Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Σκατά Στους Τοίχους


Έξω από το χωριό υπάρχει ένα σπίτι, είναι χρόνια εγκαταλελειμμένο και είναι σχεδόν ετοιμόρροπο. Πολλές ιστορίες ακούγονται για αυτό το σπίτι. Τελευταία  που έζησε εκεί μέσα ήταν μια γιαγιά από την Μικρασία και πέθανε από γεράματα στα τέλη της δεκαετίας του 80. Αυτή η γιαγιά είχε την φήμη της ξεματιάστρας στο χωριό, λένε ότι έβαζε ένα ποτήρι στο μέτωπο του ‘’ασθενούς’’ και έλεγε μια προσευχή και το νερό έβραζε και έπαιρνε τον πόνο του καθενός. Μ αυτήν την γιαγιά είχαμε κάποια  συγγένεια, και θυμάμαι ελάχιστα σκηνικά που πήγαινα με τον παππού μου με το ποδήλατο στο σπίτι της. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν τελείως ρετρό, κλασικό αρχοντικό μικρασιάτικο σπίτι, ένα εσωτερικό σε πλήρη αντίθεση με το μέγεθος και την τοποθεσία του  σπιτιού, απορούσα πάντα όταν έφευγα πως χωρούσαν τόσα πράγματα εκεί μέσα, και πάντα θυμάμαι την γεύση από το λουκουμάκι  που είχα στο στόμα. Το σπίτι μέσα ήταν γεμάτο κεντήματα, παλιά έπιπλα, βιβλία,  λάμπες πετρελαίου,  απίστευτες κουρτίνες,  ένα παλιό ράδιο (τι ;περίμενες  να πω γραμμόφωνο;) έπαιζε πάντα μουσική, σε ένα σημείο θυμάμαι ότι είχε πολλά καπέλα γυναικεία  σε πολλά χρώματα. Σε μια εποχή οπού όλες οι γυναίκες φορούσαν τσεμπέρια, αυτή η γιαγιά φορούσε καπέλα, και νομίζω ότι όσο παράξενο φαινόταν σε μένα αυτό άλλο τόσο παράξενο φαινόταν και στους υπόλοιπους χωριάτες. Το σπίτι ήταν πάντα( δεν ξέρω πως)  στην εντέλεια, και ήταν απορίας άξιο πως μια γριά μόνη της το κροτούσε σε τέτοια κατάσταση .  Κάποια στιγμή η γιαγιά αρρώστησε και έφυγε από το σπίτι και πήγε σε ένα νοσοκομείο στον Βόλο.  Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μετά από πολύ καιρό απλά άκουσα ότι πέθανε, και αυτό που μου καρφώθηκε στο μυαλό ήταν να μην πάω ποτέ σε νοσοκομείο στον Βόλο γιατί θα πεθάνω. Προφανώς για να γράφω τώρα, δεν έχω πάει ακόμα…

Τα χρόνια πέρασαν και το σπίτι είχε αφεθεί στην τύχη του, όπως και οι θησαυροί που έκρυβε μέσα του. Στην αυλή τα δέντρα και τα χορτάρια μεγάλωσαν τόσο που έπνιξαν και σκέπασαν το σπίτι.  Κάποτε ακούστηκε ότι έχει και αγριόσκυλα και φίδια εκεί γύρω , και ήταν απαγορευμένο για τα παιδιά να πηγαίνουν εκεί.  Μετά εμείς τα παιδιά λέγαμε ιστορίες ότι τάχα σηκώνεται κάθε βράδυ το πνεύμα της γριάς και πάει στο σπίτι και συμμαζεύει, και ότι κάθε φορά που θα μιλάμε για αυτήν το βράδυ θα έρχεται στο όνειρο μας και θα μας κοιτάει χωρίς να μιλάει. Και είναι αλήθεια πολλά παιδιά την έβλεπαν την γριά, και μας το λέγαν το  επόμενο βράδυ και μετά  την βλέπαν και άλλοι, και έγινε σχεδόν βέβαιο ότι το πνεύμα της γριάς περνάει τα βράδια από τον ύπνο μας και μας κοιτάει. Οπότε η ιδέα να πάμε στο σπίτι της φάνταζε σχεδόν αυτοκτονία.   Και κανείς από μας δεν πάτησε ποτέ στο σπίτι της μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90, οπού  πήγαμε  μόνο μια φορά ,αλλά  κάποιοι άλλοι  είχαν πάει πριν από μας, και αν θα ξαναπηγαίναμε θα ήταν σίγουρα αυτοκτονία .
( Πριν συνεχίσω θέλω να επισημάνω  ότι δεν έχω καμιά ρατσιστική διάθεση, περιγράφω τα γεγονότα όπως έγιναν, και έτσι ήταν τα πράγματα τότε, και σαφώς τώρα έχουν αλλάξει  )
Όσο θυμάμαι τα πρώτα μου χρόνια στο δημοτικό, η ζωή στο χωρίο ήταν σαν ταινία από την Αμερική στην δεκαετία του 50. Ήρεμοι δρόμοι, αυτοκίνητα να περνάνε αργά στους δρόμους, φιλικοί άνθρωποι, ο γαλατάς που γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι, τα σπίτια όλα ανοιχτά, όλη την μέρα και όλη την νύχτα ακόμα και αν οι ιδιοκτήτες του λείπανε . Απλά λέγαμε θα μπούμε σ αυτό το σπίτι, και μπαίναμε, χαρά όταν έλειπαν όλοι, κλέβαμε ότι τρωγόταν, προσπαθούσαμε να πάρουμε τηλέφωνο στο διάστημα παίρνοντας απίστευτα νούμερα από το τηλέφωνο του εκάστοτε σπιτιού, αλλάζαμε θέση στα έπιπλα και  κάναμε ότι πιο κουλό μπορεί να φανταστεί κανείς  . Δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα   γιατί όλοι ήταν θείοι μας και φίλοι των γονιών μας, και αν ποτέ μας κυνηγούσαν ή μας μαλώνανε ήταν περισσότερο για πλάκα και ποτέ με μίσος. Και όλα αυτά μέχρι που κάτι έγινε και άλλαξε εντελώς την ζωή στο χωρίο. Μας  είπανε για κάποιους Αλβανούς, που περνάνε σε ομάδες από τα χωράφια και κοιμούνται όπου βρουν, δεν μπαίνουν στο χωριό, αλλά να προσέχουμε. Μετά μας είπαν ότι που και που περνάνε από το χωριό και κάνουν μερικά μεροκάματα σε σπίτια, και πάλι να προσέχουμε. Μέχρι τότε δεν είχα δει κανέναν ,άλλα τους φοβόμουν αυτούς τους Αλβανούς . Μετά ακούστηκε ότι πλακώσανε τον τάδε από το χωρίο στα χωράφια και του έκλεψαν το αυτοκίνητο, μετά ληστείες σε σπίτια του χωριού και σε διπλανά χωριά.  Μετά απαγορεύτηκε να πηγαίνουμε στον σταθμό των τρένων γιατί εκεί μένουν  Αλβανοί. Να  πως είχαν τα γεγονότα εν συντομία εκείνη την εποχή όπου πρωτοήρθαν οι Αλβανοί . Οι περισσότεροι ήρθαν με τα πόδια από πάνω, με διαλυμένα ρούχα και καμένες φάτσες, δεν είχανε να φάνε,  δεν ήξεραν καμία δουλεία, και δεν είχαν ένα σταθερό μέρος να μείνουν, δεν ήξεραν την γλώσσα,  μονίμως κυνηγημένοι . Και αυτό που επίσης ακούγεται είναι ότι οι πρώτοι που ήρθαν ήταν κατάδικοι από φυλακές που ανοίξανε. Αυτό που ισχύει και είναι αναντίρρητο είναι ότι  κάναν κανονικές καταστροφές και πλιάτσικα απ όπου περνούσαν, δεν μέναν εννοείται ποτέ σε ένα μέρος και κανείς δεν ήταν ποτέ γνωστός. Τα πράγματα άλλαξαν με τα χρόνια και τώρα δεν έχουν καμιά σχέση με το τότε, αλλά  τότε τα πράγματα στην ζωή του χωριού αλλάξανε πολύ γρήγορα. Ξαφνικά όλοι νοιαζόταν για την ασφάλεια τους και όχι αδίκως, και όσο και αν προσπαθούσαν πάντα κάτι γινόταν. Και ό φόβος υπήρχε, αλλά υπήρχε και το συμφέρον. Έβαζαν τον Αλβανό να δουλεύει όλη την μέρα και το μεσημέρι ένα πιάτο φαί και μισό καρβέλι ψωμί. Δούλευε τρεις μέρες ο Αλβανός, μετά  του κλεβε το σπίτι ή τον έδερνε και γεια σας . Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι υπήρχαν μόνο άντρες Αλβανοί. Τέλος πάντων να μην τα πολυλογώ κάπως έτσι ήταν κατάσταση και απ αυτήν την κατάσταση δεν γλίτωσε ούτε το σπίτι της γιαγιάς της Μικρασιάτισας . Σκεπτόμουν τότε :τυχεροί οι Αλβανοί  που ζουν σε ένα τέτοιο σπίτι, και κοιμούνται στα καθαρά κρεβάτια  και τρώνε στο καλό τραπέζι, ενώ οι άλλοι ομοεθνείς τους κοιμόνται σε αποθήκες ή σε σταθμούς τρένων. Εμείς με το μικρόβιο της περιέργειας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο να μην πάμε στο σπίτι, τώρα πια που αποδεδειγμένα μπορεί να μείνει άνθρωπος μέσα χωρις να τον φάει το φάντασμα. Η περιέργεια ήταν να δούμε το σπίτι και όχι το πώς ζούσαν οι Αλβανοί. Και μια μέρα μια Μεγάλη Παρασκευή ή Μεγάλη Πέμπτη ήταν δεν θυμάμαι καλά, πήγαμε και καταλάβαμε ότι  ο,τι  λένε οι γονείς έχουν πάντα δίκιο.
Έχουμε βγει να πούμε τα κάλαντα του Πάσχα,  μάλλον μεγάλη Πέμπτη, ο σκοπός μας όμως ήταν άλλος, θέλαμε να πάμε στο σπίτι. Είχαμε μαζέψει χρήματα από τις προηγούμενες μέρες κάνοντας οικονομία με το να μην παίρνουμε σοκολάτες και άλλα είδη περιπτέρου (τσιγάρα;) για μια βδομάδα.  Χρειαζόμασταν τα λεφτά γιατί όταν γυρνούσαμε από το τραγούδι έπρεπε να δείξουμε   πόσα βγάλαμε. Πρώτα όμως είχαμε μια εκκρεμότητα. Πήγαμε στο σπίτι της γιαγιάς Βαγγελιώς  και τραγουδήσαμε,  όταν τελειώσαμε η γιαγιά μας έδωσε από ένα πενηντάρικο.  Το πήραμε με ευχαρίστηση αλλά της είπα «Μας χρωστάς και από την πρωτοχρονιά ένα πενηντάρικο, θυμάσαι που δεν είχες ψιλά και μας είπες ότι θα μας τα χρωστάς;». Γέλασε η γριά και μας έδωσε από ένα πενηντάρικο ακόμα. Να μην τα πολυλογώ με τα ποδηλατάκια μας φτάσαμε στο σπίτι . Κρύψαμε τα ποδήλατα σε κάτι θάμνους.  Η ώρα ήταν δέκα το πρωι και είχαμε μπροστά μας τρεις ώρες εξερεύνησης, τρεις  ώρες κάναμε συνήθως τα κάλαντα, ήμασταν σε μικρό χωρίο όπως καταλάβατε, και σχεδόν τέσσερεις ώρες μέχρι να σχολάσουν οι Αλβανοί, οπότε δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα. Είμαστε μπροστά στην πόρτα, όλες οι πόρτες έχουν το ίδιο μέγεθος, και αυτήν δεν αποτελούσε εξαίρεση, αλλά την συγκεκριμένη μέρα φάνταζε τεράστια, ήταν ο φόβος που την έκανε να μια μοιάζει τόοοοσο μεγάλη, τώρα μετά από τόσα χρόνια όποτε περνάω από εκεί και κοιτάω την πόρτα, μοιάζει μικρή, γελοιωδώς μικρή…

Στην μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού δυο μικρά πραγματάκια κάθονται απέναντι και την κοιτάζουν διστακτικά και με δέος. Το σκοτάδι που φαίνεται μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα μοιάζει να τους καλεί όπως καλεί το φως τα κουνούπια στο σκοτάδι. Πρώτη κίνηση κάνει το μικρό μαύρο πραγματάκι που ήμουν εγώ, στέκομαι στη μισάνοιχτη πόρτα και κοιτάω μέσα, μια δυσωδία είναι το πρώτο που αντιλαμβάνομαι, αρχίζω να παρατηρώ το μέρος και σοκάρομαι. Το άλλο μικρό πραγματάκι  που ήταν φίλος μου για να με τρομάξει με σπρώχνει και βρίσκομαι ξαφνικά μέσα στο πρώτο δωμάτιο.  Προχωράμε μέχρι την μέση και στεκόμαστε και παρατηρούμε. Περιγραφή :  Όλα τα έπιπλα, όλα   όμως ,είναι σπασμένα, μερικά είναι και καμένα.  Ότι υπήρχε μέσα στα έπιπλα είναι πεταμένα στο πάτωμα, πάνω στα οποία πράγματα έχουν κατουρήσει και έχουν αφοδεύσει,  η δυσωδία και το σοκ ήταν πρωτόγνωρα για μας. Στους  τοίχους είχαν γράψει με κόπρανα διάφορες λέξεις στη γλώσσα τους, δεν καταλαβαίναμε αλλά σίγουρα δεν ήταν κανένα  αποκύημα  ευφυΐας , και τώρα που μέγαλωσα είμαι ακόμα πιο σίγουρος ότι ό,τι γράφεται στους τοίχους ακόμα και αν δεν γράφεται με σκατά είναι από… να μην πω.. μυαλά, παράδειγμα περπατάς στο κέντρο και βλέπεις σε έναν τοίχο ΝΔ 40%, προχωράς και βλέπεις  GALATSI 7, λίγο παρακάτω ΠΑΟ  ΟΛΕ, μετά στους τέσσερεις  κίονες της Παλιάς Βουλής  επί της Κολοκοτρώνη  είναι γραμμένη η λέξη ΧΑΟΣ με ένα γράμμα σε κάθε κολώνα, τι να πω…. ευφυέστατο ….  Σε μια γωνία είναι όλα τα ρούχα πεταμένα και υποθέτω ότι κάποτε θα είχαν  χρησιμοποιηθεί σαν κρεβάτι , κάποτε… γιατί τώρα ήταν αφοδευτήριο…. Προχωρήσαμε στο επόμενο δωμάτιο και η κατάσταση ήταν παρόμοια, το μόνο που διέφερε ήταν ότι ήταν πεταμένο ένα συρτάρι στο πάτωμα. Γύρω από αυτό το συρτάρι υπήρχαν πεταμένες φωτογραφίες, όλες παμπάλαιες, ίσως και από την Μικρά Ασία , τότε ήμασταν σίγουροι ότι ήταν από εκεί, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως και να μην ήταν. Μια φωτογραφία που μου τράβηξε περισσότερο την περιέργεια ήταν η φωτογραφία από μια  πομπή κηδείας, κι όμως… φωτογραφία από κηδεία!  Ο νεκρός δεν ήταν σε κάσα αλλά σε σεντόνι που το κρατούσαν τέσσερα άτομα από  τις γωνίες, λίγα λουλούδια γύρω γύρω από τον νεκρό και όλοι κοιτούσαν αδιάφορα το νεκρό που περνούσε. Ο νεκρός στη φωτογραφία φαινόταν σχετικά νέος, με μουστάκι και μαυριδερός, το πιο τρομακτικό όμως ήταν ο παπάς, ήταν ο μόνος που κοιτούσε την φωτογραφική μηχανή την ώρα της λήψης, και το βλέμμα του ήταν τελείως απόκοσμο. Η πομπή της κηδείας πρέπει να είχε γίνει σε πόλη γιατί είχε πολύ κόσμο.  Αν ήθελα να σώσω μόνο μια φωτογραφία από το παρελθόν θα ήταν αυτήν, έλεγε πάρα πολλά παρόλο που ήταν βεβηλωμένη, πάνω από το στόμα του νεκρού ήταν ζωγραφισμένο ένα πουλί, αντρικό πούλι και ο καλλιτέχνης δεν είχε παραλείψει ούτε και τις τρίχες , το πουλί αυτό κοιτούσε προς το στόμα του νεκρού. Και πάνω από τον παπά είχαν κόψει ένα κομμάτι της φωτογραφίας σε σχήμα του αγκυλωτού σταυρού.  Δεν μπορώ να αναλύσω την κάθε φωτογραφία που βρήκαμε γι αυτό προχωράω στο περιεχόμενο του συρταριού. Πολλά μπλε τετράδια με σημειώσεις που δεν καταλαβαίναμε και ένα μαύρο βιβλίο με κενές σελίδες που ήταν συμπληρωμένες από την γριά. Άνοιξα την πρώτη σελίδα που είχε το όνομα του χωριού στην περιοχή Μαγνησία  της Μικράς Ασίας. Στη δεύτερη σελίδα υπήρχε ένα σχεδιάγραμμα του χωριού, με τους δρόμους και τα σπίτια σε μικρογραφία. Αυτόν τον χάρτη τον διέσχιζαν δύο κάθετες και δυο οριζόντιες γραμμές  που τον χώριζαν σε εννιά κομμάτια, το κάθε κομμάτι ήταν σχεδιασμένο στις επόμενες σελίδες με περισσότερες λεπτομέρειες και με το όνομα του ιδιοκτήτη του κάθε σπιτιού. Σε μερικά σημεία του κάθε χάρτη υπήρχε και ένα  Χ το οποίο δεν ξέρω τι σημαίνει, τότε υπέθεσα ότι ήταν σημείο που δήλωνε ότι εδώ υπάρχει θαμμένος ένας θησαυρός, τώρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι ισχύει. Στις επόμενες σελίδες υπήρχαν ονόματα, ελληνικά και τούρκικα, πιθανών τα ονόματα του χωριού και πως αυτά διασταυρωνόταν κάθε όνομα είχε και την ιδιότητά του καθενός δίπλα, ο μπακάλης, ο παπάς κτλ Απ τη μέση και μετά υπήρχαν γραμμένες ιστορίες με δυσνόητα γράμματα , τις οποίες ποτέ δεν διάβασα. Μείναμε εκεί να κοιτάμε τις φωτογραφίες, είχαμε μαγευτεί, παρόλη την τραγική κατάσταση στην οποία είχε επέλθει το σπίτι, αυτό το συρτάρι έκρυβε για μας έναν θησαυρό .Μείναμε αρκετή να κοιτάμε φωτογραφίες και διαλέγαμε τις καλύτερες και τι βάζαμε στο μαύρο βιβλίο για να τις πάρουμε μαζί μας , ανάμεσα στις φωτογραφίες βρήκα και ένα πράγμα ,σκεύος να το πω κέρμα να το πω δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν, είχε κοίλο σχήμα και ήταν στρόγγυλο σαν ένα μεγάλο κέρμα, μέσα στο κοίλωμα είχε τουρκικά σύμβολα, τότε υπέθεσα ότι ήτα τουρκικός βραστήρας ηρωίνης  . Έβαλα το κέρμα στην τσέπη και συνεχίσαμε την εξερεύνηση του συρταριού. Την έξερυνηση αυτή όμως την διέκοψαν κάτι που φωνές άγριες που εισέβαλαν στο σπίτι, κάτι φωνές σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίναμε….

Η λέξη τρόμος είναι πολύ μικρή για να περιγράψει εκείνο το συναίσθημα, πρώτη φόρα ένιωσα πως κινδυνεύει η ζωή μου,  έπρεπε να φύγουμε για να σωθούμε αλλά μεχρι την πόρτα μεσολαβούσε το δωμάτιο που ήταν γεμάτο από αυτούς από τους οποίους θέλαμε να αποφύγουμε. Τελικά δεν κάναμε και καμιά ακραία τύπου Χόλυγουντ απόδρασή , απλά πηδήξαμε από το παράθυρο, αλλά με το που ανοίξαμε το παντζούρι περισσότερο από ότι ήταν μέχρι τότε μπήκε απότομα φως στο δωμάτιο, πράγμα που έκανε αισθητή την παρουσία μας στους άλλους  και φεύγοντας ακούσαμε φωνές αναστάτωσης. Τρέξαμε γρήγορα στα ποδήλατα και φύγαμε τρέχοντας με πρωτοφανή δύναμη και αντοχή, οι άλλοι βγήκαν τρέχοντας από το δωμάτιο και μας κυνηγούσαν φωνάζοντας, μάλλον βρίζοντας, εμείς όμως είχαμε αναπτύξει  ταχύτητα και απομακρυνόμασταν …. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλη Παρασκευή, δεν θυμάμαι καλά, αλλά αυτό που είχε συμβεί είναι ότι οι καλοί χριστιανοί του χωριού σεβόμενοι την ιερότητα της μέρας άφησαν (μερικοί απ αυτούς) τους εργάτες να φύγουν νωρίτερα από τα χωράφια και έτσι μας πέτυχαν εκεί  
  Οι Αλβανοί τότε όπως είπα και πιο πριν ήταν περιφερόμενοι, όπου πήγαιναν  έμεναν για λίγες βδομάδες και μετά τραβούσαν για αλλού, δεν επιδίωκαν ποτέ να μένουν σε τέτοια σπίτια, αλλά αναγκασμένοι όπως ήταν να υπομένουν αυτές τις συνθήκες κάθε φορά που έφευγαν από ένα μέρος απ το μίσος για τις συνθήκες στις οποίες έχουν μείνει το αφήναν σε χειρότερη κατάσταση με καταστροφές και ακαθαρσίες. Θα μου πεις ο Έλληνας δεν θα έγραφε ποτέ με σκατά στους τοίχους…. Αλλά σίγουρα δεν ξέρω τι είναι χειρότερο να  γράφεις με σκατά στους τοίχους ή να λερώνεις όλους τους τοίχους της πόλης με συνθήματα που ούτε μια μαϊμού δεν θα  σκεφτόταν . Αυτός που πήγε και έγραψε ΧΑΟΣ στην Παλιά Βουλή δεν είναι σαν να κατούρησε και να έχεσε πάνω σε όλους τους αγώνες για ελευθερία για δημοκρατία για αυτόν τον τόπο; Θα μου πει κάποιος, και κοίτα πως κατάντησαν αυτόν τον τόπο… και οι τρακόσοι της Βουλής… και πρέπει να κάνουμε κάτι… μπλα μπλα μπλα…. Ναι ρε, γράψτε στους τοίχους να σώσετε τον τόπο…. Αι σιχτιρ….

Τι απέγινε το βιβλίο;
Ευτυχώς είχα πάρει το μαύρο βιβλίο μαζί μου, αυτό με τους κρυμμένους θησαυρούς, αλλά δεν έπρεπε να το δει κανείς, δεν θα μπορούσα να το δικαιολογήσω  με κανέναν  τρόπο. Πήγα στην σκεπή μιας παλιάς αποθήκης, έβγαλα ένα κεραμίδι και το έκρυψα. Για μερικές μέρες πήγαινα εκεί πάνω με το πρόσχημα ότι βγάζω βόλτα τη γάτα στα κεραμίδια (ναι το έκανα συχνά αυτό πριν και μετά το συμβάν) . Έμενα λίγη ώρα κοιτώντας της φωτογραφίες και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μυστικά του βιβλίου. Κάποια μέρα είχε πιάσει δυνατή βροχή και για πολλή ώρα, έμενα μέσα στο σπίτι το μόνο που μ ένοιαζε ήταν να μην πάθει τίποτα το βιβλίο. Την επόμενη μέρα πήγα στα κεραμίδια, χωρίς την γάτα αυτή τη φορά, και το βιβλίο απλά έλειπε, έψαξα κάτω μήπως το δεν το παρέσυραν μακριά  τα νερά της βροχής αλλά τίποτα, απλά χάθηκε, μαζί και οι φωτογραφίες. Το μόνο που έχει απομείνει από εκείνη την επίσκεψη είναι αυτό το περίεργο κέρμα σκεύος που δεν ξέρω ακόμα τι είναι.

Έγραψα τα γεγονότα όπως έγιναν χωρίς , καλύτερα να λέμε την αλήθεια όπως είναι και να ξέρουμε τι αντιμετωπίσαμε ή τι αντιμετώπισαν οι άλλοι με μας.


Ομορφιά.....













Ευφυΐα.....












Βαριέμαι να ψάξω άλλο...
Τα λογοπαίγνια δεν σημαίνει ότι είναι και έξυπνα ή και σωστά πχ:
Βλέπουμε την ασπρόμαυρη ζωή στην έγχρωμη TV 
Οι τοίχοι έχουν αφτιά και τα αφτιά σας τοίχους
Χιλιάδες αναμένες τηλεοράσεις χιλιάδες σβηστές ζωές
Σκατά...

Και πάμε σε καλύτερα και σπουδαιότερα:
Τα παιδιά της ΚΝΕ λένε ΝΑΙ (μαλάκα θα τρελαθώ!!!!!!!!!!!!)
Ψηφίζω με την καρδιά, η καρδιά χτυπάει αριστερά (Ναι με έπεσες....)
Χέρι χέρι με τον Καρατζαφέρη (Χοιρομέρι,υποφέρει, διαφέρει, τα έχει όλα και συμφέρει, μαλακοφέρει και άλλα πολλά....)

Ένα είναι το σύνθημα λέμε:
Λαρσα τυρί φέτα
και Motorhead κασέτα 

Πάλι ξέφυγα 
γεια 

7 σχόλια:

Έσπερος είπε...

Φίλε μου Aougare, όσο διάβαζα τον κύριο κορμό του κειμένου σου είχα την αίσθηση γλυκί βραστού ελληνικού καφέ στο στόμα μου (έστω κι αν τον πίνω σκέτο). Γεύση γλυκόπικρη. Μετά με τα συνθήματα και τα λογοπαίγνια μου ήρθε μια αίσθηση...συγκατάβαση; Μπα! Μάλλον σαν άγαλμα που το χέζουν περιστέρια ένιωσα! Χαχαχαχα! Είναι, όντως, από τα πολύ άσχημα της πόλης τα συνθήματα στους τοίχους!

Να περνάς καλά και καλή Κυριακή!

Sweet truth! είπε...

Δεν πειράζει να ξεφεύγεις αρκεί να το κάνεις όπως εσύ ξέρεις σαν κι εδώ, λες την αλήθεια μέσα στην αισχρή κατάσταση που έχει εισαχθεί η πόλη μας...
είναι όμορφη η αθήνα είχες πει για βόλτες... όντως αν εξαιρέσεις αυτά είναι όμορφη.

ΥΓ1.πολύ μου αρέσουν οι εξερευνήσεις σε παλιά σπίτια, ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις!!
ΥΓ2. Εμείς στο χωριό δυο οικογένειες αλβανών έχουμε αλλά είναι καλοί άνθρωποι (απ ότι φαίνεται τουλάχιστον) και το χωριό έχει παραμείνει υπέροχο μέσα στη φύση του!!!!

Φιλάκια!

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ είπε...

Λοιπόν δεν διάβασα ακόμη το χθεσινό!
Άκουσε (τρόπος του λέγειν) είσαι ταλέντο. Δεν υπερβάλω, Οι περιγραφικές σου ικανότητες είναι στο έπακρο αναπτυγμένες Η μυθοπλασία ή η αναπόληση πραγματικού γεγονότος εξαιρετικά δοσμένη. Σε ορισμένα σημεία μου θύμισες λίγο Steven King.
Η καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου της εποχής ρεαλιστική και αντικειμενική.
Νομίζω ότι θα γίνεις πόλος έλξης εκείνων που αρέσκονται σε εξαιρετικά αφηγήματα.
Σε καληνυχτίζω.
ΥΓ Είχαμε βαφτίσια χτές γι αυτό δεν πρόλαβα να διαβάσω το χθεσινό αλλά δεν μου την γλυτώνει.
Καλη σου νύχτα.

mr.alobar είπε...

περα απο το γεγονος οτι στερουνται αισθητικης ειναι φερεφωνα,τα συνθηματακια ειναι κονσερβα το γεγονος οτι εχουν ομοιοκαταληξια δεν τα κανει cool.Δεν πειραζει...νομιζουν και αυτοι οτι κανουν κατι...

fokas ch. είπε...

Υπηρχε και μια φωτο που εδειχνε νεκρη μια κοπελα 17 ετων.ητανη η αδερφη του παπου.

fokas ch. είπε...

A!! Ξεχασα! Γκρεμισανε το σπιτι της Σοφιας,αυτη που ευωδιαζε,Θεος σχωρεστην.

aougaros είπε...

Έσπερος

Καταρχήν η απουσία σου από την μπλογκόσφαιρα έχει γίνει αισθητή. Ελπίζω να ήρθες για να μείνεις
Κάλο αυτό με το άγαλμα, γαμάτο!

Sweet truth!

Και εμείς στο χωριό έχουμε οικογένειες Αλβανών που είναι πολύ συμπαθητικοί, και εγώ ο ίδιος έχω πολλούς φίλους Αλβανούς λόγω του ότι έχω δουλέψει και σε οικοδομή κάποτε, και ότι έχω περιγράψει εδώ το εχω συζητήσει και μ αυτούς.
Να σαι καλά
Φιλιά

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Ένα πραγματικό γεγονός είναι πάντα πιο ενδιαφέρον από ένα πολύπλοκο σενάριο. Προσπάθησα να το αποδώσω όσο πιο απλά μπορούσα και ίσως αυτό να το έκανε πιο αρεστό.
Σε ευχαριστώ πολύ

mr.alobar

Οι απόψεις μας πάνω σ αυτό το θέμα πάντα συμπίπτουν

Φωκάς

Την κοπέλα την λέγαν Κωνσταντίνα
Κάτι άκουσα ότι θα έφευγε και το λυόμενο από κει, θα το έπαιρνε ο Αγρίλας για κοτέτσι.