Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Η μπακαλόγρια

Και ξαφνικά όλα αλλάζουν με μια διαπίστωση. Πριν από μερικές μέρες βρεθηκα στο χωριό απο όπου έλειπα τα τελευταία τρία χρόνια. Ο λόγος ήταν μια γιορτή όπου ήταν και ευκαιρία να δω και πολλά άτομα που είχα καιρό να δω. Η μέρα ξεκινάει πάντα με τον ίδιο σπαστικό τρόπο με την μάνα μου να μπαινει στο δωμάτιο και να ανοίγει τα παράθυρα και τα παντζούρια για να ξεμυρίσει το δωμάτιο, και με ξυπνάω μες την γαμημένη ψύχρα πρωί πρωί. Επόμενο βήμα το πρωινό, μα έλα που δεν είχαμε φρυγανιές, << να πας να πάρεις!>> <<μα δεν πειράζει, δεν θέλω φρυγανιές >> <<να πας να με πάρεις και άλλα πράγματα που θέλω>> και πήγα. Βγαίνοντας από το σπίτι έβαλα τα ακουστικά όχι τόσο για να ακουσω μουσική όσο για να μπορώ να αποφεύγω τις γριές από τις αυλές που θα με φωνάζανε να με ρωτήσουν τίνος είμαι. Και όντως το κόλπο έπιασε, με φωνάζανε αλλά εγώ έκανα ότι δεν άκουγα. Έτσι έφτασα στο μπακάλικο του χωριού, ή ίδια γριά, στην ίδια θέση, με τα ίδια ρούχα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Αφού όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι είχε γεννηθεί με αυτά τα ρούχα. << Καλήμερα >> είπα μόλις μπήκα μέσα, η γριά με κοιτούσε προσπαθώντας να καταλάβει ποιος είμαι, βέβαια το ότι γριά είναι μισότυφλη και εγώ δεν έχω πλέον τα μακρυά μαλλιά που είχα πριν τρία χρόνια δυσκόλευε το έργο της αναγνώρισης, και η γριά ως μη συνηθισμένη στις δυσκολίες διέκοψε την αμήχανη σιωπή με την πολύ πρωτότυπη ερώτηση <<τίνος είσαι συ;>> Οι προοπτική αν απαντούσα με ειλικρίνεια ήταν να αναπτυχθεί μια συζήτηση περί του τι κάνω, που βρίσκομαι, αν παντρεύτηκα, αν έχω δει κανέναν διάσημο στην Αθήνα κτλ κτλ πότε προτίμησα να πω ότι είμαι περαστικός από το χωριό, << και από που μας έρχεσαι, αν επιτρέπετε >> νιεχ, ήξερα ότι αυτό θα τραβούσε πολύ και απάντησα πάλι κοφτά ένα φανταστικό χωριό που δεν θα το ήξερε με τίποτα<<Απ τα Σέκλανα>> της λέω <<Σέκλανα; που είναι αυτό;>> <<Μακρυά από δω, που έχετε φρυγανιές;>> αναγκάστηκα να ρωτήσω για να μην δείξω ότι ήξερα το μέρος, και ενόσω μου εξηγούσε εγώ είχα πάρει ήδη τον δρόμο. Βρέθηκα μπροστά από τις φρυγανιές οι οποίες ήταν καλυμμένες με σκόνη, λες και παίζανε αλευροπόλεμο ήταν το μέρος, έπιασα ένα πάκο φρυγανιές το σήκωσα και έτσι φάνηκε το χρώμα του πάγκου με ένα τέλειο ορθογώνιο σχήμα, και μετά από ένα φύσημα αποκαλύφθηκε η μάρκα του προϊόντος, κοίταξα την ημερομηνία λήξης ενώ ταυτόχρονα κρατούσα την αναπνοή μου μέχρι να καταλαγιάσει η σκόνη. ΟΚ, ήταν ληγμένο μόνο τρεις μήνες.Έβαλά ξανά στο ράφι το πάκο με τις φρυγανιές προσπαθώντας, δεν ξέρω γιατί, να το αφήσω στο ίδιο σημάδι που είχε μείνει πάνω στην σκόνη. Μια φωνή ακούστηκε << Το βρήκες;>>, τι να απαντούσα; δεν απάντησα πήγα εκεί και τις είπα ότι άλλαξα γνώμη και ότι θα πάρω μόνο γάλα, ανοίγω το ψυγείο πιάνω ένα κουτάκι, το κοιτάω, μονό δυο μέρες ληγμένο. Πληρώνω το γάλα και φεύγω, με το που βγήκα από το μπακάλικο βλέπω μια κυρία να με χαιρετάει, και καθότι είμαστε στον ίδιο δρόμο με αντίθετες διασταυρούμενες κατευθύνσεις φτάσαμε κοντά, απέναντι. <<Γειά σου>> μου λέει και με προσφωνεί και με το μικρό μου όνομα. <<Γειά>> τις απαντώ προσπαθώντας να θυμηθώ πια είναι, γιατί μου φαινόταν πολύ γνωστή και νεότερη απ όσο από μακριά έδειχνε. << Πως πάει,όλα καλά; καιρό έχουμε να τα πούμε;τι καιρό; χρόνια>>μου λέει με ένα ομολογουμένως ευχάριστο χαμόγελο, << Όλα καλά, να χτες ήρθα για λίγο και θα φύγω σύντομα, εσύ πως τα πας;>> έκανα την ερώτηση ελπίζοντας να δώσει μια πληροφορία που θα έκανε τις αναμνήσεις να ξεχυθούν στο μυαλό μου, <<Ε, πως να τα πάω τα ίδια, εδώ, σπίτι, με τα παιδιά... ε ξέρεις πως είναι τα πράγματα>> ποια παιδιά εννούσε; παιδιά δικά της; μια παλιά παρέα που έπρεπε να ξέρω και δεν ήξερα ότι ήταν και αυτήν μέλος; << Τι κάνουν τα παιδιά;>> ρώτησα ελπίζοντας να πάρω επιτέλους την πληροφορία <<Τι να κάνουν; μεγαλώνουν....>> φτου γαμώτο! τίποτα..μεσολάβησαν καναδυό δευτερόλεπτα αμηχανίας και απάντησα <<Όλοι μεγαλώνουμε,τι να κάνουμε>> σκεφτόμουν αν υπήρχε κάποιος τρόπος να την ρωτήσω κάτι να καταλάβω πια είναι χωρίς να καταλάβει αυτή ότι δεν τη έχω γνωρίσει ακόμα.Αλλά με πρόλαβε η κυρία και μου είπε<<Χάρηκα πολύ που σε είδα, αλλά πρέπει να φύγω, με περιμένουν ξέρεις....>> <<Ναι μην το συζητάς, και γω χάρηκα που τα είπαμε έστω και λίγο, να μου φιλήσεις τα παιδιά>> <<Ευχαρίστως>> και όπως λέγαμε τις τελευταίες αυτές λέξεις περπατούσαμε και γυρνούσαμε και για μια στιγμή έπεσε το μάτι μου στο παράθυρο το μπακάλικου όπου η γριά παρακολουθούσε από το παράθυρο να δει τι γίνεται. Μου θυμίζει τους ανάπηρους δεν πτοούνται από την αναπηρία τους και προσπαθούν να ζήσουν φυσιολογικά,ήρωες οφείλω να ομολογήσω, έτσι και η γριά, αν και μισοτυφλη, ήθελε όπως και δήποτε να μάθει ποιοι ήταν αυτοί οι δυο που μιλούσαν στο δρόμο, δύσκολο πράγμα να κόψεις το κουτσομπολιό. Πολύ θα ήθελα να δω τη χαρά της λέγοντάς της ποιοι είμαστε αλλά δεν ήξερα ούτε εγώ. Και έφυγα, προσπαθώντας να θυμηθώ ποια ήταν η κοπέλα, και σκεφτόμουν, τα μάτια της κάτι μου θύμιζαν , αλλά το όλο υπόλοιπο τίποτα, ουτε τα μαλλιά, ούτε το σώμα,και προσπαθούσα και προσπαθούσα, ώσπου μια στιγμή ξανάρθε στο μυαλό μου το χαμόγελο και σαν πυρηνική έκρηξη μες το μυαλό μου θυμήθηκα ποιά ήταν η κοπέλα και χωρίς να το καταλάβω σταμάτησα να περπατάω....


Επειδή το έχω τραβήξει ήδη πολύ, πράγμα που δεν το συνηθίζω, η συνέχεια οσονούπω...

4 σχόλια:

Έσπερος είπε...

Έλα ρε άνθρωπε τώρα! Φτου λάσπη! Περιμένω τη συνέχεια!

Καλημέρα και καλή Κυριακή!

Sweet truth! είπε...

Κι εγώ τα ίδια περνάω στο χωριό μου, αν και πάω κάθε καλοκαίρι σχεδόν κανένας δεν με γνωρίζει, μεγαλώνω και αλλάζω θα μου πεις αλλά εγώ λέω ποιανού είμαι. Ποιηματάκι ολόκληρο έχω φτιάξει!!! :)
Ή απλά μένω μέσα και δεν βλέπω κανέναν!

Πολύ ωραίο περιμένω τη συνέχεια!
Φιλιά!

aougaros είπε...

Προσεχώς... να βρεθώ και σε κατάλληλο mood

Ανώνυμος είπε...

Ευαγγελία: Παράλληλα..