Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Ανεμιστήρες να μαδάει, μ αγαπάει, δεν μ αγαπάει

Και γυρίζει ο κάδος του πλυντηρίου, όπως γυρίζει ο κουβάς της μπετονιέρας, όπως γυρίζει ό ανεμιστήρας, στοπ! Και πιάνω τα πτερύγιά του ανεμιστήρα και τα σπάω ένα ένα, όπως μαδάς τις μαργαρίτες, μ ‘ αγαπά, δεν μ αγαπά, μ’ αγαπά, τρία έχει μόνο, μ αγαπά. ποια όμως; Ξέχασα να σκεφτώ όνομα, δεν έχει σημασία, όλα γυρίζουν, σαν τον κάδο του πλυντηρίου, με τα ρούχα μέσα και το άρωμα του skip που μόλις κάνει την υπέροχη δουλεία του καταλήγει στους σκοτεινούς υπόνομους της αχρηστίας, και μένει ένα αμυδρό άρωμα να θυμίζει ότι κάποτε έκανε την δουλεία του και μάλιστα καλά. Και κοιτώντας πολύ ώρα τον κάδο του πλυντηρίου, κολλάει στο μυαλό η εικόνα του κάδου να γυρνάει, βγαίνοντας έξω και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό, βλέπεις το φεγγάρι που μοιάζει σαν ένα κάδο πλυντηρίου γεμάτο πυγολαμπίδες σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Όταν έχει πανσέληνο είναι γεμάτος ο κάδος , και σιγά αδειάζει και απλώνονται οι πυγολαμπίδες στο ουράνιο στερέωμα και γίνονται αστέρια, μετά ξαναμπαίνουν στον κάδο και ξαναγίνονται ολόγιομο φεγγάρι, και μέσα σ αυτόν κάδο πλένονται και παίρνουν μια θεϊκή μυρωδιά, την μυρωδιά του δροσερού αέρα. Έχω βρει ένα τρόπο να τις κλέβω τις πυγολαμπίδες και στις φέρνω μερικά βράδια κρυφά , όχι για να τις δεις αλλά για να τις μυρίσεις, δεν έρχομαι κοντά σου όμως, κάθομαι λίγο μακριά σου, να μην με βλέπεις, και τις κρατώ στα χεριά και αυτές βγάζουν ένα δροσερό αεράκι που έρχεται και σε βρίσκει και σου ανακατεύει λίγο τα μαλλιά. Τώρα που χάλασα και τον ανεμιστήρα , δεν έχω τίποτα να με δροσίζει, λέω να αφήσω το σπίτι μου, να κλέψω για ακόμα μια φορά τα αστέρια, να τα αφήσω κάπου κοντά σου να βγάζουν το δροσερό αεράκι τους και να ρθω να σταθώ δίπλα σου, και θα με ρωτήσεις <<Που είναι τα αστέρια σήμερα, που χάθηκαν; >> << Μπορεί να είναι κάπου εδώ κοντά και να μας στέλνουν αυτό το δροσερό αεράκι>> θα σου πω και θα μου πεις << Μην πας να γίνεις ρομαντικός, δεν το χεις…>> Ίσως δεν το χω, προσπαθώ όμως να μην είμαι πεζός. Και πεζός θα φύγω πάλι με σκυφτό το κεφάλι, με αργά βήματα, και φτάνω σε μια λακκούβα και βλέπω στα βρώμικα νερά της να καθρεπτίζεται ο ουρανός και τα αστέρια, αισθάνομαι για ακόμα μια φορά γελοίος που σκέφτηκα με τέτοιο τρόπο τα φεγγάρι και τα αστέρια , δε θα το ξανακάνω… ίσως μια τελευταία φορά δικαιολόγησε με… αλλά πως να σου πω πως φαντάστηκα τα αστέρια σαν ράμφη ξιφιών που εξέχουν λίγο από το νερό, και οι ξιφίες κοιτάζουν μαγεμένοι εσένα που τους φέγγεις από τον ουρανό παίζοντας με ένα δυνατό φακό, και ένα πολύ ελαφρό κυματάκι κουνάει τους ξιφίες πάνω κάτω μέσα στην μελαγχολική θαλπωρή του σκοτεινού ωκεανού …. Δεν θα στο πω, δεν θα το σκεφτώ καν , συνεχίζω αργά μέχρι το σπίτι και μπαίνω μέσα όπου όλα μοιάζουν σταματημένα, σαν να περιμένουν κάποιον να μπει για να πάρουν ζωή, το πλυντήριο με το που αισθάνεται την παρουσία μου ξερνάει ξαφνικά τα απόνερα του και πλημμυρίζει το σπίτι με άρωμα καθαριότητας , αλλά αυτή η αίσθηση καθαριότητας στιγματίστηκε από το χρώμα των απόνερων γιατί μου θυμίσανε τα νερά της λακκούβας που βρήκα στον δρόμο καθώς γυρνούσα σπίτι, στα λασπωμένα νερά οπού κατάλαβα ότι είμαι ένα ψέμα και τίποτα άλλο.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Εκατομμύρια Λέξεις

Σε ένα σημείο ακίνητος
Έβλεπα το φεγγάρι
Και μετά το φεγγάρι βρέθηκε πίσω μου
Πόση διαδρομή μπορεί να έκανε...
Κι όμως εγω είχα μείνει ακίνητος
Όλο το σύμπαν κουνήθηκε
Και εγώ έμεινα ακίνητος
Ή μετακινήθηκα μαζί του
Το φεγγάρι μετακινείται εξαετίας τις γης
Είμαι και εγώ ένα κομμάτι της
Μικρό ίσως
Αλλά μετακίνησα το φεγγάρι
Μόνο για σένα
Για κανέναν άλλο

Και απ΄όσες λέξεις μου χεις πει
Παλιά που όλα ήταν αλλιώς
Αυτά τα εκατομμύρια λέξεων
Θα αρκούσε έστω και μια λέξη από το τότε
Να με ταρακουνήσει
Να με θυμίσει πως είναι να ζω
Τι είναι μια λέξη
Μια λέξη άπω τα παλιά
Που όλα ήταν αλλιώς
Ένα βλέμμα από τα παλιά
Τότε που έλαμπαν τα μάτια σου
Τι είναι μια λέξη;
Τι είναι ένα βλέμμα;
Ένα τίποτα στο χάος του χρόνου
Αλλά η χροιά της λέξης
Και το χρώμα του βλέμματος
Δεν επαναλαμβάνονται
Χάθηκαν
Μαζί με τα χρόνια που χάθηκαν
Και έμεινα μόνος
Να γυρνάω το φεγγάρι για σένα
Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω πλέον για σένα
Είναι το μόνο που μπορεί να κάνει κύκλο
Και είμαι μόνος
Και κάνω κύκλους
Σε ένα παρελθόν
Που κάνει κύκλους
Γύρω από τα όνειρα

Εκατομμύρια λέξεις
Ανεξέλεγκτες έλξεις
Κύκλοι σε τρελό χορό
Που άλλοι μπαίνουν και άλλοι βγαίνουν
Τα βήματα
Οι λέξεις
Οι σκέψεις
Και τα τραγούδια
Όλα με μια ομορφιά
Που μόνο οι ερωτευμένοι μπορούν να αισθανθούν
Κάποτε μπορούσαμε και εμείς
Τώρα όμως...
Τώρα αναμνήσεις
Και αναμνήσεις τον αναμνήσεων
Και επιθυμίες των επιθυμιών
Και το σκοτάδι σιγά σιγά..
Και τέλος

Hell's Kitchen

Μετά από μια ιντερνετική διάλεξη έχω πειστεί να μαγειρέψω, τι κι αν είχα δυο χρόνια να πλησιάσω στην κουζίνα… δεν έχει σημασία, είχα όλες της χρήσιμες πλην τίμιες συμβουλές να φτιάξω αυγοφέτες! Πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, παίρνω ένα λίτρο λάδι, ψωμάκια του τοστ και μια που τα βρήκα στον δρόμο πήρα και μια λάμπα, ένα σκουπόξυλο, ένα λουρί για σκύλο, έναν νυχοκόπτη, ένα βάζο ταχίνι (τι στο διάολο είναι αυτό ακόμα δεν ξέρω) και ένα δίσκο για να σερβίρω καφέ στους εκάστοτε φιλοξενούμενους , αργότερα έμαθα ότι αυτός ο δίσκος είναι ταψί. Τέλος πάνων , μπαίνω στο σπίτι και αρχίζω τον Γολγοθά του μαρτυρικού μαγειρέματος, κοιτάω την συνταγή, σπάζουμε δύο αυγά… μαλάκα που είναι τα αυγά; Φτου! Ξανά στο σούπερ μάρκετ, παίρνουμε μια εξάδα αυγά, ένα στυλό Pilot, ένα μπολ παγωτό Νιρβάνα μπισκότο, βερνίκι Camel για τα παπούτσια και επιστροφή στο σπίτι. Και ξεκινάμε, σπάζουμε τα αυγά και τα χτυπάμε, χωρίς τα τσόφλια μέσα, μετά από πολύ χτύπημα ρίχνουμε μέσα ένα ψωμάκι του τοστ, και μέχρι να ζεσταθεί το λάδι τρώμε και μερικά στα όρθια, έχω βάλει το τηγάνι στο μάτι με λίγο λάδι και περιμένω. Κοιτάω το λαμπάκι της κουζίνας: αναμμένο, οκ, γιατί την προηγούμενη φορά περίμενα χωρίς να έχω ανάψει το μάτι. Ενώ περιμένω ανάβω τσιγάρο, και κοιτάω την επιφάνια του λαδιού για να δω πότε θα βράσει, τίποτα, πλησιάζω το χέρι πάνω από το τηγάνι να αισθανθώ την θερμοκρασία, τίποτα, δε γαμιέται λέω, θα περιμένω, όλοι μου λένε ότι στο μαγείρεμα χρειάζεται υπομονή. Στο διπλανό μάτι απ αυτό που είχα το τηγάνι είχα πάνω τον βραστήρα με λίγο νερό μέσα, και όπως καπνίζω βαθειά σκεπτόμενος το αν υπάρχει θεός, ζωή μετά το θάνατο, φαντάσματα κτλ κτλ… βλέπω το νερό στον βραστήρα να κοχλάζει και μια περίεργη μυρωδιά, κοιτάω το φωτάκι του βραστήρα: σβηστό! Κοιτάω την μπρίζα του βραστήρα: Εκτός! Μαλάκα, λέω μέσα μου, φαντάσματα! Και αρπάζω τον βραστήρα και τον σηκώνω από το μάτι, η βάση του βραστήρα έχει κολλήσει στο μάτι και όπως το τραβώ μοιάζει με τσίχλα που έχει κολλήσει στο παπούτσι. Το μάτι τώρα είναι γεμάτο με άσπρο πλαστικό που βράζει και βγάζει αυτόν πυκνό άσπρο καπνό. Όπως κατάλαβε ο καθένας έχω ανάψει λάθος μάτι και έχω φέρει την καταστροφή του κόσμου. Τραβάω το φις από το πολύμπριζο, ανάβω τον αποροφητήρα, ναι έχω και απ αυτό, βγαίνω στην πόρτα και κοιτάω το τοπίο της φρίκης: ο βραστήρας πεταμένος στο πάτωμα, στο μάτι της κουζίνας το πλαστικό ακόμα έβραζε και δημιουργούσε μεγάλες μωβ φουσκάλες , τα ρούχα που είχα απλώσει στην απλώστρα δίπλα στην κουζίνα πριν ξεκινήσω το μαγείρεμα προφανώς αχρηστεύτηκαν , οι γείτονες από πάνω φωνάζανε: βοήθεια φωτιά, το τσιγάρο ακόμα στο τασάκι να καίει και τα χτυπημένα αυγά να περιμένουν κάποιον ικανό να τους δώσει αξία στην σύντομη αυτή τους παρουσία πάνω στην μικρή μας γη, κάποιον που να μπορέσει να τα καταστιστεί κατάλληλα προς βρώση. Προφανώς δεν ήμουν εγώ αυτός, όλες οι καλές μου προθέσεις ακυρώθηκαν από την ανικανότητα μου να ανάψω τα σωστό μάτι, όλα εις μάτην ….. και όχι στο σωστό μάτι….




Μετά από δυο μέρες, αφού έχω καθαρίσει τα καμένα από το μάτι της κουζίνας, έχω ετοιμαστεί να βάλω πλυντήριο. Έχω πειστεί ότι δεν θα ξαναχρησιμοποιήσω την κουζίνα, οπότε έγινε το σημείο όπου θα ακουμπάω οτιδήποτε δεν χωράει στον πάγκο, κι έτσι πάνω στην κουζίνα έχω το τάπερ του Τόλη, που μου έδωσε φαγητό εκείνη την τραγική μέρα , την ημέρα όπου δυο αυγά πήγαν χαμένα μέσα στη χαοτική λήθη του χρόνου, και έμειναν οι ψυχές τους μετέωρες και απελπισμένες γιατί χαραμίστηκαν για το τίποτα, είχα το τάπερ λοιπόν και ένα μπουκαλάκι με μισή coca cola. Και στο άλλο μάτι τα κλειδιά του σπιτιού και ένα τιρμπουσόν . Βάζω τα ρούχα στο πλυντήριο , βάζω απορρυπαντικό, ανοίγω τον διακόπτη αλλά τίποτα…. Κοιτάω το πολύμπριζο, δεν ήταν στην πρίζα, το βάζω λοιπόν, βλέπω ότι ξεκινάει το πλυντήριο και πηγαίνω για μπάνιο. Αναζωογονητικό και δροσερό, ότι καλύτερο για να ξεκινήσεις την μέρα σου, με το που τελειώνω , αντιλαμβάνομαι μια μυρωδιά, βλέπω από την πόρτα της κουζίνας να βγαίνουν πυκνιοί καπνιοί που σκεπάζουν την πολεμόχαρη φυλιή , όχι ρε μαλάκα, λέω, έκαψα το πλυντήριο (μη ρωτάς πως, με μένα όλα είναι πιθανά), τρέχω μες την κουζίνα με την πετσέτα τυλιγμένη στη μέση σαν πολεμιστής Maori , ακούω το πλυντήριο να δουλεύει κανονικά, αναμμένο όμως ήταν και το μάτι της κουζίνας, και είχε λιώσει το τάπερ, και είχε λειώσει και το κοκακολαμπούκαλο και βρομούσε αφόρητα, το μόνο που έκανα ήταν να βγάλω το πολύμπριζο απ την πρίζα . Τι είχε γίνει λοιπόν, την προηγούμενη φορά που έβγαλα το φις δεν είχα σβήσει το μάτι και τώρα που το ξανάβαλα δούλεψε η κουζίνα κανονικά, αποτέλεσμα: καταστροφή, ξανά, γαμώτο! Έχω όμως μια απάντηση που δεν την έχει κανένας άλλος, ναι είμαι ο μοναδικός που το ξέρει και θα το μοιραστώ με όλο τον κόσμο : Το καμένο τάπερ βρωμάει χειρότερα από τον καμένο βραστήρα! Οαού!



Όπως λένε και μερικοί: μόνο σε σένα θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Δεν διαφωνώ καθόλου, προσπαθώ όμως να βρω και τι φταίει…. Μήπως με εκδικήθηκαν τα αυγά που τα κατέστρεψα και τα έριξα αδίκως στον Καιάδα των χαμένων ελπίδων των αθώων ψυχών; Μήπως κάποιος ήθελε πάρα πολύ να με βασανίσει και όλο το σύμπαν συνωμότησε για να μου συμβεί αυτό; Μήπως η παλιά κουζίνα ένιωθε άσχημα που είχα πάνω της τον καινούριο βραστήρα και το καινούριο τάπερ και τα απόθεσε από πάνω της βίαια χωρίς να υπολογίσει τι ψυχικό τραύμα θα μου δημιουργήσει; Μήπως η κοπέλα μου μιλούσα στο internet δεν μου έδωσε αρκετά σαφής εντολές; Δεν ξέρω, κάποιος φταίει, και δεν μπορώ να βρω ποιος, πάντα έτσι γίνεται στην ζωή μου, πάντα κάτι μου συμβαίνει και ψάχνω να βρω ποιος φταίει, δεν τον βρίσκω ποτέ τον φταίχτη, όχι για να εκδικηθώ, όχι, όχι γι αυτό, θέλω μόνο να βρω τον φταίχτη να τον ρωτήσω τι πήγε στραβά, ποιο ήταν το λάθος , να μου πει , και να δω αν μπορώ να το διορθώσω ώστε να βρω ένα τρόπο να αποφύγω το να μου ξανασυμβεί , είναι και αυτός ένας τρόπος να γίνω λίγο καλύτερος, μα δεν τον βρίσκω ποτέ τον φταίχτη,…..
ο αιώνιος φταίχτης που κρύβεται και δεν μας αφήνει να γίνουμε καλύτεροι….

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

Don 't Fade

Τελείωσε το καλοκαίρι και τελείωσε μέσα μας, δεν πρόσεξε και μας άφησε εγκύους, να κυοφορούμε το καλοκαιράκι και να περιμένουμε εννιά μήνες να το γεννήσουμε , μόνοι σε μια παράλια, μια γέννα τόσο αθόρυβη όσο το περπάτημα της γάτας , ένα περπάτημα τόσο αργό όσο και πέσιμο των φύλλων το φθινόπωρο που τώρα είναι πράσινα και μετά γίνονται κόκκινο, δεν σταμάτησες στο κόκκινο, αλλά έτρεξα και σε πρόλαβα και σε σωσα, και μετά ξύπνησα ιδρωμένος μούσκεμα, μόλις έβγαλα το κεφάλι μου από μακροβούτι να πάρω ανάσα και ξαναβουτάω με ανοιχτά τα μάτια και όλα είναι θολά σαν γλυκοσούροπο σε έρημο βουνό που δεν πάει στον Μωάμεθ δεν πάει πουθενά, μένει μόνο του απέναντί μου να με κοιτάει που σε κοιτάω να κοιτάς άλλου και να χάνεσαι μαζί με την χαμηλή μουσική που απομακρύνεται και σε λίγο δεν ακούγεται τίποτα, σε λίγο τίποτα, σε λιγότερο από το τίποτα δεν συμβιβάστηκα ποτέ, και ποτέ δεν είδες τα φύλα να πέφτουν, τόσο αργά όσο το περπάτημα της γάτας, τόσο αθόρυβο όσο και η σκέψη του καλοκαιριού, που επαναλαμβάνεται πάντα λίγο διαφορετικό, με καινούρια πρόσωπα και καινούρια μέρη, αχ Μαίρη, πιάσε μου το χέρι, να σου πιάσω εγώ το κολ….. ουπς, λάθος, πάμε απ την αρχή του κόσμου, και στην μυρωδιά του δυόσμου, που έμεινα εδώ να μη σου λείψει τίποτα, σε λιγότερο από το τίποτα δεν συμβιβάστηκα ποτέ, πότε σε χάνω πότε σε βρίσκω ,πότε με άλλο όνομα πότε με το ίδιο , όλα αλλάζουν μόνο εγώ μένω ίδιος, να περιμένω να αλλάξω, αλλά είναι άλλος μέσα στο δοκιμαστήριο, πάω στο δίπλα χτυπάω, άλλος, αλήτη λέω και φεύγω προς το άγνωστο με βάρκα την ελπίδα που πεθαίνει πάντα τελευταία, άρα και μόνη, αρά δεν θα μάθει κανείς ποτέ ότι πέθανε, όπως δεν θα μάθει ποτέ κανείς τι είχα μέσα μου, άρα ήταν μόνα, αλλά σίγουρα όχι τελευταία, και ζω με την ελπίδα τα επόμενα να πεθάνουν μετά απ αυτήν.


Υ.Γ. οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις ή ονόματα είναι εντελώς συμπτωματική

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Πειρατικό cd

TA ΣΗΜΑΔΙΑ ΣΟΥ
ΜΙΑ ΦΟΡΑ
ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΜΟΙΑΖΕΙ
ΘΑ’ΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
ΠΑΡΕ ΜΕ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ
ΠΑΝΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΑ
ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ
ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ
ΦΕΥΓΩ
ΘΕΛΩ ΤΟΣΟ ΝΑ ΣΕ ΔΩ
ΚΟΙΤΑ ΜΕ
ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΟ ΧΘΕΣ
ΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ
Η ΜΕΡΑ ΦΕΥΓΕΙ



Έρχεται μια ωραία μέρα στο σπίτι μου ένας καλός φίλος με νευρά, << Άσε τι έπαθα φιλαράκι >> μου λέει... << Τι ρε; >> << Χτες εκεί που έπινα καφέ ήρθε ένας μαύρος με cd, και πήρα αυτό >> και μου δίνει το cd << καλά από όλα ta cd αυτουνού το best of βρήκες να πάρεις; >> του λέω με ξινισμένο ύφος << Δεν είναι αυτό το θέμα, βάλτο να παίξει και θα δεις... >> και παίρνω το cd και το βάζω να παίξει, η πρώτη αρνητική ένδειξη ήταν ότι αναγνώριζε μόνο ένα τραγούδι, μόλις πάτησα το play ακούγεται μια φωνή να λέει : Γιο!, είμαι ο μαύρος και σου ΄φαγα 5 ευρώ! και μετά τέλος το cd, αυτό ήταν όλο. Εννοείται ξεράθηκα στα γέλια. Βγήκαμε έξω ήπιαμε τον καφέ μας και γύρισα στο σπίτι το βραδάκι, είδα το cd με την θήκη του ξεχασμένο στο τραπέζι, και θυμήθηκα το σκηνικό του απογεύματος και χαμογέλασα, λίγο. Μετά από ώρες βαρεμάρας, αρχίζει να με πιάνει μια μελαγχολία και οι υπαρξιακές αναζητήσεις... ξανακοίταξα το cd στο τραπέζι και σκέφτηκα ότι τίποτα δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο, είχα σκοπό να χρησιμοποιήσω την θήκη του να βάλω ένα άλλο cd δικό μου δεν έχει θήκη, έτσι για να κάνω κάτι μπας και ξεχαστώ λίγο από την μελαγχολία. Όπως έβγαζα το χαρτί του οπισθόφυλλου με τους τίτλους των τραγουδιών ξανασκέφτηκα το ότι τίποτα δεν πρέπει να πάει χαμένο. Διάβασα τα τίτλους των τραγουδιών, δεν μου έκανε κάτι... άλλαξα την σειρά των τραγουδιών, και μου βγήκε αυτό που διάβασες στην αρχή....
και ξανάπεσα στην μελαγχολία.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Δεκαεξαύγουστος Με Μόνο Δυο Τηλεφωνά

Η ΜΑΡΙΑ

Πρωινό στην δουλεία, αδιάφορο, επιστροφή, ύπνος, έξι ώρα, τηλέφωνο , Χάρης
-Έλα ρε τι κάνεις;
-Τίποτα…
-Σε λίγο να βρεθούμε να πάμε για καφέ, μάλλον για Verde λέμε
-Ποιοι;
-Εγώ, εσύ, ο Τόλης και η κοπελιά του
-Οκ, σε δέκα θα είμαι έξω από τα Everest στην Πανόρμου
Ντύνομαι, παίρνω χρήματα (λίγα), και βγαίνω στην Πανόρμου, στο δρόμο τηλέφωνο από φίλη
Μαρία.
-Γεια σου Hercules…
-Γεια σου Μαρία.
-Μη μου πεις… πάλι έξω είσαι..
-Ε, τι να κάνω να μη βγω και εγω λίγο;
-Τι λίγο ρε, όλη την μέρα έξω είσαι
-Γιατί εσύ που είσαι;
-Εγώ δουλεία..
-Έτσι μπράβο, κάποιος πρέπει να δουλέψει αλλιώς το κλείσαμε το μαγαζί…
-Ρε αι χάσου..
Και ακολούθησε ένας δεκάλεπτος διάλογος και κλείσαμε λέγοντας ότι ΊΣΩΣ την πάρω μετά, πράγμα το οποίο δεν έγινε γιατί έγιναν άλλα πολλά εκείνη την μέρα.

Ο ΧΑΡΗΣ

Περιμένοντας στα Εverest βλέπω τον Χάρη να έρχεται με την Βέσπα, αλλά ούτε σταμάτησε ούτε και με είδε. Αμέσως χτυπάει το τηλέφωνο από τον Τόλη.
-Έλα ρε καθίσαμε και σε περιμένουμε
-Πώς να ρθω ρε; Μόλις πέρασε ο Χάρης και δεν σταμάτησε ..
-Α, τελικά δεν πάμε Verdeκαθίσαμε στην Πανόρμου
-Καλά έρχομαι….
Με το που φτάνω βλέπω τα παιδιά να κάθονται, και απέναντι στη σειρά καθόταν πάνω από 10 κοπέλες στη σειρά σε διαφορετικές παρέες και η ζέστη τις είχε αναγκάσει να φορέσουν όλες φουστανάκια. Για να μην τις προσβάλω με μια προσποιητή αδιαφορία έκατσα δίπλα από τον Τόλη σε διπλανό τραπέζι αντί να καθίσω απέναντι. Και έτσι τώρα ήμασταν τρία άτομα στην σειρά σε δύο τραπέζια και απλά είχαμε την δυνατότητα να κοιτάμε απέναντι στο άλλο μαγαζί. Τελικά έμαθα ότι ο Χάρης θα αργούσε λίγο γιατί βρήκε μια φίλη του και πήγαν να ποτίσουν τα λουλούδια στο σπίτι της (όντως αυτό κάναν μην το μυαλό σας αλλού) ίσως καλύτερα που θα αργούσε γιατί με τον Χάρη στην παρέα δεν πίνεις καφέ, τον βλέπεις να χαιρετάει κόσμο. Όλοι ξέρουν το Χάρη, όλοι όμως… πολλές φορές περπατάμε στον δρόμο και ακούς από τα μπαλκόνια <<Γειά σου Χάρη>> στα στενά των Αμπελοκήπων 3:30 το βράδυ στη γωνία συναντάμε έναν και μοναδικό άνθρωπο << Επ, γεια σου Χάρη!>> και του λέω << Έρε πούστη και αυτόν!>> Είναι πολύ πιθανόν και εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο τώρα να τον ξέρεις, και αν όχι μπορείς να είσαι περήφανος γιατί είσαι από τους λίγους. Και που λες εκεί που καθόμαστε και απολαμβάνουμε τον καφέ μας και την θέα (του πύργου Απόλλων) έρχεται ο Χάρης και κάθεται απέναντί μου . Με του που κάθεται φωνάζει σε κάποιον από πίσω μου <<Γαμιέται ο Αλμυρός! >> <<Επ Χάρη που είσαι ρε;>> και πάει και κάθεται λίγο μαζί του, γυρνάω από περιέργεια και διακριτικά να δω ποιος είναι και με το που με βλέπει ο Αλμυριώτης << Γεια σου Ηρακλή, είσαι φίλος και εσύ με τον Χάρη;>> . Συζητάνε λίγο μεταξύ τους, συζητάω και εγώ με αυτόν και μετά έρχεται ο Χάρης και κάθεται πάλι στην παρέα .
-Που τον ξέρεις εσύ αυτόν; μου λέει
-Θυμάσαι πριν από ένα μήνα που είμαστε έξω από τα Everest και χαιρέτησα ένα παιδί που ήταν η μοναδική φορά που μίλησα έναν που τον ‘ήξερα εγώ και όχι εσύ;
-Ε ναι, πως δεν το θυμάμαι, σπάνια συμβαίνουν αυτά …
-Ε, αυτός είναι, ο φίλος του Αλέκου, μόλις είχε έρθει από τον Αλμυρό και είχαμε βγει το προηγούμενο βράδυ έξω, και εσύ μη χάσεις ευκαιρία, μέσα σε έναν μηνά τον γνώρισες και αυτόν…
Γέλια από τους υπόλοιπους, η άχρηστη πληροφορία της ημέρας: ο Αλμυριώτης είναι φίλος με τον γείτονα του Χάρη και έτσι τον γνώρισε. Μετά από ώρα έχουν αδειάσει τα απέναντι τραπέζια , ο Χάρης έχει πάει στον δρόμο να μιλήσει στον τηλέφωνο, έχει βρει έναν γνωστό και μιλάει μαζί του. Τα παιδιά μου λένε <<τι θα κάνουμε θα φύγουμε;>> <<Μισό λεπτό να πάω να ρωτήσω και τον άλλο>> Πάω βρίσκω τον Χάρη και αφού τον ρώτησα μου είπε ναι σε λίγο, πες και τα παιδιά αν θέλουν να πάμε για φαγητό χαλαρά σε μια ταβέρνα εδώ κοντά στην Αλεξάνδρας. Αν και είχαμε σκοπό να το διαλύσουμε συμφωνήσαν τα παιδιά αφού είναι για χαλαρά να πάμε. Πληρώσαμε, περιμέναμε τον Χάρη ο οποίος έρχεται σχεδόν τρέχοντας και μας λέει << Παιδιά, πάμε να φύγουμε γιατί έρχεται μια πολύ φίλη μου και αν με πιάσει την κουβέντα θα αργήσουμε>>

Η ΒΟΛΤΑ

Ανεβαίνω στην Βέσπα του Χάρη και ο Τόλης με την Μ. στον σκουτεράκι τους . Ξεκινάμε για την Αλεξάνδρας. Οι δρόμοι σχεδόν άδειοι, ο καιρός τέλειος, δεν είχε την τρελή ζέστη είχε δροσίσει κάπως. Στο δρόμο δεν μιλούσαμε, είχα σηκώσει λίγο την μπλούζα μου και απολάμβανα τον αέρα, έρχεται ο Τόλης από δίπλα και μου λέει <<Θα σε τραβήξω βιντεάκι, φαίνεται το βρακί σου>> . Φτάνουμε έξω από την ταβέρνα, κλειστά, φεύγουμε για να πάμε ένα άλλο που ήξερε η Μ. στα Εξάρχεια, και εκείνο κλειστά, μετά ξεκινάμε για ένα άλλο πάλι στα Εξάρχεια πάλι κλειστά. Έχουμε πόση ώρα και κάνουμε βόλτες μέσα στους δρόμους των Εξαρχείων . Τα πάντα είναι άδεια, όλα κλειστά, οι δρόμοι δικοί μας, πάνω κάτω δεξιά αριστερά, κόκκινα φανάρια να περνάμε, κόρνες που δεν τις άκουγε κανείς, κόντρα σε μονόδρομους . Σε έναν μονόδρομο κόντρα βγάζει ένας ταρίφας το χέρι από το παράθυρο και μας μουντζώνει και ομοίως του απαντάει και ο Χάρης <<Τι ρε και αυτόν τον ήξερες ρε;>> του λέω. Τελικά αποφασίζουμε να πάμε στο Μοναστηράκι να το παίξουμε τουρίστες . Μπροστά από την Ομόνοια, δυο πυροσβεστικά περνάνε με τρελή ταχύτητα και στρίβουν προς το πολυτεχνείο, συνεχίζουμε και μπαίνουμε στο τρίγωνο του Διαβόλου, μέσα από στενά γεμάτα Πακιστανούς, μαύρες ιερόδουλες, πεινασμένους ζητιάνους, ναρκομανείς, χαμένες ψυχές, παιδιά ενός άλλου θεού, εικόνες μιας άλλης πόλης μέσα στη πόλη. Πριν από λίγο ήμασταν σε μια περιοχή που έχει αδειάσει λόγω του ότι όλοι σκηροτράχηλοι ανθρωπιστές και υπέρμαχοι τις ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχουν φύγει για διακοπές , ποιος είπε ότι οι ιδεολόγοι που αντιμάχονται την κρατική βία και την καταστολή έχουν και δεν δικαίωμα να παραβλέψουν για λίγο το τι γίνεται δίπλα τους; Μπορεί να πει κανείς τίποτα; Όχι! Για όλα φταίει η πλουτοκρατία! Άσχετο αν αυτή η πλουτοκρατία είναι οι γονείς τους, που τους πληρώνουν τώρα τις διακοπές. Και με τους παραθερίζοντες αγωνιστές τα πυροσβεστικά και τις αδικημένες ψυχές καταλήγουμε στο Θησείο. Αφήσαμε τα μηχανάκια και ξεκινήσαμε την αναζήτηση τροφής και θέας. Στην Αδριανού παράλληλα με τις γραμμές του ΗΣΑΠ τουρίστες βολτάρουν πάνω κάτω, καμιά σχέση μ αυτό που βλέπαμε πριν… και αυτοί ξένοι είναι, αλλά αυτοί είναι άλλου είδους ξένοι. Και μέσα σ όλα αυτά τα ξένα και η Ακρόπολη να λάμπει περήφανη στο βράχο της, πιο ξένη και απ΄τους ξένους. Γιατί είναι τόσο ακριβός ο καφές εδώ; Oh, you can see Acropolis, γιατί είναι τόσο ακριβό το ενοίκιο εδώ; Μα αγαπητέ μου από εδώ έχετε θέα Ακρόπολης. Εικόνα που την πληρώνεις, γιαυτό έχουμε γίνει μπουρδέλο, από την μέρα που χτίστηκε η Ακρόπολη τα πάντα γύρω έχουν σχέση με το χρήμα, αν είναι έτσι και την υποτιμάτε τόσο πολύ ας χτίσουμε 10 Ακροπόλεις και να γίνουμε το πιο πλούσιο κράτος. Άλλοι λένε ότι είναι σύμβολο πολιτισμού, ο aougaros λέει ότι είναι σύμβολο παρακμής. Εκτός από το πόσο βάναυσα της φέρθηκαν οι άνθρωποι στο πέρασμα του χρόνου, παρακμή είναι και όταν δεν βλέπουμε την αξία της . Η Ακρόπολη πρεσβεύει κάποιες αξίες, πρώτα και πάνω από όλα το απλό και απέριττο. Απλά πράγματα, πιο απλά δεν γίνεται, και παρακμή μας είναι ότι όχι μόνο δεν μπορούμε, οι περισσότεροι τουλάχιστον να ενστερνιστούμε αυτές τις αξίες, αλλά προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τα ακριβώς αντίθετα με απύθμενης βλακείας θεωρίες. Και αφού πούμε την θεωρία μας μετά είμαστε περήφανοι που είμαστε Ελλήναρες και έχουμε και Παρθενώνα. Και επειδή είμαστε και αγωνιστικός λαός ρίχνουμε και ένα τεράστιο πάνω με αγωνιστικά αριστεριστικά συνθήματα, γιατί δεν ξέρω αν το ξέρετε, η Ακρόπολη χρησιμεύει και σαν σταντ. Λευτεριά στους αγωνιστές ρε! Μάλλον ξέφυγα περισσότερο από ότι έπρεπε και επειδή η παρέα προχώρησε αρκετά και εσείς δεν μου το είπατε τρέχω να τους προλάβω. Τους πετυχαίνω στον Μπαϊρακτάρη . Τελικά μετά από πολλή σκέψη, πολύ περπάτημα και πολύ τσίκνα βρίσκουμε ένα μαγαζάκι ωραίο, λίγο απόκεντρο χωρίς πολύ κόσμο και καθόμαστε. Ο Τόλης με την Μ. από την μια μεριά και εγώ με τΧαρ΄ απέναντί τους. Μιλάμε συζητάμε το τι θα φάμε και περνάει αυτό το απίστευτο πλάσμα από μπροστά μου και μου έκοψε την ανάσα, υπέροχα… θα είναι ο πλατωνικός έρωτας της βραδιάς….

ΣΤΡΑΓΚΑΝΤΑ ΣΤΡΟΥΓΚΑΤΑ

Η προσμονή του φαγητού έχει ανεβάσει το κέφι της παρέας, κοπέλα που τελικά δουλεύει στο μαγαζί ,περνάει συνέχεια πάνω κάτω και σε κάθε πέρασμα τα αναστενάζω. Η Μ. με ρωτάει τι έπαθα και γω της απαντώ ότι ερωτεύτηκα.
-Ποια; Αυτήν με το κόκκινο μαλλί;
-Ναι, δεν είναι θεά; Την παντρεύομαι κιόλας
-Καλά είσαι χαζό παιδί μου; Αυτήν δεν είναι καν ωραία…
-Τι; Καλά λέγε μαλακίες…. Εσένα δεν θα σε καλέσω στον γάμο
-Μ. δεν έχεις δίκιο, πετάγεται ο Χάρης, είναι πολύ όμορφη
-Μα καλά τι το ωραίο έχει; ρωτάει η Μ.
-Τα πάντα, της απαντώ και συμπληρώνω, είναι θεά και δεν το ξέρει, έχει αυτό το μελαγχολικό βλέμμα και περιπατάει στα χαμένα, κάτι σαν μυστήριο περιβάλει την αύρα της, έχει και τα γυαλάκια της που της δίνουν ένα σοφιστικέ ύφος , είναι ψιλοκάμμενη , είναι ψιλή και λεπτή, τι άλλο μπορεί να θέλω… και αυτό το περπάτημα….αχ….
Εκείνη την στιγμή περνάει η κοπέλα και έσερνε τα πόδια της
-Ποιο περπάτημα ρε; Δεν ακούς πως σέρνει τα πόδια της;
-Μπορεί να είναι κουρασμένη η κοπέλα, της απαντώ ενώ παρατηρώ την απόκοσμη θεότητα να ελίσσει το κορμάκι της ανάμεσα από τις καρέκλες των συνδαιτυμόνων
Ο Χάρης που κατάλαβε ότι ψιλοστράβωσα και δεν χάνει πότε ευκαιρία να με πειράζει και να μου τσιτώνει τα νεύρα άλλαξε στρατόπεδο και συμμάχησε με την Μ.
-Στρανκ, στρουνκ , άκου πως κάνουν τα τσόκαρα, λέει ηΧαρς
-Άντε ρε βλάκα, εσύ περπατάς καλύτερα;
-Στρανγκ, στρουνκ
Δεν του απαντώ, απλά κοιτάω αλλού, τι αλλού δηλαδή στην κοκκινομαλλούσα , και παίρνω το ύφος του αδιάφορου προς τη παρέα. Αυτοί κάθε φορά που σπάζομαι γελάνε, τώρα γελούσαν δυνατά, δεν γελούσαν με την υπέροχη κοπέλα αλλά με τον τραγικό εμένα. Η κοπέλα έχει μπει στο μαγαζί και δεν τη βλέπω πια. Κοιτάω αδιάφορα στα χαμένα ενώ οι άλλοι συνεχίζουν να με κοροϊδεύουν. Και λέει ο Χάρης
-Νομίζω ότι έρχεται, δεν βλέπω αλλά την ακούω
Η Μ. και ο Τόλης έχουν λυθεί στα γέλια και ο Χάρης μιμείται το βήματα της κοπέλας κάνοντας στράνκ στρουνγκ στο κάθε βήμα της μέχρι που πέρασε από μπροστά μας. Είναι γεγονός ότι έσερνε τα πόδια της αλλά είχε μια ζωηράδα στο περπάτημά της. Και ξανά ο Χάρης
-Φαντάζεστε τον aougaro μ αυτή να βγαίνουν βόλτα χεράκι χεράκι , και ο aougaros κάνει τα μεγάλα του βήματα και αυτήν να προσπαθεί να το ακολουθήσει σέρνοντας τα τσόκαρα, στραγκαντα στρουγκατα.
Γελάνε, και μπαίνει και ο Τόλης στη συνομοταξία των αποστατών και λέει και αυτός με την σειρά του
-Ή να είναι μαζί στο σπίτι και απ τη μία να ακούγονται τα περιστέρια και από την άλλη αυτήν στραγκαντα στρουγκατα, και να προσπαθεί να διαβάσει ο aougaros και αυτήν να κάνει βόλτες στο σπίτι στρανκ στρουνκ
-Να, πάλι έρχεται, άκου…… ο Χάρης
Και άκουγα και πέρασε και την είδα και είδα ποιο ήταν το καλό στην όλη υπόθεση, έσερνε να πόδια της για να μην με σοκάρει κάθε φορά που περνάει, για μένα το έκανε για να με προειδοποιεί, αλλά που να τους εξηγήσω …δεν θα καταλάβαιναν τίποτα…. Πεζοί άνθρωποι …. Τσσσσσς,τς, τς,
Πάνω στο φαί, ενώ είχαμε αλλάξει θέμα συζήτησης και ενώ είχε συμφωνήσει στα κρυφά ο Χάρης από την Μ. ότι η κοπέλα είναι θεά, ο Τόλης μου λέει <<ταιριάζετε πάντως , καμένη αυτή καμένος και συ μια χαρά θα τα πάτε, άσε που νομίζω ότι σε κοιτάει και αυτήν, δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις και πολύ με το καλημέρα το χεις, μη σου πω με το κα.>> <<Όχι ρε φίλε το ξέρεις , δεν την πέφτω ποτέ σε κοπέλα στην δουλεία της>> και πετάγεται πάλι ο Χάρης << Μμμμμ, ενώ αλλού την πέφτεις σ όλες , να!>> και με μουντζώνει. Στρανγκ στρουνγκ, πλησίαζε, προετοιμάστηκα, πέρασε , αχχχχχχχχχχχ, και πάω να απαντήσω στον Χάρη αλλά με κόβει << Άσε μην απαντάς, καμιά ηθικολογία θα πετάξεις πάλι, αυτές οι ηθικές θα σε φάνε, να!>> και με ξαναμουντζώνει. Θα ήθελα πολύ να του πω ότι κατά βάθος ίσως δεν είμαι και τόσο ηθικός αλλά δεν μπορώ να σηκώσω σε μερικές περιπτώσεις το βάρος της ηθικής ευθύνης, και κάνω το πλέον ανήθικο να το περιμένω από τους άλλους να το σηκώσουν για μένα.
<<Παιδιά κοιτάξτε ο Ροζ Πάνθηρας>> λέει ο Χάρης και κοιτάμε δίπλα στον δρόμο. Είναι μια πολύ εύσωμη κυρία ντυμένη με ροζ κολλάν, παντελόνι και μπλούζα , και κάθεται πάνω σε ένα σταματημένο μηχανάκι. Γυρνάμε όλοι αμέσως μπροστά και προσπαθούμε να μην γελάσουμε μέχρι να φύγει χοντροζ Πάνθηρας, και στο ηχητικό μπακ ραουντ στρανγκατα στρουγκατα…..

Ο ΜΑΥΡΟΣ

Μετά από την ταβερνούλα στο Μοναστηράκι, πηγαίναμε πάλι προς το Θησείο , να πάρουμε παγωτό και να πάρουμε τα μηχανάκια και να επιστρέψουμε στους Αμπελόκηπους. Στο δρόμο άφηνα το Χάρη να περπατάει μπροστά και εγώ από πίσω του μιμούμουν το βάδισμά του πράγμα το οποίο προκαλούσε το έντονο γέλιο της Μ. . Ο Χάρης έδειχνε να απολαμβάνει το να τον κοροϊδεύω όπως απολάμβανα και εγώ όταν με κορόιδευαν οι άλλοι στην ταβέρνα αν και δεν το έδειχνα. Οι τουρίστες μας κοιτούσαν πόσο γελοίοι ήμασταν αλλά δεν μας ένοιαξε καθόλου . Αφού βαρέθηκα να μιμούμαι το βάδισμα του Χάρη πήγα δίπλα και τον ρώτησα:
-Είδες;
-Είδα, τελικά σταυρός ήταν αλλά έγινε μαλακία…
-Τι;
-Εξήγησε πρώτα σ αυτούς που διαβάζουν και μετά θα σου πω
Η κοκκινομάλλα υπέροχη σερβιτόρα φορούσε τσόκαρα, ένα τζιν κοντό σορτσάκι που αναδείκνυε τα καλλίγραμμα πόδια της, ένα στενό άσπρο πουκάμισο κλειστό πλην δυο κουμπιών, και αμυδρά μέσα από το πουκάμισο φαινόταν να φορούσε ένα κόσμημα που εμένα μου φάνηκε σαν όνομα αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω καλά γιατί όπως είπα το πουκάμισο ήταν στενό και δεν είχε καθόλου άνοιγμα στο μπούστο, και όταν το είπα στον Χάρη μου είπε θα δω και θα σου πω.
-Τι μαλακία έγινε;
-Την ώρα που περνούσαμε δίπλα της και την χαιρετήσαμε, εμένα δεν με χαιρέτησε γιατί νομίζω με είδε ότι την κάρφωνα στο στήθος.
Μόλις άρχισα να γελάω οι άλλοι από πίσω σβάρνιζαν τα πόδια τους για να μου κάνουν σπάσιμο. Και κάπως έτσι φτάσαμε στη Δωδώνη όπου η Μ. πήρε μια κρέπα και οι υπόλοιποι πήραμε παγωτό μηχανής σε χωνάκι. Ο τύπος που μας έβαλε τα παγωτά ήταν τόσο μα τόσο άχρηστος που ούτε ένα παγωτό δεν έβαλε ίσια, και είμαστε και οι τρεις με τα παγωτά στο χέρι προσπαθώντας να κάνουμε ισορροπία να μη μας πέσει η κορυφή του παγωτού, ο Τόλης είπε: πύργος της Πίζας και αρχίσαμε μια εντελώς άκυρη συζήτηση για το που βρίσκεται ο Πύργος της Πίζας. Ανεβαίνοντας άκουσα μια γνωστή μπάσα φωνή να τραγουδάει το No woman no cry, ήταν ένας μαύρος τραγουδιστής του δρόμου που τον έχω πετύχει και άλλες φόρες και είναι μοναδικά απίστευτος. Έχει πολύ μπάσα φωνή, λέει όλα τα τραγούδια με έναν πολύ δικό του τρόπο, σχεδόν αυτοσχεδιάζει, τραγουδάει πολύ δυνατά, παίζει κιθάρα και το ζει έντονα το τραγούδι, το χει τρελά που λένε. Ο μαύρος τραγουδούσε μπροστά από την έξοδο του σταθμού του Θησείου , όταν φτάσαμε καθίσαμε απέναντι του, και εκτός από εμάς τους τέσσερεις , οι υπόλοιποι ακροατές του ήταν δύο αστυνομικοί με μηχανές που καθόταν σχετικά μακριά για να μην επιτρέπουν μηχανάκια να μπαίνουν στον πεζόδρομο, και ένας Πακιστανός που καθόταν ακριβώς δίπλα μας ο οποίος δεν μιλούσε δεν κοιτούσε , το πιο απροσδιόριστο άτομο που έχω δει τελευταία. Έχουμε αράξει με τα παιδιά και τον πακιστανό στο πεζούλι και ακούμε τον μαύρο να λέει τις τραγουδάρες του, πραγματικά απολαυστικότατος , ώσπου μια στιγμή βλέπω τον έναν αστυνομικό να καταβαίνει από την μηχανή και να πηγαίνει προς τον μαύρο <<όπα, θα γίνει μαλακία >> σκέφτηκα , βλέπω τον αστυνομικό να ρίχνει λεφτά στον μαύρο και με μια ελαφριά υπόκλιση του είπε << You are the artist my friend >> και απαντάει ο μαύρος << Thank ya. Thank ya >> . Μετά από αυτό αισθάνθηκα κάποιες τύψεις γιατί ακόμα και τώρα βλέπω μερικούς ανθρώπους προκατειλημμένα, επηρεασμένος από μια κοινή γνώμη, που στην ουσία είναι μια τηλεοπτική γνώμη. Ακόμα και τον μαύρο, αν και δεν είχα ποτέ ρατσιστικές τάσεις , αν τον έβλεπα στον δρόμο και μου έλεγε είμαι τραγουδιστής ή είμαι καλλιτέχνης , ίσως να τον έβλεπα απαξιωτικά, γιατί απαξιωτικά ; όχι γιατί ήταν μαύρος, αλλά γιατί ήταν πολύ απλός και ταπεινός άνθρωπος, καμιά σχέση με το στερεότυπο του καλλιτέχνη στην Ελλάδα, και ίσως το ήταν μαύρος να ήταν σε άμεση συνάρτηση με τον χαρακτήρα του. Ο κόσμος περνούσε , άλλοι στεκόταν για λίγο και άκουγαν ένα τραγούδι , άλλοι έριχναν ένα κέρμα αλλά δεν σταματούσαν καθόλου, μερικοί περνούσαν και σούφρωναν την μούρη τους σε ένδειξη αποστροφής προς την μουσική του μαύρου (Σας γαμιέται ο Κιάμος και ο Βέρτης, κολόπαιδα και χαζοπούτανα) και εμείς εκεί μόνιμοι σταθεροί και ένθερμοι ακροατές του καλλιτέχνη. Το μόνο κακό σ όλη την υπόθεση ήταν το ότι περνούσαν συνέχεια ταξί από μπροστά μας και έκαναν αναστροφή για να κατέβουν κάτω στην πιάτσα. Και ενώ όλα είναι καλά και ωραία έρχεται και κάθεται ένας μπάρμπας δίπλα μας και είχε όρεξη για κουβέντα, αλλά περίμενε την κατάλληλη αφορμή . Ο μαύρος τραγούδησε το Englishman in New York σε μια απίστευτη δικιά του ρέγκε εκτέλεση, όταν τελείωσε ένας κύριος με μακριά άσπρα μαλλιά του έριξε λεφτά και του ζήτησε ένα τραγούδι << I ll try my friend, I ll try…>> του είπε ο μαύρος. Και όχι μόνο προσπάθησε αλλά το είπε τέλεια. Ο μπάρμπας δίπλα μας ρώτησε τον Τόλη <<Λέει και ελληνικά;>> νιεχ… <<Ναι ήταν μαζί με τον Πλούταρχο, αλλά έφυγε γιατί δεν έφτιαχνε το τζάμι και κρύωνε >> Όλη αυτή την ώρα ο Χάρης σε κάθε τραγούδι σηκωνόταν και έριχνε χρήματα , μέχρι που του τελείωσαν τα ψιλά και μου ζήτησε δανεικά, η Μ. ήθελε να δώσει χρήματα αλλά ντρεπόταν και μετά από πολλές παραινέσεις από τον Τόλη σηκώθηκε και έριξε και γύρισε πίσω τρέχοντας. Για ένα παγωτό είπαμε να καθίσουμε αλλά ξεχαστήκαμε και δεν ξέρω για πόση ώρα καθίσαμε, και θα καθόμασταν κι άλλο , αλλά η ουρά από την πιάτσα των ταξί έφτασε μέχρι μπροστά μας, και ανάμεσα από την φωνή του μαύρου ακούγαμε και τα σκυλολαϊκά των ταξιτζήδων και μύριζε και πετρέλαιο και αποφασίσαμε να φύγουμε. Έριξα και εγώ με την σειρά μου 50 λεπτά στον μαύρο , με ευχαρίστησε σεμνά και ταπεινά όπως όλους και πήραμε τον δρόμο για το σπίτι.

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ

Όταν φτάσαμε στην άδεια Ακαδημίας είπα στα παιδιά ότι ξέρω το καλύτερο παγκάκι της Αθήνας και ότι δεν είναι μακριά, συμφώνησαν όλοι να πάμε για λίγο, για ένα τσιγάρο. Πήραμε λοιπόν τον δρόμο για τον Λυκαβηττό. Μεγάλο μπέρδεμα μέσα στα στενά του Κολωνακίου, αλλά μετά από ώρα φτάσαμε. Ανεβήκαμε στην κορυφή, υπέροχη θέα, μα γεμάτο κάγκουρες, ξανακατεβήκαμε κάτω και αφού κάναμε τον κύκλο ξανανεβήκαμε αλλά αυτή την φορά όχι στην κορυφή ακλουθήσαμε τον δρόμο ευθεία, χωρίς να στρίψουμε αριστερά στην μοναδική διασταύρωση που έχει ανεβαίνοντας. Φτάσαμε στο παγκάκι , ευτυχώς ήταν ελεύθερο. Καθίσαμε οι τρεις στο παγκάκι και ο Χάρης όρθιος, το πρώτο φυσικά που σχολιάσαμε ήταν η θέα. Από εκεί βλέπεις την Ακρόπολη , το Θησείο, τα κτήρια της Πανεπιστημίου και στο βάθος τα φώτα των Δυτικών προαστίων . Ο Χάρης άρχισε να λέει ανέκδοτα, μετά τα καλά ανέκδοτα λέγαμε επιτηδευμένα κρύα ανέκδοτα, που ήταν ακόμα πιο αστεία και ενδιαφέροντα γιατί αυτοσχεδιάζαμε ο ένας πάνω στο ανέκδοτο του άλλου. Ξεκίνησε με Αννούλα, κάποια στιγμή την τιμητική της είχε η Θεσσαλονίκη με της μπουγάτσες της και καταλήξαμε με παπαγάλους. Το κλου της βραδιάς ήταν η αποτυχημένη προσπάθεια του Χάρη να πει το ανέκδοτο με τα παπάκια, το οποίο τελικά μόνο ο Σερβετάς μπορεί να το πει. Έχω ακούσει για θεάσεις ουφο από τον Λυκαβηττό, ο mr. Allobar είναι σίγουρος για αυτό, εγώ να πω την αλήθεια δεν είδα τίποτα εκείνο το βραδύ, παρόλο που κοιτούσα συνέχεια τα αστέρια. Αλλά θα μου πεις γιατί να στείλουν ούφα, αφού έχουν ήδη κατάσκοπους εδώ (ονόματα δεν λέμε υπολείψεις δεν θίγουμε ). Θα μου πεις ότι θέλει πιστεύει ο καθένας, για άλλους η όλη βραδιά που πέρασε η παρέα μας θα ήταν βαρετή , για άλλους ότι κάναμε πάρα πολλά απίστευτα πράγματα, για μας ήταν απλά κάτι που το κάνουμε όσο συχνά μπορούμε, αν και τίποτα δεν επαναλαμβάνεται. Το θέμα είναι ότι χαιρόμαστε την πόλη που ζούμε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Η ώρα είναι 01:30 και μόλις έχω μπει στο σπίτι, το πρώτο που κάνω είναι να ανοίξω τον υπολογιστή να γράψω καμιά καμένη ιστοριούλα στον aougaro. Αυτό που επεξεργαζόμουν πολλή ώρα στο μυαλό μου ήταν να γράψω κάτι μόνο για την σταγκατα στρούγκαντα. Αφού κάνω την κολοσύνδεση , με εκατό κολοκαλώδια , μέσω του κολομόντεμ του κολοκινητού , to πρώτο που ανοίγω να δώ είναι το email μπας και πήρε κάνα σχόλιο ο aougaros, πάπαλα , τίποτα. Μετά ανοίγω το φουμπου, αν και δεν περίμενα βρω κανέναν μέσα και παράλληλα ανοίγω και την σελίδα του blog να αρχίσω το γράψιμο . Και εκεί που πάω να ξεκινήσω την πρώτη λέξη ακούω κλούπ!, μήνυμα από το chat του φουμπού πάντα με ηδόνιζε αυτός ο ήχος, δεν ξέρω γιατί … και ξανά κλούπ! ω ναι! Κοιτάω μήνυμα από Ευαγγελία
-Πώς να γράψω;
Θέλω έμπνευση
-Πάλι στην τουαλέτα είσαι;
-Ντα!
-Ε , σφίξου και σου κατεβούν
Εδώ και κάμποσο καιρό έχω πείσει την φίλη Ευαγγελία να κάνει σελίδα στο blog και να εκφράζει ελεύθερα και ανώνυμα τις σκέψεις της. Έτσι ίσως γνωρίσει κάποια πράγματα για τον πλανήτη μας και αν θέλει ίσως μας πει κάτι και για τον δικό της. Το θέμα είναι ότι όπως και πολλοί άλλοι έχει μια ανασφάλεια, νομίζει ότι δεν μπορεί να γράψει . Καταρχήν αυτό είναι κάτι που το χεις μέσα σου και όσο περισσότερο γράφεις τόσο καλύτερος γίνεσαι, μην περιμένεις απ τη μια στιγμή στην άλλη ότι ιδέες έχεις στο μυαλό να περνιούνται με πλήρη ευκολία στον οπτικό λόγο . Αν όχι όλοι, σίγουρα οι περισσότεροι ερασιτέχνες συγγραφείς, έχουν πολύ περισσότερα στο μυαλό τους απ ότι γράφουν, κάθε φορά που τελειώνουν ένα κείμενο τους φαίνεται μέτριο ή λίγο, εγώ όμως που θα διαβάσω το post ενός άλλου δεν θα μου φανεί λίγο, γιατί δεν ξέρω το περισσότερο που σκέφτηκε , βλέπω μόνο το αποτέλεσμα, όχι το τι θα μπορούσε να είχε βγει. Με ταπεινό παράδειγμα εμένα, αλλιώς έγραφα πριν από ένα χρόνο και αλλιώς τώρα, οι ιδέες ίσως κάποτε να ήταν καλύτερες, ή και το στυλ σε μερικά post είναι μοναδικό και καινοτόμο , χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και καλό, σε άλλους αρέσει σε άλλους όχι . Ξεκίνησα με καμένα ποιήματα, μετά με καμένες ιστορίες, με τρελά όνειρα, μετά αστείες θλιμμένες ιστορίες, κουλές ιστορίες καθημερινότητας ,πολλές αλλαγές και πειράματα με την ευκολία της ανωνυμίας .Γενικά όταν ξεκινάς κάτι μη φοβάσαι, κανένας δεν θα σε κρίνει άσχημα .
Κλούπ.. Λια
-Σφίγγομαι αλλά δεν βγαίνει τίποτα
- Τι να σου πω, γράψε τι έκανες σήμερα
-Τίποτα δεν έκανα, ακόμα προσπαθώ
-Περιέγραψε με σουρεαλ τρόπο την τουαλέτα σου
Περναει κάμποση ώρα , κλουπ Λια
-Άκου αυτό
(τραγούδι από youtube)
-Δεν μπορώ να δω youtube μαρί!
Αργεί πολύ το μόντεμ του κινητού
Στείλτο στον τοίχο να το ακούω αύριο στην καφετέρια
-Πριτς….
-Να πας να χεστείς!
-Αυτό ήταν ευχή ή κατάρα;
-Κατάρα θα ήταν να σου έλεγα να σου τελειώσει το κωλόχαρτο
-Έχω κρουασάν
-χααχααχαααχα
Γράψε αυτό στο blog σου
-Ποιο;
-Το παπιό! Ξεκίνα με αφορμή αυτό τον διάλογο και γράψε κάτι, ότι θες, για ένα κωλόχαρτο απ τη γη ως το φεγγάρι και βροχή από κρουασάν στην έρημο
Ότι σου κατεβαίνει στο μυαλό δεν είναι ανάγκη να έχει λογική συνέχεια, γράφε εσύ και η συνέχεια θα σου βγει στην πορεία, και μετά ότι θες σβήσε
Σε βαρέθηκα τώρα όμως…
-Και γώ σε βαρέθηκα
-Φιλιά
-Καληνύχτα
-Να χ…. όλη νύχτα
-Ρε άι χασου
-Γεια λέμε
-Γειά


Ακόμα ένα πείραμα που δεν θα μάθω ποτέ αν πέτυχε. Ο χρόνος που χρειάστηκε για να γράψω αυτό το κείμενο ήταν περισσότερος από τα γεγονότα που περιέγραψα.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Ω....Το Καημένο Το Χρυσοψαράκι

Τηλέφωνο από φίλη Ευαγγελία
-Άσε σου χω άσχημα μαντάτα…
-Τι έγινε; της απαντάω τρομαγμένος
-Ψόφησε ο Αντώνης (το χρυσόψαρο)
-Όχι ρε πούστη μου!


Τι αξία έχει χρυσόψαρο; Πέρασε όλη του την ζωή μες την γυάλα, μια σύντομη μικρή ζωούλα ασήμαντη, μια επαναλαμβανόμενη μνήμη τριών δευτερολέπτων. Μπορεί να μοιάζει τόσο ασήμαντη η παρουσία του και η απώλεια του, τόσο ασήμαντη όσο ένα τυχαίο βλέμμα στο δρόμο, όσο ένα τραγούδι που το άκουσες μόνο μια φορά και το ξέχασες , αλλά μήπως όλα αυτά τα μικρά πράγματα αν τα θυμηθείς δεν σου φέρνουν κάποια ευδαιμονία; Το χρυσόψαρο πέρασε την ζωή του κάνοντας γύρους μες την γυάλα (όχι γύρους με πίτα, είπαμε σουρεαλισμός αλλά αυτό πάει πολύ…) και έμοιαζε με πουλί που έκανε γύρους στον τρούλο της εκκλησίας ψάχνοντας να βρει διέξοδο, που μου θυμίζει τον άνθρωπο που όλο γυρίζει γύρω από την αγάπη, που λέει και το τραγούδι, ψάχνοντας να βρει είσοδο. Και έτσι το μικρό χρυσοψαράκι ψόφησε, και άφησε την γυάλα του κενή για λίγο, μπορείς να παίξεις τώρα με την γυάλα του, μπορείς να βάλεις και ποντικάκια μέσα να χορεύουν, όταν λείπει το ψαράκι χορεύουν τα ποντίκια, ή μπορείς και να την κάνεις γλάστρα και να σπείρεις τον βασιλικό που θα γίνω στο παραθύρι σου.



Όπως και να χει όλοι ψαράκια είμαστε, όλοι μας ζούμε τις μικρές μνήμες μας, τις στιγμές που μας αρέσει να λέμε όλοι, μόνο που εμείς μπορούμε να τις ενώσουμε και να διαλέξουμε ποιες απ αυτές θα κρατήσουμε. Και όταν λείπουμε η χανόμαστε παίρνουν την ζωή μας και τα πράγματα μας και τα κάνουν ότι θέλουν. Ψαράκια υπάρχουν πολλά, και όλα είναι ίδια, και φίλους έχουμε πολλούς, αν τους δεχτούμε όπως είναι ο καθένας είναι αναντικατάστατος, αν όμως τους φέρουμε στα μέτρα μας και δεχτούμε μόνο τα κομμάτια τους που μας συμφέρουν τότε ο κάθε φίλος που μας αφήνει ή τον διώχνουμε είναι και ένα ψαράκι που ψοφάει. Θυμάμαι όταν δούλευα στο pet shop κάθε πρωί που πήγαινα η πρώτη μου δουλεία ήταν να αδειάσω το ενυδρείο από τα ψόφια χρυσόψαρα, και αυτά που έβγαζα τα έδινα ως τροφή στον baby κροκόδειλο που είχαμε. Για τα άλλα τα ψαράκια αυτό ήταν κάτι σαν ταινία τρόμου, την οποία όμως την ξεχνούσαν αμέσως. Πολλές φορές ερχόταν κάνα παιδάκι και μου ζητούσε ένα συγκριμένο ψάρι, άντε να πιάσεις εσύ τώρα με την απόχη το συγκεκριμένο χρυσόψαρο ανάμεσα σε άλλα εκατό ολόιδια, έπιανα κανένα στην τύχη και του έλεγα του μικρού <<έλα πάρτο>> << όχι δεν σου ζήτησα αυτό! Αυτό θέλω!>> και έδειχνε μες την γυάλα, αι βγάλε άκρη τώρα…..

Υπάρχουν και ήχοι τρόμου, που ευτυχώς τα ψάρια δεν ακούνε, γιατί ο Αντωνάκης (το χρυσόψαρο) ζώντας στο σπίτι της φίλης Ευαγγελίας , όπα…. μισό λεπτό, αναθεωρώ, ο Αντώνης ΔΕΝ ήταν κουφός, άκουγε , και δυστυχώς άκουσε τα τραγούδια του Βέρτη και του Κιάμου, νιεχ, που κατά καιρούς βάζει η φίλη Ευαγγελία και αυτοκτόνησε….

Την είπα την κακία μου, δεν κρατήθηκα…

Καλό ταξίδι Αντωνάκη, σου εύχομαι εκεί που θα πας να είσαι σε έναν ωκεανό καταγάλανο και να έχεις φούσκες με ανθρώπους και να τους ταΐζεις μπρόκολα


Στην Θεσσαλονίκη την ψαροτροφή την λένε ψαρομπουγάτσα;
Κρυο………………………

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Πανηγύρι Στο Χωριό Εν Συντομία

Στο πανηγύρι του χωριού μαζεύονται όλοι. Περισσότερο πλάκα έχουν οι παππούδες. Θυμάμαι πριν από χρόνια έξω από την εκκλησία είχε ένα ταψί με λουκουμάδες και πηγαίναν οι παππούδες να πάρουν λουκουμάδες και εκτός απ ότι τους πιάναν όλους για να διαλέξουν τον καλύτερο (!!!!!!!!!) τον τρώγανε σκύβοντας πάνω από το ταψί για να μην πέσουν οι άχνες κάτω. Ο παππούς ο Μιχάλης ή Μιχάλτς ζηλεύει παθολογικά την γυναίκα του που είναι 80 χρονών και με το που βλέπει έναν νεαρό 65 χρόνων να της παίρνει χρόνια πολλά αρχίζει και ωρύεται στα σκαλιά της εκκλησίας << Αλήτη! Κοπρόσκυλο! Τα γκομενιλίκια όξω από την εκκλησία! >> Όλοι γυρνάμε και βλέπουμε τον παππού Μιχάλη να κινείται απειλητικά προς τον νεαρό και μερικοί τον κρατάνε για να μην πλακώσει τον άλλο με την μαγκούρα.

Ο Κατάσκοπος είναι ένας άλλος γραφικός παππούς του χωριού (όλοι γραφικοί είναι) που όλη του την ζωή φοράει φοράει ένα στρατιωτικό καπέλο στο κεφάλι πρωί τε και βράδυ. Πάντα έχει το βλέμμα του παρατηρητή και νομίζει ότι όλοι τον παρακολουθούν και τους παρακολουθεί όλους. Και έτσι λοιπόν μια φορά τον χρόνο βλέπουμε το κεφάλι του χωρίς το καπέλο. Με τα χρόνια το κεφάλι του είναι μαύρο εκτός από την φαλάκρα που είναι κάτασπρη σαν το γάλα. Ακόμα και μες την εκκλησία το βλέμμα του είναι γεμάτο υποψία.



Ο παπάς του χωριού σχετικά αμόρφωτος έχει κολλήσει με μια φράση με το ''ως εκ τούτου'' και σ όποια πρόταση και αν λέει πάντα κολλάει και ένα ως εκ τούτου << Σήμερα είναι της Παναγίας και ως εκ τούτου το βράδυ θα έχουμε πανηγύρι στο καφενείο του Λακη στην πλατεία>> << Παρακαλούνται οι κύριοι νταλικέριδες να μην αφήνουν της νταλίκες έξω από την εκκλησία γιατί τρέχουν λάδια και τα πατάει ο κόσμος και ως εκ τούτου γεμίζει λάδια το πάτωμα της εκκλησίας>> Μια χρονιά σε μια θεολογική παράκρουση προσπάθησε να παρηγορήσει του πιστούς που έχουν χάσει κάποιους δικούς τους λέγοντας στο κήρυγμα << Οι ψυχές... ε, τι είναι οι ψυχές.... ανεβαίνουν ψηλά στον ουρανό κάνουν ένα πουφ και χάνονται>> Εντάξει οι περισσότεροι γελάσαμε, αλλά άντε να πείσεις τη γριά ότι ο μπάρμπα Κώστος δεν έκανε πουφ και χάθηκε....


Το πέρυσι το βράδυ είχα περάσει για λίγο από το καφενείο, χόρευαν κλαρίνα έξω από μαγαζί και τα φώτα είχαν κάνει όλους τους μπαρμπάδες να ιρδώσουν και ακόμα περισσότερο στις φαλάκρες τους. Καθώς περνούσα δίπλα από τον κύκλο του χωρού τελείωσε το τραγούδι και σταμάτησε ο χορός για λίγο, με το που με βλέπει ένας θείος μου με φωνάζει να χορέψω, προσπάθησα να το αποφύγω ευγενικά, αλλά δεν δεχόταν κουβέντα, σκούπισε την φαλάκρα του με το μαντίλι και μου το έδωσε να το πιάσω για να χορέψω, προσπάθησα να το αποφύγω και αυτό, αλλά δεν μπόρεσα, έπιασε το χέρι μου και το έβαλε στο υγρό του μαντιλάκι και άρχισαν τα όργανα. Μέτα την πρώτη λαβή που ένιωσα όλο το μαντίλι στην χούφτα μου, το κρατούσα με τις άκρες των δακτύλων μου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα με χορέψανε, αλλά θυμάμαι την αηδία του μαντιλιού και το ότι αναγκάστηκα να το κρατάω με τα ακροδάχτυλα και δεν ήξερα και να χορεύω και ως εκ τούτου έγινα για ακόμα μια φορά ρεζίλι. Μακάρι να έκανα ένα πουφ και να χανόμουν

Στο μεριά των γυναικών μέσα στην εκκλησία έχουμε άλλα. Κάθε γριά έχει μια θέση για την πάτρυ της, που πολλές φορές πάει και κληρονομικά ποτέ και για κανέναν λόγο δεν πρέπει να πιάσεις την θέση της γριάς. Στο πανγκύρ που έρχονται και ξένοι πολλές φορές χωρίς να το ξέρει κάποια γυναίκα πιάνει την θέση γριάς που δεν έχει έρθει ακόμα, οπότε οι άλλες γειτόνισσες της λένε << Όχι εκεί! Εκεί κάθεται η τάδε>> πάει παραδίπλα η ξένη... << όχι εκεί! κάθεται η παρατάδε! >> και κάνει βόλτες η ξένη στην εκκλησία μέχρι να το πάρει απόφαση να καθίσει... όρθια. Μια φίλη μου που στέκεται δίπλα στην γιαγιά της όρθια (περιμένει να πεθάνει η γιαγιά να της πάρει την θέση) παραπονιέται ότι η γιαγιά η Μίτσινα σιγοντάρει τς ψαλμοδίες με την μύτη δυνατά, οπότε ακούει ένα συνεχόμενο μμμμμμμμ μμμμμμ μμμμμμμ , και επίσης η γιαγιά η Σωτήραινα που κάθεται μπροστά της έχει ένα παλτό που βρωμάει και δεν μπορεί να σταθεί καθόλου κοντά της, αλλά το υπομένει.

Ότι και αν είναι, είναι το πανηγύρι του χωριού, και είναι όμορφο, γιατί είναι αγνό και διαχρονικό. Είναι η μέρα που βγαίνουν όλοι, ακόμα και ο μπαρμπα Νίκος που προπονείται για το Big Brother και κλείνεται τρίμηνα στο σπίτι του. Οι γραφικότητες υπάρχουν πάντα και είναι αυτές που το κάνουν όμορφο... που ως εκ τούοτου το κάνουν ελληνικό

Χρόνια πολλά στην Μαρία


Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Μικρές στιγμές

Είναι κάποιες στιγμές
Λίγες μικρές
Που όλα μοιάζουν μεγάλα

Σε θυμάμαι να γελάς
Αλλά έχω ξεχάσει το αστείο
Σε θυμάμαι να κοιτάς
Αλλά έχω ξεχάσει το τοπίο
Θυμάμαι το τι ήθελα να σου πω
Αλλά έχω ξεχάσει γιατί δεν στο είπα
Έχω τις σκέψεις
Έχω τις λέξεις
Αλλά δεν έχω την φωνή
Την έχω ξεχάσει κι αυτήν κάπου
Μάλλον έχω ξεχάσει και μένα

Και περνούσαν οι μέρες
Και πέρασες και εσύ
Και με είχε κοιτάξει
Σ όνειρο νομίζω ήτανε
Σε ελπίδα ονείρου
Σε πιθανότητα ονείρου

Απίθανο να μην σε είχα προσέξει
Γιατί ήσουν όμορφη
Σαν την θάλασσα
Ολόκληρη όμορφη
Κανένα σημείο πιο όμορφο από το άλλο
Κι αλήθεια ψυχή μου
Σαν θάλασσα φέρεσαι
Που όποιον δεν ξέρει κολύμπι
Τον πνίγει
Εγώ όμως καρδία μου
Ξέρω κολύμπι
Μόνο να επιπλέω δεν ξέρω
Και όταν σταματάω
Πνίγομαι

Το πιο μακρύ ταξίδι μου

Κάποτε πριν από 23 χρόνια περίπου έκανα το μεγαλύτερο μου ταξίδι, τόσο μακρύ, που ακόμα νομίζω ότι γυρνάω.... ή πηγαίνω.... δεν είμαι σίγουρος....

Όταν ήμουν μικρός πάντα όταν έβλεπα τον πατέρα μου να βγαίνει τον ρωτούσα που πήγαινε, <<έξω, κι αν είσαι καλό παιδί αύριο το πρωί θα σου δώσουμε σοκολάτα>>. Αυτό το έξω ήταν για μένα ένα μαγικό μέρος. Ένα μέρος όπου υπάρχουν μόνο μεγάλοι, και αυτοί μπορούν και να πετάνε, και ότι υπήρχαν τεράστιοι γερανοί και μπουλντόζες και κάναν εργασίες , και μαζευόταν πάρα πολλοί άνθρωποι μαζί, απλησίαστος αριθμός, όλοι οι μεγάλοι του κόσμου σε μια πλατεία και συζητούσαν τι σκανδαλιές έξανε το κάθε παιδάκι στο σπίτι. Μετά πήγαιναν όλοι οι μεγάλοι σε ένα τεράστιο εργοστάσιο γλυκών και έπαιρναν όλοι μαζί σοκολάτες. Οι μεγάλοι όταν γυρνούσαν στο σπίτι πατούσαν ένα κουμπί και όλος αυτός ο μαγικός κόσμος του ‘’έξω’’ εξαφανιζόταν για να μην τον δουν τα παιδάκια το πρωι που πάνε στο νηπιαγωγείο και θελήσουν να πάνε στο εργοστάσιο και χαθούνε μέσα σ αυτόν τον τεράστιο κόσμο. Το σπίτι ήταν στην άκρη ενός μικρού χωριού, το οποίο χωριό δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο το πρωί, μερικά σπίτια, το σχολείο, ένα μπακάλικο, το καφενείο, μερικούς χωματόδρομους , και το νεκροταφείο, τι τύχεροί που ήταν οι μεγάλοι και μπορούσαν να πάνε σ αυτό το έξω…. Δεν θα μεγαλώσω ρε! Όλη την μέρα θα πετάω πάνω από το εργοστάσιο και τις μπουλντόζες και τους γερανούς, και θα φτάνω ψηλά και θα μιλάω με τα αεροπλάνα…

Το έξω τελικά δεν είδα ποτέ, γιατί εκείνο το έξω που είχαν τότε οι μεγάλοι μόλις κατάλαβαν ότι μεγαλώνουμε εμείς το έκρυψαν μια και καλή, και πηγαίνουν ακόμα κρυφά μόνοι τους…. Είναι το δικό τους έξω, εμείς πρέπει να φτιάξουμε το δικό μας για να το έχουμε για όταν μεγαλώσουμε…. σε πάρα πάρα πολλά χρόνια…….


Στο σπίτι δεν υπήρχε μέρος, έπιπλο ή γωνία που να μην είχα χτυπήσει το κεφάλι μου, ήταν το βασίλειο μου, και ήταν δικό μου! Το μόνο πρόβλημα ήταν η πόρτα πίσω του υπνοδωματίου μου, μονίμως κλειδωμένη…. Στο σπίτι, επειδή όλα τα παλιά σπίτια χτιζόταν χωρίς σχέδιο, υπήρχαν δύο άκυρα δωμάτια, όποτε είχε λεφτά ο πάππους κότσαρε και από ένα δωμάτιο στην άκρη του σπιτιού. Η εν λόγω πόρτα οδηγούσε σε ένα δωμάτιο που λεγόταν σαλόνι, ουάου! Και μετά το σαλόνι σε συνέχεια υπήρχε ένα άλλο δωμάτιο που λεγόταν καθιστικό, και ξανάουάου! Τα δωμάτια αυτά τα είχα δει μόνο απ’ έξω, από μέσα ποτέ, και όταν ρωτούσα την μάνα τι έχει εκεί μέσα μου έλεγε << Τίποτα μωρέ, παλιά πράγματα>> . Αυτή η δήθεν αδιαφορία μου δημιούργησε υποψίες και φόβο. Τι το τρομακτικό μπορεί να κρύβουν εκεί μέσα και δεν μου το λένε; Πολλές φορές με τον τρόμο να μου κόβει τα πόδια κοιτούσα από την κλειδαρότρυπα και το μόνο που έβλεπα ήταν κάτι έπιπλά σκεπασμένα, που μου προκαλούσαν τρόμο, αλλά ακόμα περισσότερο μου προκαλούσε τρόμο η μαϊμού ή ο κλόουν ή οποιοδήποτε άλλο τρομακτικό πλάσμα ζούσε κρυφά εκεί μέσα. Πολλές φορές το βράδυ ενώ καθόμουν με τον αδερφό μου στο δωμάτιο, που είναι και κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος, μου λέγε << Το άκουσες αυτό;>> <<Όχι>> <<Από κει μέσα ακούγεται>> και ενώ κάτι μου έλεγε μέσα μου ότι μου λέει ψέματα ο φόβος με είχε πείσει ότι κάτι υπάρχει εκεί μέσα. Και πάνω που ξεχνιόμουν ο αδερφός μου έκανε ένα θόρυβο και μου έλεγε << νατο πάλι! >> Το βράδια προσπαθούσα να κοιμηθώ, αλλά φοβόμουν, κοιτούσα συνέχεια προς την πόρτα του σαλονιού και φαινόταν μόνο ένα αμυδρό φως κάτω από την χαραμάδα της πόρτας. Περνούσα πολύ ώρα παρατηρώντας αυτή την χαραμάδα περιμένοντας να φανούν σκιές ή τα πόδια κάποιου που θα στέκεται κοντά στην πόρτα. Ένα βράδυ θυμάμαι είχα πάρει την απόφαση να πάω κόντρα στον φόβο και να πάω να κοιτάξω από κοντά κάτω από την πόρτα, με το που έβαλα το κεφάλι μου κάτω και κοίταξα από την χαραμάδα μου ήρθε ένα κρύο κύμα αέρα και μου πάγωσε το πρόσωπο, ο αέρας έγινε πιο δυνατός και ούρλιαζε κυριολεκτικά. Τι να κρυβόταν άραγε εκεί μέσα;…..


Αυτό ήταν! Κάποιος ή κάτι ήταν εκεί μέσα, και έπρεπε να πάω να το βρω, αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειδωμένη και η μάνα μου δεν άφηνε με τίποτα να πάμε εκεί γιατί είχε πράγματα (και καλά….. ) και θα κάναμε ζημίες. Δεν της είχα πει ποτέ πόσο με τρόμαζε εκείνο το μέρος γιατί απλά θα άνοιγε την πόρτα και θα μου το έδειχνε, και αν πάθαινε τίποτα τι θα έκανα μετά εγώ; Κι αν έφευγε το τέρας και πήγαινε στο δωμάτιο; Τέλος πάντων, έχω πάρει την απόφαση να πάω και δεν με σταματάει τίποτα! Θα πάω κόντρα στο φόβο! Όχι ότι δεν φοβόμουν, μου είχαν κοπεί τα πόδια. Μια μέρα που έλειπαν όλοι από το σπίτι και ήταν στην αυλή, μπήκα κρυφά στο ‘’δωμάτιο της μαμάς’’ και πήρα όσα κλειδιά βρήκα. Δεν πήγα όμως με γυμνά χέρια… είχα και το ρόπαλο μαζί μου! ένα πλαστικό ρόπαλο, με αέρα μέσα και πιπίγκι στην άκρη, που όταν χτυπούσα τον αδελφό μου στο κεφάλι , έκανε και το χαρακτηριστικό θόρυβο. Κρατώντας λοιπόν σφιχτά το ρόπαλο για ασφάλεια δοκίμαζα κλειδιά στην πόρτα, δοκίμαζα μανιωδώς μέχρι που τελικά ένα ταίριαξε! Και ξεκλειδώνω την πόρτα… Και πιάνω το χερούλι …. Και το ανοίγω αργά και αθόρυβα, επιτέλους η πύλη για τον άλλο κόσμο άνοιξε, εκεί έχουν ξεχάσει να κλείσουν τον διακόπτη με τα μαγικά γιαυτό είναι περίεργο αυτό το μέρος και ζουν τόσο μαγικά πλάσματα, ο φόβος του άγνωστου. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα , έχω ιδρώσει, έχω ανοίξει την πόρτα τόσο ώστε αν θέλω μπορώ να βάλω το κεφάλι μου να δω, το μόνο που έχω δει μέχρι τώρα είναι ένα καναπές σκεπασμένος με ένα σεντόνι κολλημένος στον τοίχο που χωρίζει το σαλόνι από το δωμάτιο. Λίγο ακόμα και θα δω τον κρυφό κόσμο, κρατάω πιο σφιχτά το ρόπαλο και βγάζω σιγά σιγά το κεφάλι μου και κοιτάω μέσα… και μένω με ανοιχτό το στόμα… έχω κολλήσει, έχω μαγευτεί, και πάνω που πάω να κάνω το επόμενο βήμα να μπώ μέσα ακούω την μάνα μου απ την αυλή να με καλεί, αν δεν πάω αμέσως θα ρθει και θα με βρει, κλείνω την πόρτα κλειδώνω και κρύβω το κλειδί. Πάω έξω αναψοκοκκινισμένος με μια χαρά που είδα επιτέλους ένα κομμάτι του μαγικού κόσμου που είχαν ξεχάσει να κλείσουν οι μεγάλοι. Δεν αποκαλύφτηκα όμως γιατί είχα σκοπό να πάω και την άλλη μέρα και να τα εξετάσω από μέσα, και αν βγει και η μαϊμούΑ ή ο κακός ο κλόουν θα τους τσακίσω με το ρόπαλο! Αν όμως βγει η αρκούδα; Δείλιασα για κάποια στιγμή, γιατί με την αρκούδα δεν τα βάζουμε ποτέ… αλλά δεν έχει αρκούδες εκεί μέσα, αν είχε θα την είχα ακούσει….

Και έτσι με το κλειδί στο χέρι περίμενα πως και πως την επόμενη μέρα για πάω να δω, μέχρι που ήρθε και η επόμενη μέρα και τι είδα , αμάν παναγία μου……..

Προσεχώς…….

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Πάλι Η Σ.

Το παρακάτω κείμενο είναι αυτοτελή, αλλά είναι και συνέχεια ενός από τα πρώτα post αυτού του blog του Passion in Athens ( http://aougaros.blogspot.com/2010/02/blog-post_19.html )

Δυο μέρες μετά είμαστε με την Σ. στο κρεβάτι, έχει ένα καρούμπαλο στο κεφάλι, αλλά προφανώς με έχει συγχωρέσει. Προσπαθώ να κοιμηθώ, αλλά δεν γίνεται, έχει πολύ φασαρία από τον δρόμο.
-Βάλε ωτοασπίδες, μου λέει
-Δεν ξέρω, τι είναι αυτό;
-Είναι κάτι μακρόστενα μαλακά πράγματα που τα βάζεις στα αυτιά.
-Και δεν θα ακούω τίποτα;
-Τίποτα, θα κοιμηθείς σαν πουλάκι… Πίσω από τον καθρέφτη είναι πήγαινε πάρτα…
-Καλά θα προσπαθήσω να κοιμηθώ έτσι, και αν δεν μπορώ, θα τις βάλω μετά
Και κοιμηθήκαμε, η Σ. τον πήρε αμέσως, εγώ δυσκολευόμουν, μέχρι που αποφάσισα να βάλω αυτές τις πως τις λένε … ωτοασπίδες. Πήγα στο μέρος που μου είπε βρήκα αυτά τα μακρόστενα μαλακά πράγματα τα έβαλα στα αυτιά και τον πήρα επίσης. Δεν μπορώ να πω ότι είχε και μεγάλη διαφορά η φασαρία αλλά το θέμα είναι ότι κοιμήθηκα . Το πρωί ξύπνησε πρώτη η Σ. και γω ξύπνησα αμέσως μετά γιατί την άκουσα να γελάει .
-Κοιμήθηκες καλά ; μου είπε μόλις την κοίταξα
-Μια χαρά αλλά αυτά τα πράγματα δεν κάναν και πολύ δουλεία…
-Προφανώς δεν κάναν γιατί αυτά δεν είναι ωτοασπίδες, μου είπε προσπαθώντας να κρύψει κάποιο γέλιο
-Και τι είναι;
-Αυτά είναι ταμπόν!
-Ποια μπον; Της λέω ενώ αυτή έχει λυθεί στα γέλια
-Αστο αγόρι μου, θα δούμε τι θα κάνουμε με την περίπτωσή σου, και τραβάει τα κορδονάκια και βγάζει τα μπον από τα αυτιά μου


Το ίδιο βράδυ έχουμε κανονίσει με μια παρέα να πάμε σε σκυλάδικο, καποιος κύριος ονόματι Κιάμος ήταν ο αρχισκύλος. Η Σ. ετοιμάζεται , βάζει πολύ μακιγιάζ για να καλύψει το καρούμπαλο της, και γω της ρωτάω
-Έχω ακούσει ότι αυτού του είδους τα διασκεδάστηρια ρίχνουν λουλούδια, δεν θα επηρεάσει αυτό την αλλεργία σου ;
-Εκεί πετάνε μόνο τα φύλλα, εγώ έχω αλλέργία στην γύρη, και μην ψάχνεις τρόπο να το αποφύγουμε, θα πάμε όπως και να έχει!

Είμαστε μέσα στο τέλος πάντων μαγαζί και ο αοιδός λέει τα άσματα του και οι άλλοι τα λένε φωναχτά συμμετέχοντας κατά κάποιο τρόπο στην όλη παρωδία , αυτοί λένε ότι τραγουδάνε παράλληλα με τον τραγουδιστή γιατί γουστάρουν, εγώ πιστεύω ότι το κάνουν για να περηφανευτούν ο ένας στο άλλο ότι ξέρουν τα τραγούδια, δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, ενίοτε και εγώ το κάνω ασυνείδητα .

Η βραδιά προχωράει ακάθεκτη μέχρι που γίνεται κάτι που δεν μπορώ να το θεωρήσω τυχαίο. Η κοπέλα που κάθεται δίπλα μου ανοίγει την τσάντα της να βγάλει το κινητό της και χωρίς να το θέλω είδα ότι είχε ένα κουτί ίδιο με αυτό που είχε η Σ. , δύο φόρες στην ίδια μέρα είδα κουτί με μπον. Δικιά μου θα είναι και αυτή σκέφτηκα, και πήρα το θάρρος να της μιλήσω γιαυτό.
-Χωρίς να το θέλω είδα ότι στην τσάντα έχεις ένα κουτί μ΄ αυτά τα μπον, της λέω στο αυτί
-Ε, και; Μου λέει κάπως ενοχλημένη
-Έχεις σκοπό να τα χρησιμοποιήσεις σήμερα;
-Τι λες; Δεν νομίζεις ότι ξεφεύγεις λίγο; Καλά πόσο ήπιες;
-Καλά μην τσατίζεσαι, απλά έλεγα αν ήθελες να βάζαμε ο ένας στον άλλο, από αυτά τα μπον, δεν τον αντέχω άλλο τον γαιδουρόφωνο.
-Είσαι ανώμαλος! Φύγε!
-Γιατί είμαι ανώμαλος; Επειδή δεν αντέχω τον τραγουδιστή; Συγνώμη δεν ήθελ….
Με σπρώχνει , αρπάζει την τσάντα της και φεύγει από το τραπέζι , όπως έφευγε την ακολούθησε και μια άλλη φίλη από την παρέα, και την σταμάτησε. Στην αρχή νόμιζα ότι έτρεξε να την σταματήσει για να πληρώσει το μερίδιο που της αναλογούσε , αλλά είδα ότι μιλούσαν έντονα και έδειχνε προς το μέρος μου και ή φίλη της κρατούσε το στόμα της σαν μην ήθελε να πιστέψει τι άκουγε. Μα καλά τόσο κακό είναι μην μου αρέσει αυτός ο τραγουδιστής; Είναι κακό που της πρότεινα να βάλουμε αυτά τα προστατεύτηκα των αυτιών ώστε να μην ακούμε ; Μετά βλέπω την φίλη της να πηγαίνει προς τη Σ. όπου προφανώς της μετέφερε ότι της είπε η άλλη, η παρεξηγιάρα. Με το που τελειώνει τη αφήγηση η Σ. με κοιτάει ήδη με δολοφονικό βλέμμα,<< έλα έξω τώρα! >> Μου λέει απότομα και μου τραβάει λίγο την μπλούζα. Βγαίνουμε έξω αυτή μπροστά και γω από πίσω. Με το φτάνουμε κάπου απόμερα γυρνάει απότομα και μου ρίχνει ένα χαστούκι.
-Βλάκα!
-Πας καλά ρε ;της λέω θυμωμένα
-Βλάκα! Και συ τέτοιος είσαι
-Τι τέτοιος ρε; Γιατί ρε με δεν ξέρεις; Ας μην μου ζητούσες να βγούμε εδώ; Αφού ήξερες, τι μ έφερες εδώ;
-Δηλαδή εγώ φταίω;
Και σαν δαιμονισμένη άρχισε να με χτυπάει, εγω δεν μπορώ να χτυπήσω γυναίκα και αναγκαστικά κάνω προς τα πίσω. Κάνω πίσω μέχρι που αισθάνομαι ότι φτάσαμε στην άκρη της αυλής του μαγαζιού, έβαλα πίσω από την πλάτη μου το χέρι και κατάλαβα ότι έπιανα ένα λουλούδι, το έκοψα και όπως με χτυπούσε αυτήν, της το έβαλα στην μύτη. Και
-Ηλίθιε! Βλακ… α…. αα….ααα….ααααααψιού! Αψιού! Αψιου!

Και κάπως έτσι άδοξα έληξε πριν καν καλά καλά (ξανα)αρχίσει το θέμα με την Σ. Κι όλο αυτό γιατί; Γιατί δεν μου αρέσει ο Κιάμος! Αντε γεια ρε! Αντε γεια!
Κι όπως λέει και το άσμα: Σφύριξα και έληξες





Υ.Γ. Ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα

P.S. Ο λόγος που δεν απαντώ σε σχόλια και δεν σχολιάζω post είναι ότι δεν έχω internet και μπαίνω από το μόντεμ του κινητού και κάθε σελίδα αργεί πολύ να ανοίξει. Τα διαβάζω όλα, και θα απαντήσω και θα σχολιάσω εν καιρώ

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Alliens

Είναι απόγευμα και όλα στην πόλη έχουν τον γνωστό φασιαριόζικο ήρεμο ρυθμό τους. Ξαφνικά στο σημείο όπου βρισκόταν ο Μπάμπης, από τον ουρανό άρχισαν να πέφτουν κόκκινα φτερά. Στον ουρανό φάνηκε μια λάμψη και ένα άγνωστο αντικείμενο προσγειώθηκε μπροστά του. Πολύς κόσμο μαζεύτηκε γύρω από το αντικείμενο και το περιεργαζόταν ,η ώρα είχε περάσει και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Όσο το κοιτούσαν ακούστηκε ένας μεταλλικός ήχος. Αμέσως όλοι απομακρύνθηκαν και άνοιξε η πόρτα. Από το εσωτερικό του έβγαινε ένα πολύ έντονο φως και πολύ πυκνός καπνός. Μια λεπτή μαύρη φιγούρα στάθηκε στην πόρτα και όλοι μείναν με ανοιχτό το στόμα, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τι ακριβώς ήταν, γιατί το φως το έκανε να μοιάζει σαν μια σκιά. Τι είναι αυτό; ρωτάει κάποιος τον Μπάμπη, <<Δεν ξέρω ότι κι αν είναι πάντως, έχει καπνίσει πολύ πράμα εκεί μέσα>> << Λες ρε φιλαράκι να είναι από μπάφο αυτός ο καπνός;>> << Ναι για σε λέω αφού>> .Η φιγούρα επιστρέφει μέσα στο σκάφος , κλείνει η πόρτα και φεύγει

Το ίδιο βράδυ γίνεται η συνάντηση της παρέας, ο Μπάμπης ένας έκπτωτος εν Αθήναις Σαλονικιός , ο mr.alobar φανατικός υποστηρικτής των ΑΤΙΑ και ο aougaros. Ξεκινάει την κουβέντα ο mr.alobar
-Δεν θα πιστέψετε τι είδα σήμερα.
-Αδερφέ σε μιλάω ειλικρινά, και εγώ είδα κάτι κουλό σήμερα, λέει ο Μπάμπης
-Εγώ κοιμόμουν, λέει ό aougaros
-Μισό λεπτό να σας πω πρώτα το δικό μου, λέει ο mr.alobar , ήμουν στο μπαλκόνι και κοιτούσα τον ουρανό με τα κιάλια ώσπου βλέπω μια λάμψη, και μετά την λάμψη είδα ένα ΟΥΦΟ. Όπως πετούσε το ΟΥΦΟ πήρε στον κινητήρα ένα μεγάλο πουλί και πέταξε από πίσω αίμα σαν σπρέυ, αυτό το σπρέυ έπεσε πάνω σε ένα σμήνος από περιστέρια και τα έβαψε κόκκινα, μετά το ΟΥΦΟ γύρισε προς τα πίσω και έπεσε πάνω στα περιστέρια και τα διέλυσε, και έπεφταν κόκκινα φτερά, και μετά το ούφο προσγειώθηκε κάπου.
-Αδελφέ, έχω πάθει πλάκα τώρα, πετάγεται προφανώς ο Μπάμπης, εγώ εκεί που περπατούσα, άρχισαν να πέφτουν κόκκινα φτερά, κοιτάω απάν τι δω; Ένα ούφο, αδερφέ σε λέω τρελάθκα. Και κατεβαίνει κάτ, και ανοίγει η πόρτα, και βγαίνει ένας μαύρος αδύνατος μέσα σε καπνούς, μας κοιτάει, ξαναμπαίνει μέσα και φεύγει. Τρελάθκα αδερφέ, καράφλιασα σε λεω.
-Τι λες aougare γι αυτό; λέει ο mr.alobar ελπίζοντας να κάμψει την δυσπιστία του aougarou για την ύπαρξη των ουφο
-Τι να πω; Υπονοείς κάτι; Σου λέω κοιμόμουν…
-Δεν κατάλαβα, δεν υπονόησα τίποτα, πρώτον γιατί ψάρωσες και δεύτερον γιατί δεν αντιδράς αρνητικά όπως πάντα;

-Έλα ρε δεν ψάρωσα, απλά το θεωρώ γελοίο να ασχολούμαι μ αυτά
-Δεν μου λες Μπάμπη πως είπες ότι ήταν ο εξωγήινος; Ψηλός ,λεπτός , μαύρος και από μέσα από το σκάφος έβγαιναν ντουμάνια
-Ναι για σε λέω, και συ aougare δε με λες, από πότε κοιμάσαι τα μεσημέρια;
-Τι λέτε ρε μαλάκες υπονοείτε ότι εγώ είμαι ο εξωγήινος;
-Ξέρω και γω όλα δένουν προς εσένα, είσαι καμένος, ψηλός λεπτός μαύρος και για να μην πω και για τα ντουμάνια
-Ε, με όλα αυτά θα μπορούσε να ήταν και ο Bob Marley, ούτως ή άλλως εγώ δεν κάνω μπάφια και το ξέρετε
-Ναι αδερφέ, αλλά καπνίζεις πολύ, και ο συνονόματος ο Μπομπ δεν μισεί τα περιστέρια αφού.
-Ρε σεις τι λέτε τώρα, ότι εγώ είμαι ο εξωγήινος; Δεν μου λες Μπάμπη εσύ δεν είσαι αυτός που δεν βγαίνει από το σπίτι παρά μόνο για δουλεία και για καφέ με μας; Κι όλη την ώρα Σαν την Θεσσαλονίκη δεν είναι αφού, από πού κι ως πού έκανες βόλτα στην Αθήνα απογευματιάτικα; Κι εσύ mr.alobar τι θες να μας πεις ότι όλως τυχαίως κοιτούσες με τα κιάλια απογευματιάτικα τον ουρανό; Καλά θα μπορούσες να έκανες βράδυ μπανιστήρι , αλλά απόγευμα ; Κάπου δεν μου κάθεται καλά η όλη ιστορία…




Μια μέρα πριν η Εύα είχε πάρει τηλέφωνο τον aougaro, <<Θες να βγούμε σήμερα;>> << Ναι, αλλά ρε συ είμαι δεν έχω κοιμηθεί καθόλου από χτες, δεν θα μπορέσω για πολλά>> και βγήκαν, τους πήρε όμως μέχρι το πρωί. Ο aougaros δεν ξύπνησε ,η Εύα όμως ξύπνησε το μεσιμέρι και πήρε τηλέφωνο την Μπάμπη και του είπε για ένα μποουγατσάδικο στην γειτονιά του, βέβαια Μπάμπης είπε ότι σαν μπουγάτσα απ την Θεσσαλονίκη δεν έχει. Και μετά η Εύα πήρε τον mr.alobar τηλέφωνο και του είπε κατά το βραδάκι θα πέσουν πυροτεχνήματα στο ΟΑΚΑ και ότι θα είναι ορατά από το μπαλκόνι του

-Να σε πω αδερφέ ειλικρινά εμένα με είπε η Εύα για ένα μπουγατσάδικο στην γειτονία και πήγα να δοκίμασω, καλό ήταν αλλά σαν της Σαλονίκης δεν ήταν.
-Και μένα μου είπε η Εύα ότι το βράδυ θα πέσουν πυροτεχνήματα και περίμενα να τα δω
-Και εγώ ξενύχτισα με την Εύα, γι αυτό κοιμόμουν μέχρι το απόγευμα, άρα καταλήγουμε ότι όλο είναι στημένο από την Εύα, το ξερά ότι είναι εξωγήινη!
-Ναι φιλαράκι να σε πω, έχεις δίκιο, αυτήν πρέπει να είναι, το μόνο που δεν κολλλάει είναι ότι εγώ την είπα να σε παρεί τηλέφωνό γιατί έκανες παράπονα ότι δεν βρίσκεστε , την λέω : Πάρτον να βγείτε, είναι καλό παιδί, είναι από καλής πάστας οικογένεια
-Ναι ρε Μπάμπη, καταρχήν με έκανες μαλάκα στην Εύα, αλλά εγώ είπα στην Εύα για το μπουγατσάδικο..
-Έλα ρε αδερφέ σοβαρά μιλάς, και εγώ της είπα για τα πυροτεχνήματα
-Πόρε πούστη πολύ μπέρδεμα…. Λέει ο mr.alobar

Στη διπλανή παρέα κάποιος άκουσε την κουβέντα, και τους μίλησε
-Ρε παιδιά, για το ούφο μιλάτε και εσείς;
-Ναι αδερφέ, για το ούφο μιλάμε, άσε έχει γίνει αχταρμάς η κατάσταση, και σεις γι αυτό μιλάτε για;
-Ναι και εμείς γι αυτό μιλάμε, ο καθένας μας μπορεί να είναι και κανένας να μην είναι, όλα δένουν μεταξύ τους
-Τι με λες ρε αδελφέ; Έλα να σε κεράσουμε ένα ποτάκι, για πες με τι ασχολείσαι,;
-Έχω ένα μπουγατσάδικο στον Βύρωνα, εκεί κοντά που προσγειώθηκε το ούφο
-Αδελφέ σε μιλάω ειλικρινά , εκεί ήμουν το απόγευμα
-Το φαντάστηκα,… ολονων οι ιστορίες έχουν ένα κοινό σύνδεσμο, όλα είναι μια αλυσίδα
-Μοιάζει σαν να είναι στημένο για να υποψιαζόμαστε ό ένα τον άλλο ,λέει ο mr.alobar
-Δεν υπάρχουν εξωγήινοι, όλα είναι σχέδιο για να μας διασπάσουν, το πιθανότερο είναι να ήταν κάποια συνομωσία ή ένα πείραμα, κάτι σαν τον Δεκέμβρη του08, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να περιμένουμε να δούμε ποιος θα κερδίσει από αυτό… λέει ο aougaros
-Καλά ας το διαλύσουμε εδώ, μάλλον έχω πολλά να σκεφτώ, λέει ο mr.alobar
-Μου φαίνεται ότι θα ζήσουμε εποχές κυνήγι μαγισσών, όλοι θα είμαστε ύποπτοι σαν εξωγήινοι, και θα τρέμουμε να μιλήσουμε ή να διαφωνήσουμε μην τυχών και κατηγορηθούμε, ο θεός να μας φιλάει. Κλείνει την κουβέντα ο aougaros

Στο μεταξύ η Εύα δίνει αναφορά στον πλανήτη της, :Όλα έτοιμα κέντρο, αφού στήσαμε τέλεια την αλυσίδα των γεγονότων, έχουμε σπείρει τον και φόβο της αμφιβολίας μέσα τους, αρχίστε αύριο τις τυχαίες δολοφονίες σαν εξωγήινοι και θα εκκολαφτεί και ο σπόρος της διχόνοιας. Είναι θέμα χρόνου να αλληλοεξοντωθούν. Τελικά ήταν πιο εύκολο από ότι νομίζαμε.

Κωμικές Φιλίες

Μπαίνοντας στο σπίτι μετά από αυτό που είχα κάνει πριν από μερικά λεπτά βρήκα το πάτωμα γεμάτο διαφημιστικά φυλλάδια, ένα από αυτά μου τράβηξε την προσοχή. Ένας φάκελος από τον Κωτσόβολο , τον άνοιξα μπας και είχε καμιά δωροεπιταγή , αλλά τίποτα … μια πρόσκληση εγκαινίων για το καινούριο κατάστημά στην Κηφισίας. Έτσι όπως κρατούσα το προσκλητήριο άκουσα το κινητό μου να χτυπάει με τον ήχο που αντιστοιχεί στην φίλη Ευαγγελία , έχουμε καιρό να μιλήσουμε και μου ήρθε απότομο , το προσκλητήριο… μου έπεσε από τα χέρια, όχι δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν, αυτήν που χάνεται τα καλοκαίρια, τώρα ξανά μου τηλεφωνεί…. Γιατί κάτι μου θυμίζει αυτός ο στοίχος; Τέλος πάντων… Μετά τις πρώτες κουβέντες με ρώτησε: -Τι σημαίνει αυτό που έγραψες στην πρώτη σελίδα;

Πριν από δύο μήνες περίπου είμαστε με την φίλη Ευαγγελία μέσα στο τρόλεϊ, από κέντρο προς Ζωγράφου, όταν μπήκαμε ήταν σχεδόν άδειο, στεκόμαστε όρθιοι και κρατιόμαστε από μια κολώνα ,ο οδηγός του τρόλεϊ φρέναρε και ξεκινούσε απότομα, οπότε η φίλη Ευαγγελία που ήταν κάπως πιο χαλαρή ήταν σαν να χόρευε, και σε ποιο χορό παραπέμπει η κολώνα; Και κάποια στιγμή μου λέει: Βλέπεις αυτόν; Κοιτάει επίμονα την τσάντα μου… Μην ανησυχείς… της απαντώ και βάζω το χέρι μου πάνω στην τσάντα της και σφίγγω την γροθιά μου πλην του μεσαίου δαχτύλου και κοιτάω τον τύπο στα μάτια. Με το που με αντιλαμβάνεται κοίταξε αλλού. Ξαφνικά φρενάρει απότομα ο οδηγός και κόντεψα να πέσω πάνω στην φίλη Ευαγγελία, αλλά επειδή ούτε καταλάθος δεν μπορώ να την χτυπήσω, την απέφυγα κάνοντας μερικά βήματα προς το μπαρ μπριζ. Τελικά αποφασίζουμε να καθίσουμε. Τι το θέλαμε γαμώτο! Στην επόμενη στάση, είχε λαϊκή, και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα γέμισε το λεωφορείο γριές με ψώνια. Μια από αυτές, νιεχ, ήρθε και κόλλησε πάνω μου, αλλά με τον κώλο, δηλαδή ήρθαμε μάγουλο με κωλομάγουλο. Θα ήταν διαστροφή να πω ότι ένιωσα και τις ραφές του εσωρούχου της, αλλά τις ένιωσα. Αυτό κράτησε λίγο, γιατί η κωλόγρια προχώρησε και την θέση της πήρε μια χοντρή πενηντάρα, χοντρή όμως, με την κοιλιά της τύλιξε το μπράτσο, χάθηκε κυριολεκτικά το χέρι μου μέσα σε ένα στρώμα ζελέ και το στήθος της ακουμπισμένο πάνω στον ώμο μου με γαργαλούσε το λαιμό παλλόμενο καθώς ήταν από της λακκούβες του δρόμου . Την όλη κατάσταση δυσχέραινε το γεγονός ότι αυτή η κυρία είχε και μια σακούλα με πράσα τα όποια ήταν αρκούντως κοντά στη μύτη μου. Και μέσα σ όλα αυτά χτυπάει και το κινητό μου, το είχα από την μεριά όπου το σώμα μου ήταν βυθισμένο σε ένα πηχτό ζελέ, πάλεψα αρκετή ώρα να βγάλω το τηλέφωνο και αφού το έβγαλα έγειρα το σώμα μου πάνω στην φίλη Ευαγγελία, και όπως έγερνα δεξιά απομακρυνόταν το στήθος τη χοντρής από τον ώμο και όταν έφυγε τελείως έσκασε στην κοιλιά της και έκανε έναν παφλασμό τον όποιο δεν τον άκουσα αλλά τον ένιωσα . Έχοντας γείρει δεξιά και κρατώντας το κινητό με το αριστερό χέρι έπρεπε κάπου να ακουμπήσω και για στηριχτώ , και το πλέον βολικό μέρος ήταν στο στήθος της φίλης Ευαγγελίας όπου και απέθεσα με περίσσιο σεβασμό το δεξί μου μπράτσο και αγκώνα, δεν παραπονέθηκε καθόλου, να ναι καλά η κοπέλα…. Και όπως μιλούσα στον τηλέφωνο με ρωτούσε ο φίλος<< Πως είσαι;>> <<Τώρα τι να σου πω… από τα δεξιά καλά από τα αριστερά χάλια>> <<Πες του ότι περνάς καλά>> λέει η φίλη Ευαγγελία. <<Δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα, θα σε πάρω μετά>> του λέω και κλείνω το τηλέφωνο, και ούτε που σκέφτηκα να ξαναμπώ στην διαδικασία να ξαναβάλω το κινητό μου στην τσέπη. Ακουμπισμένος πάντα πάνω στην φίλη Ευαγγελία λέγαμε χαζομάρες και γελούσαμε και οι γριές μας κοιτούσαν με μισό μάτι, κάποια στιγμή λέω << Αν μας δει κανένας γνωστός, σημαίνει ότι μας έπιασε στα πράσα;>>

Αφήνω την φίλη Ευαγγελία έξω από το σπίτι της << Πότε θα τα ξαναπούμε;>> την ρωτάω,<< Το συντομότερο δυνατό>> μου απαντάει. Ξεκινάω για το σπίτι μου, ξεκινάει και η βροχή. Μέχρι να φτάσω σπίτι έχω γίνει μούσκεμα. Με το που φτάνω με παίρνει η φίλη Ευαγγελία τηλέφωνο -Τι λέει έφτασες καλά; με ρωτάει
- Α, αυτό ήταν το συντομότερο δυνατό; Όχι δεν έφτασα, ήμουν κάτω μια στάση και περίμενα να σταματήσει η βροχή
-Εσύ; Πως και έτσι αφού σ αρέσει να περπατάς στην βροχή
-Μ ΄αρέσει, αλλά φοράω άσπρο μπλουζάκι και δεν θα θελα να γίνω προκλητικός
-Αι να χαθείς βλάκα, λέγε έφτασες;
- Ναι μαρί έφτασα, τι θες;
-Τίποτα, να δω αν είσαι καλά.

Και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες με την φίλη Ευαγγελία, πλην των τελευταίων δυο μηνών, που για λόγους ανωτέρας βίας ψιλοχαθήκαμε, μέχρι που έφτασε η σημερινή μέρα , που πήγα να της δώσω ένα βιβλίο δώρο για τα γενέθλια της, δεν τη πέτυχα σπίτι, και δεν ήθελα να την πάρω τηλέφωνο για να μην της χαλάσω την έκπληξη, άφησα λοιπόν το βιβλίο στην ταχυδρομική της θυρίδα και έφυγα. Φαντάζομαι ότι με το που είδε θα άνοιξε την πρώτη σελίδα και θα είδε την αφιέρωση, δεν περίμενα να βρει τόσο γρήγορα, με πέτυχε μόλις επέστρεψα στο σπίτι, την ώρα που κρατούσα ένα φάκελο. Καταφανώς χαρούμενη για το δώρο της, και για το ότι μπήκα στον κόπο να της το πάω, με ρώτησε τι σημαίνει η αφιέρωση.

Αλλά μάλλον αυτό ενδιαφέρει μόνο εμένα και αυτήν, οπότε καλύτερα να πάω πάλι πίσω στο τρόλεϊ και να συνεχίσω την ιστορία εκεί που την άφησα. Αλλά ούτε και αυτό θα κάνω , κουράστηκα, θα ανακατέψω τα χρώματα του μυαλού μου και θα ετοιμάσω άλλη ιστορία…

Προσεχώς λοιπόν…

Χρόνια πολλά εξωγηινάκι μου

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

ΚΔΟΑ (γκδόα)

Στο στρατόπεδο του 521 εν έτι 2002 πήγαινα προς τα μαγειρεία μόνος από ένα κρυφό δρόμο που δεν επιτρεπόταν σε σε φαντάρους να περνάνε, και όπως περπατούσα βλέπω από μακριά ένα φάνταρο με το πρόσωπο γεμάτο αίματα να έρχεται προς το μέρος μου. Το 521 είναι μονάδα πεζοναυτών και εκεί υπηρέτησα το μεγαλύτερο μέρος της θητείας μου ως Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Την συγκεκριμένη περίοδο ήμουν εκπαιδευτής νέων πεζοναυτών, και ο φαν με το ματωμένο πρόσωπο ήταν εκπαιδευόμενος μου. Περπατώντας στο στρατόπεδο από κρυφά μέρη νιώθεις ότι είσαι σε άλλη εποχή, ανάμεσα από παρατημένες αποθήκες και παλιά αυτοκίνητα, μονοπάτια στο χορτάρι, ηρεμία, εγκατάλειψη, όλα είναι όμορφα και είναι η ομορφότερη στιγμή της ημέρας όταν πάω στα μαγειρεία για την επιθεώρηση του συσσιτίου, και νομίζω ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη του να είσαι στέλεχος ήταν το να έχεις το δικαίωμα να περπατάς σ αυτόν τον δρόμο το μεσημέρι. Βλέπω τον φαν με τα αίματα, γνωστή βλακόφατσα, ο Π. Σ., χαρακτηριστικό ΚΔΟΑ.
-Έλα εδώ. του λέω
Έρχεται μπροστά μου βαράει προσοχή, αναφέρει το όνομα και τον βαθμό του.
-Διατάξτε, λέει
-Τι έπαθες, ρε ψάρι; του λέω
-Τίποτα κύριε Δόκιμε
-Πως τίποτα ρε βλάκα, αφού είσαι γεμάτος αίματα, πλακώθηκες με κανέναν
-Ορίστε;
-Ξυστέ και κερδίστε, τι ορίστε ρε, λέγε τι έπαθες;
-Δεν μπορώ να σας πω, θα γελάσετε...
-Λέγε ρε, δεν θα γελάσω ούτε θα σ αναφέρω, μίλα, τι έγινε;
Σκύβει το κεφάλι κάτω, κουνιέται δεξιά αριστερά σαν παιδάκι που ντρέπεται, 1,85 ύψος 100 κιλά μαλάκας, μπρατσαράς αγρα φάτσα, και έκανε σαν παιδάκι που ντρέπεται, και μου λέει τι έγινε
-Να.... πήγαινα στα μαγειρεία από τον κανονικό τον δρόμο..........τρέχοντας......
-Και; λέγε ρε μια ώρα!
-Και να.... έτρεχα.... και είχα τα χέρια στις τσέπες, και σκόνταψα και έπεσα με τα μούτρα....
-.....(προσπαθώ να κρατήσω το γέλιο μου).........
-Μην το πείτε πουθενά, κύριε Δόκιμε
-Δεν το λέω πουθενά, μην φοβάσαι, αλλά είσαι πολύ ΚΔΟΑ ρε φίλε
-Τι είναι ΚΔΟΑ;
-Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια. Το κατάλαβες;
-Μάλιστα!
-Πιάστα και ξεμάλλιαστα! Στο λόχο αμέσως! και μην σε ξαναδώ σ αυτόν τον δρόμο!
-Μάλιστα!
-Μαλιά!
Και έφυγε τρέχοντας, χωρίς τα χέρια στις τσέπες αυτή την φορά. Δεν είπα σε κανέναν ποτέ τι έγινε με τον φαν, αλλά πάντα έχω τη απορία τι δικαιολογία θα είπε όταν βγήκε έξω. Λένε ότι οι κυνηγοί και οι ψαράδες είναι οι μεγαλύτεροι ψεύτες, εγω θα προσθέσω και τους καταδρομείς. Είμαι σίγουρος ότι ο συγκεκριμένος φαν θα εφηύρε μια απίστευτη ιστορία θάρρους και δύναμης για να δικαιολογήσει τα τραύματά του. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι λένε. Μια φορά πήρε τηλέφωνο γραφείο του λοχαγού μια μητέρα φάνταρου και έκανε παράπονα γιατί λέει ότι βάζουμε τα παιδιά να παλεύουν με τα λιοντάρια. Είναι γεγονός στο έτος 2002! ένας Έλληνας φαντάρος είπε στην μάνα του ότι τους βάζουμε να παλεύουν με λιοντάρια! με λιοντάρια!

Η Γριά Και Η Θάλασσα

Φτάνουμε με τον φίλο μου στην παραλία
-Που να καθίσουμε; με ρωτάει
-Οπουδήποτε αρκεί να μην έχουμε γριές και μωρά δίπλα
Και βρίσκουμε ένα τέλειο μέρος και αράζουμε, απολαμβάνουμε την ηρεμία της θάλασσας και την θέα των λουομένων κοριτσιών ( Ναι Μαράκι, πάλι τα κορίτσια κοιτούσα...) ώσπου βλέπουμε δίπλα μας μια γριά με ένα μωρό.... νιεχ.... και ακολουθεί ο εξής διάλογος
-Όχι ρε πούστη μου! Λέω
-Γαμησέτα....
-Τι σπάσιμο ρε πούστη μου
Και όσο μιλούσαμε το μωράκι ούρλιαζε η γριά αποκάλυπτε τα θεία κάλλη της και εμείς συνεχίζαμε την κουβέντα με κοφτές προτάσεις. Το θέμα είναι ότι ο φίλος μιλούσε για την γριά και εγώ νόμιζα ότι τα έλεγε για το μωρό, το οποίο ήταν κοριτσάκι, και πάμε στον διάλογο
-Τι να κάνεις... αναγκαίο κακό.... λέει ό φίλος
-Ναι...αλλά σε 20 χρόνια δεν θα είναι και τόσο κακό.... λέω, εννοώντας ότι το κοριτσάκι θα γίνει κοπέλα
-Χα, ναι παίζει σε είκοσι χρόνια, στα οριζόντια να μην είναι και τόσο κακό.... εννοώντας ότι η γριά θα τα τινάξει και δεν θα εισβάλει τοιουτοτρόπως στις παραλίες
-Καλά είναι λίγο άρρωστο να το σκέφτεσαι από τώρα έτσι... του απάντω
-Άρρωστο είναι που φοράει αυτό το μαγιό, ας φορούσε κάτι κατάλληλο για την ηλικία της..
-Έλα ρε δεν είναι καθόλου αντιαισθητικό...του απαντώ
-Είναι αηδία! μου λέει
-Έλα ρε φίλε, όχι και αηδία, το μόνο σπάσιμο είναι όταν ακούγεται
-Τι δεν σε αηδιάζει αυτό; κοίτα πως διπλώνει η κοιλία, κοιτά τα άσπρα μπούτια
-Δεν με αηδιάζει καθόλου, κάποτε ήσουν και εσύ έτσι... του λέω
-Έτσι;! Ποτέ δεν ήμουν σαν αυτό το πράγμα...
-Ήσουν! ένα κιλό πάνω κάτω δεν έχει σημασία...
-Άρχισες πάλι τα καμμένα;
-Μετά από αυτόν τον διάλογο είναι συζητήσιμο ποιος απο τους δυο μας είναι καμένος
-Καλά, καλά... άσε με τώρα να διαβάσω.. λέει ο φίλος
Και κοιτούσα το μωράκι με συμπάθια, και η γρια έβγαλε ένα μπολ με κεφτέδες που μου σπάσαν την μύτη.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Κόκκινο Στους Δελφούς

Αφού έχω ντυθεί και είμαι έτοιμος να πάμε στους Δελφούς κολλάω στο μέγιστο δίλλημα: σπορτέξ για άνεση ή τα κόκκινα σταράκια για εμφάνιση; Μια που είχαμε να πάμε και για καφέ μετά διάλεξα τα σταράκια, που να ήξερα ότι αυτό το κόκκινο θα με ακολουθούσε καθ’ολη την διάρκεια της επίσκεψης μου στους Δελφούς.

Με το που φτάσαμε στο ταμείο, λέμε στην ταμεία <<Καλημέρα, δυο μισά εισιτήρια>> <<Γιατί μισά;>> <<Είμαστε υπάλληλοι του Χ υπουργείου και συμφώνα με το μνημόνιο συνεργασίας των υπουργείων δικαιούμαστε έκπτωση 50% , ορίστε και οι ταυτότητές μας>> <<Α, ναι, έχω ακούσει γι αυτό, αλλά δεν μου έχει έρθει καμιά διαταγή >> πως δεν σου χει έρθει, σκέφτηκα από μέσα μου, με ταχυδρομικά περιστέρια την στέλνουν για να είσαστε στο κλίμα του χώρου; <<Δεν πειράζει την έχουμε εμείς, ορίστε το χαρτί>> << Δεν μπορώ να κάνω κάτι, λυπάμαι, αν δεν έρθει από το δικό μας υπουργείο δεν μπορώ να σας βγάλω μισό εισιτήριο>> Τέλος πάντων, δεν καθίσαμε να μαλώσουμε, μια που δεν είμαστε και ΣΥΡΙΖΕΣ… Βάζω το πεντάευρω που κρατούσα στην τσέπη και βγάζω ένα δεκάευρο , με το πάω να της το δώσω μου πέφτει από το χέρι και προσγειώνεται πάνω στο παπούτσι μου. Χα! Κόκκινο στο κόκκινο τι σύμπτωση είπα μέσα μου. Τελικά πληρώσαμε, χαμογελάσαμε με συναδελφική αλληλεγγύη και προχωρήσαμε στα ενδότερα του μουσείου. Λέω στον φίλο μου μεταξυ σοβαρού και αστείου << Τι να πεις, δημόσιοι υπάλληλοι….>> <<Γιατί ρε, εσύ τι είσαι;>> <<Άλλο΄ γω >> <<Τι; Άλογο;>> <<Όχι ρε! Άλλο εγώ>>. Ελαφρύ χαμόγελο και προχωράμε.

Μπαίνουμε στην πρώτη αίθουσα, ήταν γεμάτο τουρίστες, το μάτι μου πέφτει αμέσως πάνω σε μια κοπέλα, ολόιδια με την Σοφία, με κοιτάει στα μάτια, κοιτάει τα κόκκινα σταράκια, γυρίζει πλάτη και προχωράει. Στα δυο βήματα που έκανε της πέφτει το χαρτί του μουσείου από τα χέρια και σκύβει να το πάρει, και όπως έσκυψε κάτω από το χαμηλοκάβαλο τζιν απολύπτεται το κόκκινο δαντελωτό εσώρουχό της. Βρε μπας και είναι η Σοφία; Σηκώνεται, χαμογελάει αμυδρά, με κοιτάει ένα δευτερόλεπτο και φεύγει με ελαφρύ τρέξιμο να προλάβει το υπόλοιπο γκρούπ της. Μέσα από το μπούγιο ακούω την φωνή της ξεναγού, κοιτάω λίγο ανάμεσα από τον κόσμο, την βλέπω, ομορφούλα είναι, οκ, λέω στον φίλο μου <<Στην Αθήνα κλέβουμε ίντερνετ, εδώ θες να κλέψουμε ξεναγό;>> <<τι;>> <<Να, πάμε ανάμεσα στο μπούγιο με τσι ξεν΄ να ακούσουμε τι τους λέει>> Στεκόμαστε δίπλα από μια ζωοφόρο με θέμα την τιτανομαχία και ακούμε την ξεναγό. Κάποια στιγμή λέει << Delphi ware in operation until 394 ac, when emperor Theodosius closed them >> << Α τον πούστη!>> λέω αυθόρμητα, η ξεναγός κρατήθηκε να μην γελάσει και μερικοί ξένοι με κοιτούσαν περίεργα. Την κάναμε διακριτικά.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για το μουσείο και για την σπουδαιότητα των εκθεμάτων, αλλά δεν είναι στο χαρακτήρα του blog , οπότε πάμε γρήγορα στο επόμενο θέμα. Μπαίνοντας στην αίθουσα του θησαυρού των Αθηναίων είδα ότι είχε δυο γκρούπ ξένων. Διαπίστωσα ότι είμαι ο μοναδικός Έλληνας εκεί μέσα , Ήμασταν ελάχιστοι Έλληνες στων μουσείο, και μου ήρθε ο συνειρμός ότι κάπως έτσι είναι και στην Ομόνοια στην Αθήνα, πολλοί ξένοι, ελάχιστοι Έλληνες, Ομόνοια, που είναι και σταθμός της κόκκινης γραμμής του μετρό. Κοιτάω τα αγάλματα ένα προς ένα, το ένα τελειότερο από το άλλο. Πιο πολύ μου τραβάει την προσοχή ένα ακέφαλο άγαλμα γυναικός που τρέχει και ο χιτώνας της αφήνει ακάλυπτο το ένα της στήθος. Πραγματικά ένιωσα ρίγη μπροστά της είχα απορροφηθεί τόσο πολύ που δεν κατάλαβα ότι όλοι οι ξένοι είχαν φύγει, ή μάλλον σχεδόν όλοι. Στο κέντρο της αίθουσας καθόταν ένας ξένος γέρος στο παγκάκι. Έμοιαζε με τον πρώην Πάπα στα τελευταία του, το χαρακτηριστικό χούφταλο. Ο γέρος που λες, κοιμόταν καθισμένος στο παγκάκι, τα χείλη του είχαν χαλαρώσει και όπως είχε γερμένο ελαφρώς δεξιά το κεφάλι του έτρεξε και κρεμόταν σάλιο από το στόμα του. Περίμενα τον φίλο μου να βάλουμε στοίχημα σε πόση ώρα θα στάξει το σάλιο. Γύρισα και ξανακοίταξα το άγαλμα της κοπέλας που έτρεχε και μου ήρθε στο μυαλό ο στοίχος από του Βάτραχους του Αριστοφάνη“Και γαρ παραβλέψας τι μειρακίσκης νυν δη κάτειδον και μαλλ΄ευπροσώπου συμπαίστριας χιτωνίου παραρράγεντος και τίτθιον προκύψαν” το τίτθιον είναι ότι και στα αγγλικά το tits . Κοιτούσα μια το άγαλμα και την ζωτικότητά του και μια τον γέρο με την νωθρότητα του, σκέφτηκα να πάω να τον ξυπνήσω , αλλά πριν προλάβω να επεξεργαστώ την σκέψη μου ήρθε μια κοπέλα με κόκκινο μπλουζάκι και τον ξύπνησε. Μια όμορφη μελαχρινή γαλλιδούλα , νεαρή, διοπτροφόρα, σαν την άνοιξη που ακουμπά απαλά το χειμώνα στην πλάτη και του κάνει νόημα να φύγει. Για λίγο το άγαλμά μου είχε αντίζηλο, και μετά έφυγε η κοπέλα και έμεινα μόνος με το άγαλμα, χωρίς ούτε καν τον παππού.

Στο χώρο τα μνημεία ήταν στην πλαγιά του βουνού, πργμα το οποίο σήμαινε ανηφόρα, και δη στον ήλιο. Υπό άλλες συνθήκες δεν θα με ενοχλούσε καθόλου αλλά έλα όμως που τα σταράκια έχουν λεπτή σόλα και ο δρόμος είχε χαλίκια. Όσο εκπληκτικά ήταν τα μνημεία άλλο τόσο ανυπόφορή ήταν η ανάβαση και περισσότερο η κατάβαση. Κάποια στιγμή εξουθενωμένος αποφάσισα να καθίσω σε μια σκιά. Και όπως έβλεπα από ψηλά το ναό το Ποσειδώνα, θυμήθηκα τους φίλους φίλων μου στην Λάρισα, οι απόλυτοι κάγκουρες , και σκεφτόμουν αν θα συγκινούνταν και αυτοί από το τοπίο και αν θα αναγνώριζαν την σπουδαιότητα αυτού του μέρους . Για το δεύτερο πολύ αμφιβάλω, για το πρώτο πιστεύω πως ναι, ακόμα και αυτούς θα τους άγγιζε . Βέβαια εδώ παίζει και το ενδεχόμενο το πώς θα εξέφραζαν τον θαυμασμό τους αυτοί οι κάγκουρες , μπορώ πολύ άνετα να τους φανταστώ να ρίχνουν λουλούδια στα αγάλματα ή στα μνημεία, και να τους εξηγεί η ξεναγός και αυτοί να λένε <<Πόρε παιδί μου, τι λες τώρα!!!!!!!! Ρίξε λουλούδια στην Αθηνά!!>> και να πέφτουν πέταλα από κόκκινα τριαντάφυλλα, και να καρφώνουν τα βλέμματα και το ηλίθιο χαμόγελο, και το κομπολόι και η άσπρη κάλτσα χαρακτηριστικά του είδους και μόλις τελειώσει περιήγηση <<Φτιάχτηκα τώρα, πάμε στη Σαλονίκη να ακούσουμε Πέγκυ>> Νιεχ, είπα Σαλονίκη και Πέγκυ, μισό λεπτό να συνέλθω από το πολιτισμικό σοκ………. Έτοιμος.. και μην πεις ότι η απ’ αυτήν δεν είναι σκυλάδικο γιατί θα φας κλοτσιά! Και όπως καθόμουν λοιπόν βγάζω το κινητό μου να πάρω ένα τηλέφωνο, κοιτάω, κόκκινο και το κινητό, από μπροστά μου ερχόταν προς το μέρος μου ένα κοριτσάκι γύρω στα έξι πιθανόν σουηδικής προελεύσεως, γυμνό από την μέση και πάνω και το δερματάκι του είχε γίνει κατακόκκινο από τον ήλιο, από τα δεξιά κατέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο βρακάκι και από αριστερά ανέβαινε η κοπέλα με το κόκκινο μπλουζάκι. Συμπτώσεις να σου τύχουν…..

Κατεβαίνοντας κάτω έπρεπε να περάσουμε από την άλλη μεριά του δρομόυ για να πάμε στο γυμνάσιο και στην Κρυστάλλια πηγή. Ενώ ψάχναμε στον χάρτη ήρθε ένας κύριος, με κάποια δυσκολία επικοινωνίας και μας εξήγησε πώς να πάμε, όσο μιλούσε κοιτούσα το στόμα για να τον καταλάβω και παρατήρησα ότι όλο το σκηνικό ήταν κατακόκκκινο γιατί ο καημένος δεν είχε δόντια, καλά κάνει και δουλεύει στο δημόσιο αυτός ο άνθρωπος γιατί προφανώς είχε κάποιο πρόβλημα νοημοσύνης και θα ήταν δύσκολο να βρει αλλού δουλεία αλλά πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα και γιαυτόν και για τους υπόλοιπους να δούλευε σε άλλο πόστο. Την ώρα που φτάναμε στις σκάλες για να κατεβούμε στο γυμνάσιο είδα αραγμένο κάτω από ένα πέυκο ένα κόκκινο φορτηγό, τα κλαδιά του πεύκου είχαν σκεπάσει την οροφή του φορτηγού, αλλά μέσα από το τζάμι φαινόταν δυο τύποι αραγμένοι να κοιμούνται, τι ήταν λες; Λέω στον φίλο μου<< Κοίτα ρε μαλάκα λιώσιμο οι πυροσβέστες…. Μάλλον σε λάθος δημόσιο δουλεύουμε ….>> ο φίλος δεν μίλησε κοιτούσε τον χάρτη. Κατεβήκαμε κάτω , το μέρος ήταν κατώτερο των προσδοκιών, αυτό που άξιζε περισσότερο ήταν ένα δέντρο ελιάς στο κέντρο του Γυμνασίου. Τα πόδια μου με είχαν πεθάνει, γαμώ τα κολοσταράκια! Καθίσαμε στο δέντρο και κοιτούσα στο δρόμο, και φαινόταν η κορυφή του φορτηγού, και είχα φάει κόλλημα, είναι δυνατόν να πληρώνονται για να αράζουν έτσι . Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να γυρίσουμε σπίτι, και παίρνουμε πάλι την ανηφόρα. Πήραμε άλλο ο δρόμο από αυτόν που ήρθαμε, και βγήκαμε λίγο πιο πίσω από κει που μπήκαμε. Με το που κοιτάω μπροστά βλέπω το πίσω μέρος του φορτηγού, και είχε μια πινακίδα που έγραφε Algida, τελικά δεν ήταν πυροσβεστικό, ήταν παγωτατζίδες της algida που λουφάρανε στην σκιά, το έκανα και εγώ όταν δούλευα πάλια στα φορτηγά, έπαιρνα τηλ στην εταιρία και έλεγα ότι χάλασε το φορτηγό και την έπεφτα κάτω από τον ίσκιο. Και μου έρχεται άλλο στο μυαλό, είναι δυνατόν να μην υπάρχει ένα πυροσβεστικό όχημα στη περιοχή; Τι θα γίνει αν πιάσει μια φωτιά; Θα έπρεπε να υπάρχουν πυροσβέστες έστω και αραγμένοι κάτω από το πεύκο. Το κολοκράτος μου γαμώ!

Και φτάσαμε στο αυτοκίνητο, ξεθεωμένος ακουμπάω στην πόρτα περιμένοντας να ανοίξει ο φίλος μου και βλέπω απέναντι στο δρόμο την γαλλιδούλα με τον παππού στο πίσω μέρος του γκρουπ, του οποίου ο μπροστάρης κρατούσε μια κόκκινη σημαία με ένα φύλλο στην μέση πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ήταν γαλλόφωνοι Καναδοί . Όπως ακουμπούσα στην πόρτα απηυδισμένος από την ταλαιπωρία που σε μεγαλύτερο βαθμό την προκάλεσαν τα σταράκια , είδα τον παππού απέναντι να ακουμπάει κάπου και να έχει το ίδιο ύφος ταλαιπωρίας……