Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

The ultimate brutality

Ο Δ. είναι ερωτευμένος με την Σ. με την οποία Σ. υποτίθεται οτι είναι φίλοι. Όπως φίλοι είναι και με την Χ. η οποία και τους γνώρισε.Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα δεν πηγαίναν καλά στην παρέα, σαν να αραίωνε. Μια μέρα μη αντέχοντας άλλο ο Δ. πήρε την απόφαση να μιλήσει στην Σ. για τον έρωτά του. Και έτσι έξω από την πόρτα του σπιτιού της, έλαβε χώρα ο εξής διάλογος.

-Ποιος είναι?
-Ο Δ. είμαι.......
-Α, και τι θες?
-Να.... ξέρεις ειναι ενα θεμα που με απασχολεί πολύ τώρα τελευταία, και ειχα πάρει την απόφαση την επόμενη φορά που θα σε δω να σου μιλησω..........να ξερεις εγω.......
-Μισό λεπτό να σε διακόψω, λιγο....μιλησες με την Χ. τελευταία?
-Όχι εχω να μιλησω καιρο, τι σου λεγα΄? α ναι ξερεις τον τελευταίο καιρο........
-Ναι ξερω δεν σε παίρνει η Χ. τηλέφωνό...και μένα δεν με παίρνει....
-Όχι, οχι δεν θέλω να πω αυτο... άλλο θέλω να πω......ξερεις υπάρχει ενα θεμα....εγω
-Τι οχι, τι θες να πεις οτι εσυ μιλας ενω εμενα δεν με παίρνει!
-Όχι οχι, για αλλο λογο ηρθα σπιτι σου......ηρθα να σου πω οτι......
-Α, πες λιγο τι καιρό ειχε εξω τωρα που ερχόσουνα;.....
-Κανονικό δεν ξέρω.....
-Λες να παρω ζακέτα?
-Πάρε.........
-Καλα αλλα τωρα δεν μπορω να σου μιλησω,περνα καμια αλλη μερα.
-Τι εχεις να πας καπου?
-Ναι
-.............
-Ελα, ελα φυγε, μην ανησυχείς εγω τους φίλους μου τους προσέχω θα σε πάρω τηλέφωνο καμια μερα που δεν χω τίποτα να κάνω να πιούμε κανα καφε στην Πανόρμου......
-Μισο περίμενε λιγο, ξέρεις υπάρχει ενα πρόβλημα, ξερεις εγω.......
-Τι δεν σ αρέσει πλέον η Πανορμου; αν θες.....
-Σκάσε! σκάσε! βούλωστο!
-μμμμμμμμμμμ
-τι επαθες κλαις?
-μμμμμμμμμμμμ
-Έλα μην κλαις......να κοιτα ειμαι χαζός.
-μμμμμμμμμμ
-Έλα μην κλαις τι θες να κανω?
-μμμμμμμμμ φύγε μμμμμμμμ
-Καλά θα φυγω αλλα μην κλαις......
-μμμμμμμμμμμμμμμ
-Γεια σου............

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

DUCK

Ένα παπάκι πετάει δίπλα από ένα αεροπλάνο που μέσα του έχει πιάσει φωτιά, και στα παράθυρα που μοιάζουν με κάδο πλυντηρίου, κάτι παιδάκια χτυπάνε με δύναμη τα χέρια τους. Το παπάκι τα βλέπει και αρχίζει να χορεύει στο ρυθμό που χτυπάνε τα παιδιά τα παράθυρα. Τα βλέπει να ανοιγοκλείνουν το στόμα και να γουρλώνουν τα μάτια, δεν καταλαβαίνει τι θέλουν, αλλά τα μιμείται, Α!Α! τα παιδιά Πα!πα! το παπάκι. Βλέπει και κάτι σαν σύννεφα μέσα στο αεροπλάνο να πυκνώνουν, τα παιδάκια τώρα φαίνονται λίγο πιο θαμπά, αλλά συνεχίζουν να χτυπάνε τα παράθυρα και να κοιτάνε με γρήγορες ματιές προς τα μέσα. Τι ωραιότερο μπορεί να έχει εκεί μέσα και γυρνάνε συνέχεια να κοιτάξουν; Αναρωτήθηκε το παπάκι, Αχ εδώ έξω είναι όλα τόσο τέλεια…. Τώρα όμως βλέπει να σταματάνε να χτυπάνε τα παράθυρα σιγά σιγά , και αφού χάθηκαν τα πρόσωπά τους πίσω από αυτά τα περίεργα σύννεφα του αεροπλάνου είδε ένα χεράκι να κατεβαίνει αργά προς τα κάτω σαν να το χαιρετά η σαν να το μουντζώνει…. Και λυπήθηκε πολύ το παπάκι που δεν έχει δάχτυλα να απαντήσει αναλόγως……

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Το γεφύρι της Άρτας

40 μάστορες και 60 μαθητάδες χτίζαν της Άρτας το γεφύρι, ολημερίς το χτίζαν το βράδυ γκρεμιζόταν. Πρέπει να θυσιάσουμε μια γυναίκα, είπε ο πρωτομάστορας. Τη δικιά μου! Τη δικιά μου! φωνάζαν όλοι. Σκάστε μαλάκες! εγώ είμαι το αφεντικό! Η δικιά μου θα θυσιαστεί! Φώναξε ένα πουλάκι και και του είπε: Πάνε πες τη γυναίκα μου να ρθεί, αλλά πες της αργά να ντυθεί αργά να ρθει. Έτσι και έγινε, αλλά είπε η γυναίκα: Ο άχρηστος! τι να θέλει πάλι; Να πάει να χεστεί που θα μου πει εμένα να ντυθώ αργά και να πάω αργά! Και ντύθηκε γρήγορα, πέρασε με δυσκολία τον κώλο της από την πόρτα και κίνησε για το εργοτάξιο. Να θυσιάσουμε και της δικές μας! φωνάζαν οι εργάτες, δεν γίνεται, θα στουπώσει με την δικιά μου, απάντησε ο πρωτομάστορας. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε απο μακρυά να ρχεται φουριόζα η γυναίκα του πρωτομάστορα. Νεκρική σιωπή στο εργοτάξιο μέχρι να φτάσει. Τι θες ρε άχρηστε; Γιατί με φώναξες; του είπε η γυναίκα χωρίς να τον καλημερίσει. Αγάπη μου, έλα λιγο, έπεσε το δαχτυλίδι μου στα θεμέλια της γέφυρας, και δεν κάνει να το πάρω εγώ, πρέπει εσύ να μου το δώσεις. Τι λες ρε αχαήρευτε που θα κατέβω εγώ εκεί, για τίποτα δεν είσαι ικανός! Οι εργάτες με δυσκολία κρατούσαν τα γέλια τους, όλο το εργοτάξιο πάλοταν απο την προσπάθεια των των εργατών να μην γελάσουν, αν που και που έφευγε και ένα γελάκι απο την μύτη, αλλά γενικά όλοι είχαν σφιχτά τα χείλη και κοιτούσαν κάτω. Μα γυναίκα, σε παρακαλώ...μη με γελοιοποιείς... αφου το ξέρω έχεις μεγάλη καρδιά κατα βάθος, αφου το ξέρω οτι θα μου κάνεις αυτή τη χάρη... Η γυναίκα θύμωσε ακόμα περισσότερο και του είπε: Τι θες να πεις έχω μεγάλη καρδία; υπονοείς οτι είμαι χοντρή; -Όχι, εγώ δεν.... -Σκάσε! είπε γυναίκα και του ριξε ένα χαστούκι. Οι εργάτες δεν άντεξαν άλλο, ξέσπασαν στα γέλια, όχι απλά γελούσαν, είχαν πέσει κάτω και κρατούσαν τα στομάχια τους και γελούσαν δυνατά και έδειχναν προς το μέρος του ζευγαριού, και προσπαθούσαν να επαναλάβουν τον διάλογο ανάμεσα σε γέλια και ρουφώντας τα σάλια τους, τι υ,υ,υ,υπονοείς οτι είμαι χο...χαχαχαχαχχαχαχ χο....χχαχααχα ντρη! Η γυναίκα όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχιζε να ρίχνει σφαλιάρες στον πρωτομάστορα. Βλάκα! Ηλίθιε , μ'έφερες έδω για να γελάσετε! Όχι μη! έλεγε ο πρωτομάστορας και έκανε προς τα πίσω τρώγοντας τις σφαλιάρες, μέχρι που έφτασε στην άκρη των θεμελίων, και αποφεύγοντας μια σφαλιάρα στρίβοντας το κορμί του προς τα δεξιά, είδε το χέρι της γυναίκας του να περνάει απο μπροστά του και το άρπαξε και το έσπρωξε μπροστά ρίχνοντας ταυτοχρόνως το σώμα του προς την αντίθετη μεριά, κι έτσι βρέθηκε αυτός πεσμένος μπρούμυτα και η γυναίκα με το κεφάλι κάτω μέσα στα θεμέλια. Οι εργάτες συνειδητοποιώντας τι έγινε σηκώθηκαν όλοι γρήγορα και ρίχαν χώμα μέσα στη γέφυρα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε καλυφτεί το σώμα της γυναίκας. Τρελοί πανηγυρισμοί ακολούθησαν μετά απο αυτήν την επιτυχία. Το γεφύρι τελικά στέριωσε, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν το γεφύρι στέριωσε λόγω του πνεύματος της γυναίκας, ή λόγω του ότι ο πρωτομάστορας πέταξε ότι τον καταπίεζε στην ζωή του και πλέον μπορούσε να αποδώσει περισσότερο....

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Δεν είμαι εδώ για κανέναν. Lyrics

Είχα πάρει τέσσερες μέρες άδεια και κλείστηκα στο σπίτι αποφασισμένος να βγω μόνο αν μου το ζητήσει κανείς. Ειχα κλείσει φώτα, πατζούρια , και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανερώσει την ασχήμια του σπιτιού μου και της ζωής μου. Μόνος στο κρεβάτι να αναμοχλεύω τις μίζερες σκέψεις, έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, ακούω ξαφνικά μια ξεχασμένη μελωδία. Όχι ,δεν κάνω λάθος, είναι το κινητό μου, το επιβεβαιώνει και το φως που άναψε, το πρώτο δεν ξέρω και γω μετά από πόσες μέρες. Το κινητό στο πάτωμα σαν μια μαύρη φωτεινή τρύπα που άνοιξε να ρουφήξει κάθε μου δυστυχία και μιζέρια. Ένα φως που μ έκανε να νιώθω ότι υπάρχω. Άπλωσα το χέρι μου όπως ο διψασμένος στην έρημο για νερό, όπως το πρεζάκι για το κατοστάρικο…. Ναι! Επιτέλους κρατούσα στα χέρια μου το κινητό μ την ένδειξη: 1ΝΕΟ ΜΗΝΥΜΑ . Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο μου. Πατώ εμφάνιση, και βλέπω το μήνυμα: Αν θέλετε τα νέα τραγούδια του Χατζηγιάννη στο κινητό σας καλέστε ΤΩΡΑ στο 14014. Και……. Έγινα Τούρκος! Γαμώ την πουτάνα μου! Το κέρατο μου μέσα!

και πόσο μισώ τον Χ"γιάννη...........

Passion in Athens

Με πήρε η Σοφία τηλέφωνο, και μου λέει:
-Καλημέρα...ε... ξέρεις, δεν ξέρω πως να στο πω...άλλα είμαι μόνη στο σπίτι και σε σκέφτομαι
-Καλήμερα...δηλαδή πως με σκέφτεσαι;
-Έλα και θα δεις....
-Έρχομαι!
Ντύνομαι γρήγορα, βάζω ζελέ στο μαλλί, παίρνω προφυλακτικά, κλειδώνω και πηγαίνω τρέχοντας προς το σπίτι της.... στα μισά του δρόμου σταματάω.-Όχι ρε πούστη μου! γυρνάω πίσω γρήγορα, μπαίνω στο σπίτι, αλλάζω κάλτσες στα γρήγορα και ξαναφεύγω.
Μόλις βγαίνω από την πολυκατοικία βλέπω έναν Πακιστανό με λουλούδια...μμμμ, σκέφτηκα, σημάδι από τον θεό, με γύρισε πίσω να της πάρω λουλούδια. πλησιάζω τον Πακιστανό και παίρνω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Δέκα λεπτά μετά είμαι στο σπίτι της και χτυπάω την πόρτα της.Μου ανοίγει , το λουλούδι το χω κρυμμένο πίσω απο την πλάτη μου.
-Γεια σου, μου λέει στηριγμένη στην πόρτα.
-Γεια, της απαντώ.
-Ήρθες..δεν το περίμενα μετά από όσα σου έκανα....
-Δεν πειράζει, περασμένα ξεχασμένα, της λέω και μένουμε να κοιτιόμαστε στα μάτια.
Αυτή ακουμπάει νωχελικά το κεφαλάκι της στην πόρτα και μου χαμογελάει. Ένοιωσα σαν να χάνομαι σ αυτο το χαμόγελο,λες και όλος χώρος πίσω της να σκοτείνιασε και το πρόσωπο της να φώτιζε όλο το χώρο... δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η στιγμή, λεπτά, δευτερόλεπτα; Ξαφνικά, σαν ξύπνησα απότομα, θυμήθηκα το λουλούδι.
-Α, σου φερα κάτι, της λέω και της βάζω το λουλούδι μπροστά στο πρόσωπο.
-Όχι!!!!!!!!!! Έχω αλλεργι..α....α....α....αψιου!!!!!!!!!!!!!!
Με την φόρα που χε πάρει κάνοντας πίσω για να φταρνιστεί, στο ψιου! χτυπάει το κεφάλι της στην γωνία της πόρτας και λιποθυμάει. Κι μένω μόνος να κοιτάω απο πάνω και σιγουρεύτηκα ότι όντως ήταν σημάδι από τον θεό να γυρίσω να της πάρω λουλούδι.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

The end of the world

Τρία πράσινα σάλιγκάρια κυνηγούσαν έναν κουτσό λαχειοπώλη, ένας πιγκουίνος που τους είδε φώναξε:
-Τρέξε forest, τρέξε!
-Δεν με λεν forest! Ορεστ΄ με λεν! απαντά ο λαχειοπώλης.
Και εκείνη τη στιγμή τον πιάσαν τα σαλιγκάρια και καθώς αυτός ούρλιαζε του γαργαλούσαν τις πατούσες. Ήρθε και μια κατσίκα χοροπηδώντας ανέμελα και ακολουθούσε ένα καλαμάρι. Όλα έδειχναν οτι θα είναι μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα, άλλα ξαφνικά κάποιος έδωσε μια κλοτσιά στον ήλιο και σκοτείνιασε απότομα. Μέσα στο σκοτάδι η κατσίκα μεταμορφώθηκα σε Αλβανό νιτζα και έπιασε το καλαμάρι και το έκανε ψητό. Μια υπερκόσμια φωνή ακούστηκε: Ποιος βίασε την κατσαρίδα χτες τα μεσάνυχτα;! Μόλις το άκουσε αυυτό ο πιγκουίνος αρχισε να τρέχει στο σκοταδι, μάλλον αυτός το χε κάνει. Για καλή του τύχη σταματάει ένα ταξί.
-Που πάμε; ρωτάει ο ταρίφας.
-Οπουδήποτε αρκεί να βγώ από αυτό το blog!
Κάποια στιγμή ο πιγκουίνος παρατήρησε οτι ταρίφας οδηγούσε με δυσκολία γιατί με το δεξί του χέρι κρατούσε την άκρη του αριστερού του μανικιού.
-Γιατί κρατάς ετσι το μανίκι σου; τον ρώτησε.
-Γιατί αν το αφήσω θα τρέξουν απο μέσα δισεκατομμύρια μυρμήγκια και θα κατακτήσουν τον κόσμο!
Ο πιγκουίνος γελούσε κρυφά, αλλά ούτε αυτός, ούτε ο ταρίφας έβλεπαν έναν Αλβανό νίτζα να τρώει κάτι, μόλις το είδε ο ταρίφας, την τελευταία στιγμή έκανε μια κίνηση να τον αποφύγει, μα στο αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο βρισκόταν καρφωμένοι σε μια κολόνα. Καθώς πέθαινε ο ταρίφας άφησε αργά το μανίκι και δισεκατομμύρια βγήκαν απο το μανίκι του και κατάκτησαν τον κόσμο!

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

So Fucking Blood

Μέρες και μέρες
Περπατούσα ξυπόλυτος
Ανάμεσα σε πτώματα
Ελπίδες ξεχασμένες
Ζωές διαβρωμένες
Μάτωσαν τα πέλματα μου
Κόκκινη η διαδρομή μου
Μέρες και μέρες
Περπατούσα ανάμεσα από στάχυα
Τα χάιδευα με τις άκρες των δάχτυλων μου
Μάτωσαν τα δάχτυλα μου
Μια κόκκινη ρήγα πάνω στους αγρούς
Χρόνια και χρόνια
Περπατώ στις μέρες
Χαϊδεύω το κέντρο της μοναξιάς μου
Αγγίζω την άκρη της χαράς
Αλλά μόνο την άκρη
Μάτωσε η ψυχή μου
Κόκκινα τα όνειρα
Όπως το αίμα στους αγρούς
Το χρώμα που απαγορεύει
Όπως στο δρόμο κόκκινες πατημασιές
Κάποιου που πέρασε, παρατήρησε
Μα δεν τον παρατήρησε κάνεις
Μάτωσε η ψύχη μου
Μα η αιμορραγία
Δεν ήταν αρκετή να με λυτρώσει
Σχημάτισε μια κόκκινη λιμνούλα στα πόδια μου
Και γω σαν περήφανος βλάκας
Στεκόμουν όρθιος στο κέντρο της
Γονάτισα
Ακούμπησα τούς αγκώνες μου μέσα στη λιμνούλα
Βούτηξα το κεφάλι μου μέσα στη λιμνούλα
…..αφού η αιμορραγία
Δεν μπόρεσε να με σκοτώσει
Ευχήθηκα να μπορούσε να με πνίξει
Απέτυχα
Αλλά όταν σήκωσα το κεφάλι μου
τουλάχιστον
Το πρόσωπο μου
Είχε
Την εμφάνιση που του άξιζε
Βουτηγμένο στα αίματα….

Ευχαριστούμε

Αλλά δεν τηρούμε μπήκε ο κόσμος μέσα,
πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να γίνει
αυτού του είδους η επέκταση
πήγαινε στο περιβάλλον
καταπιέζετε τους μαύρους
δεν έχουμε λύσει τα βάσιμα
και δεν καταλαβαίνουμε
πέρα από τους όρους το Ηράκλειο της Κρήτης αυτή οδηγεί στο τίποτα μόνο ένα εικοσάρικο δραματικό αλλά όταν οι τρύπες του όζοντος έχουν εξαιρετικούς μαθηματικούς με τον τρόπο γελάνε οι πρόεδροι της κοινότητας πριν από μερικά χρόνια έχουν περάσει 7 χρόνια συζήτησης δεν αντιδρά βέβαια υπάρχουν προϋπολογισμοί που με ενοχλούν με την αγκαλιά σου πάρε την καρδία μου απο την αρχή τίποτα να μην ξαναζήσω.

Ονοματολογία

Είδα μια γριά που τίναζε τα σεντόνια και πέφταν οι μουνότριχες και έμοιαζε σαν να πασπάλιζε κανέλλα σε ψόφια πρόβατα.Και η πόλη απο ψηλά έμοιαζε σαν κουτάκι με σπασμένες κιμωλίες ή σαν τσαλακωμένα χρησιμοποιημένα κωλόχαρτα. Και ο Λυκαβητός σαν τάπα κατσαρόλας γεμάτη φασολάδα έτοιμη να πεταχτεί σαν λάβα ηφαιστείου και να πνίξει όλη την πόλη. Και αυτή η τάπα ήταν δεμένη με το πόδι της γριάς... και όπως η γριά τίναζε τα σεντόνια, πήδηξε πάνω της ένα καγκουρό. Πέφτει η γριά απο το μπαλκόνι και λίγο πριν φτάσει στο έδαφος τεντώθηκε το σκοινί και έμεινε γριά κρεμασμένη στον αέρα με το κεφάλι προς τα κάτω.
-Ξυπνιτήρη! Ξυπνιτήρη! φώναζε η γριά.
-Ποιο ξυπνιτήρι καλέ; Τι λες; ρώτησε ένας ταξιτζής να δεί τι γίνεται.
-Το γίο μου θέλω! Ξυπνιτήρη τον λέμε! Βοήθεια!!!!!!!!!!!
Εκείνη την ώρα έφτανέ ένας τύπος που φώναζε -μάνα κουράγιο! και δεν ήταν ο Μπρεχτ...
-Εσύ είσαι ο Ξυπνιτήρης; ρωτάει ο ταρίφας
-Όχι, εγω είμαι ο Καζανάκης, ο αδερφός μου είναι ο Ξυπνιτήρης. Μάνα κράτα γερά! φώναξε.
Και πήγε και την κράτησε από την μέση.Και όπως την κρατούσε σφιχτά απο την μέση γλίστρησε από τις τρίχες που είχε κάτω, και με το βάρος του που βάρος που προστέθηκε σ'αυτό της γριάς, τράβηξε την τάπα από τον Λυκαβυτό και πετάχτηκε η φασολάδα σαν λάβα ηφαιστείου. Μέσα σε λίγα λεπτά οι δρόμοι της πόλης γέμισαν φασολάδα. Ο Καζανάκης με την μάνα του πιάστηκαν από ένα πνιγμένο βόδι (εχει πολλά βόδια η Αθήνα) και αφέθηκαν να τους παρασέρνει το ρέμα. Κάποια στιγμή η φασολάδα κατέληξε στη θάλασσα. Και η γριά με τον γίο της ξέφυγαν απο το βόδι και άρχισαν να πνίγονται.......
-Ξυπνιτήρη! Βοήθεια!!!!!!!!!!!!!!!!!
........και όπως γυρνούσε στο κρεβάτι του σηκώθηκε απότομα με ένα ουρλιαχτό. Αφού έπιασε το κεφάλι του και τα πόδια του, όνειρο ήταν, είπε στον εαυτό του. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο η μάνα του.
-Τι έπαθες υιέ μου;!
-Τίποτα μάνα, είδα ένα κακό όνειρο, είδα ότι με λέγατε Ξυπνιτήρη και τον αδερφό μου Κάζανακι!
-Δε λες πάλι καλά...ο πατέρας σας ήθελε να σας πούμε Γιώργο και Γιάννη...
-ΟΚ μαμα, καληνύχτα.
-Καληνύχτα Φορτωτήρα........