Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Κόκκινο Στους Δελφούς

Αφού έχω ντυθεί και είμαι έτοιμος να πάμε στους Δελφούς κολλάω στο μέγιστο δίλλημα: σπορτέξ για άνεση ή τα κόκκινα σταράκια για εμφάνιση; Μια που είχαμε να πάμε και για καφέ μετά διάλεξα τα σταράκια, που να ήξερα ότι αυτό το κόκκινο θα με ακολουθούσε καθ’ολη την διάρκεια της επίσκεψης μου στους Δελφούς.

Με το που φτάσαμε στο ταμείο, λέμε στην ταμεία <<Καλημέρα, δυο μισά εισιτήρια>> <<Γιατί μισά;>> <<Είμαστε υπάλληλοι του Χ υπουργείου και συμφώνα με το μνημόνιο συνεργασίας των υπουργείων δικαιούμαστε έκπτωση 50% , ορίστε και οι ταυτότητές μας>> <<Α, ναι, έχω ακούσει γι αυτό, αλλά δεν μου έχει έρθει καμιά διαταγή >> πως δεν σου χει έρθει, σκέφτηκα από μέσα μου, με ταχυδρομικά περιστέρια την στέλνουν για να είσαστε στο κλίμα του χώρου; <<Δεν πειράζει την έχουμε εμείς, ορίστε το χαρτί>> << Δεν μπορώ να κάνω κάτι, λυπάμαι, αν δεν έρθει από το δικό μας υπουργείο δεν μπορώ να σας βγάλω μισό εισιτήριο>> Τέλος πάντων, δεν καθίσαμε να μαλώσουμε, μια που δεν είμαστε και ΣΥΡΙΖΕΣ… Βάζω το πεντάευρω που κρατούσα στην τσέπη και βγάζω ένα δεκάευρο , με το πάω να της το δώσω μου πέφτει από το χέρι και προσγειώνεται πάνω στο παπούτσι μου. Χα! Κόκκινο στο κόκκινο τι σύμπτωση είπα μέσα μου. Τελικά πληρώσαμε, χαμογελάσαμε με συναδελφική αλληλεγγύη και προχωρήσαμε στα ενδότερα του μουσείου. Λέω στον φίλο μου μεταξυ σοβαρού και αστείου << Τι να πεις, δημόσιοι υπάλληλοι….>> <<Γιατί ρε, εσύ τι είσαι;>> <<Άλλο΄ γω >> <<Τι; Άλογο;>> <<Όχι ρε! Άλλο εγώ>>. Ελαφρύ χαμόγελο και προχωράμε.

Μπαίνουμε στην πρώτη αίθουσα, ήταν γεμάτο τουρίστες, το μάτι μου πέφτει αμέσως πάνω σε μια κοπέλα, ολόιδια με την Σοφία, με κοιτάει στα μάτια, κοιτάει τα κόκκινα σταράκια, γυρίζει πλάτη και προχωράει. Στα δυο βήματα που έκανε της πέφτει το χαρτί του μουσείου από τα χέρια και σκύβει να το πάρει, και όπως έσκυψε κάτω από το χαμηλοκάβαλο τζιν απολύπτεται το κόκκινο δαντελωτό εσώρουχό της. Βρε μπας και είναι η Σοφία; Σηκώνεται, χαμογελάει αμυδρά, με κοιτάει ένα δευτερόλεπτο και φεύγει με ελαφρύ τρέξιμο να προλάβει το υπόλοιπο γκρούπ της. Μέσα από το μπούγιο ακούω την φωνή της ξεναγού, κοιτάω λίγο ανάμεσα από τον κόσμο, την βλέπω, ομορφούλα είναι, οκ, λέω στον φίλο μου <<Στην Αθήνα κλέβουμε ίντερνετ, εδώ θες να κλέψουμε ξεναγό;>> <<τι;>> <<Να, πάμε ανάμεσα στο μπούγιο με τσι ξεν΄ να ακούσουμε τι τους λέει>> Στεκόμαστε δίπλα από μια ζωοφόρο με θέμα την τιτανομαχία και ακούμε την ξεναγό. Κάποια στιγμή λέει << Delphi ware in operation until 394 ac, when emperor Theodosius closed them >> << Α τον πούστη!>> λέω αυθόρμητα, η ξεναγός κρατήθηκε να μην γελάσει και μερικοί ξένοι με κοιτούσαν περίεργα. Την κάναμε διακριτικά.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για το μουσείο και για την σπουδαιότητα των εκθεμάτων, αλλά δεν είναι στο χαρακτήρα του blog , οπότε πάμε γρήγορα στο επόμενο θέμα. Μπαίνοντας στην αίθουσα του θησαυρού των Αθηναίων είδα ότι είχε δυο γκρούπ ξένων. Διαπίστωσα ότι είμαι ο μοναδικός Έλληνας εκεί μέσα , Ήμασταν ελάχιστοι Έλληνες στων μουσείο, και μου ήρθε ο συνειρμός ότι κάπως έτσι είναι και στην Ομόνοια στην Αθήνα, πολλοί ξένοι, ελάχιστοι Έλληνες, Ομόνοια, που είναι και σταθμός της κόκκινης γραμμής του μετρό. Κοιτάω τα αγάλματα ένα προς ένα, το ένα τελειότερο από το άλλο. Πιο πολύ μου τραβάει την προσοχή ένα ακέφαλο άγαλμα γυναικός που τρέχει και ο χιτώνας της αφήνει ακάλυπτο το ένα της στήθος. Πραγματικά ένιωσα ρίγη μπροστά της είχα απορροφηθεί τόσο πολύ που δεν κατάλαβα ότι όλοι οι ξένοι είχαν φύγει, ή μάλλον σχεδόν όλοι. Στο κέντρο της αίθουσας καθόταν ένας ξένος γέρος στο παγκάκι. Έμοιαζε με τον πρώην Πάπα στα τελευταία του, το χαρακτηριστικό χούφταλο. Ο γέρος που λες, κοιμόταν καθισμένος στο παγκάκι, τα χείλη του είχαν χαλαρώσει και όπως είχε γερμένο ελαφρώς δεξιά το κεφάλι του έτρεξε και κρεμόταν σάλιο από το στόμα του. Περίμενα τον φίλο μου να βάλουμε στοίχημα σε πόση ώρα θα στάξει το σάλιο. Γύρισα και ξανακοίταξα το άγαλμα της κοπέλας που έτρεχε και μου ήρθε στο μυαλό ο στοίχος από του Βάτραχους του Αριστοφάνη“Και γαρ παραβλέψας τι μειρακίσκης νυν δη κάτειδον και μαλλ΄ευπροσώπου συμπαίστριας χιτωνίου παραρράγεντος και τίτθιον προκύψαν” το τίτθιον είναι ότι και στα αγγλικά το tits . Κοιτούσα μια το άγαλμα και την ζωτικότητά του και μια τον γέρο με την νωθρότητα του, σκέφτηκα να πάω να τον ξυπνήσω , αλλά πριν προλάβω να επεξεργαστώ την σκέψη μου ήρθε μια κοπέλα με κόκκινο μπλουζάκι και τον ξύπνησε. Μια όμορφη μελαχρινή γαλλιδούλα , νεαρή, διοπτροφόρα, σαν την άνοιξη που ακουμπά απαλά το χειμώνα στην πλάτη και του κάνει νόημα να φύγει. Για λίγο το άγαλμά μου είχε αντίζηλο, και μετά έφυγε η κοπέλα και έμεινα μόνος με το άγαλμα, χωρίς ούτε καν τον παππού.

Στο χώρο τα μνημεία ήταν στην πλαγιά του βουνού, πργμα το οποίο σήμαινε ανηφόρα, και δη στον ήλιο. Υπό άλλες συνθήκες δεν θα με ενοχλούσε καθόλου αλλά έλα όμως που τα σταράκια έχουν λεπτή σόλα και ο δρόμος είχε χαλίκια. Όσο εκπληκτικά ήταν τα μνημεία άλλο τόσο ανυπόφορή ήταν η ανάβαση και περισσότερο η κατάβαση. Κάποια στιγμή εξουθενωμένος αποφάσισα να καθίσω σε μια σκιά. Και όπως έβλεπα από ψηλά το ναό το Ποσειδώνα, θυμήθηκα τους φίλους φίλων μου στην Λάρισα, οι απόλυτοι κάγκουρες , και σκεφτόμουν αν θα συγκινούνταν και αυτοί από το τοπίο και αν θα αναγνώριζαν την σπουδαιότητα αυτού του μέρους . Για το δεύτερο πολύ αμφιβάλω, για το πρώτο πιστεύω πως ναι, ακόμα και αυτούς θα τους άγγιζε . Βέβαια εδώ παίζει και το ενδεχόμενο το πώς θα εξέφραζαν τον θαυμασμό τους αυτοί οι κάγκουρες , μπορώ πολύ άνετα να τους φανταστώ να ρίχνουν λουλούδια στα αγάλματα ή στα μνημεία, και να τους εξηγεί η ξεναγός και αυτοί να λένε <<Πόρε παιδί μου, τι λες τώρα!!!!!!!! Ρίξε λουλούδια στην Αθηνά!!>> και να πέφτουν πέταλα από κόκκινα τριαντάφυλλα, και να καρφώνουν τα βλέμματα και το ηλίθιο χαμόγελο, και το κομπολόι και η άσπρη κάλτσα χαρακτηριστικά του είδους και μόλις τελειώσει περιήγηση <<Φτιάχτηκα τώρα, πάμε στη Σαλονίκη να ακούσουμε Πέγκυ>> Νιεχ, είπα Σαλονίκη και Πέγκυ, μισό λεπτό να συνέλθω από το πολιτισμικό σοκ………. Έτοιμος.. και μην πεις ότι η απ’ αυτήν δεν είναι σκυλάδικο γιατί θα φας κλοτσιά! Και όπως καθόμουν λοιπόν βγάζω το κινητό μου να πάρω ένα τηλέφωνο, κοιτάω, κόκκινο και το κινητό, από μπροστά μου ερχόταν προς το μέρος μου ένα κοριτσάκι γύρω στα έξι πιθανόν σουηδικής προελεύσεως, γυμνό από την μέση και πάνω και το δερματάκι του είχε γίνει κατακόκκινο από τον ήλιο, από τα δεξιά κατέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο βρακάκι και από αριστερά ανέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο μπλουζάκι. Συμπτώσεις να σου τύχουν…..

Κατεβαίνοντας κάτω έπρεπε να περάσουμε από την άλλη μεριά του δρομόυ για να πάμε στο γυμνάσιο και στην Κρυστάλλια πηγή. Ενώ ψάχναμε στον χάρτη ήρθε ένας κύριος, με κάποια δυσκολία επικοινωνίας και μας εξήγησε πώς να πάμε, όσο μιλούσε κοιτούσα το στόμα για να τον καταλάβω και παρατήρησα ότι όλο το σκηνικό ήταν κατακόκκκινο γιατί ο καημένος δεν είχε δόντια, καλά κάνει και δουλεύει στο δημόσιο αυτός ο άνθρωπος γιατί προφανώς είχε κάποιο πρόβλημα νοημοσύνης και θα ήταν δύσκολο να βρει αλλού δουλεία αλλά πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα και γιαυτόν και για τους υπόλοιπους να δούλευε σε άλλο πόστο. Την ώρα που φτάναμε στις σκάλες για να κατεβούμε στο γυμνάσιο είδα αραγμένο κάτω από ένα πέυκο ένα κόκκινο φορτηγό, τα κλαδιά του πεύκου είχαν σκεπάσει την οροφή του φορτηγού, αλλά μέσα από το τζάμι φαινόταν δυο τύποι αραγμένοι να κοιμούνται, τι ήταν λες; Λέω στον φίλο μου<< Κοίτα ρε μαλάκα λιώσιμο οι πυροσβέστες…. Μάλλον σε λάθος δημόσιο δουλεύουμε ….>> ο φίλος δεν μίλησε κοιτούσε τον χάρτη. Κατεβήκαμε κάτω , το μέρος ήταν κατώτερο των προσδοκιών, αυτό που άξιζε περισσότερο ήταν ένα δέντρο ελιάς στο κέντρο του Γυμνασίου. Τα πόδια μου με είχαν πεθάνει, γαμώ τα κολοσταράκια! Καθίσαμε στο δέντρο και κοιτούσα στο δρόμο, και φαινόταν η κορυφή του φορτηγού, και είχα φάει κόλλημα, είναι δυνατόν να πληρώνονται για να αράζουν έτσι . Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να γυρίσουμε σπίτι, και παίρνουμε πάλι την ανηφόρα. Πήραμε άλλο ο δρόμο από αυτόν που ήρθαμε, και βγήκαμε λίγο πιο πίσω από κει που μπήκαμε. Με το που κοιτάω μπροστά βλέπω το πίσω μέρος του φορτηγού, και είχε μια πινακίδα που έγραφε Algida, τελικά δεν ήταν πυροσβεστικό, ήταν παγωτατζίδες της algida που λουφάρανε στην σκιά, το έκανα και εγώ όταν δούλευα πάλια στα φορτηγά, έπαιρνα τηλ στην εταιρία και έλεγα ότι χάλασε το φορτηγό και την έπεφτα κάτω από τον ίσκιο. Και μου έρχεται άλλο στο μυαλό, είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα πυροσβεστικό όχημα στη περιοχή; Τι θα γίνει αν πιάσει μια φωτιά; Θα έπρεπε να υπάρχουν πυροσβέστες έστω και αραγμένοι κάτω από το πεύκο. Το κολοκράτος μου γαμώ!

Και φτάσαμε στο αυτοκίνητο, ξεθεωμένος ακουμπάω στην πόρτα περιμένοντας να ανοίξει ο φίλος μου και βλέπω απέναντι στο δρόμο την γαλλιδούλα με τον παππού στο πίσω μέρος του γκρουπ, του οποίου ο μπροστάρης κρατούσε μια κόκκινη σημαία με ένα φύλλο στην μέση πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ήταν γαλλόφωνοι Καναδοί . Όπως ακουμπούσα στην πόρτα απηυδισμένος από την ταλαιπωρία που σε μεγαλύτερο βαθμό την προκάλεσαν τα σταράκια , είδα τον παππού απέναντι να ακουμπάει κάπου και να έχει το ίδιο ύφος ταλαιπωρίας……

7 σχόλια:

mr.alobar είπε...

καλη εμπειρια,συνδιαζες το ωφελιμο με την διασκεδαση,παντα ομως ειναι οι ανθρωποι που κανουν ενδιαφερουσα την εμπειρια.Στην Αθηνα που ζουμε τα εχουμε δει ολα;

aougaros είπε...

Νομίζω ότι δεν έχουμε δει ουτε τα μισά. Ετοίμαζα και ένα άλλο ποστ για το εισιτήριο και τα περί παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά δεν ξέρω αν το δημοσιεύσω εδώ.

mr.alobar είπε...

γιατι οχι; ακουγετε καλο ενα θεμα περί παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς

Sweet truth! είπε...

Τι τα θελες τα σταράκια;!
Απορώ!!!
Τέτοια ταλαιπωρία...
Τέλος πάντων ωραία η περιγραφή όπως και να χει.

ΥΓ. Παρατηρείς ΟΛΕΣ τις γυναίκες; Για όλες κάτι θα πεις μου φαίνεται... :)

Φιλιά!!!!

Ανώνυμος είπε...

Ευαγγελία: Που τα πας τα σταράκια με τέτοιο καιρό;άστα τα ρημάδια!!Αυτά είναι να τα βάλεις σε κανά Ψυρρή με αλτσίδα στο λαιμό..

aougaros είπε...

Μαρία:
θα ήταν αμαρτία να μην παρατηρώ τις όμορφες κοπέλες, αν δεν τις παρατηρούσα ίσως να μην είχα τι γράψω.
Φιλιά, να σαι καλά

aougaros είπε...

Ευαγγελία:
Νιεχ.... η αλτσύδα είναι ένας αστικός μύθος, ένα ψέμα, μια συκοφαντία...
Φιλιά.