Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Ιλιάδα 1 (αιτία πολέμου)


Μέσα στο παλάτι πολύ φασαρία, η μουσική είναι στο τέρμα και όλοι πίνουν και γλεντάνε. Οι Μυκηναίοι φιλοξενούν μια αντιπροσωπεία των Τρώων. Στα ανάκλιντρα όλοι χαμουρεύονται,   οι γκαρσόνοι πηγαινοφέρνουν  κρασί, φρούτα και φαγητά. Πίσω από μια κολόνα μια κοπέλα είναι μόνη της και μελαγχολική.  Κρατάει ένα ποτήρι με κρασί και κοιτάει με απέχθεια τα τεκταινόμενα μέσα στο παλάτι. Ο πρίγκιπας της Τροίας ο Πάρις κάθεται μαζί με τον βασιλιά των Μυκηνών τον Αγαμέμνονα . Ο Αγαμέμνων του ζαλίζει τα αρχίδια για το πόσο καλός είναι στο κυνήγι και για το πόσο καλός είναι στο πότο, ο Πάρις κάνει ότι τον ακούει αλλά όλη του η προσοχή είναι στην μελαγχολική κοπέλα. Η κοπέλα κάθεται ακουμπισμένη στην κολόνα και  είναι ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας,  τα κατάμαυρα μαλλιά της πέφτουν  πάνω στους γυμνούς της  ώμους, είναι ψιλή και λεπτή,  η ομορφότερη του παλατιού. Ο Πάρις έχει απηυδήσει από τις μαλακίες τους Αγαμέμνονα και σηκώνεται όρθιος.  «Πάω τουαλέτα»  λέει του Αγαμέμνονα, «Μην αργήσεις, έλα να σου πω πως έφαγα ένα ολόκληρο  γουρούνι μόνος μου πριν από μερικά χρόνια» του λέει ο άλλος.  Ο Πάρις δεν απαντάει, πάει κατευθείαν προς την κοπέλα. Ο Αγαμέμνων τον βλέπει να απομακρύνεται και θαυμάζει τον κώλο του Πάρι. Αυτή τον βλέπει να έρχεται και περνάει από την πίσω μεριά της κολόνας, ο Πάρις πάει και την βρίσκει.  Ξεκινάει την κουβέντα , αλλά μιλούσαν πολύ δυνατά γιατί η κοπέλα ήταν δίπλα στα όργανα και έτσι δεν άκουγαν καλά ο ένας τον άλλο
-Γεια, της λέει φωναχτά μέσα στο αυτί
-Γεια σου, του λέει και αυτή.
-Με λένε Πάρι
-Χάρη; Του λέει φωναχτά
-Ναι Πάρι! Εσένα πως σε λένε;
-Ελένη!
-Ναι σε λενε, αλλά πως σε λένε;
-Ελένη!
-Αααα Ελένη, πολύ ωραίο όνομα, γιατί δεν διασκεδάζεις Ελένη;
-Δεν μου αρέσει αυτού του είδους η διασκέδαση….
-Ούτε και μένα μ αρέσει, αλλά αφού είμαστε που είμαστε εδώ δεν πρέπει να φροντίσουμε να περάσουμε και καλά;
-Εγώ είμαι εδώ γιατί με υποχρεώσανε να είμαι, εσύ είσαι γιατί το θες
-Μα ούτε και εγώ το θέλω, και έμενα με υποχρεώσανε, τι νομίζεις ότι μου αρέσει να κάθομαι να ακούω αυτόν τον χοντρομαλάκα για το πόσο καλός είναι στο πιοτό;
-Αυτός ο χοντρομαλάκας είναι αδερφός του άντρα μου
-Του άντρα σου;!!!! Είσαι γυναίκα του Μενέλαου;
-Ναι, γιατί δεν το ήξερες;
-Είχα ακούσει για την ομορφιά σου, αλλά δεν περίμενα με τίποτα ότι μια γυναίκα σαν και εσένα θα μπορούσε να είναι με έναν τέτοιο τύπο,  ωχ, συγνώμη , δεν ήθελα να προσβάλω τον άντρα σου…
-Να τον προσβάλεις, είναι βλαχοκάγκουρας και είναι και κοντός!
-Καλά πρώτο μπόι δεν τον λες, αλλά δεν είναι και ο πιο κοντός άνθρωπος στον κόσμο
-Καλά, καλά, αν είναι να είσαι εδώ για να δικαιολογείς τον άντρα μου σήκω και φύγε. Του είπε η Ελένη.
-Έλα μην κάνεις έτσι, κατάλαβε ότι είναι λεπτή η θέση μου
-Και μένα είναι λεπτή η μέση μου! Πήγαινε πες του του μαλάκα γιατί αυτός δεν το έχει πάρει ακόμα χαμπάρι.
-Χαχαχα
Και χου χου χου, και ο Πάρις έκατσε όλη την υπόλοιπη ώρα να ακούει τα προβλήματα της Ελένης με τον άντρα της, για καμάκι πήγε, φίλος έγινε, φιλενάδας.  Η Ελένη μιλούσε ασταμάτητα, αλλά μιλούσε μόνο για το πώς της φέρεται ο άντρας της. Ο Πάρις όμως δεν έφευγε, καθόταν και άκουγε,  δεν της είπε ούτε ένα κομπλιμέντο, περίμενε την Ελένη να σταματήσει να κλαίγεται αλλά αυτό δεν έγινε. 

Ο Αγαμέμνων άρχισε να ανησυχεί για το που είναι ο Πάρις,  ήθελε να του μιλήσει, μαγεύτηκε από την ομορφιά του Πάρι, ο Αγαμέμνων αν και σκληροτράχηλος πολεμόχαρος κατακτητής καταβάθος ήταν πολύ ευαίσθητος. Μπορεί να μιλούσε με αβρότητα στον Πάρι αλλά μέσα του έλειωνε για την αδιόρατη  μελαγχολία που απέπνεε το βλέμμα του νεαρού Τρώα.  Κάποιος ήρθε και του είπε στο αυτί ότι γυναίκα του αδερφού του μιλούσε με τον Πάρι. Ο Αγαμέμνων χτύπησε δυνατά το χέρι στο τραπέζι και έψαχνε με το βλέμμα του δει που είναι αυτοί οι δύο.  Το πόδι άρχισε να τρεμοπαίζει κάτω από το τραπέζι. Δεν τους είδε,  αγρίεψε ο Αγαμέμνων και φώναξε ένα από τους φρουρούς  και του λέει «Πήγαινε πιάσε αυτό το πουτανάκι την Ελένη και φερ την στο δωμάτιό μου»

Μετά από λίγη ώρα είναι στο δωμάτιο ο Αγαμέμνονας και η Ελένη, μόνοι τους
-Τι έκανες εκεί τόση ώρα μωρή με τον ξένο; Ρεζιλεύεις τον αδερφό μου;
-Ο αδερφός σου είναι ρεζίλι από μόνος του, δεν χρειάζεται να κάνω κάτι για να τον ρεζιλέψω
-Με το να τσιλημπουρδίζεις όμως ρεζιλεύεις όλο το παλάτι
-Με ποιον μωρε τσιλημπούρδιζα; Τι λες;
-Με τον ξένο, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις!
-Μα τι λες; Αυτός που μιλούσα πριν είναι gay!
-Είναι; Gay; Σου το είπε;
-Όχι, το κατάλαβα…
-Α, αν είναι έτσι αλλάζει το πράγμα….
Ο Αγαμέμνονας χάρηκε που έμαθε την σεξουαλική ταυτότητα του Παρι, και γύρισε να φύγει χωρίς να δώσει καθόλου σημασία στην Ελένη, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να πάει να βρει τον νεαρό πρίγκιπα και να του μιλήσει, η Ελένη τον σταμάτησε και μίλησε λίγο διστακτικά
-Θα φύγω αύριο με τους Τρώες, σε παρακαλώ μην με κυνηγήσεις
-Χέστηκα και αν φύγεις
-Θα φύγω με τον Χάρη
-Ποιος είναι πάλι αυτός;
-Hallooo, gay;
-Κιάλlος gay; Τι γίνεται με τους Τρώες τέλος πάντων… όλοι gay είναι; Αυτός ο Χάρης, Μπάμπης, Λάμπης ή όπως τον λένε τέλος πάντων έχει καμία σχέση με τον Πάρι;
-Δεν ξέρω κανέναν Πάρι, ούτε και μου ανέφερε τίποτα, γιατί ρωτάς;
-Να μην σε νοιάζει… η μάλλον θα σου πω… Θέλω να μείνει ο Πάρις για να συζητήσουμε μερικές πολεμικές τακτικές. Φύγε με όποιον θες στα αρχίδια μου κιόλας… μόνο με τον Πάρι δε θέλω να έχεις σχέση.
-Θα φύγω! Δεν σας αντέχω άλλο! Μόνο ένας gay θα μπορούσε να καταλάβει τι περνάω και να με βοηθήσει να ξεκινήσω από την αρχή.
Ο Αγαμέμνων δεν της απάντησε, έφυγε ψυχρός και πήγε κατευθείαν να βρει τον Πάρι.

Ο Πάρις ήταν μόνος του στο πανηγύρι και ήταν χαρούμενος που η όμορφη Ελένη του ανοίχτηκε και του μίλησε τόσο πολύ. Δεν τον ένοιαζε για τους γελοίους που γλεντοκοπούσαν. Σκεφτόταν να βρει ένα τρόπο να μείνει στο παλάτι για  να είναι δίπλα στην Ελένη αλλά δεν του ερχόταν τίποτα. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε το χέρι του Αγαμέμνονα που τον ακούμπησε στη μέση. Ο Πάρις τινάχτηκε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Αγαμέμνων χάιδεψε τα μούσια του, κοιτούσε τον Πάρι και του μίλησε απότομα χωρίς περιστροφές.
-Μήπως θα ήθελες να μείνεις στο παλάτι και να μην φύγεις με τους άλλους αύριο;
-Φυσικά! Απάντησε ο Πάρις χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του. Από αυτόν τον ενθουσιασμό πιάστηκε ο Αγαμέμνων  και συνέχισε την κουβέντα
-Θα σου παραχωρήσω το καλύτερο δωμάτιο του παλατιού και θα έχεις ότι θες όταν το θες
-Σ ε ευχαριστώ βασιλιά, αλλά γιατί είσαι τόσο γαλαντόμος;
-Τι είμαι;
-Γενναιόδωρος. (ούτε ελληνικά δεν ξέρει αυτός ο βασιλιάς)
- Α, γιατί τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τον λαό σας, θα ήθελα να ανταλλάξουμε πολλές απόψεις σε πολλούς τομείς. Ξέρεις… είναι μερικά πράγματα που εδώ τα παρεξηγούν… εσείς είστε πιο προοδευτικοί απ ότι πρόσφατα κατάλαβα.
-Με χαρά βασιλιά να σου προσφέρω ότι θες, αλλά σε ποιου τομείς αναφέρεσαι;
-Στις σχέσεις των ανθρώπων… καταβαίνεις…  εδώ όλα παρεξηγούνται με άσχημο τρόπο.
-Πιστεύω ότι θα μπορέσω να καταλάβω πολλά περισσότερα αύριο, το κρασί σου ήταν πολύ καλό και δεν μπόρεσα να αντισταθώ καθόλου στην κατανάλωση του. Φεύγω. Πάω να ξεκουραστώ.
-Μα εγώ σε βλέπω μια χαρά, μείνε να μιλήσουμε λίγο ακόμα σήμερα
-Όχι βασιλιά μου, έχουμε πολλές μέρες μπροστά μας να τα λέμε, τα λέμε λοιπόν..
-Μα..
Ο Πάρις έχει γυρίσει την πλάτη του και φεύγει, πηγαίνει χαρούμενος να βρει την Ελένη να της πει ότι βρήκε τρόπο να μείνει. Ο βασιλιάς φεύγει προσπαθώντας να κρύψει την θλίψη του και πηγαίνει να συνεχίσει ανόρεχτος το  γλέντι που ο ίδιος δίνει προς τιμή των Τρώων.
Η Ελένη είναι στο δωμάτιό της και ετοιμάζεται να στείλει μια υπηρέτρια να βρει τον Πάρι και να του ζητήσει να φύγουν . Η υπηρέτρια σηκώνεται και μόλις ανοίγει την πόρτα βλέπει τον  Πάρι έτοιμο να χτυπήσει την πόρτα «Κυρία, αυτός είναι;»  «Ναι, φύγε», φεύγει η υπηρέτρια ,ο Πάρις μπαίνει
-Δεν το πιστεύω! Μόλις έστελνα την υπηρέτρια να σε φωνάξει! Λέει με ενθουσιασμό η Ελένη
-Και εγώ ερχόμουν για σένα! Καρμικό;
-Καρμικό ναι! Μην μου πεις ότι πιστεύεις και εσύ στα ζώδια;
-Ναι, πιστεύω. (gay!) είπε ο Πάρις χωρίς να πιστεύει, δεν ήθελε να την απογοητεύσει.
-Καλά είσαι τόσο τέλειος….
-Αλήθεια το λες; Ήρθα να σου πω ότι βρήκα τρόπο να μείνω και να βλεπόμαστε κάθε μέρα, αν το θες και εσύ…
-Μα εγώ δεν θέλω να μείνω εδώ, θέλω να με πάρεις να φύγουμε μαζί
-Μα αυτό θα είναι αιτία πολέμου
-Μίλησα με τον βασιλιά, δεν έχει πρόβλημα, τον άντρα μου μην τον υπολογίζεις, είναι κοντός βλαχοκάγκουρας, δεν του δίνει σημασία
-Μα ο Βασιλιάς ήρθε και μου είπε να μείνω
-Σου είπε να μείνεις; Δεν θέλει εσένα, ένα Πάρι μου είπε ότι θέλει να μείνει να μιλήσουν για πολεμικές τακτικές
-Μα… εγώ είμαι ο Πάρις….
-Τι! Δεν σε λένε Χάρη;
-Όχι, αφού σου είπα με λένε Πάρι και Αλέξανδρο
-Μα εγώ άκουσα Χάρης… θεέ μου τι θα κάνουμε;
-Πες μου το εννοούσες ότι θα παρατούσες όλα και θα ερχόσουν μαζί μου;
-Αλήθεια, δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να έφευγα μαζί σου και να ξεκινούσα μια καινούρια ζωή στην Τροία
-Τότε έλα, δεν νομίζω να ξεκινήσει πόλεμο ο βασιλιάς γιατί δεν θα είμαι εδώ να μιλάμε για πολεμικές τακτικές
-Αλήθεια το λες; Είπε με ενθουσιασμό η Ελένη
-Αλήθεια
Η Ελένη έπεσε πάνω στον Πάρι και τον αγκάλιασε σφιχτά, ο Πάρις την έσφιξε και αυτός και κόλλησε το μάγουλο στο δικό της, αισθάνθηκε την θερμότητα της και τράβηξε αργά το κεφάλι του προς τα πίσω και την φίλησε στο στόμα. Η Ελένη σοκαρίστηκε και τον έσπρωξε προς τα πίσω «Τι κάνεις εκεί!» του λέει
-Μα… σε φιλώ… τι κάνω;
-Γιατί με φιλάς; Αφού είσαι gay!
-Τι!!!!!!!!!!!!!!
-Νόμιζα ότι είσαι gay, με τον τρόπο που μου μιλάς αυτό νόμιζα
-Τι gay ρε; Τι λες; Πως σου μιλάω;
-Δεν το πιστεύω, θεέ μου, δεν το πιστεύω
-Κανονικά εγώ θα έπρεπε να είμαι ο θυμωμένος,  αυτό ήταν πολύ προσβλητικό
Ο Πάρις γυρνάει και πάει να φύγει, η Ελένη σκέφτεται ο χάνει την μοναδική της ευκαιρία να ξεφύγει και τρέχει πίσω του και τον αγκαλιάζει.
-Συγνώμη, Συγνώμη ,του λέει, δεν θέλω σε χάσω, τώρα που ξέρω ότι δεν είσαι gay το θέλω ακόμα περισσότερο να φύγω μαζί σου
Του Πάρι του φουσκώσανε τα αρχίδια μόλις το  άκουσε αυτό, γύρισε και την κοίταξε στο πρόσωπο
-Αν το εννοείς αυτό απόδειξέ το τώρα
-Με ποιον τρόπο;
Ο Πάρις την φίλησε δυνατά και αυτή ανταπέδωσε αμέσως,  κατέβασε τα χέρια του στον κώλο της και μετά λύγισε λιγο τα γόνατα του και έπιασε τα πόδια της Ελένης πίσω ακριβώς από τα γόνατά της, με μια γρήγορη κίνηση τα τράβηξε προς τα εμπρός και την σήκωσε στον αέρα, η Ελένη τύλιξε τα πόδια της με δύναμη γύρω από την μέση του Πάρι και αυτός την κόλλησε στον τοίχο, συνέχιζαν να φιλιούνται με πάθος.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Αγαμέμνων είναι στο λιμάνι και χαιρετάει τους Τρώες που φεύγουν με το πλοίο.  Δεν βρήκε τον Πάρι το πρωί και τώρα κοιτάει μήπως τον δει να ανεβαίνει, δεν τον είδε, χαιρετάει το πλοίο που σιγά σιγά απομακρύνεται. Μετά από λίγη ώρα επιστρέφουν στο παλάτι κα ζητάει από τους υπηρέτες του να ψάξουν να βρουν τον Πάρι.  Ο Μενέλαος ο αδερφός του βασιλιά μπαίνει θυμωμένος στο δωμάτιο, κοντοπίθαρος με την νυχτικιά του να σέρνεται στο πάτωμα.
-Προσβολή, προσβολή αδερφέ μου
-Τι έπαθες ;του λέει ο Αγαμέμνονας
-Αδερφέ μου, πάει μας το κλέψαν το Λενάκι και άλλος τώρα χαίρεται το τρυφερό-
-Ποιος την έκλεψε; Τον έκοψε απότομα ο αδερφός του
-Αυτό ο αλήτηριος ο Πάρις!  Ο πρίγκιπας της Τροίας που τον ταΐζαμε δυο μέρες
-Τι λες ρε τρελάθηκες; Ο Πάρις δεν έφυγε κάπου εδώ γύρω είναι, πως σου ήρθε αυτό;
-Πως μου ήρθε; Μου άφησε και γράμμα η πουτάνα να πάρτο και κοίτα
Παίρνει ο βασιλιάς το γράμμα το ανοίγει και διαβάζει το γράμμα που απευθυνόταν στον αδερφό του

Αγαπημένε αντρούλη, είσαι κοντός και εγώ σ αφήνω, συγχώρεσε με που δεν σε χαιρετάω, φεύγω με τον Πάρι, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω αλλά και να ήθελα δεν ήξερα που να σε βρω. Νύχτα ήρθα και νύχτα φεύγω. Ελπίζω να μη λυγίσεις τώρα που σ αφήνω και να σταθείς στο ύψος σου χαχαχα. Δεν χρειάζεται να σκύβεις στις πόρτες για περνάς, δεν εννοώ ότι δεν έχεις κέρατα, έχεις, αλλά είσαι ήδη πολύ κοντός για να σε εμποδίσει αυτό. Θα μπορούσα να το συνεχίσω πολύ ώρα ακόμα αυτό, το απολαμβάνω, πίστεψε με, αλλά το πρόβλημα σου δεν είναι ότι είσαι μόνο κοντός, αλλά ότι είσαι και βλαχοκάγκουρας. Άντε και γαμήσου
Ελένη

Ο βασιλιάς τσαλάκωσε το γράμμα και έσκυψε, δεν μπορούσε να κρύψει τον θυμό του και την λύπη του. Η Ελένη τον πούλησε, τον κορόιδεψε, του έκλεψε τον Πάρι. Μα γιατί να του είπε ότι είναι gay; Τι σχέδιο είχε το πονηρό θηλυκό της μυαλό;  Πουτάνες γυναίκες! Όλο σχέδια κάνουν!  Ήθελε να την εκδικηθεί, ήθελε να βρει και τον Πάρι. Για να τα κάνει αυτά και τα δύο έπρεπε να πάει στην Τροία. Μα πως τον δούλεψε έτσι μια γυναίκα. Σηκώθηκε απότομα, πέταξε το γράμμα στο πάτωμα και είπε
-Αυτό σηκώνει πόλεμο!
Συνέχισε να περπατάει, ήθελε να βγει από το δωμάτιο να πάρει αλλά κάποιος τον σταμάτησε
-Βασιλιά; Πως θα τον ονομάσουμε αυτόν τον πόλεμο;
Ο βασιλιάς κοίταξε λίγο πάνω από τον ώμο του και είδε ότι αυτός που μίλησε ήταν ο Παλαμήδης .
-Πως θες να τον ονομάσουμε
-Να τον ονομάσουμε Τροιακό πόλεμο επειδή πάμε στην Τροία!
-Όχι, δεν μου αρέσει σκέψου κάτι άλλο
-Να τον πούμε Ελενιακός Πόλεμος, για την  Ελένη
-Ούτε αυτό, άλλο.
-Γιατί όχι βασιλιά μου, για την πουτάνα την Ελένη που είναι στην Τροία και τον τρώει
-Τον τρώει; Λοιπόν έτσι θα τον ονομάσουμε τον πόλεμο
-Πως;
-Τρωικό Πόλεμο


Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Ποδήλατο, σκυλιά και γριές

Χτες το πρωί είπα να κάνω μια βόλτα με το ποδήλατο, φόρεσα τον σκούφο, κούμπωσα το δερμάτινο μηχανής με αυτοπεποίθηση και έβαλα να παίζει στο κινητό ο δίσκος Ride the Lightning  των Metallica , πρώτο τραγούδι Fight fire with fire with fire (είχα ανάγκη από thrash.. εντελώς τυχαία έγραψα το thrash χωρίς να έχω βάλει τα αγγλικά και βγήκε η λέξη τήραση, ούτε και αυτό είναι λάθος αν και δεν υπάρχει αυτή η λέξη….) Με το μουσική να ταρακουνάει το μυαλό μου κατέβηκα την Πανόρμου έστριψα δεξιά στην Αλεξάνδρας και στο στάδιο του Παναθηναϊκού αριστερά για Λυκαβηττό .  Πήγαινα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, το επέβαλε και η μουσική, περνούσα ανάμεσα από αυτοκίνητα, έκανα ελιγμούς, πέρασα όλα τα κόκκινα φανάρια, δεν σταματούσα πουθενά, σταμάτησα μόνο στα μισά της ανηφόρας  του λόφου. Πριν από μισή ώρα κοιμόμουν και τώρα είμαι λαχανιασμένος με το ήλιο στα δεξιά μου να δημιουργεί μια υπέροχη εικόνα στην πρωινή ατμόσφαιρα της πόλης. Άξιζε να την δω καλύτερα αυτή την θέα. Πίεσα τον εαυτό μου και συνέχισα, αντί να κατεβάσω ταχύτητα, ανέβασα και έκανα την ανάβαση ακόμα δυσκολότερη. Όταν τελείωσε η ανηφόρα κατέβηκα αμέσως από το ποδήλατο και το πήρα στον ώμο και ανέβηκα με τα πόδια ένα χωματόδρομο με σκαλάκια από ξύλο. Ήξερα ότι αυτός ο δρόμος οδηγεί ψηλά στην πίσω μεριά του θεάτρου του Λυκαβηττού . ¨Έφτασα στη κορυφή και αμέσως έκατσα σε μια πέτρα, μπροστά μου ο Υμηττός με σύννεφα να είναι καθισμένα στις πλαγιές του, ακριβώς πίσω από το βουνό μόλις είχε βγει ο ήλιος, οι ακτίνες περνούσαν ανάμεσα από τα σύννεφα και έμοιαζε με παιδική ζωγραφιά, τα παιδιά πάντα ζωγραφίζουν τον ήλιο με ακτίνες.  Τα σύννεφα μετακινούνται  και μαζί τους μετακινούνται και οι ακτίνες, λες και κάποιος είχε στήσει μια παράσταση με φαντασμαγορικά λέιζερ,  είσοδος δωρεάν, όποιος επιθυμεί ας προσέλθει.  Οι δρόμοι της πόλης γυάλιζαν, όλα φαινόταν χρυσαφί, έβγαλα μια φωτογραφία με το κινητό, ούτε στο ελάχιστο δεν απέδωσε την ομορφιά του τοπίου. 

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη βιος για την ζωή. Η λέξη βιός  προέρχεται από την λέξη βία. Η ψυχή είναι κλεισμένη με την βία μέσα στο κορμί και παλεύει να βγει να πετάξει, να ελευθερωθεί.  Οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν πέσει πλέον, έχω ηρεμήσει και παίρνω κανονικές ανάσες αλλά αντιλαμβάνομαι την λέξη βιος πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.  Το κορμί είναι ένα όχημα που περιορίζει την ψυχή, αλλά και χωρίς αυτό δεν μπορείς να πας πουθενά. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να επιλέγω τις καλύτερες δυνατές διαδρομές με το όχημα που μου δόθηκε, αν είχα αυτοκίνητο θα είχα κολλήσει στην κίνηση, τώρα είμαι ψηλά στο βουνό και βλέπω την καλύτερη θέα της. Ακούω γαβγίσματα σκύλου, σπαστικό γάβγισμα άρα μικρό σκυλί, νιεχ, το βλέπω να μυρίζει ένα θάμνο,  κατουράει, με κοιτάει, είναι μαύρο, μια φωνή γριάς το φωνάζει «Γκρούπο;» σηκώνει το κεφάλι ο Γκρούπος και φεύγει, αν ήταν θηλυκό πως θα το λέγαν; Groupie; Έφυγε ο ηλίθιος Γκρούπος, εγώ τι να κάνω; Έφυγα και εγώ, έριξα μια τελευταία ματιά στην πόλη πήρα το ποδήλατο στον ώμο και ροβόλησα τον κατήφορο. Στα τελειώματα της κατηφόρας είδα την γριά που φώναξε τον Γκρουπο να κάθεται σε ένα παγκάκι και παρατηρούσε τον σκύλο της που σκορπούσε κάτουρα δεξιά και αριστερά, είδε και μένα, κόλλησε η γριά. Δεν είναι και λίγο να βλέπει πρωί πρώι ένα τύπο με ποδήλατο στον ώμο να ξεπροβάλει ανάμεσα από τα πεύκα. Εκτός από το ποδήλατο είχα και το δερμάτινο , από κάτω φόρμα παλιά και σταράκια παπούτσια (το εσώρουχο δεν σας ενδιαφέρει). Πλησιάζω προς την γριά που ακόμα με κοιτάει περίεργα, σταματάω μπροστά της και ανεβαίνω στον ποδήλατο, πάω να φύγω αλλά κάτι με ρωτάει «Εδώ μένετε;» νιεχ, με πέρασε για άστεγο, «Ορίστε;» της λέω, «Ρώτησα αν μένετε εδώ..» τι να της πω; «Ναι εδώ μένω» απαντάω σχεδόν αδιάφορα, «Κρίμα, νέο παιδί δεν έχεις που να μείνεις… δεν έχεις δουλεία;» «Έχω» της λέω « Τι δουλεία κάνεις;» μου λέει «Δημόσιος υπάλληλος» της απαντάω και φεύγω.

Ο κατήφορος είναι πιο εύκολος και πιο απολαυστικός, θα μπορούσε να είναι και αλληγορική αυτή πρόταση για τον ηθικό κατήφορο αλλά δεν είναι, αυτό είναι άλλο θέμα που δεν έχει σχέση με την ποδηλασία. Έχω πάρει τον κατήφορο λοιπόν και αφήνομαι στη δύναμη τις βαρύτητας να οδηγήσει εμένα και το όχημά μου κάτω, στον πάτο. Στα μισά της κατηφόρας σκέφτομαι ότι θα ήταν καλύτερα να βγω από την άσφαλτο, στρίβω δεξιά,  βγαίνω από την άσφαλτο και κατεβαίνω σε χωματόδρομο, συνεχίζω την κατηφόρα σε ανώμαλο έδαφος, συνιστώ σε όποιον δεν είναι καλός ποδηλάτης να μην το κάνει  αυτό για κανένα λόγο. Λίγο παρακάτω βλέπω έναν Φιλιπινέζο με τέσσερα σκυλάκια κανίς, Κολωνακιώτης Φιλιπινέζος, ένα από αυτά τα κοπρόσκυλα ορμάει καταπάνω μου, ο Φιλιπινέζος το φωνάζει «Ντάστυ! Έλα εδώ!» Ουάου! Και ο σκύλος και ο Φιλιπινέζος ξέρουν ελληνικά! Ο σκύλος υπακούει, γυρνάει πίσω, σταματάει, κατουράει ,τρέχει. Ντάστυ; Δηλαδή σκονάκι; Λόγο μεγέθους δεν είναι άκυρο το όνομα, αλλά για οποιοδήποτε άλλο λόγο είναι. Άκου εκεί Ντάστυ… δηλαδή όπως είναι μικρό αυτό όταν το δαγκώνουν οι άλλοι σκύλοι τι λέει ο Φιλιπινεζος στο αφεντικό του; Another one bites the dust; Συνεχίζω την κατηφόρα και για να μην τα πολυλογώ άλλο με τα σκυλιά ακούω διάφορα ονόματα, Φλου! Ανούβις! Τσίου! Μπρίκο!   Νεσαμπουλιάτα! (φεύγα νεσαμπουλιάτα  ψαροκάικα..νιεχ.) Γκίκο! Ντούκι! Κατσίκα! Μουστάρδα! Και ότι άλλο άσχετο όνομα μπορεί να φανταστεί κανείς, πιστεύω ότι η διαστροφή του ανθρώπου φαίνεται στο πως ονοματίζει  τα σκυλιά  του.

Βγαίνω από τον λόφο,  προχωράω προς Κολωνάκι, η ώρα κοντεύει 9:00, κοιτώ το ρολόι μου, όχι εκεί, εδώ, τώρα που γράφω, πρέπει να τελειώσω σε λίγο, οπότε πηδάμε τα 30 χιλιόμετρα βόλτας που έκανα με διάφορα σκηνικά και επιστρέφω στους Αμπελόκηπους. Πρέπει να πάω στον Κωτσόβολο να πάρω το καινούριο μου κινητό. Για να πάω εκεί πρέπει να περάσω από την υπόγεια διάβαση της Κηφισίας στο ύψος του Γηροκομείου, κατεβαίνω και βρίσκομαι ακριβώς από κάτω από τον δρόμο, πάντα όταν βρίσκομαι εκεί χτυπάω την κόρνα του ποδηλάτου, ντριν ντριν, έχει πλάκα ο αντίλαλος  μέσα στον κλειστό χώρο, στρίβω δεξιά και παίρνω την ράμπα για να βγω έξω από τα έγκατα της γης που τα γαργαλούσα με το κουδουνάκι, οκ, μην μουντζώνεις…  με το φτάνω στο τέλος της ράμπας  τι λές να έγινε; Τι άλλο; Γριά… σταματάω στην λίγο πριν την τέλος γιατί υπάρχουν οι απαγορευτικές ράμπες που δεν επιτρέπουν μηχανές να περνάνε, τις γριές γιατί της επιτρέπουν; Όπως είμαι σταματημένος και περιμένω να κατέβει ένα ζευγάρι και μια γρια ακουμπάω το χέρι μου στον τοίχο, η κοπέλα από το ζευγάρι με ευχαριστει με ένα νέυμα που τους περίμενα να περάσουν και ανταποδίδω ανάλογα. Η γριά έρχεται και σταματάει δίπλά μου
-Νεαρέ, το ξέρεις ότι αυτό που κάνεις είναι παράνομο;
-Τι κάνω; της λέω
-Κανονικά απαγορεύονται τα ποδήλατα εδώ! Μου λέει με νεύρο!
-Τα ποδήλατα δεν απαγορεύονται, τι μηχανάκια απαγορεύονται
-Μωρ τι μας λες…. Θες να στο αποδείξω;
-Με ποιον τρόπο;
-Θα φωνάξω το εκατό!
-Την  αστυνομία εννοείται;
-Με κοροϊδεύεις κιόλας;  Δεν φτάνει που μπορεί να σκοτώσεις καναν άνθρωπο πουλάς και πνεύμα
-Εντάξει, λάθος μου που περάσω από εδώ να φύγω τώρα
-Α, τώρα θες να φύγεις; Να φύγεις! και να μην σε ξαναδώ εδώ!
Εκείνη ακριβώς την στιγμή πέρασε από δίπλα μας ένα άλλο ζευγάρι (τι γίνεται ρε παιδιά όλο ζευγαράκια βλέπω, παρεμπιπτόντως η κοπέλα είχε πολύ ωραίο…. στυλ) ο τύπος με κοίταξε και γέλασε λίγο μ αυτά που τραβούσα με την γριά και συνέχισαν προς τα πάνω. Εδώ πρέπει να πω ότι η γριά ήταν φουλ στο χρυσό, κολιέ, δαχτυλίδια, βραχιόλια, δόντια……
-οκ, της λέω και προχωράω
-Να μην σε ξαναδώ! Το άκουσες!
Δεν απάντησα, αλλά το παιδί που είχε περάσει πριν φώναξε ένα Ια! και  η γριά νόμιζε ότι το φώναξα εγώ και άρχισε να βρίζει «Ια και στα μούτρα σου γάιδαρε! Ανάγωγε! Τώρα θα φωνάξω την αστυνομία!» Έχω απομακρυνθεί και δεν βλέπω πλέον την γριά αλλά ακούω την φωνή της σαν μέσα από  το πηγάδι και θυμήθηκα ένα παλιό τραγουδάκι από μια σειρά

Μέσα στο σκοτάδι υπάρχει ένα φως
Μια ελπίδα λάμπει σαν χρυσός
Ω Κλαρίτα, Κλαρίτα;

Αυτό τραγούδι έχει μεγάλη ιστορία, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία




Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Προς Το Παρόν Αντίο.....

Ένας χρόνος....
Είχα σκεφτεί να μην γράψω επετειακό ποστ,  και δεν θα γράψω...
Λίγα πράγματα τα βλέπω να κλείνουν χρόνο, συνήθως όλα τελειώνουν πριν καν αρχίσουν ή δεν αρχίζουν καν.
Σε μια ζωή που όλα αλλάζουν ραγδαία από την μια στιγμή στην άλλη και με ευκαιρίες που περιφέρονται στον αέρα και τα πόδια καρφωμένα στο πάτωμα να τα βλέπω όλα να περνάνε και να προσπαθώ να τα φτάσω.

Μην κοιτάς ψηλά θα μου πεις... Αντε και γαμήσου θα σου πω

Πριν από ένα χρόνο δεν ήξερα να γράψω τίποτα, πάντα είχα την τάση να σκέφτομαι τρελά πράγματα και ονειρεύομαι αλλά δεν μπορούσα να γράψω. Δεν μπορώ να πω ότι τώρα αλλά πιστεύω ότι είμαι λίγο καλύτερα.

Είπα ότι δεν θα γράψω επετειακό και έγραψα.... μην με εμπιστεύεσαι

Ακόμα και εγώ ο ίδιος το ξέρω ότι είμαι ένα ψέμα

Όλα ξεκίνησαν με αυτό το κείμενο αν και δεν ήταν το πρώτο που δημοσίευσα

Έλα γρήγορα
Μια χελώνα πνίγεται στην τσέπη μου,
Η μύτη μου που είναι?
Δεν την βλέπω!
Λες να την έχει ο Αι Βασιλης μες το σάκο του?
Οχι ειπες και ενα αστέρι κουδούνιζε μες το πλυντίριο σου
και μετά ήρθε ένας ζωγράφος
και σου είπε βγάλε το αστέρι από το πλυντίριο
και συ το εβγάλες
και έβαλε νερό καφέ και αίμα
και έφτιαξε χρώμα
και έβαψε όνειρα της μόναξιάς.
Το αστέρι έλαμπε μες το δωμάτιο με ένα πρασινογάλανο φως
και ολα μοιάζαν
με τον πάτο της θάλασσας
μαζί με τους χαμένους θυσαυρούς
και τα μελαγχολικά ναυάγια,
και ό,τι άλλο κάνεις ποτέ δεν είδε,
μόνο όσοι αυτοκτόνησαν
με μια πέτρα στο λαιμό,
κι ομως πολύ αργά να μετανιώσουν
Το δωμάτιο από μακρυά έμοιαζε
με αποκριάτικη κολοκύθα
με το φως να βγαινει απο τα παράθυρα
με τα ενοχα μυστικα κρυμένα
μετά τιποτα, σκοταδι, μαυρο.
Και ενας μάυρος γάτος περνούσε ανάμεσα στα πόδια μου
την ωρα που φώναζα πως είμαι ο βασιλίας
του Μαρόκου
το Μαρόκο-κο-κο!κο-κο-κο!κο-κο?
και κάνοντας την κότα
τράβουσα περισσότερη προσόχη,
τρέχοντας λοιπόν μες τον δρόμο
κουνώντας τα φτερά μου
χωρίς να μπορω να πεταώ
(ποτε δεν μπόρεσα άλλως τε)
άρχισαν να φέυγουν όλα μου τα πούπουλα
και έμεινα μια γυμνή κότα στο δρόμο.
αρκτά γελοίο θέαμα.
Ετσι σαν γυμνό κοκτόπουλο έμοιαζα
και όταν ήμουν μικρός
ή σαν σαυρα.
Γιαυτό και ίσως κάπου μέσα μου να πιστέυω ότι
ποτέ δεν μεγάλωσα.
Τα χρόνια πέρασαν και έρχονται στα όνειρα μου
και χτυπάνε την πόρτα
γρατσουνάνε τους τοιχους
χτυπάνε τα παράθυρα
και ουρλιάζουν
και με βρίζουν,
με βρίζουν
σαν δολοφονιμένοι
που δεν τους άφησα να ζήσουν
όσο έπρεπε όταν έπρεπε.
Και αν έδινα όνομα σε κάθε χρόνο
θα ήταν όλα γυναικών,
ετσι φυλακισμένες στη νιότη τους
παντα να έρχονται
στον ύπνο μου
και να μου τον χαλάνε.


 Μπορώ να πω ότι μετά από ένα χρόνο τίποτα δεν έχει αλλάξει τότε τι να γιορτάσω;

Όταν ξεκίνησα να γράφω ήμουν σε πολύ περίεργη φάση,  και παραδέχομαι ότι τα πρώτα κέιμενα δεν διαβάζονται με τίποτα, με τίποτα όμως.....

Αυτό το μπλογκ έχει και τρέλα, έχει και γέλιο, έχει μαυρίλα, αισιοδοξία, έχει ότι θες, το καλό ή το κακό όπως το πάρει κανείς είναι ότι αλλάζω συνέχεια το ύφος μου, κάπου θα καταλήξω που θα πάει......

Έτσι σκέφτηκα να γιορτάσω αυτό τον χρόνο με μια μεγάλη απουσία...

Τα λέμε λοιπόν.......

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Eye Sword

Κυνηγός ονείρων
Ονειροκλέφτης
Ταξίδι μαζί με τον Οδυσσέα
Σ άγνωστες χώρες
Με γνωστό προορισμό
Χωρίς περιορισμό
Μάτια που κοιτάνε χαμηλά, ακίνδυνα
Όπως τα καρφωμένα σπαθιά στο χώμα
Τα τέρατα ξεπροβάλλουν από παντού
κάνουν φασαρία
μεγάλη φασαρία
δεν αρκεί να ακούσεις για να τα νικήσεις
πρέπει και να τα κοιτάξεις
στα μάτια
να δεις τον φόβο τους
Σήκωσε τα σπαθιά που χρόνια ακόνιζες
και απείλησε τους
Θα γίνεις εσύ το τέρας που φοβούνται οι άλλοι
Δεν χρειαστεί να ξανακλέψεις όνειρα

Μόνο μην ξαναφήσεις τα σπαθιά σου στο χώμα
Και γυάλισε και την πανοπλία σου..
Λίγη λάμψη δεν βλάπτει...


 

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Πράσινος Πλανήτης

 Είμαι ο Gummy Bear! Δεν το πιστεύω! Και να μου το λέγανε δεν θα το πίστευα, αλλά τώρα το νιώθω, ξαφνικά εκεί που περπατούσα ένιωσα πάνω μου τα περίεργα βλέμματα των περαστικών, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με κοιτάνε έτσι, κοίταξα κάτω και είδα ότι είχα μια μεγάλη πράσινη κοιλιά, αδύνατον! Πως προέκυψε αυτήν εδώ;  Έσκυψα κι άλλο και είδα τα γελοία πράσινα πόδια μου, φρίκαρα. Άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα για να φύγω από τον κόσμο που με κοιτούσε. Το πρωί είχα ξυπνήσει κανονικά, έβαλα τα κανονικά μου ρούχα που τα είχα διαλέξει από τον σωρό που έχω πάνω στον καναπέ και βγήκα έξω, μια πρωινή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Βγήκα ντυμένος στα μαύρα και αδύνατός και τώρα επιστρέφω πράσινος και χοντρός. ¨Έφτασα επιτέλους στο σπίτι μου,  πέρασα με δυσκολία από την πόρτα, πήγα στον μοναδικό καθρέφτη που έχω για να ξυρίζομαι και κοιτάχτηκα, ήμουν μια γελοία πράσινη αρκούδα. Και γελούσα, μονίμως γελούσα, τι γελάς ρε μαλάκα μου ήρθε να πω στον εαυτό μου αλλά δεν το είπα έμεινα να κοιτώ τον καθρέφτη, ίσα ίσα που χωρούσε το πράσινο πρόσωπό μου. Αμέσως σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο την φίλη μου την Ζήνα, και την πήρα, στο τηλέφωνο. Μόλις της μίλησα έβαλε τα γέλια «Γιατί μιλάς έτσι ρε σούργελο;» «Πως μιλάω ;» την ρώτησα «Σαν τον Gummy Bear!» μου απάντησε και έβαλε τα γέλια. Έκλεισα το τηλέφωνο με δυσκολία γιατί το χοντροδάχτυλό μου δεν μπορούσε να πατήσει το κόκκινο κουμπί του τηλεφώνου. Ξαναπήγα στον καθρέφτη μ αυτό γελοίο χοροπηδηχτό περπάτημα. Κοιτούσα με επιμονή στον καθρέφτη και γελούσα χωρίς να είμαι χαρούμενος.  Γύρισα πάλι στο δωμάτιό μου, έκατσα στο κρεβάτι χαμογελαστός χωρίς να είμαι χαρούμενος, κοιτούσα τα πόδια μου και δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ξαναβγήκα όπως ήμουν έξω και άρχισα να τρέχω, δύο ώρες έτρεξα εκείνη την μέρα, και μετά έκανα κοιλιακούς, την επόμενη το ίδιο, σιγά σιγά συνήθισα την νέα μου εμφάνιση, αν και έχασα όλους μου τους φίλους. Κανείς δεν ήξερε ότι είμαι ο Gummy Bear, αν και όσοι με έπαιρναν τηλέφωνο άκουγαν την ηλίθια φωνή μου. Το μόνο καλό είναι ότι έπαιρνα λεφτά από τα παιδάκια για να φωτογραφηθώ μαζί τους, αλλά και αυτό κάποια στιγμή σταμάτησε γιατί από την πολύ γυμναστική έγινα σαν τον  Hulk,  όταν ήμουν Gummy Bear ήμουν στον όγκο, τώρα έγινα σωματαράς αλλά παραμένω πράσινος και με κεφάλι χαμογελαστής αρκούδας.   Δεν με πειράζει που είμαι πράσινος, ούτε που έχω το σώμα του Hulk και κεφάλι αρκούδας, με πειράζει που κουβαλάω μόνιμα αυτό το ηλίθιο χαμόγελο. Με τα από πολύ προσπάθεια και σκέψη κατάφερα να φτιάξω μια μάσκα με το πρόσωπο του Hulk.  Τώρα πλέον είμαι ίδιος με τον Hulk, έχω μόνιμα το άγριο βλέμμα και το απίστευτο κορμί, όλοι με κοιτάνε με δέος, όλοι με τρέμουν και κανένας δεν γελάει μαζί μου. Τα μόνο πρόβλημα είναι όταν μιλάω, έχω ακόμα την ηλίθια φωνή του γαμωμπερ. Είμαι ο Hulk  και μιλάω σαν τον Gummy Bear ! Παρά το τρομακτικό της εμφάνισης μου μόλις μιλάω όλοι γελάνε. Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτή η γκαντεμιά; Μάλλον όχι.
Κοιτάω τις παλιές μου φωτογραφίες με φίλους  που είχα πριν γίνω πράσινη χλαπάτσα, όποιος με δει να τις κοιτάω θα δει ένα θυμωμένο πρόσωπο, μα είναι η μάσκα, από μέσα από αυτήν είναι το χαμόγελο, αυτό που μεταμορφώθηκα μια μέρα χωρίς το θέλω, και πιο μέσα, στο μυαλό μου είναι η θλίψη, αυτό που είχα πάντα και ποτέ δεν το έδειχνα.  Μόλις τελειώνω τις φωτογραφίες ανάβω τσιγάρο, παρόλη την γυμναστική δεν το έκοψα, μόνο που τώρα καπνίζω εργοστασιακό, δεν μπορώ να στρίβω πλέον με τα πράσινα χοντροδάχτυλά μου. Σκέφτομαι πως ήμουν πριν μεταμορφωθώ και βάλω και την μάσκα. Μερικοί νόμιζαν ότι ήμουν χαρούμενος, αλλά αυτό ήταν η μάσκα, από πίσω βρισκόταν η θλίψη, αλλά ακόμα πιο βαθιά μέσα μου,  πολύ μέσα μου υπήρχε ο θυμός, αυτό που ήμουν πάντα.



Θα πήγαινα σε ψυχολόγο, αλλά θα γελάσει  με την ψυχή του με την φωνή μου…….

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ο Νεκροθάφτης 12 (Δεν είναι δυνατόν!!!)

Έχει σκεφτεί ποτέ κανείς ότι το ρούχο που θα φορέσει περισσότερο το σώμα του θα είναι αυτό που θα φοράει και την μέρα της κηδείας του. Θα είναι  το ρούχο που θα δει και τις περισσότερες αλλαγές του σώματος και θα είναι ένα ρούχο που θα το έχουν διαλέξει άλλοι για αυτόν, δεν είναι και τόσο δίκαιο.  Στη ζωή όμως δεν υπάρχουν αδικίες, μόνο άνιση κατανομή δικαιοσύνης .
Ο Μανώλης με την Ματούλα έχουν φτάσει έξω από ένα αναποδογυρισμένο συλλέκτη σιτηρών. Αυτός ο συλλέκτης χρησιμοποιείται για την μεταφορά σιτηρών από το χωράφι στις αποθήκες, είναι πράσινο. Έχει έξι μέτρα μήκος και κάτι παραπάνω από δύο μέτρα ύψος.  Το εσωτερικό του είναι δύο τετράγωνοι συλλέκτες, κωνοειδείς  που  ο καθένας μοιάζει  σαν αναποδογυρισμένη σκεπή. Στο κάτω μέρος υπάρχει μια τρύπα απ όπου βγαίνει το σιτάρι.  Από πάνω είναι τελείως ανοιχτό. Μετά το τέλος του θέρους, τους συλλέκτες τους αφήνουν αναποδογυρισμένους στα χωράφια για να μην γεμίζει νερό ο κώνος και σκουριάσει το σίδερο. Όταν φτάνει το καλοκαίρι τους φορτώνουν σε πλατφόρμες και κουβαλάνε το στάρι, από την θεριζοαλωνιστική μηχανή στους συλλέκτες και από αυτούς μέσω της πρέσας στις αποθήκες. Ο συγκεκριμένος συλλέκτης είναι παρατημένος χρόνια  σ αυτό το σημείο και ο Μανώλης τον έχει μετατρέψει σε καταφύγιο του τα τελευταία χρόνια, τον αποκαλεί «σοφίτα», και όντως έτσι μοιάζει  τώρα που είναι αναποδογυρισμένος, σαν σοφίτα, μόνο που στο έδαφος υπάρχει χώμα και δεν μπαίνει από πουθενά φως. Είναι πάντα νύχτα εκεί μέσα, και πάντα μα πάντα ήσυχα.
Η Ματούλα είναι ακόμα ταραγμένη από το γεγονός της έκρηξης και από την παρουσία του σκύλου, ο Μανώλης έχει συνηθίσει να ξεπερνάει γρήγορα το ότι συμβαίνει, όσο προχωράει ο καιρός τόσο λιγότερο του ψυχή του μένει, άνθρωπος που δεν φοβάται τίποτα δεν έχει ψυχή,  ο μικρός δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο αλλά έχει πάρει την κατηφόρα,  τώρα στέκεται έξω από την «σοφίτα» του και το μόνο που αισθάνεται είναι ένας πόνος στο λαιμό από το παραλίγο πνίξιμο και μια χαρά που έχει δίπλα του την Ματούλα, χαίρεται επίσης που θα της αποκαλύψει το μυστικό του.
-Εδώ είναι;  Ρώτησε η Ματούλα
-Ναι, δεν το περίμενες…
-Ε, όχι, εδώ θα μας βρούνε, όποιος και να περάσει θα μας δει
-Δεν θα μας δει κανείς, γιατί θα είμαστε από μέσα, της είπε ο Μανώλης και την κοιτούσε να δει την αντίδρασή του προσώπου της
-Από μέσα; Πως γίνεται αυτό;
-Έλα ακολούθα, είπε ο Μανώλης και πήγε από την πίσω μεριά της σοφίτας
Εκεί στην πίσω μεριά υπάρχει ένα μικρό σιδερένιο παραθυράκι στην σοφίτα, ο Μανώλης έπιασε τον σύρτη και είπε στην Ματούλα « το βλέπεις αυτό; Ανοίγει και από μέσα και από έξω το είχαν για εφεδρικό άδειασμα, σε περίπτωσή που βούλωνε τη κάτω τρύπα». Ο Μανώλης τράβηξε τον σύρτη και άνοιξε το παράθυρο, με μια ευέλικτη κίνηση βρέθηκε μέσα. «Έλα Ματούλα!» είπε ο μικρός που ήταν σκυμμένος και άναβε ένα καντηλάκι  που είχε στο κέντρο  της σοφίτας, η Ματούλα μπήκε λίγο ποιο δύσκολα καθώς το παράθυρό ήταν μικρό, μόλις βρέθηκε μέσα έμεινε άφωνη «Τι τέλεια είναι εδώ Μανωλάκη! Μόνος σου το έφτιαξες;»  «Ναι μόνος μου. Έλα κάτσε εδώ»  Ο Μανώλης έπιασε την Ματούλα και την έβαλε να καθίσει στη γωνία πάνω σε μια κουβέρτα που είχε απλώσει στο έδαφος,  μετά άναψε άλλα τρία καντηλάκια που είχε στο κέντρο επίσης πάνω σε μια κουβέρτα και η σοφίτα φωτίστηκε με εκπληκτικό τρόπο, μέσα σ αυτό το φως η Ματούλα έμοιαζε με άγγελο και ο Μανώλης κούρνιασε δίπλα της σαν να ήθελε να κρυφτεί κάτω από φτερά της. Η Ματούλα τον αγκάλιασε και κοιτούσε με δέος τον χώρο «Δεν το πιστεύω πόσο τέλειο το έχεις κάνει, τα καντηλάκια που τα βρήκες;»  «Τα έκλεψα από το νεκροταφείο»  είπε ο Μανώλης και ακούμπησε τον κρόταφό του στο αριστερό στήθος της Ματούλας. Αυτή του χάιδευε τα μαλλιά και ένιωθε μια ηρεμία που της επέβαλε ο χώρος. Μια ηρεμία που μόνο έξω από τον κόσμο μπορεί να τη αισθανθεί κανείς και μόνο με ένα άτομο, το ίδιο ένιωθε και ο Μανώλης, ηρεμία, αισθανόταν το χέρι της Ματούλας στα μαλλιά του και το στήθος  της στο  κρόταφο του.  Η μικρή σοφίτα εκπλήρωσε τον σκοπό της,  τους έκρυψε, και όταν κρύβεσαι ηρεμείς. Η Ματούλα  χάιδευε τον Μανώλη και του είπε
-Ξέρεις τι μου αρέσει περισσότερο; Να χαϊδεύω τα κεφαλάκια από τις μικρές γάτες, έχεις νιώσει ποτέ ότι είναι ζεστά τα κεφαλάκια τους; Εγώ αυτό νιώθω, ότι είναι ζεστά, και το ζεστό είναι ζωή. Μ αρέσει να τα ακουμπάω απαλά και να περνάω τα δάχτυλά μου ανάμεσα από τις τριχούλες τους και αυτά να γουργουρίζουν, που και που όπως ακουμπάω το ζεστό τους κεφάλι βάζω και τον αντίχειρά μου στα αυτάκια τους και ακουμπάω το χνούδι τους, αυτές τινάζουν τα αυτιά αλλά δεν ενοχλούνται, σε κοιτάνε με ένα μελαγχολικό και ζωηρό βλέμμα που σου τρυπάει την καρδιά, και τότε τις αγαπάω ακόμα περισσότερο, λες να το καταλαβαίνουν αυτό οι γάτες; Λες να νιώθουν την αγάπη που νιώθω για εκείνες εκείνη τη στιγμή;
-Δεν ξέρω… πάντως πιστεύω ότι όλοι έχουν χαϊδέψει γάτα κάποια στιγμή στη ζωή τους
-Να μια απάντηση που δεν την περίμενα, εγώ πάντως πιστεύω ότι το νιώθουν αλλά δεν τους νοιάζει καθόλου, θέλουν μόνο το χάδι και όχι την αγάπη, είναι ανεξάρτητα ζώα ξέρεις, μπορούν να ζήσουν και μόνες τους, δεν χρειάζεται αγάπη για να ζήσεις μόνος σου, μόνο κανα χάδι που και που.
-Εμένα μου άρεσε όταν με χάιδευε η μαμά μου, δηλαδή δεν με χάιδευε ακριβώς αλλά….
-Τι εννοείς;
-Όταν ήταν άρρωστη και κοιμόταν συνέχεια πήγαινα στο κρεβάτι της και έπιανα το χέρι της και το έβαζα στο κεφάλι μου και το κουνούσα σαν να με χάιδευε.
-Καημένο παιδί, έχεις περάσει πολλά έ;
-Δεν ξέρω αν έχω περάσει πολλά, δεν ξέρω πως είναι να μην περνάς κάτι, αυτή είναι η ζωή μου,  εσύ δεν έχεις περάσει πολλά;
-Αν δεν είχα περάσει πολλά δεν θα ήμουν με την γριά, υπάρχει λόγος που είμαι εκεί
-Δεν θέλω να μιλήσουμε για την γριά, δεν μ αρέσει… πες μου πάλι για τις γάτες
-Μανωλάκη, κάποια στιγμή όμως πρέπει να στα πω, και για τον νεκροθάφτη,  πρέπει να ξέρεις
-Όχι τώρα, άλλη φορά σε παρακαλώ
-Όπως θες,  είπε η Ματούλα και τον φίλησε στα μαλλιά.
 -Πες μου για τις γάτες
-Οι γάτες είναι περίεργα ζώα,  είναι τρελές, γι αυτό μου αρέσουν, πότε είναι γεμάτες ζωή και πότε βαριούνται σαν τεμπέληδες σε καφενείο, θυμάμαι παλιά είχαμε μια γάτα η οποία…..
Μετά από ώρα αφήγησης η Ματούλα κατάλαβε ότι Μανωλάκης είχε κοιμηθεί δίπλα της, σαν γατί, επίσης κατάλαβε ότι είχε λιγοστέψει και ο αέρας μέσα στην σοφίτα, τον σκούντηξε απαλά.
-Μανωλάκη; Ξύπνα
-Τι έγινε;
-Μάλλον σε πήρε ο ύπνος, πόση ώρα είμαστε εδώ; Μου φαίνεται ότι έχει λιγοστέψει ο αέρας
-Έχω την λύση γι αυτό.
Ο μικρός σηκώθηκε και πήρε μια σιδερένια βέργα και στάθηκε στο κέντρο της σοφίτας, μ αυτήν την βέργα έσπρωξε ένα καπάκι ακριβώς από πάνω  που υπήρχε εκεί για να αδειάζει το στάρι. Αμέσως μπήκε καθαρός αέρας αλλά δεν μπήκε φως γιατί είχε νυχτώσει. «Νύχτωσε κιόλας;» είπε ή Ματούλα, «Ναι» «Πρέπει να φύγουμε Μανωλάκη» «Δεν θέλω να φύγω…» «Ούτε και εγώ αλλά πρέπει, θες να ξαναβρεθούμε αύριο εδώ» «Ναι θέλω!» είπε χαρούμενα ο μικρός «Θα έρθω  το μεσημέρι, δεν ξέρω τι ώρα ακριβώς, μόλις μπορέσω, θα είσαι μέσα να χτυπήσω;» «Ναι εδώ θα είμαι, θα σε περιμένω»
Μόλις έσβησε τα καντηλάκια ο Μανώλης επικράτησε σκοτάδι μέσα στην σοφίτα και από το σκοτάδι της σοφίτας βγήκαν στο σκοτάδι της υπαίθρου,  ξεκίνησαν μαζί και ήταν σχεδόν ευτυχισμένοι που είχαν και οι δύο ένα μέρος να κρύβονται από τον κόσμο, αυτό το μέρος δεν ήταν μόνο η σοφίτα αλλά και η ψυχή του ενός και του άλλου.  Δεν χρειάζεται αν κρυφτείς πουθενά αν έχεις κάποιον να σε δεχτεί μέσα στην ψυχή του, δεν χρειάζονται σοφά λόγια ούτε μεγάλες πράξεις, όπως και η ταπεινή απλή σοφίτα δεν χρειάστηκε πολλά πράγματα, το μόνο που χρειάστηκε ήταν κάποιος να τη ανακαλύψει. Στο δρόμο που περπατούσαν ακούστηκε το αποτρόπαιο γάβγισμα του άγριου σκυλιού, ήρεμοι όπως ήταν τρόμαξαν περισσότερο, είχαν φτάσει στο σημείο χωρίς να σκέφτονται αυτό το πλάσμα, ο Μανώλης θύμωσε και έχοντας την  ασφάλεια της σήτας και την Ματούλα  να τον βλέπει πήρε μια πέτρα και την πέταξε στον σκύλο «Σκάσε μαλακισμένο!» ο σκύλος έπεσε πάνω στην σήτα και την δάγκωνε  με λύσσα, ο Μανώλης πήρε  ένα ξύλο και πήγε να το καρφώσει μέσα στο στόμα του σκύλου ανάμεσα από  τα τετραγωνάκια , ο σκύλος τραβήχτηκε και έπιασε το ξύλο με τα δόντια του, ο Μανώλης το ταρακούνησε, το έσπρωξε μέσα προς τον σκύλο και μετά το τράβηξε απότομα προς το μέρος του, ο σκύλος όμως ήταν πολύ δυνατός και έκανε μια απότομη κίνηση προς τα πίσω και πήρε το ξύλο από τα χέρια του Μανώλη και ξανάπεσε πάνω στη σήτα, ο Μανώλης έσκυψε και πήρε μια χούφτα με πέτρες και τις πέταξε στον σκύλο, πολλές τον πετύχανε αλλά δεν έκανε πίσω, έμεινε εκεί να γαβγίζει, η Ματούλα τράβηξε τον Μανώλη «Πάμε σε παρακαλώ»

Την άλλη μέρα το μεσημέρι ο Μανώλης ήταν εκεί, περίμενε την Ματούλα μέσα στην σοφίτα, είχε αργήσει αρκετά, ή έτσι του φαινόταν, δεν είχε ρολόι και δεν μπορούσε να ελέγξει την προσμονή. Πήγε στην γωνία που καθόταν χτες η Ματούλα, σήκωσε την κουβέρτα, από κάτω είχε κι άλλη κουβέρτα, την σήκωσε και αυτήν με προσοχή, από κάτω υπήρχε ένα ξύλο, το τράβηξε στην άκρη μαζί με τις κουβέρτες από πάνω και έβαλε  το χέρι του και πήρε μια νεκροκεφαλή, τις είχε μεταφέρει εκεί, στο καταφύγιό του, κρατούσε την νεκροκεφαλή στα χέρια του και κοιτούσε τις άλλες, μέσα στη συγκεκριμένη είχε βάλει ένα κερί και με ένα άλλο κερί πήρε φωτιά από το καντηλάκι και το άναψε, την άφησε στο κέντρο και πήγε λίγο πιο πίσω και κοιτούσε το διακοσμητικό του, σκεφτόταν αν θα άρεσε στην Ματούλα, είχε πλάκα όπως φαινόταν η φωτιά μέσα από τα μάτια, το εσωτερικό του κρανίου είχε γίνει μαύρο και μύριζε καμένο κόκκαλο, αυτό θα την αηδίαζε σκέφτηκε και έσβησε το κερί και έβαλε το κρανίο στην θέση του, τα τακτοποίησε όλα όπως πριν, ήταν ανήσυχος, μα γιατί αργεί; Βγήκε λίγο έξω και μετά από λίγα λεπτά ξαναμπήκε, περίμενε πάλι αρκετή ώρα, μα γιατί αργεί; Άκουσε ένα χτύπο στο σίδερο, «Μανωλάκη; είσαι μέσα;» η φωνή της Ματούλας έκανε το σφίξιμο στο στομάχι του Μανώλη να φύγει αμέσως , είναι ωραίο αυτό το συναίσθημα,  έτρεξε και της άνοιξε το παραθυράκι, τραβήχτηκε πίσω και την είδε να μπαίνει, μόλις μπήκε η Ματούλα τον αγκάλιασε και αυτός ένιωσε το σώμα της  πάνω του και όλα του τα νευρά τεντώθηκαν και χαλάρωσαν  αμέσως ,αφήνοντας ένα άγνωστο γλυκό υγρό να τρέξει στις φλέβες του, έμειναν λίγα δευτερόλεπτα έτσι, με τον Μανώλη να έχει βουτηγμένο το κεφάλι του στο στήθος της Ματούλας, αυτή κατέβασε τα χέρια της νιώθοντας ότι τελείωσε ο χρόνος της αγκαλιάς αλλά ο Μανώλης έμεινε εκεί, τον κοίταξε από ψηλά να την κρατάει κατάλαβε ότι χαιρόταν τα στήθη της και χαμογέλασε, τον απομάκρυνε απαλά.
-Έλα φτάνει.. του είπε
-Χαίρομαι που ήρθες, έλα να σου δείξω κάτι,  ο Μανώλης πήγε στη γωνιά έδωσε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα στην Ματούλα
-Για μένα; Τι γλυκός που είσαι…..
Ο Μανώλης κοκκίνισε, η Ματούλα μύριζε τα λουλούδια που κάλυψαν την μυρωδιά του καμένου κρανίου που είχε ανάψει πριν ο μικρός. Η κοπέλα έκανε μια στροφή με τα λουλούδια που ακόμα τα είχε στο πρόσωπό της και έκατσε στην γωνία που ήταν και χτές, έκανε νόημα στον Μανώλη να καθίσει δίπλα της.  Ο Μανώλης πήγε με χαρά δίπλα της, μάλλον ήταν ερωτευμένος, αν και δεν ήξερε τίποτα από έρωτα, ήταν σίγουρος ότι το σώμα αυτής της κοπέλας  επηρέαζε στο μέγιστο βαθμό όλες του τις αισθήσεις, το άγγιγμα, η μυρωδιά της,  παρέλυε στην θέα της κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, και η φωνή της περνούσε μέσα στο κεφάλι του με τον πιο γλυκό και απαλό τρόπο, μόνο την γεύση της δεν είχε αισθανθεί ακόμα αλλά δεν το σκεφτόταν.  Πλέον η Ματούλα ήταν ότι πολυτιμότερο είχε, πιο πάνω και από τα νεκροταφεία, πιο πάνω και από τον παππού. Μέσα στη σοφίτα υπάρχει ένα γλυκό ψιθύρισμα,   έξω το απόλυτο φως, το γρασίδι είναι στρωμένο με όλη του την μεγαλειότητα, που και που υπάρχει και ένα αγριολούλουδο, μια πεταλούδα πετάει και πάει όλο και πιο χαμηλά,  πάει πάνω σε ένα λουλούδι, κίτρινο, φεύγει απότομα και συνεχίζει το ανέμελο πέταγμά της, ένα πόδι πατάει το λουλούδι που είχε καθίσει η πεταλούδα, με το που σηκώνεται το πόδι σηκώνεται και το λουλούδι σαν μην έγινε τίποτα, είναι ο Νάσος που είδε τη Ματούλα και την ακολούθησε να δει που πηγαίνει, πλέον ξέρει που βρίσκεται, φτάνει έξω από την σοφίτα, σκέφτεται να μπει μέσα να κάνει όλα πουτάνα, το μετανιώνει, σκέφτεται κάτι χειρότερο, ψάχνει γύρω του βρίσκει ένα κομμένο σύρμα,  μ αυτό το σύρμα δένει το σύρτη του παράθυρού που ανοίγει και από μέσα και απ έξω, τώρα δεν ανοίγει καθόλου, τους εγκλώβισε μέσα, φεύγει.

-Άκουσες κάτι; Λέει η Ματούλα στον Μανώλη
-Μπα, όχι κάτι περίεργο, κανα ζωάκι θα ήταν που θα γρατσούνισε τα νύχια του πάνω στο σίδερο
-Κάτσε να ακούσουμε
-Δεν ήταν τίποτα Ματούλα
-Σσσςςς μη μιλάς λίγο….
Ο Μανώλης δεν μίλησε έμεινε εκεί να αισθάνεται το χέρι της Ματούλας που του χάιδευε τον λαιμό και λίγο παρακάτω, ένιωθε τόσο ευτυχισμένος, σαν γατί. Δεν έχει ξανανιώσει ποτέ τόσο ευτυχισμένος,  το πιο απλό άγγιγμα ήταν για αυτόν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της μέχρι τώρα ζωής του. Τα έβγαλε όλα μέσα από το μυαλό του, δεν είχε παρελθόν, ήταν μόνο εκεί, σαν μωρό στην μήτρα, προστατευμένος. Μετά από λίγη ώρα μίλησε παλι η Ματούλα
-Μάλλον έχεις δίκιο, δεν ήταν τίποτα, θες να σου πω τώρα για τον παππού και την γριά;
-Ότι θες πες μου…
-Λοιπόν πριν από χρόνια όπως σου είπα ο παππούς και η γριά τα είχανε, ήταν όλα καλά μέχρι που μια μέρα ο παππούς… όπα, τι ακούγεται
-Τι είναι;
-Δεν το ακούς; Ρώτησε η Ματούλα έντρομη τον Μανώλη
-Ναι το ακούω…. Μα τι είναι;
-Δεν ξέρω, δεν μου αρέσει πάντως είπε η Ματούλα και σηκώθηκε
-Σαν…. Κάτι να παλεύει και να του έχουν κλείσει το στόμα
-Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό Μανωλάκη, πάμε να φύγουμε,  είπε η Ματούλα και πήγε να ανοίξει τον σύρτη, προσπάθησε αλλά δεν μπορούσε, ο Μανώλης που την είδε πήγε και αυτός εκεί
-Αστο σε μένα! Της είπε, προσπάθησε, έβαλε όλη του την δύναμη αλλά δεν μπόρεσε.
«Δεν ανοίγει» είπε και αμέσως ακούστηκαν χτυπήματα πάνω στο σίδερο, κάποιος είχε ανεβεί πάνω στην σκεπή από την βοηθητική σκάλα και περπατούσε, επίσης ακουγόταν νύχια   να ξύνουν το σιδερό. Τα παιδιά πανικοβλήθηκαν «τι γίνεται!;» φώναξε με τρόμο η Ματούλα «δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω»  της απάντησε ο Μανώλης και αγκαλιαστήκανε, ο Μανώλης προσπάθησε πάλι με πανικό να ανοίξει το παράθυρο, δεν μπορούσε, εκείνη την ώρα άνοιξε από πάνω το καπάκι που υπήρχε για να βγαίνει το στάρι  και μπήκε το φώς του ήλιου μέσα στην σοφίτα, για λίγο φωτίστηκε ο χώρος, δεν ήταν και τόσο παραμυθένιος  στο φως του ήλιου, αμέσως μετά το φως τα παιδιά είδαν δύο πόδια να εισβάλουν στο χώρο, δυο πόδια σκύλου,  η Ματούλα ούρλιαξε και πήγε στη γωνία, το ίδιο έκανε και ο Μανωλάκης, μετά τα πόδια ακολούθησε το σώμα του σκύλου που χωρούσε ίσα ίσα από την τρύπα, σπαρταρούσε ο σκύλος σαν να προσπαθούσε ο ίδιος να χωθεί την τρύπα αλλά δεν γινόταν έτσι, μετά το σώμα φάνηκε και το κεφάλι του και ήταν ο σκύλος που έβριζε κάθε μέρα ο  Μανώλης, αυτό το αρρωστημένο πράγμα, κάποιος απ έξω κρατούσε την αλυσίδα του σκύλου και την άφηνε σιγά σιγά,  η Ματούλα ούρλιαζε «Δεν είναι δυνατόν ! Δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό!» ο Μανώλης έσφιγγε την Ματούλα από την μέση και  έλεγε  «Ματούλα! Τι είναι αυτό! Δεν γίνεται!» η Ματούλα ούρλιαζε «Δεν είναι δυνατόν!» ο σκύλος με το που βρέθηκε ολόκληρος μέσα στη σοφίτα, αν και ακόμα κρεμασμένος από την αλυσίδα του γάβγιζε άγρια και πνιγμένα, κουνούσε με πάθος και δύναμη όλο του κορμί και έδειχνε το μίσος του προς τα δύο παιδιά, οι διαθέσεις του ήταν ξεκάθαρες.  Ο Νάσος ήταν πάνω στην σκεπή και άφηνε την αλυσίδα σιγα σιγά προς τα κάτω, λίγο πριν, είχε πάει εκεί που ήταν δεμένος ο σκύλος και στάθηκε μπροστά του, ο σκύλος ορμούσε πάνω του μέχρι εκεί έφτανε η αλυσίδα, ο Νάσος  του έριξε μια κουβέρτα και τον σκέπασε, ο σκύλος προσπαθούσε να βγει από την κουβέρτα αλλά ο Νάσος τον είχε πλακώσει με το σώμα του, αφού ακινητοποίησε όλα τα μέλη του σκύλου τον πήρε στην αγκαλιά και έμοιαζε σαν να κρατούσε ένα τεράστιο ανήσυχο φασκιωμένο μωρό, έβγαλε την αλυσίδα από το δέντρο και έτσι όπως ήταν πήγε τον σκύλο εκεί που είδε την Ματούλα να μπαίνει,  ανέβηκε την σκάλα με το μωρό στην αγκαλιά του να σπαρταράει, άνοιξε το καπάκι και έβαλε πρώτα τα πόδια του σκύλου μέσα, μετά σιγά σιγά άφησε να πέσει το σώμα του σκύλου χαλαρώνοντας λίγο την κουβέρτα και κρατώντας την αλυσίδα,  άκουγε την Ματούλα να ουρλιάζει «δεν είναι δυνατό!» , «θα σας δείξω εγώ μαλακισμένα» μονολόγησε  και συνέχισε να αφήνει τον σκύλο αργά.  Από μέσα το σκηνικό έμοιαζε τελείως απόκοσμο,  το χρυσαφί φως έλουζε τον σκύλο που κατέβαινε αργά, η φρικτή εικόνα του σκύλου να κρέμεται από την αλυσίδα και ένα έχει εξαπολύσει ήδη το μίσος του για τα παιδιά, έμοιαζε με τον σατανά τον ίδιο,  η γέννηση του σατανά μέσα στη μήτρα της θαλπωρής του Μανώλη, ο εισβολέας γεννήθηκε και το μόνο που τον κρατούσε ήταν ο ομφάλιος λώρος, η αλυσίδα του, και σαν αρρωστημένο πράγμα που ήταν αμέσως μετά την γέννηση του έσπρωχνε με δύναμη να αποκοπεί από αυτόν.


  Ο σκύλος κρεμόταν από την αλυσίδα και κουνούσε όλο του το κορμί, μόλις άγγιξαν τα πίσω του πόδια στο έδαφος τα  κουνούσε με δύναμη και πετούσε χώμα πίσω είχε στραφεί προς τα παιδιά και ήταν έτοιμος να τους ορμήσει,  ο Νάσος αφού είδε ότι ο σκύλος έφτασε μέχρι τέρμα κάτω άφησε την αλυσίδα και έκλεισε το καπάκι,  κατέβηκε από την σκάλα και ενώ απομακρυνόταν κάτω από τον ζωηρό ήλιο μέσα από την σοφίτα ακουγόταν γαβγίσματα και ουρλιαχτά πόνου και φρίκης.  Ο σκύλος με το  που τον άφησε τελείως ο Νάσος όρμησε προς τα παιδιά  που ήταν αγκαλιασμένοι στην γωνία, η Ματούλα ούρλιαζε και ο Μανώλης έπαιρνε κοφτές ανάσες, κατευθείαν έπεσε πάνω στον Μανώλη,  ο μικρός ενστικτωδώς έβαλε τα χέρια του στο λαιμό του και εκεί ήταν που είχε ορμήσει ο σκύλος, έπεσαν και οι δύο κάτω, ο Μανώλης κρατούσε με τα χέρια του το λαιμό του σκύλου και αυτός προσπαθούσε να τον δαγκώσει στο πρόσωπο, ένιωθε την ανάσα ο σκύλου στο πρόσωπό του και άκουγε τα δόντια να χτυπάνε σε κενό δάγκωμα, η Μυτούλα είχε πέσει από την άλλη μεριά και αμέσως σηκώθηκε και κλοτσούσε τον σκύλο, το τέρας άφησε τον Μανώλη και όρμηξε στην Ματούλα έμπηξε τα δόντια του στο μπούτι της κοπέλας και  ένιωσε το πρώτο αίμα στο στόμα του, η Ματούλα ούρλιαξε από τον πόνο και χτυπούσε τον σκύλο στο κεφάλι με τα χέρια της, ο Μανώλης έφυγε από εκεί που ήταν και πήγε αμέσως στην άλλη γωνία και πήρε το ξύλο με το οποίο είχε σκεπασμένες της νεκροκεφαλές, το πέταξε στον σκύλο, αυτό χτύπησε τον σκύλο στην πλάτη και μετά χτύπησε την Ματούλα με την γωνία λίγο πιο κάτω από τον αφαλό της, ο σκύλος την άφησε και η Ματούλα διπλώθηκε στα δύο, ο Μανώλης είδε να τον σκύλο να γυρνάει προς το μέρος του και άρπαξε μια νεκροκεφαλή,  του την πέταξε, δεν τον πέτυχε, ο σκύλος έτρεχε προς το μέρος και ο Μανώλης ουρλιάζοντας άλλαξε γωνιά και έπεσε κάτω,  ο σκύλος του επιτέθηκε και αυτός τον κλώτσησε στο πρόσωπο με το πόδι, απέκρουσε την φόρα του σκύλου, αλλά το τέρας έκανε ένα ελιγμό και όρμησε από τα πλάγια,  όρμηξε πάλι για τον λαιμό του μικρού, η Ματούλα είχε συρθεί στο έδαφος και έπιασε την αλυσίδα του σκύλου, και λίγο πριν φτάσει ο σκύλος τα δόντια του στο λαιμό του μικρού η Ματούλα τέντωσε την αλυσίδα και τον τράβηξε προς τα πίσω,  ο σκύλος άφησε τον μικρό και επιτέθηκε εναντίον της,  τρέχοντας ο σκύλος προς την Ματούλα έριξε το καντηλάκι και το λάδι χύθηκε πάνω στην κουβέρτα, μια απότομη μεγάλη φλόγα άναψε μέσα στο δωμάτιο, καταλάγιασε γρήγορα  και καιγόταν  η κουβέρτα,  η φλόγα αυτή ανέβασε αμέσως αισθητά την θερμοκρασία και εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος του οξυγόνου στο δωμάτιο,  πλέον όλο και  λιγότερο φως στο δωμάτιο και αυτό θα έσβηνε σε λίγο.  Ο σκύλος έπεσε πάνω στην Ματούλα και πήγε όπως πάντα κατευθείαν για τον λαιμό της, η Ματούλα έχει πέσει κάτω και κρατάει το λαιμό του σκύλου, αυτός λυσσομανάει από πάνω της και με τα μπροστινά του πόδια της γρατσουνάει  το στήθος της και την κοιλιά της, η Ματούλα ουρλιάζει από τον πόνο, ο σκύλος παλεύει να την φτάσει, κάποια στιγμή της δαγκώνει το μπράτσο και μετά το στήθος, ο Μανώλης ρίχνει από πίσω μια κλοτσιά στα αρχίδια του σκύλου, αφήνει την Ματούλα και ορμάει στον Μανώλη,  η Ματούλα τραβάει πάλι την αλυσίδα και ρίχνει τον σκύλο κάτω, τώρα είναι αυτή που επιτίθεται στον σκύλο, έχει πάψει να είναι κοπέλα, είναι μια μηχανή γεμάτη μίσος,  θέλει να διαλύσει τον σκύλο, αν και αδύνατό ,είναι αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να τον διαλύσει, όχι για να σώσει  τον Μανωλάκη, ούτε για να σωθεί η ίδια, απλά δεν μασούσε, ήθελε να κάνει τα πάντα. Η Ματούλα τράβηξε την αλυσίδα του σκύλου και του έκοψε την φόρα,  ο σκύλος κοίταξε πίσω και πήγε να επιτεθεί στον Μανώλη, η Ματούλα έπεσε πάνω στον σκύλο και με μια άκομψη λαβή αγκάλιασε τον σκύλο από τον λαιμό, το πρόσωπο της Ματούλας είναι δίπλα από αυτό του σκύλου κοιτάνε και οι δύο προς τον Μανώλη, η Ματούλα φωνάζει «βοήθα!» ο μικρός έχει παγώσει, ο σκύλος προσπαθεί να  απελευθερωθεί από την λαβή της Ματούλας και της ρίχνει μερικά πλάγια δαγκώματα στο πρόσωπο της, της σκίζει τα μάγουλα, και οι δύο γυρίζουν γύρω γύρω,  η Ματούλα πονάει αλλά δεν αφήνει τον σκύλο, όπως γυρνάνε ο Μανώλης ξεκολλήσει από το μυαλό του  και πιάνει τον σκύλο από τα πόδια και τον τραβάει προς τα πίσω «Ας τον Ματούλα!» φώναξε ο μικρός και η Ματούλα του απάντησε «Τραβά με δύναμη και μην τον αφήσεις για κανέναν λόγο!» ο Μανώλης τράβηξε με δύναμη τον σκύλο, η Ματούλα τον άφησε απότομα και αμέσως έπιασε την αλυσίδα του σκύλου και την τράβηξε «Τράβα Μανώλη φώναξε» η Ματούλα σηκώθηκε τραβώντας την αλυσίδα του σκύλου, τώρα μέσα στην σοφίτα υπάρχει λιγοστό φως, ελάχιστο οξυγόνο, μυρίζει αίμα, ιδρωτίλα, καμένο λάδι και σκυλίλα,  η Ματούλα τραβάει την αλυσίδα του σκύλου, ο σκύλος είναι στον αέρα και κουνάει με βία όλο του το σώμα, ο Μανώλης τραβάει με δύναμη τα πόδια του σκύλου,  αν ήταν δύο πιο δυνατά άτομα ίσως με αυτόν τον τρόπο να ξεκολλούσαν το κεφάλι του σκύλου, αλλά αυτοί εδώ όχι, και το οξυγόνο τελειώνει κινδυνεύουν να λιποθυμήσουν και όταν λιγοστεύει το  οξυγόνο ο άνθρωπος βρίσκεται πιο κοντά στα όρια της παράνοιας , η Ματούλα βλέπει το σίδερο που είχε ο Μανώλης για να ανοίγει το καπάκι από πάνω,  «Μην τολμήσεις και τον αφήσεις» είπε  η Ματούλα στον Μανώλη κοιτώντας τον με μίσος. Η κοπέλα έσκυψε να πάρει  το σίδερο, αυτό τόση ώρα ήταν πάνω στην κουβέρτα που καιγόταν, μόλις το έπιασε ούρλιαξε από πόνο, κάηκε το χέρι της,  παραλίγο να αφήσει τον σκύλο, ο οποίος λυσσομανούσε ακόμα να απελευθερωθεί, η Ματούλα δεν κώλωσε έσφιξε τα δόντια και έπιασε το σίδερο από την άλλη μεριά που δεν έκαιγε, αμέσως μόλις σήκωσε την βέργα έβγαλε μια κραυγή μίσους και χτύπησε την ράχη του σκύλου, «Ψόφα πούστη!»  ο Μανώλης από την άλλη που κρατούσε τα πόδια του σκύλου ένιωσε στα χέρια του τους σπασμούς του ζωντανού στα χέρια του και θυμήθηκε τον λαγό, η Ματούλα έριξε και άλλη στο σκύλο, πιο δυνατή, ο Μανώλης άφησε τα πόδια του σκύλου και η Ματούλα έφυγε προς τα πίσω κρατώντας την αλυσίδα, ο σκύλος σπαρταρούσε και η Ματούλα σηκώθηκε και συνέχισε να χτυπάει τον σκύλο με μανία στο κεφάλι, ο Μανώλης έβαλε τα κλάματα και παρακαλούσε την Ματούλα να σταματήσει,  η Ματούλα έπεσε στα γόνατα και συνέχισε να χτυπάει με μανία τον σκύλο στο κεφάλι,  ο σκύλος έχει ψοφήσει και η Ματούλα συνεχίζει. Ο Μανώλης πάει να αγκαλιάσει την Ματούλα για να την πει να σταματήσει αλλά αυτήν τον σπρώχνει και τον ρίχνει κάτω «Φύγε και συ ρε μαλακισμένο!» συνεχίζει να χτυπάει τον σκύλο στο κεφάλι με την βέργα, πλέον αυτό που πριν ήταν το κεφάλι του σκύλου είναι ένας σωρός από σάρκες, κόκκαλα, αίμα και μυαλά, αλλά  η Ματούλα συνεχίζει να χτυπάει, ο Μανώλης φωνάζει «Σταμάτα Ματούλα! Σε παρακαλώ! Σταμάτα!» καμιά αντίδρασή από την Ματούλα, η σοφίτα βρομάει αφόρητα από το διαλυμένο κρανίο του σκύλου και το μόνο που διακόπτει την Ματούλα από την μανία της είναι ο εμετός της, αηδιάζει από την μυρωδιά του εγκέφαλου του σκύλου και ξερνάει πάνω σ αυτόν, διπλώνεται στα δύο,  ο Μανώλης έχει τραβηχτεί στη γωνιά και λέει φοβισμένος «Ματούλα πρέπει να πάρουμε αέρα, Ματούλα σε παρακαλώ σταμάτα να ανοίξουμε το καπάκι να πάρουμε αέρα.» Η Ματούλα σηκώνει το κεφάλι της που είναι γεμάτο αίματα, δικά της και του σκύλου, και κοιτάει με μίσος τον Μανώλη, το μάτι της γυαλίζει, «Σκάσε μαλακισμένο! Κοίτα τι πάθαμε στο κωλομέρος που μας έφερες! Μαλακισμένο!» η Ματούλα σηκώνεται και με την βέργα στο χέρι να σέρνεται στο χώμα πλησιάζει απειλητικά στον Μανώλη, το οξυγόνο έχει μειωθεί στο ελάχιστο και οι δύο ανασάνουν σαν λαχανιασμένοι , η  Ματούλα σηκώνει την βέργα προς τον Μανώλη, η δολοφονικής μανία δεν έχει ξοδευτεί ακόμα
-Μαλακισμένο κοίτα πως με έκανες! Βλαμμένο!
-Ματούλα; Τι κάνεις εκεί; Είπε τρομαγμένος ο Μανωλάκης
-Σκάσε!
Το μόνο που πρόλαβε να  πει ο Μανώλης ήταν ένα τρομαγμένο «μη!» , η Ματούλα τον χτύπησε με το σίδερο στο κεφάλι,  λίγο πάνω από το μάτι, ο Μανώλης έπεσε προς την μεριά που τον έσπρωξε το χτύπημα και έμεινε εκεί με κλειστά τα μάτια νεκρός. Όταν  σηκώθηκε από εκεί που χτυπούσε τον σκύλο η Ματούλα ψιλιζαλίστηκε, μετά από το χτύπημα στον Μανώλη εξαντλήθηκε απότομα και έπεσε στα γόνατα και λιποθύμησε δίπλα από τον Μανώλη, πέθανε λίγο αργότερα από έλλειψη οξυγόνου.

Μέσα στην σοφίτα τρία πτώματα στο σκοτάδι, έξω η άνοιξη οργιάζει, τα λουλούδια λάμπουν κάτω από τον φωτεινό ήλιο, η ίδια πεταλούδι που είχε αναστατωθεί πριν από το πέρασμα του Νάσου τώρα έχει σταθεί πάνω στην κορυφή της σοφίτας, για λίγο, πέταξε ανέμελη και αφέθηκε να παρασυρθεί στο ακαθόριστο της πορείας της.

Όλο το βράδυ έψαχναν να βρούνε τον Μανώλη, πολλοί υπέθεσαν ότι έφυγε από το χωριό, μερικοί χάρηκαν κιόλας γι αυτό. Την επόμενη ,  μερικοί βοσκοί πέρασαν από το μέρος όπου μέσα υπήρχαν τα πτώματα, αυτοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, τα σκυλιά τους όμως αντιδρούσαν περίεργα γύρω από την σοφίτα,  γάβγιζαν με ένα λυπημένο τρόπο που όσοι ξέρουν από σκυλιά ξέρουν ότι αυτό το γάβγισμα αντιστοιχεί σε αναγνώριση νεκρού. Την πρώτη μέρα δεν έδωσαν και τόση σημασία, ούτε και την δεύτερη, την τρίτη όμως αποφάσισαν να σηκώσουν τον συλλέκτη σιτηρών για να δούνε για ποιον λόγο αντιδρούν έτσι τα σκυλιά, έφεραν έναν γερανό και έδεσαν το μεταλλικό κατασκεύασμα. Όταν ο γερανός σήκωσε τον συλλέκτη ήταν σαν να ανοίγει τάφος, το φως εισβάλει στο σκοτάδι που καλύπτει τους νεκρούς, όλοι πάγωσαν από το θέαμα. Το νέο εξαπλώθηκε γρήγορα στο χωριό. Πολλά έγιναν από κει και πέρα αλλά αυτό που έχει σημασία είναι οι ζωές που χάθηκαν. Ο Μανώλης τα τελευταία τέσσερα λεπτά πριν πεθάνει ξαναέζησε σε συντομία όλη του την ταραγμένη ζωή και όλα αυτά που τον φόβισαν. Η παράνοια της Ματούλας σαν αυτή της μάνας του, οι σπασμοί του λαγού, το σκοτάδι, η έλλειψη οξυγόνου που νιώθουν όσοι ξυπνούν μέσα στον τάφο, ο εφιάλτης που έβλεπε με τον σκύλο να του τρώει τα πόδια, τα παιδιά τον κυνηγούσαν όπως και ο σκύλος εκεί μέσα, οι νεκροκεφαλές, η φωτιά που σκότωνε τα ποντίκια. Οι ήχοι που ακουγόταν εκείνες τις στιγμές εκεί μέσα σ αυτό τον   κλειστό χώρο ήταν οι πιο τρομακτικοί που έχουν ακουστεί πότε στο χωριό αλλά δεν τους άκουσε κανείς, ευτυχώς, γιατί θα μπορούσαν να στοιχειώσουν για πάντα την ψυχή αυτού που έστω θα τους άκουγε.

Για κάποια στιγμή ο Μανώλης είχε την ελπίδα ότι θα εμφανιζόταν από το πουθενά ο παππούς να τον σώσει, αλλά ήταν στο νοσοκομείο, μα ακόμα και αν δεν ήταν δεν θα άλλαζε τίποτα. Όταν κρύβεσαι στις πιο κρυφές γωνιές του μυαλού σου είσαι μόνος, δεν υπάρχουν ήρωες εκεί.  Έτσι γίνεται και στην πραγματικότητα,  στο πιο κρυφό σημείο του κόσμου τους ήταν μόνοι τους και δεν υπήρχαν ήρωες, μόνο αυτοί και το ίδιο το μίσος που εισέβαλε στον χώρο τους.

 ΤΕΛΟΣ



Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Χρυσαφί Πλανήτης

Δύο ταξιδιώτες μέσα στην έρημο, μόνοι περπατούν, είναι γυμνοί τελείως και προχωράνε σ αυτό το χρυσαφί ειδυλλιακό τοπίο. Στην αρχή το έδαφος είναι λείο, κάποια στιγμή στο δρόμο τους προέκυψε μια μικρή λακκούβα, παράξενο, λακκούβα μέσα στην έρημο; Κάναν τον γύρω της λακκούβας και προχωρήσανε, η επιφάνεια της ερήμου ανεβοκατέβαινε αργά, το έδαφος πλέον είναι ελαφρώς ανάγλυφο, σαν να το διατρέχουν ελαφροί κυματισμοί. Οι δύο ταξιδιώτες προχωράνε στο δρόμο τους που πλέον έχει γίνει ανηφορικός, δεν βιάζονται καθόλου, μια γλυκιά νωχέλεια τους διακατέχει, όσο προχωράνε το ανεβοκατέβασμα του εδάφους γίνεται πιο έντονο αλλά δεν τους επηρεάζει καθόλου, το περπάτημά τους είναι τελείως ανάλαφρο, ίσα που ακουμπάνε στο έδαφος, δεν αφήνουν κανένα ίχνος πίσω τους. Δεν υπάρχει ήλιος, είναι νύχτα, το μόνο που φωτίζει τον δρόμο τους είναι μια φωτιά στα δεξιά τους, κάτι καίγεται εκεί, φωτιά στην έρημο; Μπροστά στο δρόμο τους υπάρχει ένας λόφος από την ίδια άμμο, η σκιά του πέφτει αριστερά, μια σκιά που καλύπτει τον δίπλα λόφο, στην αρχή πήγαν να περάσουν ανάμεσα από τους λόφους γιατί εκεί  το έδαφος καλυπτόταν από ένα ανεπαίσθητο στρώμα δροσιάς, το μετάνιωσαν όμως και με την ίδια νωχέλεια γύρισαν προς τα πίσω, ανέβηκαν το λόφο από την απότομη μεριά του και έφτασαν στην κορυφή, το έδαφος ανεβοκατέβαινε πιο γρήγορα.  Οι δύο ταξιδιώτες  βρέθηκαν μπροστά σε ένα ροζ  κόσμημα, σαν κατακόκκινο ρουμπίνι σκεπασμένο με άμμο, ένας συνδυασμό που έκανε το κόσμημα να μοιάζει ροζ, οι ταξιδιώτες μαγεύτηκαν από την ομορφιά του και το αγγίξανε,  άρχισαν να γυρνάνε γύρω γύρω από το κόσμημα με ένα περίεργο τρόπο, στην αρχή γυρνούσε ο ένας γύρω από το κόσμημα και μετά ο άλλος, άλλοτε και οι δύο μαζί, ένας ακαθόριστος αργός χορός γύρω από το κόσμημα. Κάπου εδώ  σταματάει η αφήγηση και μένουν μόνοι τους οι ταξιδιώτες να χορεύουν τον χορό τους, που και που εμφανίζεται και ένας τρίτος και εξαφανίζεται αμέσως.
Μετά από ώρα ακούγεται μια γλυκιά γυναικεία φωνή
-Θα μείνουν πολύ ώρα εκεί αυτοί;
-Ίσως για πάντα…. Της απαντάει μια αντρική φωνή
-Γιατί;
-Γιατί είναι το  ομορφότερο σημείο του σύμπαντος….
-Βλάκα… του λέει χαμογελώντας  η κοπέλα και γυρνάει να τον φιλήσει, τα δάχτυλά του φεύγουν από το στήθος της και οι ταξιδιώτες μένουν στον αέρα.
Τα δύο σώματα έχουν αλλάξει πλέον στάση, πρώτα ήταν ξαπλωμένοι και οι δύο ανάσκελα με την κοπέλα πάνω  σ αυτόν που της μιλούσε στο αυτί και με τα δάχτυλά του άγγιζε το σώμα της.
 Η κοπέλα έχει γυρίσει και οι δύο ταξιδιώτες τώρα έχουν γίνει δέκα, και από αργοί και νωχελικοί που ήταν τώρα έχουν γίνει άγριοι και ζωηροί, τρέχουν στην πλάτη της κοπέλας και αφήνουν τα σημάδια τους.
Το μόνο που δεν άλλαξε   σ αυτό το σκηνικό είναι ή φλόγα του κεριού που συνεχίζει να τρεμοπαίζει αδιάφορη για το τι γίνεται δίπλα της
.


Cheep coffee twin