Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Μινώταυρος

Κάποτε στην αρχαία Αθήνα είχαν ένα μεγάλο πρόβλημα , ήταν υποτελείς στον βασιλιά Μίνωα κα έπρεπε να τιμουν αυτήν την τους την υποτέλεια στέλνοντας για θυσία κάθε χρόνο εφτά νέους και εφτά νέες. Κάποια χρονιά αποφάσισαν ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό και έψαχναν να βρουν ένα σουπερ ήρωα για να πάει να σκοτώσει τον τρομερό Μινώταυρο, πρώτη τους επιλογή ήταν η Ζήνα, αλλά αυτή είναι παρατήσει το ηπερηρωιλίκι και άλλαξε το όνομα της σε Τζίνα και έγινε σερβιτόρα σε καφετέρια, δεύτερη επιλογή τους ήταν ο θρυλικός Ηρακλής, αλλά και αυτός είχε βαρεθεί να κάνει άθλους και κλείστηκε σε μια σπηλιά και έγινε aougaros, επόμενη επιλογή ήταν ο αστυνόμος Θεοχάρης, αλλά και αυτός δεν μπορούσε να πάει στην Κρήτη γιατί λέει δεν ήξερε μπάνιο, ο Θεοχάρης έχει αλλάξει το όνομά του σε Χάρης και λιώνει όλη μέρα στο μπαράκι της Τζίνας, και για να μην τα πολυλογώ εμφανίστηκε ένας άγνωστος νέος που συστήθηκε ως Θησέας, ο Θησέας λοιπόν μετά από μια κρυφή επίδειξη των δυνατοτήτων του έπεισε τον βασιλιά Αιγέα ότι μπορεί να γίνει αυτός που θα σκοτώσει το βρωμερό τέρας τον Μινώταυρο . Έτσι με πολλές τιμές και δόξες ετοιμάστηκε το πλοίο που θα πήγαινε στην Κρήτη , λίγο πριν φύγει το πλοίο ο μελαγχολικός βασιλιάς Αιγέας είπε κάτι κρυφά στον Θησέα, κάτι που έπρεπε να κάνει αφού θα σκότωνε τον Μινώταυρο.

Το πλοίο έχει φτάσει στην Κρήτη, και όλα βρίσκονται στο σημείο όπου ο καλός μας Θησέας ετοιμάζεται να μπει στον λαβύρινθο, εκεί λίγο πριν μπει βγαίνει μια χοντρή ασχημομούρα και του φράζει τον δρόμο<< Με λένε Αριάδνη, και ξέρω γιατί είσαι εδώ, και θέλω να σε βοηθήσω>> <<Και πως μπορείς εσύ να με βοηθήσεις;>> << Έχω μια ιδέα που θα σε σώσει>>και λέγοντας αυτό η Αριάδνη τραβάει μια κλωστή από τον Χιτώνα του Θησέα και την δένει σε ένα καρφί στον τοιχό. <<Προχώρα τώρα και έτσι θα βρεις το δρόμο της επιστροφής>> απελπισμένος ο Θησέας και μη θέλοντας να απογοητεύσει αυτήν που την λέγαν Αριάδνη άρχισε να περπατάει, και όπως περπατούσε ξηλωνόταν ο χιτώνας και αποκάλυπτε σιγά σιγά από κάτω προς τα πάνω τα τριχωτά του πόδια, και σε κάποια στιγμή λίγο πριν στρίψει σε μια γωνιά άρχισε να αποκαλύπτεται και ο κώλος του. Σ όλη αυτή την διαδρομή ο Θησέας έβριζε από μέσα του <<Ηλιθία χοντρή, μαλακισμένη!>> και με το που αισθάνθηκε ότι αποκαλύπτεται ο κώλος του γύρισε πίσω και είδε την Αριάδνη να τον κοιτάει λιγωμένη <<Αγάμητη!>> σκέφτηκε και αμέσως μετά έστριψε προχώρησε λίγο και έκοψε την κλωστή. Εκεί έβγαλε τον ξηλωμένο χιτώνα του, άνοιξε το δισάκι που είχε μαζί του, έβαλε την στολή του υπερήρωα και από πάνω από αυτήν έβαλε έναν άλλο χιτώνα που βρήκε λίγο παρακάτω από έναν σκοτωμένο. Κι έτσι ο Θησέας προχώρησε μέσα στον λαβύρινθο και είχε και τον τρόπο να βγει μετά χωρίς να χαθεί….

Μετά από αρκετή ώρα φτάνει ο Θησέας μπροστά στον Μινώταυρο, τον βρίσκει να κάθεται σε ένα ανάκλιντρο και να κοιτάει κάτω στεναχωρημένος και εντελώς βαριεστημένος, στην αρχή τον λυπήθηκε αλλά έπρεπε να τον σκοτώσει, αυτή ήταν η αποστολή του . Στέκεται λοιπόν απέναντι του και με στόμφο στην φωνή του λέει στον Μινώταυρο
-Χαίρε απαίσιο τέρας, είμαι ο Θησέας της Αθήνας και ήρθα να σε σκοτώσω με εντολή του μεγάλου βασιλιά μας του Αιγαία!
Ο Μινώταυρος σαν να βαριόταν να απαντήσει, έμεινε αρκετή ώρα με σκυμμένο το κεφάλι, μετά ίσα που το σήκωσε λίγο και κοίταξε αυτό το ανθρωπάκι και εντελώς βαρετά του είπε
-Θα μου κλάσεις τα κέρατα…. Και μετά ξάπλωσε στο ανάκλιντρο και κοιτούσε το ανθρωπάκι
-Σήκω να με αντιμετωπίσεις, και να πεθάνεις με τιμή, του απάντησε ο Θησέας
-Δε μου λες ρε μύγα, τι κορδόνι είναι αυτό που βγαίνει από το μανίκι σου;
-Δεν είναι κορδόνι, είναι η καταδίκη σου βρωμύλε! Και λέγοντας αυτό ο Θησέας έπεσε το κορδόνι από το χέρι του.
-Πολύ συχνά έρχονται απαίσια ανθρωπάκια και θέλουν να με σκοτώσουν, βρίζουν πόση ώρα, απειλούν θεούς και δαίμονες και μόλις σηκώνομαι μέσα σε ένα λεπτό τους έχω σκοτώσει, το ίδιο θα γινει και με σένα σκουλικάκι, σε βαριέμαι ήδη, αλλά πριν σε σκοτώσω πες μου, πως ήξερες ακριβώς πόσο σκοινί να φέρεις ; Είδα το κορδόνι που έπεσε και μου δημιουργήθηκε αυτή η απορία…
-Μάθε λοιπόν βρωμερό τέρας, ότι εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους…. Και λέγοντας αυτό σκίζει τον μακρύ του χιτώνα και τον αφήνει στο έδαφος, και συνεχίζει: Γιατί εγώ, Εγώ είμαι ο αρχαίος Spiderman!
-Χα χαχα! Χαχαχα! Τι γελοίο πλασματάκι που είσαι! Που την βρήκες αυτή τη γελοία στολή;
-Λίγα λόγια για την στολή μου! Την έφτιαξε η γιαγιάκα μου ….
-Αστείο πλασματάκι, με διασκέδασες, αλλά τώρα σε βαρέθηκα και θα σε σκοτώσω
Με πολλή φόρα ο Μινώταυρος ορμάει πάνω στον Θησέα (πλέον αρχαίος Spiderman) και όπως πάει να τον πιάσει τον Spiderman, αυτός γλιστράει μέσα από τα χέρια του Μινώταυρου, πηδάει στο αέρα, κάνει μια περιστροφή και προσγειώνεται πίσω από το τέρας, αμέσως πετάει ιστό στα πόδια του τέρατος και τον ακινητοποιεί, τραβαει το σκοινί και ρίχνει το τέρας κάτω και μετά του ρίχνει και άλλους ιστούς που ακινητοποιούν πλήρως το τέρας. Τώρα πλέον νικητής ο Spiderman στέκεται πάνω από το τέρας και του λέει:
-Νόμιζες ότι θα με ρίξεις σε ένα λεπτό, αλλά δεν υπολόγισες την δύναμη μου, ουτε μια στροφή δεν μπόρεσες να κάνεις
-Η δύναμή σου είναι που σε έκανε να νικήσεις τόσο γρήγορα ή το ότι συγγραφέας βαρέθηκε να γράψει μια μεγάλη σκηνή μάχης;
-Όπως και να χει θα σε νικούσα σίγουρα, και τώρα θα πεθάνεις!
-Μηηηηη! Λυπήσου τα παιδιά μου, πως να μπορείς να αφήσεις ορφανά τα παιδιά μου
-Ρε με δουλεύεις; Αφού δεν υπάρχουν Μινωταυρίνες , πως τα έκανες τα παιδιά ;μόνος σου;
-Γιατί υπάρχει ο Spiderman; Υπάρχει ο Αι Βασίλης; Λυπήσουμε, μια ζωη μόνος μου εδώ στο σκοτεινό λαβύρινθο τι να έκανα; Είχα χάσει την πίστη μου για τα πάντα, η μοναξιά με έφαγε, αν ήμουν έξω, αν δεν είχα κλειστεί εδώ μέσα θα ήμουν αλλιώς, τόσα χρόνια καταλαβαίνεις; Είναι πολλά τα χρόνια, έγινα άκαρδος, κυνικός , αλλά δεν φταίω μόνο εγώ γι αυτό, άσε με να φύγω από τον λαβύρινθο, άσε με έστω μια μέρα να δω το φως και μετά με σκοτώνεις, μια μέρα μόνο, τι σου είναι μια μέρα; Βγάλε με από δω, σε παρακαλώ…..
Ο Θησέας συγκινήθηκε από το παράπονο του Μινώταυρου και αποφάσισε να τον αφήσει, αλλά τότε συνέβη κάτι που δεν του επέτρεψε να υλοποιήσει αυτήν του την πρόθεση. Από το λαβύρινθο ακουγόταν άγριες φωνές, ερχόταν και άλλοι Αθηναίοι, ακλουθώντας τον ιστό που είχε απλώσει ο Θησέας, με σκοπό να τον βοηθήσουν να σκοτώσει το τέρας. Ο Θησέας έσκυψε το κεφάλι και είπε στο τέρας
-Είχα σκοπό να σε αφήσω, και να σου έδινα μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά τώρα είναι αργά, δεν εξαρτάται μόνο από μένα και είμαι σίγουρος ότι αυτοί που έρχονται δεν σε αφήσουν να φύγεις και εγώ δεν θα τους εναντιωθώ . Μην κατηγορείς μόνο την τύχη σου γι αυτό, φταις και εσύ, τόσο χρόνια δεν ζήτησες ποτέ από κανέναν να σε βοηθήσει, πάντα στεκόσουν όρθιος και περήφανος, έκανες όπως λες κάτι που δεν σου άρεσε, αλλά το έκανες, ήσουν αλύγιστος ,έπρεπε να φτάσεις μια ανάσα πριν το θάνατο για να ζητήσεις έλεος η βοήθεια; Έπρεπε να πιάσεις πάτο; Τόσα χρόνια επαναπαυόσουν σε κάτι που δεν ξέρεις ούτε εσύ τι ήταν, και ξαφνικά ζητάς μια ευκαιρία για την ζωή σου; Εγώ θα στην έδινα αλλά η μοίρα δεν θα σου την δώσει, άργησες, άργησες και έχασες. Λυπάμαι…
-Μα σε παρακαλώ….
Ο Θησέας όμως είχε ήδη γυρίσει την πλάτη και έφευγε, δεν άκουσε τα παρακάλια του Μινώταυρου. Είδε τους άλλους με δαυλούς να τρέχουν μέσα στις στοές του λαβύρινθου και όταν φτάσανε μπροστά του τον ρώτησαν αν είχε σκοτώσει το τέρας, τους απάντησε πως όχι, το είχε δεμένο λέει και ας το κάναν αυτοί. Έφυγαν προς το μέρος του Μινώταυρου οι Αθηναίοι και μετά από λίγο άκουσε ουρλιαχτά πόνου και μετά σιωπή. Συνέχισε να περπατάει μόνος του στις στοές του λαβύρινθου με σκυφτό κεφάλι, όχι τόσο γιατί λυπήθηκε το τέρας, αλλά γιατί λυπόταν τον εαυτό του που ζούσε σαν τέρας…

Καθισμένος σε ένα πεζούλι σκεφτόταν, είδε τον πυρήνα του εσωτερικού του κόσμου τόσο μικρό , σαν ένα ανθρωπάκι στο κέντρο ενός λαβύρινθου, όλες του οι λέξεις και οι πράξεις ήταν η ηχώ που εξέπεμπε αυτός ο λαβύρινθος, ποτέ η πραγματικότητα που ήθελε, ποτέ δεν ήταν πραγματικά ελεύθερος, μάλλον πικραμένος ήταν, ναι αυτή είναι η λέξη, ήταν πικραμένος και είχε κλειστεί στην δική του πραγματικότητα, όπως όλοι οι πικραμένοι έτσι και αυτός θαύμαζε τους ήρωες και τους τρελούς, γι αυτό έγινε υπερήρωας , το διάλεξε για να πάρει κάτι από την εύνοια του κόσμου, ή μάλλον για να μην τον κρίνουν , ποιος θα έκρινε έναν ήρωα; κανείς, αλλά και με το να μην τον κρίνει κανείς κατέληξε να μην τον γνωρίζει και κανείς, όποτε έκανε ένα άθλο όλοι τον θεωρούσαν δυνατό, στην ψυχή και στο σώμα, γινόταν πρότυπο για όλους, για μην τον καταρρίψει αυτήν του την φήμη κάθε φορά άλλαζε πόλη και όνομα, είχε κλειστεί στο λαβύρινθο της μοναξιάς του, κάθε φορά νόμιζε θα είναι διαφορετικά στην κάθε νέα πόλη, αλλά πάντα χωρίς να το θέλει όλοι νομίζανε ότι ήταν δυνατός. Έτσι και ο μινώταυρος, όλοι νομίζανε ότι ήταν δυνατός, αλλά μόλις έπεσε το μόνο που ζήτησε ήταν να δει λίγο ήλιο, τι κι αν ο ένας ήταν κλεισμένος στα σκοτάδια του λαβύρινθου και ο άλλος είχε γυρίσει όλο τον κόσμο, και οι δυο έκρυβαν το ίδιο πράγμα μέσα τους, την απελπισία και τη κάλυπταν με την δύναμη τους και την φήμη τους. Τι γινόταν αν μια μέρα έπεφτε και αυτός; Τι θα ζητούσε; Μια παρέα ίσως; Κάποιος θα του έλεγε ότι θα μπορούσε να παρατήσει το υπερηρωιλίκι αλλά ο κόσμος του είχε ήδη δημιουργηθεί, αυτό που στην αρχη τον ενθουσίαζε τώρα τον έτρωγε, δεν μπορούσε να ζήσει μ αυτό ούτε χωρίς αυτό. Κάθε απομάκρυνση από την απλότητα είναι μέγα λάθος. Αυτό το εξεζητημένο που έβλεπε αυτός στους άλλους υπερήρωες ήταν μονό αυτό που άφηναν οι άλλοι να δει, ακριβώς όπως κάνει αυτός τώρα, η φήμη της δύναμης, η δύναμη της φήμης, όλα κουραφέξαλα.... Μόνο τα απλά πράγματα τα βλέπεις ακριβώς όπως είναι. Αν ποτέ μπορούσε να…


Ένα εύσαρκο χέρι του ακούμπησε τον ώμο και τον έβγαλε από τις σκέψεις, ήταν η Αριάδνη, τον είδε να κάθεται έτσι και υπέθεσε ότι ήταν κουρασμένος από την μάχη.
-Τελικά είσαι ήρωας, είναι απίστευτο που το κατάφερες, είμαι σίγουρη ότι το όνομά σου θα δοξαστεί εις του αιώνες, θα γίνεις το ίνδαλμα της πόλης
-Σας ευχαριστώ και για την βοήθεια σας και για τα καλά σας λόγια, έχετε υπ όψιν σας ότι ο βασιλιάς επιθυμεί να επιστρέψετε μαζί μας στην Αθήνα, αύριο το πρωί ξεκινάμε,είπε ο Θησέας και έφυγε χωρίς να την κοιτάξει καν

Τις επόμενες μέρες στο πλοίο όλοι χαρές και τραγούδια μόνο ο Θησέας καθόταν σκεφτικός, και μέσα σ αυτό κλίμα έφτασαν στην Αθήνα, το λιμάνι και ξεπρόβαλε μπροστά στα μάτια τους και γέρο Βασιλιάς απ την άλλη μεριά είδε τα άσπρα πανιά και χάρηκε. Δεν ήξερε όμως ότι Θησέας ήταν θλιμμένος και είχε ξεχάσει να σηκώσει τα μαύρα πανιά, που θα έκανε σε περίπτωση που η Αριάδνη είχε γίνει άσχημη και χοντρή. Αν δεν νικούσε απλά δεν θα γυρνούσε πίσω. Έτσι ο βασιλιάς ανακοίνωσε στον λαό ότι θα παντρευτεί την πανοραία Αριάδνη, τον έρωτά του που τόσα χρόνια είχαν κρατήσει μακριά του οι ελεεινοί Μινωίτες .


Η συνέχεια θα είναι σύντομη και θα είναι στο επόμενο τοστ... ε, ποστ, μάλλον καταλάβατε ότι έπεσε πείνα.


3 σχόλια:

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ είπε...

Μα τι φαντασία και χιούμορ είναι αυτό. Έχω πεθάνει στα γέλια. Εσυ ξαναγράφεις την μυθολογία - αν ήταν ποτέ γραμμένη βέβαια. Γράφεις πολύ όμορφα.
Είσαι ότι πρέπει για να ξεσκάει κανείς Απόλαυση. Περιμένω τη συνέχεια και όχι πολλές ξάπλες ε;

Sweet truth! είπε...

Πολύ όμορφη η μυθ-ιστορία σου Ηρακλή!
Ήταν ότι πρέπει για να χαλαρώσω μετά από 3ς ώρες μάθημα...

υγ1. ήρθα, έφυγα και μόλις βρήκα χρόνο επέστρεψα!
υγ2. Τον καημένο τον Spiderman(Θησέα)...
υγ3. Δεν υπάρχει Αϊ Βασίλης και μου το λες έτσι;!

:)
Περιμένω και γω τη συνέχεια, αν θυμάμαι καλά έχεις αφήσει και άλλα πράγματα στη μέση...
Δε σε μαλώνω αλλά μην ξεχνιόμαστε, γι αυτό είναι οι στάνταρ αναγνώστες, για να στα θυμίζουν αυτά!!

Φιλάκια!

Ανώνυμος είπε...

ντου κου ντου....μαλακα.....ωραια τα λεσ!!!πολυ γελιο...