα με ενοχλούσε καθόλου αλλά έλα όμως που τα σταράκια έχουν λεπτή σόλα και ο δρόμος είχε χαλίκια. Όσο εκπληκτικά ήταν τα μνημεία άλλο τόσο ανυπόφορή ήταν η ανάβαση και περισσότερο η κατάβαση. Κάποια στιγμή εξουθενωμένος αποφάσισα να καθίσω σε μια σκιά. Και όπως έβλεπα από ψηλά το ναό το Ποσειδώνα, θυμήθηκα τους φίλους φίλων μου στην Λάρισα, οι απόλυτοι κάγκουρες , και σκεφτόμουν αν θα συγκινούνταν και αυτοί από το τοπίο και αν θα αναγνώριζαν την σπουδαιότητα αυτού του μέρους . Για το δεύτερο πολύ αμφιβάλω, για το πρώτο πιστεύω πως ναι, ακόμα και αυτούς θα τους άγγιζε . Βέβαια εδώ παίζει και το ενδεχόμενο το πώς θα εξέφραζαν τον θαυμασμό τους αυτοί οι κάγκουρες , μπορώ πολύ άνετα να τους φανταστώ να ρίχνουν λουλούδια στα αγάλματα ή στα μνημεία, και να τους εξηγεί η ξεναγός και αυτοί να λένε <<Πόρε παιδί μου, τι λες τώρα!!!!!!!! Ρίξε λουλούδια στην Αθηνά!!>> και να πέφτουν πέταλα από κόκκινα τριαντάφυλλα, και να καρφώνουν τα βλέμματα και το ηλίθιο χαμόγελο, και το κομπολόι και η άσπρη κάλτσα χαρακτηριστικά του είδους και μόλις τελειώσει περιήγηση <<Φτιάχτηκα τώρα, πάμε στη Σαλονίκη να ακούσουμε Πέγκυ>> Νιεχ, είπα Σαλονίκη και Πέγκυ, μισό λεπτό να συνέλθω από το πολιτισμικό σοκ………. Έτοιμος.. και μην πεις ότι η απ’ αυτήν δεν είναι σκυλάδικο γιατί θα φας κλοτσιά! Και όπως καθόμουν λοιπόν βγάζω το κινητό μου να πάρω ένα τηλέφωνο, κοιτάω, κόκκινο και το κινητό, από μπροστά μου ερχόταν προς το μέρος μου ένα κοριτσάκι γύρω στα έξι πιθανόν σουηδικής προελεύσεως, γυμνό από την μέση και πάνω και το δερματάκι του είχε γίνει κατακόκκινο από τον ήλιο, από τα δεξιά κατέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο βρακάκι και από αριστερά ανέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο μπλουζάκι. Συμπτώσεις να σου τύχουν…..

Κατεβαίνοντας κάτω έπρεπε να περάσουμε από την άλλη μεριά του δρομόυ για να πάμε στο γυμνάσιο και στην Κρυστάλλια πηγή. Ενώ ψάχναμε στον χάρτη ήρθε ένας κύριος, με κάποια δυσκολία επικοινωνίας και μας εξήγησε πώς να πάμε, όσο μιλούσε κοιτούσα το στόμα για να τον καταλάβω και παρατήρησα ότι όλο το σκηνικό ήταν κατακόκκκινο γιατί ο καημένος δεν είχε δόντια, καλά κάνει και δουλεύει στο δημόσιο αυτός ο άνθρωπος γιατί προφανώς είχε κάποιο πρόβλημα νοημοσύνης και θα ήταν δύσκολο να βρει αλλού δουλεία αλλά πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα και γιαυτόν και για τους υπόλοιπους να δούλευε σε άλλο πόστο. Την ώρα που φτάναμε στις σκάλες για να κατεβούμε στο γυμνάσιο είδα αραγμένο κάτω από ένα πέυκο ένα κόκκινο φορτηγό, τα κλαδιά του πεύκου είχαν σκεπάσει την οροφή του φορτηγού, αλλά μέσα από το τζάμι φαινόταν δυο τύποι αραγμένοι να κοιμούνται, τι ήταν λες; Λέω στον φίλο μου<< Κοίτα ρε μαλάκα λιώσιμο οι πυροσβέστες…. Μάλλον σε λάθος δημόσιο δουλεύουμε ….>> ο φίλος δεν μίλησε κοιτούσε τον χάρτη. Κατεβήκαμε κάτω , το μέρος ήταν κατώτερο των προσδοκιών, αυτό που άξιζε περισσότερο ήταν ένα δέντρο ελιάς στο κέντρο του Γυμνασίου. Τα πόδια μου με είχαν πεθάνει, γαμώ τα κολοσταράκια! Καθίσαμε στο δέντρο και κοιτούσα στο δρόμο, και φαινόταν η κορυφή του φορτηγού, και είχα φάει κόλλημα, είναι δυνατόν να πληρώνονται για να αράζουν έτσι . Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να γυρίσουμε σπίτι, και παίρνουμε πάλι την ανηφόρα. Πήραμε άλλο ο δρόμο από αυτόν που ήρθαμε, και βγήκαμε λίγο πιο πίσω από κει που μπήκαμε. Με το που κοιτάω μπροστά βλέπω το πίσω μέρος του φορτηγού, και είχε μια πινακίδα που έγραφε Algida, τελικά δεν ήταν πυροσβεστικό, ήταν παγωτατζίδες της algida που λουφάρανε στην σκιά, το έκανα και εγώ όταν δούλευα πάλια στα φορτηγά, έπαιρνα τηλ στην εταιρία και έλεγα ότι χάλασε το φορτηγό και την έπεφτα κάτω από τον ίσκιο. Και μου έρχεται άλλο στο μυαλό, είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα πυροσβεστικό όχημα στη περιοχή; Τι θα γίνει αν πιάσει μια φωτιά; Θα έπρεπε να υπάρχουν πυροσβέστες έστω και αραγμένοι κάτω από το πεύκο. Το κολοκράτος μου γαμώ!

Και φτάσαμε στο αυτοκίνητο, ξεθεωμένος ακουμπάω στην πόρτα περιμένοντας να ανοίξει ο φίλος μου και βλέπω απέναντι στο δρόμο την γαλλιδούλα με τον παππού στο πίσω μέρος του γκρουπ, του οποίου ο μπροστάρης κρατούσε μια κόκκινη σημαία με ένα φύλλο στην μέση πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ήταν γαλλόφωνοι Καναδοί . Όπως ακουμπούσα στην πόρτα απηυδισμένος από την ταλαιπωρία που σε μεγαλύτερο βαθμό την προκάλεσαν τα σταράκια , είδα τον παππού απέναντι να ακουμπάει κάπου και να έχει το ίδιο ύφος ταλαιπωρίας……

Cheep coffee twin