Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Γαϊδουροπέταλα

-Ρε συ ωραίος καφές
- Γιατί είναι ωραίος ;
-Δεν ξέρω … απλά μ αρέσει
-Και το σεξ σ αρέσει αλλά δεν λες ποτέ κατά την διάρκεια ωραίο σεξ
-Και στο σεξ, κάνεις το τσιγάρο στο τέλος, όχι κατά την διάρκεια
-Εγώ δεν καπνίζω ξέρεις…
-Γιατί μήπως κάνεις σεξ;
-Γιατί εσύ κάνεις;
-Τι να κάνω;
-Τι τι ρε; σεξ
-Φυσικά κάνω , και σ όλες τις στάσεις
-Του αστικού
-Και του Μετρό μη σου πω
-Το ήξερες ότι αύριο  έχουν απεργία;
-Ποιοι;
-Όλα τα μέσα
-Τα εντόσθιά σου δηλαδή;
- Χα…. (ειρωνικά) Αστείο….  Μέσα μεταφοράς
-Μέσα σου τα φοράω; Τι σου φοράω;
-Τα κέρατα
-Του βοδιού;
-Του αλόγου…
-Του γαιδάρου μήπως;
-Αν έχει πέταλα ναι
-Ρε ,τι είναι ο γάιδαρος και να έχει πέταλα; Λουλούδι;
-Το γαϊδουράγκαθο πάντως είναι λουλούδι
-Εμείς τα γαϊδουράγκαθα τα λέμε κιγκέρια
-Χα καλό αυτό, να το πεις στη Ζήνα
-Αυτήν δεν ξέρει ούτε τι είναι τα γαϊδουράγκαθα
-Ούτε τον γάιδαρο δεν θα ξέρει
-Μπα τον ξέρει τον γάιδαρο
-Πως το ξέρεις ;σου το πε;
 -Αφού ξέρει εσένα
-Μμμμ… χιούμορ……
-Αυτό έχω , κι άμα σ αρέσει…
-Μ αρέσει, και μόλις τελειώσεις θα κάνω και τσιγάρο
-Αφού απαγορεύτηκε το κάπνισμα
- Όχι όμως στο σπίτι μου
-Μα δεν είσαι στο σπίτι σου
-Είμαι σαν στο σπίτι μου
-Καλά ,να δω τι άλλη μαλακία θα πεις για να σε κεράσει καφέ
-Τίποτα, δεν έχω να πω τίποτα άλλο
-Καλά, πλήρωσε να φύγουμε
-Μπα , πλήρωσε εσύ….
-Που πληρώνω;
-Σ αυτόν, στον υποτακτικό…..
-Τι; Στον υποτακτικό;!!!!!!!!
-Φυσικά σ αυτόν, σε ποιόν να πληρώσεις; στον Τάσο ;
-Αχχχχ ο Τάσος.........
-Σουτ! Μη μιλάς άλλο.... πλήρωσε λέμε!
-Τι;!!! Θα δώσω λεφτά σ αυτόν;
-Ναι.
-Νέξενος!!!



Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Ενας σκύλος στην Πανόρμου

Τι το θελά να πιω το προηγούμενο βράδυ… πήγα στην δουλεία την επόμενη και ήμουν κομμάτια , αλλά δουλεία είναι αυτή, λίγο πολύ παλεύεται, δηλαδή με πολύ αδιαφορία είναι και σαν μην είχα πάει καν.. το πρόβλημα είναι το πρωινό ξύπνημα και ο πούστης ο πονοκέφαλος που έρχεται και κάθεται και με κάνει ζόμπι για το υπόλοιπο της μέρας . Και σαν ζόμπι ήμουν την ώρα που γύρισα από την δουλειά και το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ , πράγμα που δεν άργησε να συμβεί, πριν συμβεί αυτό όμως συνέβησαν κάποια άλλα πράγματα τελείως αδιάφορα…. πραγματικά αδιάφορα, χωρίς καμιά ανατροπή….  τόσο αδιάφορα που αναπόφευκτα με  οδήγησαν στον ύπνο,  οπότε αν έχεις σκοπό να βγεις ή να οδηγήσεις  ή να κάνεις κάτι άλλο ,μην  διαβάσεις παρακάτω…. 

Άμα δεν σε θέλει η πο….α  

Έχω επιστρέψει από την δουλεία  και είμαι μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας και προσπαθώ να βάλω το κλειδί στη σχισμή της κλειδαρότρυπας, προσπαθώ στα αλήθεια, αλλά ο πούστης ο πονοκέφαλος με έχει κάνει ζόμπι και δεν βρίσκω τρύπα με τίποτα , χτυπάω πάνω κάτω δεξιά αριστερά, τίποτα … τζίφος, δεν βρίσκω τρύπα με τίποτα. Παρόλη την ζάλη που έχω μου έρχεται μια ιδέα,   βάζω το χέρι μου πάνω στην κλειδαρότρυπα και ανοίγω τα δάχτυλα μόνο στο σημείο που χρειάζεται για να μπει μέσα το κλειδί. Βάζω τελικά το κλειδί ανάμεσα στα δάχτυλα μέχρι που αισθάνομαι την μύτη του κλειδιού να αγγίζει την  κλειδαρότρυπα, εδώ είμαστε λέω, το σπρώχνω, το ξανασπρώχνω, τίποτα…. λες να μην είναι εκεί η τρύπα; μπα δεν μπορεί εκεί θα είναι, ανοίγω και άλλο τα δάχτυλα, κοιτάω λίγο, εκεί είναι, σωστά το βάζω, σπρώχνω πάλι, τίποτα, δεν λέει να μπει μέσα… μα τι κάνω λάθος; Μήπως είμαι μπροστά σε λάθος πολυκατοικία; όχι ….είπαμε ζόμπι αλλά όχι και τόσο … ααα… ναι λάθος κλειδί…. οκ , συμβαίνει σε όλους …. και τώρα πάλι οι δύο μας, έχω το σωστό κλειδί, θα καταφέρω να το βάλω χωρίς την βοήθεια του χεριού. Και ξαναρχίζω την προσπάθεια , χτυπάω πάλι πάνω κάτω δεξιά αριστερά κάποια στιγμή παραλίγο να το βάλω αλλά τίποτα…. δεν τα παρατάω όμως….. αλλά με παράτησε  αυτή, έτσι νόμιζα ότι έγινε όταν την είδα να απομακρύνεται, ότι με βαρέθηκε και έφυγε , αλλά δεν είχε γίνει έτσι…. κάποιος άλλος την πήρε από πίσω …  και καλά έκανε , αφού τόση ώρα δεν μπόρεσα εγώ να το βάλω ήρθε ένας τύπος από μέσα από την πολυκατοικία και  με πολύ άνεση άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με καλημέρισε πολύ χαλαρά και προχώρησε σαν να μην είχε γίνει τίποτα.  Πουτάνα πόρτα,  σε μένα κάνεις την δύσκολη αλλά στον γείτονα με την μία, αλλά βέβαια , αφού αυτός ήρθε από πίσω και μάλιστα με πολύ άνεση γιατί να του κάνεις την δύσκολη….. τελικά όλες οι πόρτες ίδιες είστε…. Πουτάνες!  Δεν είχα όρεξη για καυγά και έτσι προχώρησα μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω μου κάνοντας έναν παραπονιάρικο  θόρυβο που νόμιζε ότι θα μου τραβούσε την προσοχή…. χα, σε γελάσανε, τα έχω ξανακούσει αυτά…..

 Ντε λα παρ΄ τον σκύλο και κούνα τον ώρες

Ανεβαίνω τις πρώτες σκάλες της εισόδου, φτάνω μπροστά στο ανσασέρ και πατάω το κουμπί να το καλέσω, αυτό ανταποκρίνεται αμέσως και έρχεται βιαστικά  να με πάρει. Τι υπάκουο που είναι το χρυσό μου… σε λιγότερο από ένα λεπτό είναι κάτω… μπροστά μου, είναι εύκολο να ανοίξω αυτήν την πόρτα και το κάνω με ευχαρίστηση, αλλά με το μπαίνω μέσα ακούω τον σκύλο που ζει στον δεύτερο να έχει βγει από το διαμέρισμα μαζί με το αφεντικό του. Περιμένει και αυτός στο ανσασέρ να μπει, αλλά δεν το έχει καλέσει αυτός, έβαλε το αφεντικό του να το κάνει για αυτόν. Αυτή είναι η συνάντηση που θέλω να αποφύγω, μένω στον τρίτο, οπότε ανεβαίνοντας θα σταματούσε για λίγο στον δεύτερο, το αφεντικό θα άνοιγε την πόρτα, θα με ρωτούσε πάνω πάτε; Ναι, θα απαντούσα (λες και δε το ξέρεις θα έλεγα από μέσα μου), θα έκανε ένα συγκαταβατικό   νεύμα, θα έκλεινε την πόρτα και θα περίμενε την σειρά του στωικά λες και είναι σε μπουρδέλο.  Όπως είπα ήθελα να αποφύγω αυτήν την συνάντηση , και βγήκα από το ανσασέρ, θα πάω με τις σκάλες , δεν γαμιέται…. Αλλά λίγο πριν κλείσει η εύκολη πόρτα, την πρόλαβα, μπήκα ξανά μέσα πάτησα το κουμπί για τον πέμπτο , και ξαναβγήκα. Χαμογέλασα λίγο χαιρέκακα και ξεκίνησα την ανάβαση. Εδώ είναι το σημείο που εξηγώ γιατί θέλω να αποφύγω αυτήν την συνάντηση, αυτόν σκύλο και το αφεντικό του δεν τους έχω πετύχει ποτέ, ίσως να έχω δει το αφεντικό χωρίς τον σκύλο, αλλά δεν ξέρω ποιος ανήκει σε ποιον. Αυτό το μαλακισμένο κοπρόσκυλο  γαβγίζει σε άσχετες ώρες και μου χαλάει την ησυχία, οπότε το μισώ. Ναι το μισώ! Είναι το μόνο πράγμα που μισώ στον κόσμο, αν το δω, είναι πολύ πιθανό να το συμπαθήσω και μετά δεν θα έχω να μισώ τίποτα , επίσης κάθε φορά που ακούω να γαβγίζει φτιάχνω τρελά σενάρια στο μυαλό μου ότι πάω και βρίσκω το αφεντικό του και ρίχνουμε έναν απίστευτο καυγά (στα λόγια πάντα), εγώ του παραθέτω χιλιάδες λογικά επιχειρήματα (που τα σκέφτομαι ένα ένα) αλλά αυτός ο καρμίρης δεν ξέρει μιλήσει, δεν ξέρει τι να πει και απαντά σπασμωδικά και  γίνεται γελοίος μπροστά μου και μου ζητάει συγγνώμη και εγώ τον συγχωρώ και γυρνάω και κοιμάμαι ήσυχος και το γαμημένο κοπρόσκυλο δεν ξανακούγεται ποτέ … Αυτά όλα στην φαντασία όμως… αν όμως συναντήσω το σκυλί μπορεί και να το συμπαθήσω ή να το λυπηθώ γιατί είναι ηλίθιο , και επειδή ό σκύλος παίρνει πάντα μαζί του το αφεντικό του θα δω και ποιος είναι, οπότε τέρμα οι φανταστικοί καυγάδες … και δεν έχω καμία όρεξη για πραγματικούς ….  Μερικές φορές βέβαια μου περνάει από το μυαλό ότι δεν είναι καν σκύλος, σκέφτομαι ότι ίσως ό τύπος ή η τύπισσα έχει κάποιο μηχάνημα  που μιμείται τον ήχο του σκύλου, και έτσι περνάει την ώρα του προσποιούμενος ότι έχει σκύλο, ένα σκύλο χωρίς ανάγκες…. Γιατί σου φαίνεται περίεργο; πόσοι και πόσοι  ανάβουν την τηλεόραση μόνο και μόνο για να έχουν την αίσθηση ότι μιλάει κάποιος…. αλλά άλλο θέμα αυτό… Και είμαστε στο σημείο που ανεβαίνω την σκάλα, ακούω το ανσασέρ να σταματάει στον δεύτερο, μπαίνουν μέσα κλείνει η πόρτα και γεια σας για τον πέμπτο,  χλιαρό χαμόγελο καθόλου τύψεις , συνεχίζω την ανάβαση και μετά από λίγο φτάνω  στην πόρτα του σπιτιού μου… σκέφτομαι λίγο την ηλικία μου, αναλογίζομαι  την μαλακία που έκανα…. στα τέτοια μας…. Εκδίκηση για όλες σκυλοαφυπνίσεις  που έχω υποστεί so far …. Slow to not sit to explode…….

Μα γιατί πέντε;

Είμαι μπροστά στην πόρτα του σπιτιού  λοιπόν, του δικού μου σπιτιού, τι δικού μου δηλαδή… στο νοίκι μένω, όχι ότι με πειράζει, αλλά έτσι το λέω… Αν δεν ήμουν ζόμπι, θα ήταν ένα άσχημο σημείο τη ημέρας, η ώρα που επιστρέφω σπίτι, αλλά όχι σήμερα, σήμερα  είναι το μέρος οπού ανυπομονώ να μπω, και μπαίνω… μπορούσα να κάνω κι αλλιώς; Πετάω τον σάκο με τα πράγματα   από την δουλειά  διπλά στην πόρτα, είμαι στο πρώτο δωμάτιο, περνάω μια πόρτα και βρίσκομαι στο χωλ, προχωράω , περνάω δίπλα από το μπουκάλι της χλωρίνης, με κοιτάει…. είναι προκλητικά γεμάτο, πως το ξέρω ότι είναι γεμάτο; Το ξέρω! Δεν είναι διαφανές το μπουκάλι οπότε δεν το βλέπω, ούτε και το διαισθάνομαι, απλά το ξέρω. Κάνω ότι δεν το βλέπω και προχωράω , περνάω άλλη μια πόρτα, ευτυχώς όλες οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού μου είναι πάντα ανοιχτά, μπαίνω στο δωμάτιο και βλέπω το κρεβάτι μου, έμοιαζε ξαπλωμένο, ναι έτσι έμοιαζε… ήταν ξαπλωμένο και με περίμενε να ξαπλώσω δίπλα του ή πάνω του.  Καταρχήν έκατσα στο κρεβάτι και κοίταξα ξανά στο χωλ, απέφυγα να κοιτάξω το μπουκάλι της χλωρίνης, αλλά φαντάστηκα ότι το χωλ ήταν  ένα σιγανό ποταμάκι που κύλησα πάνω  του και αυτό κατέληξε σε μια ήρεμη λιμνούλα που ήταν το δωμάτιο όπου κοιμάμαι, μ αυτήν την σκέψη  χαλάρωσα, ξάπλωσα, νύσταξα …  σε λίγο θα κοιμάμαι. Λίγο πριν τον πάρω συνειδητοποίησα ότι κάθε μέρα από την ώρα που φτάνω στην είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι το κρεβάτι  μου χρειάζεται να περάσω πέντε πόρτες, όσα είναι και τα δάχτυλά μου, όσες είναι και οι τρύπες στο κεφάλι μου,  πέμπτος είναι και ο μήνας που γεννήθηκα, πέντε είναι και τα σφηνάκια που ήπια χτες ,πέντε οι συμμαθητές μου στο λύκειο, πέμπτο είναι και το τμήμα των Εξαρχείων (πράγμα που το ξέρουν  μόνο όσοι είναι πελάτες) , πέντε αναπάντητες κλήσεις στο what s up,πέντε αισθήσεις, αριστοτέλεια πεμπτουσία,  πέντε να είναι οι ώρες του πούστη του σκύλου,  πέντε ώρες θέλω να κοιμηθώ, ένα… δύο….. τρία……. τέσσερα…… πέντε ματωμένα  προοοοβατααακιααααα……………………………


Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Σκατά Στους Τοίχους


Έξω από το χωριό υπάρχει ένα σπίτι, είναι χρόνια εγκαταλελειμμένο και είναι σχεδόν ετοιμόρροπο. Πολλές ιστορίες ακούγονται για αυτό το σπίτι. Τελευταία  που έζησε εκεί μέσα ήταν μια γιαγιά από την Μικρασία και πέθανε από γεράματα στα τέλη της δεκαετίας του 80. Αυτή η γιαγιά είχε την φήμη της ξεματιάστρας στο χωριό, λένε ότι έβαζε ένα ποτήρι στο μέτωπο του ‘’ασθενούς’’ και έλεγε μια προσευχή και το νερό έβραζε και έπαιρνε τον πόνο του καθενός. Μ αυτήν την γιαγιά είχαμε κάποια  συγγένεια, και θυμάμαι ελάχιστα σκηνικά που πήγαινα με τον παππού μου με το ποδήλατο στο σπίτι της. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν τελείως ρετρό, κλασικό αρχοντικό μικρασιάτικο σπίτι, ένα εσωτερικό σε πλήρη αντίθεση με το μέγεθος και την τοποθεσία του  σπιτιού, απορούσα πάντα όταν έφευγα πως χωρούσαν τόσα πράγματα εκεί μέσα, και πάντα θυμάμαι την γεύση από το λουκουμάκι  που είχα στο στόμα. Το σπίτι μέσα ήταν γεμάτο κεντήματα, παλιά έπιπλα, βιβλία,  λάμπες πετρελαίου,  απίστευτες κουρτίνες,  ένα παλιό ράδιο (τι ;περίμενες  να πω γραμμόφωνο;) έπαιζε πάντα μουσική, σε ένα σημείο θυμάμαι ότι είχε πολλά καπέλα γυναικεία  σε πολλά χρώματα. Σε μια εποχή οπού όλες οι γυναίκες φορούσαν τσεμπέρια, αυτή η γιαγιά φορούσε καπέλα, και νομίζω ότι όσο παράξενο φαινόταν σε μένα αυτό άλλο τόσο παράξενο φαινόταν και στους υπόλοιπους χωριάτες. Το σπίτι ήταν πάντα( δεν ξέρω πως)  στην εντέλεια, και ήταν απορίας άξιο πως μια γριά μόνη της το κροτούσε σε τέτοια κατάσταση .  Κάποια στιγμή η γιαγιά αρρώστησε και έφυγε από το σπίτι και πήγε σε ένα νοσοκομείο στον Βόλο.  Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μετά από πολύ καιρό απλά άκουσα ότι πέθανε, και αυτό που μου καρφώθηκε στο μυαλό ήταν να μην πάω ποτέ σε νοσοκομείο στον Βόλο γιατί θα πεθάνω. Προφανώς για να γράφω τώρα, δεν έχω πάει ακόμα…

Τα χρόνια πέρασαν και το σπίτι είχε αφεθεί στην τύχη του, όπως και οι θησαυροί που έκρυβε μέσα του. Στην αυλή τα δέντρα και τα χορτάρια μεγάλωσαν τόσο που έπνιξαν και σκέπασαν το σπίτι.  Κάποτε ακούστηκε ότι έχει και αγριόσκυλα και φίδια εκεί γύρω , και ήταν απαγορευμένο για τα παιδιά να πηγαίνουν εκεί.  Μετά εμείς τα παιδιά λέγαμε ιστορίες ότι τάχα σηκώνεται κάθε βράδυ το πνεύμα της γριάς και πάει στο σπίτι και συμμαζεύει, και ότι κάθε φορά που θα μιλάμε για αυτήν το βράδυ θα έρχεται στο όνειρο μας και θα μας κοιτάει χωρίς να μιλάει. Και είναι αλήθεια πολλά παιδιά την έβλεπαν την γριά, και μας το λέγαν το  επόμενο βράδυ και μετά  την βλέπαν και άλλοι, και έγινε σχεδόν βέβαιο ότι το πνεύμα της γριάς περνάει τα βράδια από τον ύπνο μας και μας κοιτάει. Οπότε η ιδέα να πάμε στο σπίτι της φάνταζε σχεδόν αυτοκτονία.   Και κανείς από μας δεν πάτησε ποτέ στο σπίτι της μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90, οπού  πήγαμε  μόνο μια φορά ,αλλά  κάποιοι άλλοι  είχαν πάει πριν από μας, και αν θα ξαναπηγαίναμε θα ήταν σίγουρα αυτοκτονία .
( Πριν συνεχίσω θέλω να επισημάνω  ότι δεν έχω καμιά ρατσιστική διάθεση, περιγράφω τα γεγονότα όπως έγιναν, και έτσι ήταν τα πράγματα τότε, και σαφώς τώρα έχουν αλλάξει  )
Όσο θυμάμαι τα πρώτα μου χρόνια στο δημοτικό, η ζωή στο χωρίο ήταν σαν ταινία από την Αμερική στην δεκαετία του 50. Ήρεμοι δρόμοι, αυτοκίνητα να περνάνε αργά στους δρόμους, φιλικοί άνθρωποι, ο γαλατάς που γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι, τα σπίτια όλα ανοιχτά, όλη την μέρα και όλη την νύχτα ακόμα και αν οι ιδιοκτήτες του λείπανε . Απλά λέγαμε θα μπούμε σ αυτό το σπίτι, και μπαίναμε, χαρά όταν έλειπαν όλοι, κλέβαμε ότι τρωγόταν, προσπαθούσαμε να πάρουμε τηλέφωνο στο διάστημα παίρνοντας απίστευτα νούμερα από το τηλέφωνο του εκάστοτε σπιτιού, αλλάζαμε θέση στα έπιπλα και  κάναμε ότι πιο κουλό μπορεί να φανταστεί κανείς  . Δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα   γιατί όλοι ήταν θείοι μας και φίλοι των γονιών μας, και αν ποτέ μας κυνηγούσαν ή μας μαλώνανε ήταν περισσότερο για πλάκα και ποτέ με μίσος. Και όλα αυτά μέχρι που κάτι έγινε και άλλαξε εντελώς την ζωή στο χωρίο. Μας  είπανε για κάποιους Αλβανούς, που περνάνε σε ομάδες από τα χωράφια και κοιμούνται όπου βρουν, δεν μπαίνουν στο χωριό, αλλά να προσέχουμε. Μετά μας είπαν ότι που και που περνάνε από το χωριό και κάνουν μερικά μεροκάματα σε σπίτια, και πάλι να προσέχουμε. Μέχρι τότε δεν είχα δει κανέναν ,άλλα τους φοβόμουν αυτούς τους Αλβανούς . Μετά ακούστηκε ότι πλακώσανε τον τάδε από το χωρίο στα χωράφια και του έκλεψαν το αυτοκίνητο, μετά ληστείες σε σπίτια του χωριού και σε διπλανά χωριά.  Μετά απαγορεύτηκε να πηγαίνουμε στον σταθμό των τρένων γιατί εκεί μένουν  Αλβανοί. Να  πως είχαν τα γεγονότα εν συντομία εκείνη την εποχή όπου πρωτοήρθαν οι Αλβανοί . Οι περισσότεροι ήρθαν με τα πόδια από πάνω, με διαλυμένα ρούχα και καμένες φάτσες, δεν είχανε να φάνε,  δεν ήξεραν καμία δουλεία, και δεν είχαν ένα σταθερό μέρος να μείνουν, δεν ήξεραν την γλώσσα,  μονίμως κυνηγημένοι . Και αυτό που επίσης ακούγεται είναι ότι οι πρώτοι που ήρθαν ήταν κατάδικοι από φυλακές που ανοίξανε. Αυτό που ισχύει και είναι αναντίρρητο είναι ότι  κάναν κανονικές καταστροφές και πλιάτσικα απ όπου περνούσαν, δεν μέναν εννοείται ποτέ σε ένα μέρος και κανείς δεν ήταν ποτέ γνωστός. Τα πράγματα άλλαξαν με τα χρόνια και τώρα δεν έχουν καμιά σχέση με το τότε, αλλά  τότε τα πράγματα στην ζωή του χωριού αλλάξανε πολύ γρήγορα. Ξαφνικά όλοι νοιαζόταν για την ασφάλεια τους και όχι αδίκως, και όσο και αν προσπαθούσαν πάντα κάτι γινόταν. Και ό φόβος υπήρχε, αλλά υπήρχε και το συμφέρον. Έβαζαν τον Αλβανό να δουλεύει όλη την μέρα και το μεσημέρι ένα πιάτο φαί και μισό καρβέλι ψωμί. Δούλευε τρεις μέρες ο Αλβανός, μετά  του κλεβε το σπίτι ή τον έδερνε και γεια σας . Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι υπήρχαν μόνο άντρες Αλβανοί. Τέλος πάντων να μην τα πολυλογώ κάπως έτσι ήταν κατάσταση και απ αυτήν την κατάσταση δεν γλίτωσε ούτε το σπίτι της γιαγιάς της Μικρασιάτισας . Σκεπτόμουν τότε :τυχεροί οι Αλβανοί  που ζουν σε ένα τέτοιο σπίτι, και κοιμούνται στα καθαρά κρεβάτια  και τρώνε στο καλό τραπέζι, ενώ οι άλλοι ομοεθνείς τους κοιμόνται σε αποθήκες ή σε σταθμούς τρένων. Εμείς με το μικρόβιο της περιέργειας δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο να μην πάμε στο σπίτι, τώρα πια που αποδεδειγμένα μπορεί να μείνει άνθρωπος μέσα χωρις να τον φάει το φάντασμα. Η περιέργεια ήταν να δούμε το σπίτι και όχι το πώς ζούσαν οι Αλβανοί. Και μια μέρα μια Μεγάλη Παρασκευή ή Μεγάλη Πέμπτη ήταν δεν θυμάμαι καλά, πήγαμε και καταλάβαμε ότι  ο,τι  λένε οι γονείς έχουν πάντα δίκιο.
Έχουμε βγει να πούμε τα κάλαντα του Πάσχα,  μάλλον μεγάλη Πέμπτη, ο σκοπός μας όμως ήταν άλλος, θέλαμε να πάμε στο σπίτι. Είχαμε μαζέψει χρήματα από τις προηγούμενες μέρες κάνοντας οικονομία με το να μην παίρνουμε σοκολάτες και άλλα είδη περιπτέρου (τσιγάρα;) για μια βδομάδα.  Χρειαζόμασταν τα λεφτά γιατί όταν γυρνούσαμε από το τραγούδι έπρεπε να δείξουμε   πόσα βγάλαμε. Πρώτα όμως είχαμε μια εκκρεμότητα. Πήγαμε στο σπίτι της γιαγιάς Βαγγελιώς  και τραγουδήσαμε,  όταν τελειώσαμε η γιαγιά μας έδωσε από ένα πενηντάρικο.  Το πήραμε με ευχαρίστηση αλλά της είπα «Μας χρωστάς και από την πρωτοχρονιά ένα πενηντάρικο, θυμάσαι που δεν είχες ψιλά και μας είπες ότι θα μας τα χρωστάς;». Γέλασε η γριά και μας έδωσε από ένα πενηντάρικο ακόμα. Να μην τα πολυλογώ με τα ποδηλατάκια μας φτάσαμε στο σπίτι . Κρύψαμε τα ποδήλατα σε κάτι θάμνους.  Η ώρα ήταν δέκα το πρωι και είχαμε μπροστά μας τρεις ώρες εξερεύνησης, τρεις  ώρες κάναμε συνήθως τα κάλαντα, ήμασταν σε μικρό χωρίο όπως καταλάβατε, και σχεδόν τέσσερεις ώρες μέχρι να σχολάσουν οι Αλβανοί, οπότε δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα. Είμαστε μπροστά στην πόρτα, όλες οι πόρτες έχουν το ίδιο μέγεθος, και αυτήν δεν αποτελούσε εξαίρεση, αλλά την συγκεκριμένη μέρα φάνταζε τεράστια, ήταν ο φόβος που την έκανε να μια μοιάζει τόοοοσο μεγάλη, τώρα μετά από τόσα χρόνια όποτε περνάω από εκεί και κοιτάω την πόρτα, μοιάζει μικρή, γελοιωδώς μικρή…

Στην μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού δυο μικρά πραγματάκια κάθονται απέναντι και την κοιτάζουν διστακτικά και με δέος. Το σκοτάδι που φαίνεται μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα μοιάζει να τους καλεί όπως καλεί το φως τα κουνούπια στο σκοτάδι. Πρώτη κίνηση κάνει το μικρό μαύρο πραγματάκι που ήμουν εγώ, στέκομαι στη μισάνοιχτη πόρτα και κοιτάω μέσα, μια δυσωδία είναι το πρώτο που αντιλαμβάνομαι, αρχίζω να παρατηρώ το μέρος και σοκάρομαι. Το άλλο μικρό πραγματάκι  που ήταν φίλος μου για να με τρομάξει με σπρώχνει και βρίσκομαι ξαφνικά μέσα στο πρώτο δωμάτιο.  Προχωράμε μέχρι την μέση και στεκόμαστε και παρατηρούμε. Περιγραφή :  Όλα τα έπιπλα, όλα   όμως ,είναι σπασμένα, μερικά είναι και καμένα.  Ότι υπήρχε μέσα στα έπιπλα είναι πεταμένα στο πάτωμα, πάνω στα οποία πράγματα έχουν κατουρήσει και έχουν αφοδεύσει,  η δυσωδία και το σοκ ήταν πρωτόγνωρα για μας. Στους  τοίχους είχαν γράψει με κόπρανα διάφορες λέξεις στη γλώσσα τους, δεν καταλαβαίναμε αλλά σίγουρα δεν ήταν κανένα  αποκύημα  ευφυΐας , και τώρα που μέγαλωσα είμαι ακόμα πιο σίγουρος ότι ό,τι γράφεται στους τοίχους ακόμα και αν δεν γράφεται με σκατά είναι από… να μην πω.. μυαλά, παράδειγμα περπατάς στο κέντρο και βλέπεις σε έναν τοίχο ΝΔ 40%, προχωράς και βλέπεις  GALATSI 7, λίγο παρακάτω ΠΑΟ  ΟΛΕ, μετά στους τέσσερεις  κίονες της Παλιάς Βουλής  επί της Κολοκοτρώνη  είναι γραμμένη η λέξη ΧΑΟΣ με ένα γράμμα σε κάθε κολώνα, τι να πω…. ευφυέστατο ….  Σε μια γωνία είναι όλα τα ρούχα πεταμένα και υποθέτω ότι κάποτε θα είχαν  χρησιμοποιηθεί σαν κρεβάτι , κάποτε… γιατί τώρα ήταν αφοδευτήριο…. Προχωρήσαμε στο επόμενο δωμάτιο και η κατάσταση ήταν παρόμοια, το μόνο που διέφερε ήταν ότι ήταν πεταμένο ένα συρτάρι στο πάτωμα. Γύρω από αυτό το συρτάρι υπήρχαν πεταμένες φωτογραφίες, όλες παμπάλαιες, ίσως και από την Μικρά Ασία , τότε ήμασταν σίγουροι ότι ήταν από εκεί, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως και να μην ήταν. Μια φωτογραφία που μου τράβηξε περισσότερο την περιέργεια ήταν η φωτογραφία από μια  πομπή κηδείας, κι όμως… φωτογραφία από κηδεία!  Ο νεκρός δεν ήταν σε κάσα αλλά σε σεντόνι που το κρατούσαν τέσσερα άτομα από  τις γωνίες, λίγα λουλούδια γύρω γύρω από τον νεκρό και όλοι κοιτούσαν αδιάφορα το νεκρό που περνούσε. Ο νεκρός στη φωτογραφία φαινόταν σχετικά νέος, με μουστάκι και μαυριδερός, το πιο τρομακτικό όμως ήταν ο παπάς, ήταν ο μόνος που κοιτούσε την φωτογραφική μηχανή την ώρα της λήψης, και το βλέμμα του ήταν τελείως απόκοσμο. Η πομπή της κηδείας πρέπει να είχε γίνει σε πόλη γιατί είχε πολύ κόσμο.  Αν ήθελα να σώσω μόνο μια φωτογραφία από το παρελθόν θα ήταν αυτήν, έλεγε πάρα πολλά παρόλο που ήταν βεβηλωμένη, πάνω από το στόμα του νεκρού ήταν ζωγραφισμένο ένα πουλί, αντρικό πούλι και ο καλλιτέχνης δεν είχε παραλείψει ούτε και τις τρίχες , το πουλί αυτό κοιτούσε προς το στόμα του νεκρού. Και πάνω από τον παπά είχαν κόψει ένα κομμάτι της φωτογραφίας σε σχήμα του αγκυλωτού σταυρού.  Δεν μπορώ να αναλύσω την κάθε φωτογραφία που βρήκαμε γι αυτό προχωράω στο περιεχόμενο του συρταριού. Πολλά μπλε τετράδια με σημειώσεις που δεν καταλαβαίναμε και ένα μαύρο βιβλίο με κενές σελίδες που ήταν συμπληρωμένες από την γριά. Άνοιξα την πρώτη σελίδα που είχε το όνομα του χωριού στην περιοχή Μαγνησία  της Μικράς Ασίας. Στη δεύτερη σελίδα υπήρχε ένα σχεδιάγραμμα του χωριού, με τους δρόμους και τα σπίτια σε μικρογραφία. Αυτόν τον χάρτη τον διέσχιζαν δύο κάθετες και δυο οριζόντιες γραμμές  που τον χώριζαν σε εννιά κομμάτια, το κάθε κομμάτι ήταν σχεδιασμένο στις επόμενες σελίδες με περισσότερες λεπτομέρειες και με το όνομα του ιδιοκτήτη του κάθε σπιτιού. Σε μερικά σημεία του κάθε χάρτη υπήρχε και ένα  Χ το οποίο δεν ξέρω τι σημαίνει, τότε υπέθεσα ότι ήταν σημείο που δήλωνε ότι εδώ υπάρχει θαμμένος ένας θησαυρός, τώρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι ισχύει. Στις επόμενες σελίδες υπήρχαν ονόματα, ελληνικά και τούρκικα, πιθανών τα ονόματα του χωριού και πως αυτά διασταυρωνόταν κάθε όνομα είχε και την ιδιότητά του καθενός δίπλα, ο μπακάλης, ο παπάς κτλ Απ τη μέση και μετά υπήρχαν γραμμένες ιστορίες με δυσνόητα γράμματα , τις οποίες ποτέ δεν διάβασα. Μείναμε εκεί να κοιτάμε τις φωτογραφίες, είχαμε μαγευτεί, παρόλη την τραγική κατάσταση στην οποία είχε επέλθει το σπίτι, αυτό το συρτάρι έκρυβε για μας έναν θησαυρό .Μείναμε αρκετή να κοιτάμε φωτογραφίες και διαλέγαμε τις καλύτερες και τι βάζαμε στο μαύρο βιβλίο για να τις πάρουμε μαζί μας , ανάμεσα στις φωτογραφίες βρήκα και ένα πράγμα ,σκεύος να το πω κέρμα να το πω δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν, είχε κοίλο σχήμα και ήταν στρόγγυλο σαν ένα μεγάλο κέρμα, μέσα στο κοίλωμα είχε τουρκικά σύμβολα, τότε υπέθεσα ότι ήτα τουρκικός βραστήρας ηρωίνης  . Έβαλα το κέρμα στην τσέπη και συνεχίσαμε την εξερεύνηση του συρταριού. Την έξερυνηση αυτή όμως την διέκοψαν κάτι που φωνές άγριες που εισέβαλαν στο σπίτι, κάτι φωνές σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίναμε….

Η λέξη τρόμος είναι πολύ μικρή για να περιγράψει εκείνο το συναίσθημα, πρώτη φόρα ένιωσα πως κινδυνεύει η ζωή μου,  έπρεπε να φύγουμε για να σωθούμε αλλά μεχρι την πόρτα μεσολαβούσε το δωμάτιο που ήταν γεμάτο από αυτούς από τους οποίους θέλαμε να αποφύγουμε. Τελικά δεν κάναμε και καμιά ακραία τύπου Χόλυγουντ απόδρασή , απλά πηδήξαμε από το παράθυρο, αλλά με το που ανοίξαμε το παντζούρι περισσότερο από ότι ήταν μέχρι τότε μπήκε απότομα φως στο δωμάτιο, πράγμα που έκανε αισθητή την παρουσία μας στους άλλους  και φεύγοντας ακούσαμε φωνές αναστάτωσης. Τρέξαμε γρήγορα στα ποδήλατα και φύγαμε τρέχοντας με πρωτοφανή δύναμη και αντοχή, οι άλλοι βγήκαν τρέχοντας από το δωμάτιο και μας κυνηγούσαν φωνάζοντας, μάλλον βρίζοντας, εμείς όμως είχαμε αναπτύξει  ταχύτητα και απομακρυνόμασταν …. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλη Παρασκευή, δεν θυμάμαι καλά, αλλά αυτό που είχε συμβεί είναι ότι οι καλοί χριστιανοί του χωριού σεβόμενοι την ιερότητα της μέρας άφησαν (μερικοί απ αυτούς) τους εργάτες να φύγουν νωρίτερα από τα χωράφια και έτσι μας πέτυχαν εκεί  
  Οι Αλβανοί τότε όπως είπα και πιο πριν ήταν περιφερόμενοι, όπου πήγαιναν  έμεναν για λίγες βδομάδες και μετά τραβούσαν για αλλού, δεν επιδίωκαν ποτέ να μένουν σε τέτοια σπίτια, αλλά αναγκασμένοι όπως ήταν να υπομένουν αυτές τις συνθήκες κάθε φορά που έφευγαν από ένα μέρος απ το μίσος για τις συνθήκες στις οποίες έχουν μείνει το αφήναν σε χειρότερη κατάσταση με καταστροφές και ακαθαρσίες. Θα μου πεις ο Έλληνας δεν θα έγραφε ποτέ με σκατά στους τοίχους…. Αλλά σίγουρα δεν ξέρω τι είναι χειρότερο να  γράφεις με σκατά στους τοίχους ή να λερώνεις όλους τους τοίχους της πόλης με συνθήματα που ούτε μια μαϊμού δεν θα  σκεφτόταν . Αυτός που πήγε και έγραψε ΧΑΟΣ στην Παλιά Βουλή δεν είναι σαν να κατούρησε και να έχεσε πάνω σε όλους τους αγώνες για ελευθερία για δημοκρατία για αυτόν τον τόπο; Θα μου πει κάποιος, και κοίτα πως κατάντησαν αυτόν τον τόπο… και οι τρακόσοι της Βουλής… και πρέπει να κάνουμε κάτι… μπλα μπλα μπλα…. Ναι ρε, γράψτε στους τοίχους να σώσετε τον τόπο…. Αι σιχτιρ….

Τι απέγινε το βιβλίο;
Ευτυχώς είχα πάρει το μαύρο βιβλίο μαζί μου, αυτό με τους κρυμμένους θησαυρούς, αλλά δεν έπρεπε να το δει κανείς, δεν θα μπορούσα να το δικαιολογήσω  με κανέναν  τρόπο. Πήγα στην σκεπή μιας παλιάς αποθήκης, έβγαλα ένα κεραμίδι και το έκρυψα. Για μερικές μέρες πήγαινα εκεί πάνω με το πρόσχημα ότι βγάζω βόλτα τη γάτα στα κεραμίδια (ναι το έκανα συχνά αυτό πριν και μετά το συμβάν) . Έμενα λίγη ώρα κοιτώντας της φωτογραφίες και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα μυστικά του βιβλίου. Κάποια μέρα είχε πιάσει δυνατή βροχή και για πολλή ώρα, έμενα μέσα στο σπίτι το μόνο που μ ένοιαζε ήταν να μην πάθει τίποτα το βιβλίο. Την επόμενη μέρα πήγα στα κεραμίδια, χωρίς την γάτα αυτή τη φορά, και το βιβλίο απλά έλειπε, έψαξα κάτω μήπως το δεν το παρέσυραν μακριά  τα νερά της βροχής αλλά τίποτα, απλά χάθηκε, μαζί και οι φωτογραφίες. Το μόνο που έχει απομείνει από εκείνη την επίσκεψη είναι αυτό το περίεργο κέρμα σκεύος που δεν ξέρω ακόμα τι είναι.

Έγραψα τα γεγονότα όπως έγιναν χωρίς , καλύτερα να λέμε την αλήθεια όπως είναι και να ξέρουμε τι αντιμετωπίσαμε ή τι αντιμετώπισαν οι άλλοι με μας.


Ομορφιά.....













Ευφυΐα.....












Βαριέμαι να ψάξω άλλο...
Τα λογοπαίγνια δεν σημαίνει ότι είναι και έξυπνα ή και σωστά πχ:
Βλέπουμε την ασπρόμαυρη ζωή στην έγχρωμη TV 
Οι τοίχοι έχουν αφτιά και τα αφτιά σας τοίχους
Χιλιάδες αναμένες τηλεοράσεις χιλιάδες σβηστές ζωές
Σκατά...

Και πάμε σε καλύτερα και σπουδαιότερα:
Τα παιδιά της ΚΝΕ λένε ΝΑΙ (μαλάκα θα τρελαθώ!!!!!!!!!!!!)
Ψηφίζω με την καρδιά, η καρδιά χτυπάει αριστερά (Ναι με έπεσες....)
Χέρι χέρι με τον Καρατζαφέρη (Χοιρομέρι,υποφέρει, διαφέρει, τα έχει όλα και συμφέρει, μαλακοφέρει και άλλα πολλά....)

Ένα είναι το σύνθημα λέμε:
Λαρσα τυρί φέτα
και Motorhead κασέτα 

Πάλι ξέφυγα 
γεια 

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

16:42 until 22:16

είναι κάτι ώρες σκοτωμένες
όλα χάνονται μέσα στην αδράνεια και το μούδιασμα της απελπισίας
είναι  αυτές οι ώρες που ένα σφίξιμο ανεβαίνει στο λαιμό
και μένει
σαν ψόφιος σκύλος
μια αναγούλα αναδεύει  το στομάχι
τα πόδια λύνονται
το στομάχι δένεται κόμπος
όλα  αλλάζουν
αλλά όχι εδώ
όλα φεύγουν
αλλά όχι από δω
σπάει το τζάμι
κρύος αέρας
αποτρόπαια κραυγή
φόβος
και σημάδια
και ρωγμές
τα σημάδια όμως έφυγαν
και δεν ξανάρχονται
δεν ήταν πληγές
ήταν μόνο σημάδια
σημάδια στο λαιμό και στο σώμα
 και άλλα σημάδια
αυτά της μοίρας
κάποιος γελάει
κάποιος μένει
κάποιος υπομένει
όχι δεν είμαι εγώ
εγώ μετρώ τις ώρες
τις σκοτωμένες και μη
όλες τις ώρες που χάθηκαν
όχι δεν υπομένω
ούτε περιμένω
ούτε και οι ώρες περιμένουν
είναι νεκρές
έχουν σπασμένα κόκαλα
το μεδούλι τρέχει από μέσα τους
έχει γεμίσει το πάτωμα από νεκρές ώρες
πάω να σηκωθώ και πατάω πάνω τους
κολλάνε τα πόδια μου στο πάτωμα
δεν μπορώ να περπατήσω
μόνο στέκομαι και τις κοιτάω
τις μετράω
δεν με τρομάζουν οι ώρες
μα με τρομάζουν τα σπασμένα κόκαλα
και το μεδούλι που έτρεξε
τόσο κοφτερά και τόσο γλιστερό
δεν με τρομάζουν οι ώρες

είναι νεκρές
είναι οι ώρες
είναι πολλές














Κόκκινα Φανάρια

-Κάτσε
-Που;
-Όπου σε βολεύει, δεν με νοιάζει
-Εδώ καλά είναι;
-Καλύτερα από το να είσαι όρθιος
-Καλύτερα όρθιος παρά γονατιστός
-Αναλόγως τι κάνεις…
-Ό, τι και να κάνεις, καλύτερα όρθιος
-Ακόμα και όταν κοιμάσαι;
-Ακόμα και νεκρός!
-Μα ακόμα να ρθει η κοπέλα για παραγγελία…
-Ακόμα…
-Μα ποιος είναι αυτός με τον δίσκο;
-Δεν ξέρω… κοπέλα περιμέναμε, μοσχάρι μας ήρθε
-Α τον ξέρω αυτόν, Χάρη Μος  τον λένε
(Έρχεται ο Χάρης, δίνουν παραγγελία, φεύγει ο Χάρης)
-Από πού τον ξέρεις;
-Από τότε που πήγα φαντάρος
-Τι ήταν και αυτός στις Ειδικές Δυνάμεις;
-Όχι ρε, ήταν ο ταξιτζής που με πήγε στο στρατόπεδο
-Α, και  θυμάσαι ακόμα τον ταξιτζή ;
-Γιατί εσύ θα ξεχνούσες κάποιον που τον λένε Μος Χάρη
-Την Kate Moss την έχει τίποτα;
-Μπα τίποτα…
-.. να σου πω δεν υπάρχει;
-Από κει λες να βγήκε ή φράση: δεν υπάρχει;
-Ίσως… γιατί αυτό που θέλω να πω δεν υπάρχει
-Τι θες να πεις;
-Θέλω να της πω, ξέρεις  σε ποια, ότι έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι αισθάνομαι κάτι που φοβάμαι να στο πω.
-Πες το απλά
-Δεν της αρέσουν τα απλά, θέλει να το της το πω περίεργα, για να μπορέσει να οπισθοχωρήσει όποτε θέλει  με την δικαιολογία ότι δεν της μιλάω απλά
-Μπερδεμένα μου τα λες
-Εμένα μου λες….
-Και δεν μου λες…  λέει να λες μόνο αυτά που δεν φοβάσαι να πεις και να μην λες αυτά που θες να πεις;
-Δεν λέει.. το ξέρω…
-Σκατα ξέρεις!
-Σκατά να φας!
-Να τα πασαλείψεις στην μούρη σου ρε!
-Α ήρθαν οι καφέδες
-Χμ… το θυμήθηκα ένα ανέκδοτο με  αίματα, αίματα, αίματα, αίματα , ποτάμια αίμα, λίμνες αίμα, κατάρατες από αίμα, βροχή αίμα  και απάντησε μου τώρα γρήγορα Με τι χρώμα φανάρι περνας;
- Με κόκκινο
-Λάθος, για ξανασκέψου…
-Ααααα, ναι, κατάλαβα… και που κολλάει αυτό πάλι;
-Τόση ώρα μιλούσαμε για σκατά και τώρα που ήρθε ο καφές είναι αδύνατό να μην κάνω συνειρμούς …
-Αηδία ε;
-Ε, ναι…
-Αι καλά, παμ να φύγουμε…



Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Τα φτερά της πεταλούδας

Οι φωτιές χόρευαν σαν τρελές
Και οι σκιές μαζί τους
Η μουσική
Το κεφάλι έγειρε προς τα κάτω
Το βλέμμα πάγωσε
Η σκιές χόρευαν στους τοίχους
Μόνο μια σκιά έμενε ακίνητη
Η φωτιά μεγάλωνε
Έκαψε το δωμάτιο και έφυγε
Μια στήλη καπνού
   ένωνε το δωμάτιο με τον ουρανό
Μια στήλη καπνού
   ίσως η διαδρομή τς ψυχής που χάθηκε
Το σώμα όμως έμεινε
Παραμορφωμένο
Καλύτερα που έφυγε έτσι
Αν έμενε κι άλλο ίσως να καιγόταν η ψυχή του

Μα έλα όμως που μέσα του φώλιαζαν δυο ψυχές
Η τιμωρία του
Η μια ψυχή έφυγε
Η κακή πλευρά του
Απελευθερώθηκε
Μα η καλή ψυχή του έμεινε
Έμεινε φυλακισμένη στο καμένο σώμα
Τι κι αν νεκρό το σώμα
Υπέμενε τους πόνους όλους
Και άκουγε τα λόγια όλα
Τι τιμωρία ήταν αυτή θεέ μου...
Μα γιατί να τα υπομείνει η καλή του πλευρά όλα αυτά....




Αχ, μέσα μου φωλιάζουν δυο ψυχές .....
Φάουστ  Στοίχος 1112

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Ρώσικη Γιόγκα




-Να μαστε πάλι….
- Που χάθηκες; Που ήσουν;
- Μέσα σε μια φωτογραφία
-Ασπρόμαυρη;
-Ναι! που το ξέρεις;
-Σε είδα στο δρόμο, στην άσφαλτο με τις διακεκομμένες άσπρες γραμμές
-Ναι ,έφευγα μακριά από πολλά….
-Και γατί δεν πήρες γάιδαρο; προτιμούσες με τα πόδια;
-Ναι προτιμώ πόδια, εσύ τι προτιμάς στήθος ή οπίσθια; 
-Το πίσω μέρος του στήθους
-Την καρδιά δηλαδή;
-Την καρυδιά
-Θα πάψεις να παίζεις με ομόηχες λέξεις
-Και τι να παίξουμε;
-Να παίξουμε τον γιατρό
-Πως παίζεται αυτό;
-Δεν ξέρω, δεν έχω πάει ποτέ σε γιατρό
-Ούτε και να πάς ποτέ, παίρνουν πολλά.
-Τι πολλά;
-Ναρκωτικά
-Αλήθεια; Από πού τα παίρνουν;
-Από το στόμα
-Από εκεί που τρώμε δηλαδή
-Ναι, εσύ τι έφαγες χτες;
-Τα νύχια μου
-Και πως ξύνεσαι τώρα;
-Δεν ξύνομαι, δεν με τρώει
-Troy δεν ήταν εκείνη η ταινία με τον Brad Pit;
-Ναι, νομίζω ναι, αλλά δεν την είδα
-Ούτε και γω, δεν έχω τηλεόραση
-Το ξανάπαμε αυτό
- Αλήθεια; Δεν θυμάμαι…
-Μην κάνεις πως δεν θυμάσαι
-Αυτό δεν είναι και τραγούδι;
-Ναι, είναι, όπως και άλλα πολλά που δεν θυμάσαι
-Έχω καλύτερα πράγματα να ασχοληθώ, απ το να θυμάμαι τα τραγούδια σου
-Δεν σε βλέπω να ασχολείσαι με τίποτα
-Είναι επειδή δεν με προσέχεις.
- Που το πρόσεξες;
-Προσέχω για να έχω
-Και έχεις;
-Όχι δεν έχω, αλλά μ αρέσει αυτή φράση
-Δικαιολογείς πολλά μ αυτήν την φράση
-Ναι ,τα αδικαιολόγητα.
-Εσύ φίλε μου αδικείσαι , έπρεπε να γίνεις οδηγός για κλαρκ
-Που κολλάει αυτό;
-Γιατί όλα τα άλλα που κολλάνε;
-Πουθενά, πάμε να φύγουμε τώρα
-Πάμε… κόλα το!
-Χα! ένα μηδέν!


Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Τρεις Γυναίκες

Δυο μήνες συγκατοίκησης, δεν ήταν πολύ, αλλά η φλόγα είχε αρχίσει να σβήνει, όχι ότι κάτι πήγαινε άσχημα, αλλά πλέον όλα ήταν αλλιώς. Πρώτα την κοιτούσε στα μάτια και ποτέ στο στήθος, μετά την κοιτούσε περισσότερο στο στήθος και λιγότερο στα μάτια, λίγο αργότερα την κοιτούσε που και που μόνο στο στήθος, και τώρα τελευταία δεν την κοιτούσε καν, προτιμούσε να κοιτάει τηλεόραση παρά αυτήν. Είχαν συνηθίσει ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου, αυτόν πλέον δεν τον ενοχλούσε το ότι η κοπέλα του άκουγε σκυλάδικα τύπου Κιάμου και Βέρτη , ούτε και αυτήν την πείραζε το ότι αυτός κλεινόταν με τις ώρες στην τουαλέτα. Και άλλα πολλά είχαν συνηθίσει, έτσι όπως μόνο οι εκπαιδευμένοι σχεσάκηδες συνηθίζουν. Τα πράγματα όμως περιπλέχτηκαν τις τελευταίες δυο βδομάδες, νέο μέλος προστέθηκε προσωρινά στο σπίτι, πραγματικά νέο, η δεκαοχτάχρονη δεύτερη ξαδέρφη της κοπέλας που ήρθε στην πόλη να σπουδάσει, και μέχρι να βρει δικό της σπίτι έμενε με τα παιδιά ως φιλοξενούμενη. Η νέα έφερε ζωή στο σπίτι, αλλά εκτός από ζωή έφερνε και μια φίλη της, την κολλητή της όπως την έλεγε και κοιμόταν μερικά βράδια μαζί τους στο δωμάτιο της ξαδέρφης. Περίεργα πλάσματα αυτοί οι νέοι , έτσι πίστευε ο φίλος μας, αλλά δεν πίστευε πότε ότι θα του συμβεί κάτι τόσο περίεργο όπως την νύχτα που θα αναφέρουμε…

Κοιμάται βαθιά, δεν ακούει τίποτα, ούτε την πόρτα που ανοίγει, ούτε αισθάνεται το ότι κάποια έχει σηκώσει το σεντόνι και έχει απλώσει το χέρι της πάνω του, η πρώτη του επαφή με την πραγματικότητα είναι όταν αντιλαμβάνεται κάποιο χέρι να του κατεβάζει το εσώρουχο. Το πρώτο που του έρχεται είναι να τιναχτεί πάνω αλλά σκέφτεται ότι θα ξυπνήσει την κοπέλα του και θα γίνει χαμός, άντε μετά να εξηγήσει ότι αυτός δεν προκάλεσε τίποτα. Μες στο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα, μόνο σαν σκιά ότι κάποιο άτομο είναι κάτω από το σεντόνι και αυτό το άτομο του κατεβάζει το εσώρουχο. Τώρα είναι αργά, το εσώρουχο έχει κατεβεί αλλά αυτός αντιστέκεται σ αυτό που πάει να συμβεί, κρατάει με δύναμη αυτό το άτομο που έχει εισβάλει κάτω από το σεντόνι, έχει βάλει δύναμη αλλά δεν κάνει απότομες κινήσεις μην ξυπνήσει την άλλη δίπλα του. Η εισβολέας δεν υπολογίζει τίποτα, σπρώχνει απότομα τα χέρια που της κρατούσαν του ώμους και ορμάει πάνω του. Το στόμα της πέφτει στην κοιλία του και το χέρι της αρπάζει τον μοχλό του πόθου του, χωρίς κανέναν ενδοιασμό παίρνει στο στόμα της αυτόν το μοχλό και αρχίζει την μυστική τελετουργία. Αυτός στα χαμένα προσπαθεί να την απωθήσει, αλλά δεν τα καταφέρνει, θα τα κατάφερνε μόνο αν έκανε φασαρία, αλλά κάτι τέτοιο δεν το ήθελε. Η εισβολέας έκανε την δουλεία της σαν άγριο ζώο, με τέτοια μανία που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει με ύαινα που λίγο πριν πεθάνει από την πείνα βρίσκει ένα σκοτωμένο ελάφι με σκισμένη και την κοιλιά και ορμάει πάνω και ξεσκίζει με λύσσα τις σάρκες, που και που σηκώνει την ματωμένη μουσούδα της να πάρει μια ανάσα και συνεχίζει το οργασμικό φαγοπότι με την ίδια λύσσα και βία. «Πουτανάκι» σκέφτηκε, και άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της μήπως και καταλάβει από αυτό ποια μπορεί να είναι, έτσι όπως τα έψαξε τα έριξε χωρίς να το θέλει πάνω στην κοιλιά του, η εισβολέας σήκωσε το κεφάλι της σε μια κίνηση που αποτελεί μέρος της τελετουργίας και αυτή η κίνηση τράβηξε τα μαλλιά της πάνω από την κοιλιά του, όλο αυτό του προσέφερε ένα ιδιαίτερο χάδι και με δυσκολία έπνιξε ένα λυγμό πόθου. Το κεφάλι του κάνει σπασμούς προς τα πίσω και πόδια του συσπώνται σαν να βλέπει εφιάλτη, αλλά πέραν αυτών των κινήσεων μένει όσο το δυνατόν ακίνητος και αθόρυβος, έχει παραδοθεί πλέον στη ζωώδη ορμή της φύσης, της νεότητας και της ανομίας. «Ποια απ τις δύο να ναι; Πουτανάκια» Η ένταση του έχει φτάσει στο αποκορύφωμα, έχει ταχυκαρδίες και έχει ιδρώσει, η θερμοκρασία κάτω από το σεντόνι έχει ανεβεί αισθητά , και η άλλη δίπλα του μες στα σκοτάδια κοιμάται. «Σάμπως μπορεί να κάνει και τίποτα άλλο… Τον τελευταίο καιρό όλο κοιμάται… ενώ το αγρίμι εδώ…. Πουτανάκι….» Η εισβολέας ακάθεκτη στη δουλεία της, ο τύπος δεν αντέχει άλλο, πλησιάζει και θέλει να φωνάξει, πιάνει την κοπέλα από τα μαλλιά και προσπαθεί να διοχετεύσει εκεί την ένταση του, της τραβάει τόσο δυνατά τα μαλλιά σαν της λέει θα σου κάνω ζημιά, αλλά αυτήν σα σωστό αγρίμι τον απειλεί με τα δόντια της . Ακουμπάει με τα δόντια της απαλά πάνω στο όργανο στο οποίο θα μπορούσε να κάνει μεγαλύτερη ζημιά και τον απειλεί να την αφήσει, έτσι είναι το σωστό αγρίμι, ξέρει πώς να απειλεί, αυτός υποκύπτει στην απειλή της και αφήνει σιγά σιγά τα μαλλιά της και αυτή αφήνει τα χείλη της να κυλήσουν πάνω στα δόντια της και συνεχίζει την δουλεία της. Μια άτυπη υποχθόνια μυστική διαφωνία μεταξύ ανθρώπου και ζώου είχε λάβει τέλος με νικητή φυσικά το ζώο. Πόσο ωραία αισθάνονται οι άνθρωποι όταν αφήνονται και γίνονται ζώα… Πάντα κερδίζουν. Τώρα όμως έπρεπε να τελειώσει, έφερε το μαξιλάρι στο πρόσωπό του, το δάγκωσε με όλη του την δύναμη, το πίεσε όσο δυνατά μπορούσε και αφέθηκε στην καταπραϋντική απελευθέρωση των υγρών του στο γενναιόδωρο στόμα του αγριμιού , και σαν διψασμένο που ήταν δεν άφησε ούτε σταγόνα να πάει χαμένη…. Δεν μπόρεσε όμως να αντισταθεί στους σπασμούς , άλλη μια φορά νικήθηκε από την φύση. Η εισβολέας άπλωσε το χέρι της στο στήθος του και τον άγγιζε με κάτι που έμοιαζε με τρυφερότητα , αλλά αυτός ούτε που σκέφτηκε να ανταποδώσει αυτήν την τρυφερότητα αγγίζοντας το χέρι της. Ένιωθε το χέρι της στο στήθος του και το γυμνό της στήθος στο πόδι του. Όχι μόνο είχε τολμήσει να εισβάλει στο δωμάτιό τους αλλά είχε εισβάλει και γυμνή. Τελευταία πράξη απομακρύνεται από πάνω του κατεβάζοντας το χέρι της αργά προσφέροντας του ένα τελευταίο χάδι στο φύλλο του, αυτός δεν αντέδρασε, έχει μείνει εκεί κάτω από το μαξιλάρι του με την ταχυκαρδία του, τον ιδρώτα του μα πάνω απ όλα με την αναθεώρηση των πάντων. Μετάνιωσε που δεν της έκανε μια γρατσουνιά, έστω στο χέρι ,έτσι ώστε την επόμενη α μπορέσει να καταλάβει ποια ήταν. «Πουτανάκι, δεν το πιστεύω τι έκανες…..» μα με το που σκέφτηκε αυτό, λίγα μόλις δευτερόλεπτα αφότου έφυγε η άλλη, αισθάνθηκε την κοπέλα του δίπλα να σαλεύει, την είδε σαν σκιά να κάθεται στο κρεβάτι…. «Τώρα θα γίνει χαμός…. Μ άφησε να δει μέχρι που θα φτάσει και τώρα θα γίνει Ό χαμός….» Σκέφτηκε χωρίς να έχει πάρει τελείως το μαξιλάρι από πάνω του… Συνέχιζε να την κοιτάει να κάθεται στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, σε λίγο θα ξεσπούσε η μπόρα….

Την κοπέλα την γνώρισε πριν από ένα χρόνο μέσω κοινών γνωστών, στην αρχή ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος , θυμάται ακόμα και τώρα τι ρούχα φορούσε εκείνη την μέρα η κοπέλα. Χάθηκε αμέσως στην μαύρη της ματιά, μια ματιά που θυμίζει πάνθηρα, και το μαύρο κολλητό μακρυμάνικο μπλουζάκι που άφηνε να διαγράφονται τέλεια τα λεπτά της χέρια και το γυμνασμένο της κορμί. Όλα μαύρα λοιπόν, ένας πάνθηρας μέσα στη νύχτα που έψαχνε μια συντροφιά. Αυτός είχε ταυτιστεί με το άλμπατρος απ το ποίημα του Μπωντλαίρ, αυτά τα μεγάλα περήφανα πουλιά που πετούσαν αγέρωχα στους ουρανούς μα σαν τα πιάναν οι ναυτικοί και τα δέναν στα καράβια γινόταν περίγελα των πιο ταπεινών ανθρώπων, έτσι ένιωθε και αυτός, ότι όσο πετούσε στους αιθέρες μες στα τρελά όνειρά του ήταν περήφανος και αγέρωχος , μα σαν αντιμετώπιζε την γήινη πραγματικότητα ένιωθε το βάρος της πεζότητας να πέφτει στις πλάτες του και οι ναυτικοί του καίανε το ράμφος του με τις πίπες τους(πίπες;) για πλάκα. Και κάπως έτσι συναντήθηκε ο μαύρος πάνθηρας με τον λευκό άλμπατρος , το λευκό και το μαύρο καιροφυλακτούσε την στιγμή που θα ερχόταν ο κορεσμός στη σχέση τους ,και όταν ήρθε έκανε ασπρόμαυρη την ζωή τους, δίχως χρώμα. Το πρώτο χρώμα στην καθημερινότητα τους μετά από καιρό ήρθε μαζί με την μικρή, που τους αναστάτωνε με την προκλητική της αφέλεια. Η μικρή είχε πάντα προβλήματα, το παραμικρό εμπόδιο το παρουσίαζε σαν ανυπέρβλητο πρόβλημα και φαινόταν αρκετά διασκεδαστικό στο ζευγάρι να την δουλεύουν για αυτά της τα προβλήματα. «Δεν μου έκανε αναπάντητη ό τάδε» βέβαια, τεράστιο πρόβλημα… Εκτός όλων των άλλων η μικρή ήταν και όμορφη και το βλέμμα της είχε κάτι το σαγηνευτικό, κάτι πονηρό, η στάση του σώματος της ήταν απερίγραπτη, ξάπλωνε στον καναπέ πάντα με τα σορτσάκια της και είχε γυρισμένα τα οπίσθιά της προς κοινή θέα μονίμως ‘’τουρλωμένα’’ και συνέχεια μα συνέχεια έστελνε μηνύματα με το κινητό της. Η φίλη της μικρής δεν πήγαινε πίσω, μια από τα ίδια, στην αρχή όταν έμπαινε στο σπίτι ήταν κάπως συγκρατημένη, αλλά μετά από λίγες μέρες ξέφυγε τελείως, πλέον τα κορίτσια γελούσαν με το παραμικρό και οι πονηρές ματιές ήταν απροκάλυπτες. Η κοπέλα ή δεν έδινε σημασία ή δεν καταλάβαινε τίποτα αλλά ο δεσμός της κοπέλας ήταν σε αναμμένα κάρβουνα, δεν είχε σκοπό να κάνει κάτι με τα κορίτσια αλλά όπως και να το κάνουμε μια αναστάτωση την είχε πάντα. Παρόλο που είχε επέλθει ο κορεσμός την αγαπούσε την κοπέλα του και ευχόταν να βρεί σύντομα σπίτι η μικρή για να φύγει ο πειρασμός από το δικό του, αν και όσο προχωρούσε ο καιρός δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να συμβεί αυτό. Τώρα όμως είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τρέμει την στιγμή που θα ξεσπάσει η κοπέλα του, αλλά παραδόξως αυτό δεν συμβαίνει, την βλέπει να ξαπλώνει και να σκεπάζεται, μα που να το σκεφτεί ότι είχε συμβεί το μόνο που μπορούσε την κάνει καθίσει στο κρεβάτι και να ξαπλώσει χωρίς να πει τίποτα…. Είχε συμβεί κι άλλες φορές η κοπέλα όταν πίνει να υπνοβατεί ή να κάθεται στο κρεβάτι για λίγο και μετά να ξαπλώνει πάλι, έτσι είχε γίνει και εκείνη την μέρα, είχαν πιει με τα κορίτσια λίγο κρασί, όχι πολύ, λίγο ίσα ίσα που να αποκαλύψει τα μικρά προβλήματα του καθενός, η κοπέλα του υπνοβάτησε για λίγο, αυτός είχε μια μόνιμη στύση που υπό άλλες συνθήκες δεν θα την είχε και μια από τις κοπέλες έσπασε κάθε ηθικό ενδοιασμό που είχε και του την έπεσε στα ίσια. Ο τύπος όμως είχε ακούσει την κραυγή του άγριου κτήνους και πλέον δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος, ένα αγρίμι ήρθε μέσα στην νύχτα και του σφύριξε το τραγούδι της ζούγκλας, αυτό που σε κάνει να τρομάζεις και να σου κόβονται τα πόδια, μα σαν τελειώσει και βγεις ζωντανός αντιμετωπίζεις την ζωή αλλιώς , με άλλο μάτι. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του με την καρδιά του να χτυπάει ακόμα πολύ δυνατά , περνώντας από τον διάδρομο άναψε τον θερμοσίφωνα , ένα μπάνιο θα ήταν ότι έπρεπε τώρα. Πήγε και άραξε στον καναπέ και άναψε την τηλεόραση, είχε τηλεμάρκετινγκ , ούτε που τον ένοιαξε να αλλάξει κανάλι, βυθίστηκε στις σκέψεις του. Είχε ένα προαίσθημα ότι αύριο θα είναι μια πολύ ιδιαίτερη μέρα. Πάμε στο αύριο και θα επανέλθουμε εδώ, γιατί ο φίλος μας πήγε για μπάνιο και είχε αφήσει ανοιχτή την τηλεόραση …..

Την επόμενη το πρωί μόλις σηκώθηκε ένιωσε πραγματικά πρώτη φορά το αίμα του να κυλάει στις φλέβες του με τέτοιο τρόπο, με τόση ζωντάνια,…. Αισθανόταν πολύ όμορφα, πάρα πολύ όμορφα και διαφορετικά, θα ήταν κρίμα μια τέτοια μέρα να πάει στη δουλειά, κι έτσι απλά αποφάσισε να μην πάει. Όπως όλοι οι άνθρωποι το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στην τουαλέτα, αφού τελείωσε την δουλεία του ούτε που σκέφτηκε να κατεβάσει το καπάκι της τουαλέτας. Ήταν η πρώτη φορά από τότε που συγκατοικούσε με γυναίκα που δεν κατέβαζε το καπάκι της τουαλέτας, γι αυτόν και για πολλούς αποτελεί δείγμα σεβασμού προς το άλλο φύλλο. Έκατσε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση, τι κι αν χτες έβλεπε τηλεμάρκετινγκ σήμερα αφέθηκε να πέσει πιο χαμηλά και έβλεπε πρωινάδικα τύπου Αφτια (αλήθεια δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ακόμα..). Όπως και χτες δεν παρακολουθούσε , απλά την είχε ανοιχτή και κοιτούσε. Ξαφνικά διαπίστωσε ότι δεν έχει κατεβάσει το καπάκι της τουαλέτας, αλλά και πάλι δεν τον ένοιαξε , γέλασε με την ιδέα ότι αν είχε συμβεί αυτό χτες θα είχε σηκωθεί μόνο και μόνο για να πάει να το κατεβάσει. Μετά από μια ώρα περίπου πρώτη σηκώθηκε η φίλη της ξαδέρφης, βγήκε από το δωμάτιο της και μπήκε στην τουαλέτα, περισσότερο κοιμισμένη παρά ξύπνια, δεν τον είδε καν να κάθεται στον καναπέ, η κοπέλα περπατούσε μ αυτό νυσταγμένο ύφος και όλα πάνω της του φάνηκαν τόσο στρόγγυλα εκτός από το κινητό που κρατούσε στο χέρι της, εντάξει… καλά να στέλνει μηνύματα στον ύπνο της… αλλά και στην τουαλέτα; «λες να ήταν αυτήν;» σκέφτηκε, και έφερε πάλι το χτεσινό σκηνικό στο μυαλό του, μέσα στο εσώρουχό του κάτι ανακατώθηκε σαν μικρό γατάκι που νυστάζει και χουζουρεύει « Ήρεμα ….» είπε στον εαυτό του και μετά είδε την μικρή να βγαίνει από την τουαλέτα. Τον χαιρέτησε αδιάφορα και πήγε στην κουζίνα. Φορούσε ένα σορτσάκι και ένα μπλουζάκι και χωρίς σουτιέν. Στον αδιάφορο χαιρετισμό της αυτός παρατήρησε όπως ποτέ άλλοτε τις κινήσεις όλου της κορμιού. Μετά από λίγο βγήκε από την κουζίνα με ένα καφέ στο χέρι, έσυρε τα πόδια της και έκατσε δίπλα του. Έβαλε τα πόδια της πάνω στο τραπεζάκι επιδεικνύοντας με την προκλητική της αφέλεια τα μπούτια της. Πάλι το γατάκι ανακατώνεται…
-Δεν πήγες στην δουλεία σήμερα; του είπε η κοπέλα που νύστα της είχε εξαφανιστεί τελείως…
Αυτός την κοιτούσε στα μάτια αρκετή ώρα , περισσότερη απ ότι συνήθως, και αυτήν κατάλαβε ότι κάτι ήθελε να της πει και όλο της το σώμα το κυρίεψε ένα ρίγος
-Μ’ αρέσεις.. της είπε κοιτώντας την παγερά στα μάτια, μ΄ αρέσεις πολύ, σ έχω ερωτευτεί τόσο που δεν πάει άλλο, κάπου εδώ σκέφτηκε να πει κάτι ρομαντικό ή κάτι που θα ακουγόταν όμορφο αλλά δεν γαμιέται, σκέφτηκε ,δεν είμαι πλέον για τέτοια, την κοίταξε λίγο ακόμα στα μάτια και της είπε : μ αρέσουν πολύ και τα βυζάκια σου..
Με το που άκουσαν το όνομά τους τα βυζάκια της μικρής, τσακ! Τεντώθηκαν να ακούσουν τι άλλο θα έλεγε για αυτά.
Αν ήμασταν σε ταινία ,κάπου εδώ θα ακουγόταν ο ήχος της βελόνας του πικάπ που γλιστράει πάνω στο δίσκο και διακόπτει βάναυσα την μουσική, γιατί έτσι έγινε, βγήκε η κοπέλα από την κουζίνα, προχώρησε προς το δωμάτιό της και του είπε πάλι αδιάφορα «Πάω να συνεχίσω τον ύπνο, τα λέμε μετά» . Έμεινε μόνος του στον καναπέ με την διαπίστωση πως ότι είχε φανταστεί πριν από λίγο δεν συνέβη ούτε στο ελάχιστο. Παρόλα αυτά όμως αυτός παρέμενε ερωτευμένος με το πλάσμα που του αναστάτωσε τον χθεσινό ύπνο , ήθελε πάση θυσία να μάθει ποια από τις δύο ήταν και να την εκδικηθεί με ένα γαμ… εεε, έρωτα που θα τον θυμόταν για όλη της τη ζωή. Δεν πίστευε τον εαυτό του πλέον, ερωτεύτηκε μια πίπα, δεν κατέβασε το καπάκι της τουαλέτας, φαντάστηκε ότι μίλησε σε κοπέλα για τα βυζάκια της και δεν καλημέρισε την κοπέλα του που μόλις βγήκε από το δωμάτιό τους. Επειδή γράφω ποστ και όχι βιβλίο (νουβέλα, κι αυτό καλό;) πρέπει να προχωρήσω γρήγορα στον διάλογο να μην κουράσω άλλο, οπότε πάμε γρήγορα, τουαλέτα, καζανάκι, κουζίνα, καναπές, διάλογος
-Πως και δεν πήγες δουλεία σήμερα;
-Δεν είχα όρεξη…
-Μια χαρά ορεξάτος μου φαίνεσαι
-Δεν είχα όρεξη για δουλεία
-Μπα, πως κι έτσι;
-Έτσι…
-Συμβαίνει κάτι;
-Σαν τι να συμβαίνει;
-Να… μιλάς περίεργα
-Έτσι μιλάω…
-Τι άλλαξε κάτι; Μήπως έχει σχέση μ αυτό που έγινε χτες το βράδυ;
-Τι εννοείς; τι έγινε χτες το βράδυ;
- Τι τώρα θα κάνεις ότι δεν ξέρεις τι έγινε χτες το βράδυ;
Κάπου εδώ αρχίζει και τα χάνει ο φίλος, τι να κάνει; Να συνεχίσει τον ανήξερο ή να παραδεχτεί κι ότι θέλει ας γίνει; Αν έφευγε θα έχανε και τα κορίτσια, και δεν θα μάθαινε ποτέ ποια απ τις δυο…. Έτσι συνέχισε προσποιητά χαλαρός
-Ξέρω τι έγινε χτες το βράδυ… και τι θες να κάνω τώρα;
-Τιιιι! Μόνο αυτό έχεις να πεις;
-Τι να πω; Εσύ γιατί δεν είπες τίποτα χτες;
-Θα προτιμούσες να είχα πει;
-Δεν ξέρω…. μα καλά , τα κατάλαβες όλα;
-Φυσικά και τα κατάλαβα όλα! Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι νόμιζες ότι ήμουν μεθυσμένη ή ότι είχα τίποτα απ αυτές τις υπνοβασίες που λες εσύ ότι έχω; Είχα πλήρη συναίσθηση του γινόταν και θεωρώ αυτήν την συζήτηση τουλάχιστον προσβλητική και ηλίθια !
-Δεν περίμενα να γινόταν καν αυτή η συζήτηση, αλλά μια που φτάσαμε εδώ …αχ…. Έχω μια απορία, μια ερώτηση…. Σε σένα που τα κατάλαβες όλα…
-Πες την, του είπε θυμωμένη
-Ποια ήταν;

Πάμε στην προηγούμενη νύχτα, όπως είπα είχε ανάψει το θερμοσίφωνα και έκατσε στον καναπέ να δει τηλεόραση, μετά από λίγο υπολόγισε ότι θα είναι έτοιμο το νερό, αφού χτυπούσε ακόμα έντονα η καρδιά του έκανε κάτι τολμηρό, κάτι που θα μπορούσε να είχε άσχημες συνέπειες, σηκώθηκε από τον καναπέ, περπατώντας έβγαλε το μπλουζάκι του, το πέταξε στο πάτωμα , μπήκε μέσα στην τουαλέτα και άνοιξε το νερό του μπάνιου και το άφησε να τρέξει μέχρι να γεμίσει η μπανιέρα, κάθε τόσο δοκίμαζε το νερό, ήθελε να είναι όσο το δυνατόν καυτότερο μπορούσε να αντέξει, και άντεχε πολύ, αλλά αυτήν την μέρα έπρεπε να αντέξει περισσότερο. Σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμο και το μπάνιο, έβγαλε το σλιπάκι του και μπήκε σιγά σιγά μέσα στην μπανιέρα. Το νερό έκαιγε όλο του κορμί, ένιωθε μια επιτακτική χαλάρωση, μια χαλάρωση που όσο και αν ήθελε δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί, η δεύτερη καλύτερη απόλαυση για έναν άνθρωπο , την καλύτερη την είχε γευτεί μόλις πριν, στο κρεβάτι (το διευκρινίζω γιατί μερικοί περίεργοι θα υπέθεταν καθισμένος στη λεκάνη).Λίγο πριν μπει στο νερό η έντασή του χτυπούσε κόκκινο, «κόκκινο το στριγκάκι της μικρής…. Ποιάς όμως…..» η καρδιά του, λες και ρουφούσε με απίστευτη δύναμη το αίμα του πήγαινε να σπάσει «η μικρή …τι πουτανάκι…. πως ρουφούσε έτσι το αγρίμι … και το στήθος της… τόσο σφιχτό στο πάνω πόδι μου πήγαινε να σπάσει….» το πρόσωπο του ήταν αναψοκοκκινισμένο, μια κάψα κάτω από τους λοβούς των αυτιών και μια συσπείρωση αίματος στη μύτη του «και τα μαλλιά της πόσο απαλά σε σύγκριση με την όλη βιαιότητα της πράξης … τα μαλλιά της τώρα θα είναι απλωμένα πάνω σε κάποιο μαξιλάρι και κάποια από αυτά, πολύ μικρά σε μήκος θα έχουν κρυφτεί ιδρωμένα πίσω από τους λοβούς των αυτιών της και η μυτούλα της θα ρουφάει τον αέρα που ήρεμα θα ανασηκώνει τα στηθάκια της κάτω από το δροσερό σεντόνι… ποια από τις δύο ήταν γαμώ την πουτάνα μου….» Τώρα είναι μέσα στην μπανιέρα και το μεγαλύτερο μέρος της έντασης έχει φύγει από πάνω του , που να χει πάει άραγε; Μέσα στο νερό μήπως; Αν ίσχυε αυτό τότε το νερό αυτό που θα κατέληγε κάποια στιγμή στη θάλασσα θα προκαλούσε ένα τέτοιο αναβρασμό σ όλα τα πλάσματά της που θα φοβόμασταν όλοι να μπούμε στο νερό μην τυχών και αυτά τα πλάσματα μας γαμ… Δεν ολοκλήρωσε την σκέψη του, τον πήρε σχεδόν ο ύπνος, τέτοια ήταν η χαλάρωση που του πρόσφερε αυτό το μπάνιο που δεν ήξερε αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος. Η τηλεόραση αν και σε χαμηλή ένταση ακουγόταν από το δίπλα δωμάτιο και η πόρτα του μπάνιου ήταν ξεκλείδωτη, δεν θα σου κάνω την χάρη όμως να σου δώσω και άλλη σκηνή γιατί αργήσαμε…. Ευτυχώς δεν έγινε τίποτα όσο ήταν στο μπάνιο, ξύπνησε ή συνήλθε μετά από ώρα , και ένιωσε το νερό λίγο κρύο, σηκώθηκε σκούπισε τα νερά με μια πετσέτα, πέρασε απ΄ το σαλόνι , έσβησε την τηλεόραση και πήγε στο κρεβάτι του. Λίγο πριν κοιμηθεί σκέφτηκε να πάει να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο των κοριτσιών , αλλά όχι… θυμήθηκε πιο παλιά ένα βράδυ που είχαν γυρίσει αργά με την κοπέλα του εκείνη του είχε ζητήσει να κοιτάξει αν είναι εντάξει τα κορίτσια, χτύπησε την πόρτα, δεν πήρε απάντηση και άνοιξε λίγο να δει και η μικρή φίλη της ξαδέρφης, η καημένη κοιμόταν με εκτεθειμένο το ένα της στήθος… αν το έβλεπε αυτό τώρα θα πάθαινε καρδιά… αλλά λες να το είχε κάνει και τότε επίτηδες η μικρή; Βρες λες να ήταν αυτήν; Και οι ματιές; Και για ποιο λόγο ερχόταν τόσο καιρό εδώ ενώ είχε και άλλους φίλους να μένει, όλα άρχισαν να αποκτούνε μορφή… αλλά δεν ήταν σίγουρος…. Βρε λές;


Αυτήν του την απορία, θα την έλυνε το επόμενο πρωί καθισμένος στον καναπέ με, αν είναι δυνατόν! με την κοπέλα του. Ενώ ξέρει ότι ξέρει η κοπέλα του τι έχει συμβεί, πραγματικά ασυναίσθητα, δεν τον νοιάζει να δικαιολογηθεί, να ζητήσει συγγνώμη, γιατί δεν αντέδρασε χτες αυτήν, το μόνο που τον νοιάζει είναι να μάθει ποια ήταν. Και είμαστε στο σημείο που θα πάρει την απάντηση του τόσο διακαώς επιθυμεί
-Ποια ήταν;
-Τι εννοείς ποια ήταν;
-Ελά ρε…. Μην το κουράζεις… ποια μου πήρε ΠΙΠΑ
-Είσαι αισχρός! Τι εννοείς ποια σου πήρε ΠΙΠΑ! Ήμουν ΕΓΩ και καμία άλλη!
Ένα εκατομμύριο εγκεφαλικά! Είναι δυνατόν να ήταν αυτήν; Μα πως δεν πήγε το μυαλό του εκεί; Όλη του η φαντασίωση ήταν ένα ψέμα; Μα γιατί δεν τον ξύπνησε να ξέρει ποια είναι; Προφανώς εκείνη το θεωρούσε αυτονόητο, αυτός γιατί όχι; Δεν μπορούσε να το σκεφτεί τώρα, όσο και αν δεν ήθελε να το πιστέψει τώρα αυτό, έπρεπε να το δεχτεί δογματικά και να σώσει την κατάσταση , αν μπορούσε..
-Ναι εσύ ήσουν…. Αλλά ποια εσύ; Πρώτη φορά ένιωσα τέτοια ορμή από σένα, ποια ήσουν; Η καλή κοπέλα; Η πουτανίτσα που κρύβεις μέσα σου; ή…. (εδώ του ήρθε η μεγάλη έμπνευση) μήπως έχεις κάνει κάτι άλλο και αισθανόσουν τίποτα ενοχές ;
-Τι ένοχες; Τι λες; Εγώ ήμουν καρδιά μου, εγώ! Όπως με ξέρεις…. Δεν έκανα τίποτα περίεργο, είχα πάει τουαλέτα και όταν γύρισα είδα από το φως του διαδρόμου λίγο πριν κλείσω την πόρτα ότι είχες στύση, όπως συμβαίνει κάθε φορά που πίνεις έστω και λίγο… τι να έκανα; Έτσι μου ήρθε να σου πάρω μια πίπα… δεν το περίμενα ότι θα γινόταν αφορμή για να με κατηγορήσεις….
-………
-(κλέγοντας) … και ήσουν τόσο ευγενικός χτες…. Δεν έκανες φασαρία για να μην ξυπνήσουν τα κορίτσια…. Τι άλλαξε και μου φέρεσαι έτσι σήμερα…. ;
-Τίποτα… με συγχωρείς…. (γαμώτο , δεν είχε όρεξη για χάδια σήμερα, για πρώτη φόρα… αλλά τα είχε κάνει χάλια… έπρεπε να πληρώσει ! Άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της και όπως τα άγγιξε θυμήθηκε τα μαλλιά της άλλης, ποιας άλλης δηλαδή αυτηνής , που δεν ήταν αυτήν.. σκατά! Γαμώτο!) συγχώρεσε με, δεν έπρεπε να…. Αλλά τι να πω…. Συγχώρεσε με…. Είναι η μέρα τέτοια…
-Ήμουν εγώ… μόνο εγώ…. Όπως είμαι πάντα…
Βαρέθηκε να ζητήσει ξανά συγνώμη, αρκέστηκε μόνο να χαϊδεύει τα μαλλιά της, που του θύμιζαν τα μαλλιά της άλλης… Είχε περάσει πλέον από την άλλη πλευρά, ένα ζώο τον άγγιξε και ξύπνησε το ζώο μέσα του, δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος, τώρα τα όνειρα του θα είχαν άλλο χρώμα και η ζωή του άλλες βλέψεις, τι κι αν ήταν όλα στο μυαλό του, όλοι λένε ότι φτάνει μόνο να πιστέψεις κάτι και τότε μπορεί να αλλάξει όλη σου η ζωή, και αυτός το πίστεψε και ένιωσε πόσο όμορφα είναι να είσαι από την άλλη μεριά και δεν θα γυρνούσε ποτέ ξανά πίσω, ούτε το ήθελε ούτε μπορούσε. Και όπως χάιδευε τα μαλλιά της κλαίουσας κοπέλας του, η μικρή βγήκε από το δωμάτιό της και πήγε στην τουαλέτα, δεν έχει σημασία ποια από της δύο, το ζώο είχε ξυπνήσει μέσα του, και το ζώο δεν γνωρίζει πρόσωπα, είδε την μικρή με τα πλουμιστά παχάκια της να περπατάει αδιάφορα μπροστά του και ένα άγριο πόδι του γρατσούνισε το στήθος από μέσα, το μάτι του γυάλισε…
Δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος πια…….

Υ.Γ.
Ένα άλλο, καλύτερο ζώο , πραγματικό ζώο που ξυπνά μπορείτε να γνωρίσετε από το blog Άγνωστη Διάσταση , γνωρίστε τον Τουκούρ Σεΐταν του Χριστόφορου

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Άρωμα Ζωγράφου

Κοίταξε τον πίνακά του «Τέλειο» σκέφτηκε, κοίταξε την κοπέλα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι του γυμνή «Σ ευχαριστώ, χωρίς εσένα δεν θα είχα κάνει ένα τόσο τέλειο έργο» μέτα πήγε και έκατσε δίπλα της «πρέπει να με συγχωρέσεις όμως, δεν γινόταν αλλιώς έτσι έπρεπε να γίνει» Αυτή όμως δεν του απάντησε, έμεινε με τα μάτια κλειστά σε ένα βαθύ ύπνο. Έτσι ήθελε να την ζωγραφίσει, σαν ωραία κοιμωμένη , ήθελε να ζωγραφίσει το όνειρό του και άφησε αυτήν να ονειρεύεται, δεν ήξερε τι μπορούσε να είχε ονειρευτεί αυτό το κορίτσι μέχρι τώρα στην ζωή της και μάλλον δεν τον ένοιαζε, αυτό που ήθελε αυτός ήταν να ζωγραφίσει το απόλυτο ήρεμο πρόσωπο της αθωότητας, αυτό που είχε η κοπέλα τώρα δηλαδή. Την ξανακοίταξε, ένιωσε πόνο από την τόση ομορφιά της. Της χάιδεψε τα μαλλιά, έτρεξε το δάχτυλό του απαλά πάνω στο πρόσωπό της , το περιέφερε λίγο πάνω στα χείλη της και συνέχισε στο λαιμό, την άγγιζε τόσο απαλά όσο απαλά χάιδευε και τον πίνακά του μόλις στεγνώνανε τα χρώματα, τι ομορφιά, και όσο και αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να αποτυπώσει την τελειότητά της στον πίνακα, δεν γίνεται να ξεπεράσεις την φύση, η φύση έχει την δική της σοφία και η σοφία μετουσιώνεται σε ομορφιά, δεν υπήρξε ποτέ κανένας άνθρωπος τόσο σοφός ώστε να πλησιάσει στο ελάχιστό την ομορφιά της φύσης, αυτός έκανε ότι καλύτερο μπορούσε, λίγοι θα μπορούσαν να τα καταφέρουν σαν αυτόν. Το χέρι του μετά τον λαιμό της προχώρησε στα εκτεθειμένα στήθη της, κατάλευκα και απαλά, δεν ένιωσε έξαψη αλλά μια ηρεμία, δεν είχε λόγια να το περιγράψει, απλά ένιωθε, περιέφερε το δάχτυλο του γύρω από την θήλυ της και προχώρησε προς τα κάτω, τώρα την άγγιζε με όλα του τα δάχτυλα, άγγιζε την κοιλιά της και ήταν σαν να χαϊδεύει την άμμο την ερήμου , τόσο αγνή και αμόλυντη την ένιωθε, δεν ήταν τυχαίο που είχε διαλέξει αυτήν, μετά προχώρησε προς τα κάτω , κάτω από την κοιλιά της ήταν σκεπασμένη με ένα σεντόνι, δεν ήθελε να το μετακινήσει , παρακάλεσε όμως να φυσήξει ένα αεράκι και να το σηκώσει, δέρμα της ξαναποκαλύφθηκε λίγο πάνω από τα γόνατά της και τα πόδια της έμοιαζαν σαν ήρεμα κοιμισμένα φίδια, τα χάιδεψε μέχρι τέλους και έμεινε να παίζει με τα δάχτυλα των ποδιών της, τα φίλησε με πολύ σεβασμό και ξάπλωσε δίπλα της, δεν ήθελε να κοιμηθεί αλλά έπρεπε, αύριο πρέπει να ξυπνήσει το πρωί και να την πάει σπίτι της, δεν μπορούσε να την κρατήσει άλλο εδώ, πλέον το μόνο που θα είχε από αυτήν θα ήταν πίνακας του, άλλωστε γι αυτό την έφερε εδώ.


Την προηγούμενη μέρα είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο, έβριζε και καταριόταν την ζωή του, περισσότερο τον πείραζε που δεν είχε μια συντροφιά όταν ξυπνάει το πρωί παρά το ότι κοιμάται μόνος τα βράδια. Το βράδυ ξέρει ότι λίγο πολύ θα καταλήξει μόνος του στο σπίτι, και πάντα αυτό συμβαίνει, όταν κοιμάται βλέπει όνειρα ότι δεν είναι μόνος του και όταν ξυπνάει όχι απλά είναι μόνος του, αλλά δεν έχει ούτε καν τον εαυτό του, βρίζει και καταριέται, κατουριέται κιόλας και για αυτό το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να πάει στην τουαλέτα. «Γαμημένε καθρέφτη είναι ανάγκη να βλέπω εσένα πρωί πρωί ; Αν δεν σε χρειαζόμουν για να ξυρίζομαι θα σε είχα σπάσει! Ούτε θέση δεν μπορώ να σε αλλάξω με το κολόσπιτο που έχω μπλέξει..» Μηχανικές κινήσεις, ντύσιμο έξω, ευτυχώς ο καιρός είναι καλός, με λίγη τύχη θα περάσει σύντομα ο πονοκέφαλος. Άλλη μια γαμημένη μέρα ξεκινάει, σαν τον Σύσιφο πρέπει να σπρώξει την πέτρα στην κορυφή της νύχτας και μετά αυτή να κυλήσει πίσω και την άλλη μέρα πάλι από την αρχή. Σπρώχνει το χρόνο με τσιγάρα, καφέδες, διαδρομές πάνω στις σελίδες ατελείωτης ανάγνωσης, ακαθόριστα βήματα στο λαβύρινθο τις πόλης, όλα προχωράνε, και το τσιγάρο που καίγεται, και ο καφές που αδειάζει από το φλιτζάνι, όλα προχωράνε αλλά αυτός νομίζει ότι έχει μείνει στάσιμος. «Γαμημένη μέρα ,θα περάσεις και εσύ, που θα πάει …» Μέχρι να ξυπνήσει κανένας γνωστός για πάει για να κανα καφέ έπρεπε να κάνει κάτι να σκοτώσει την ώρα του, θα την σκότωνε μια και καλή αλλά λυπόταν τους ρολογάδες και αυτούς που έχουν ακριβά ρολόγια για να φτάνουν με ακρίβεια στην ώρα τους. Είναι η ώρα που σκοτώνει τον χρόνο, η καθορισμένη ώρα , την τάδε ώρα πρέπει να είμαι εκεί, την τάδε ώρα πρέπει να κάνω αυτό, δεν είναι ο χρόνος ένα ήρεμο ποτάμι που κυλάει και απλά κατά την διάρκειά του σου συμβαίνουν πράγματα. Όταν συμβαίνουν έτσι ,όλοι λέμε τι καλά, αλλά μετά ξαναβάζουμε πρόγραμμα και ξαναμπαίνουμε στην ρουτίνα και μας φταίει ο χρόνος. Χωρίς να το ξέρει αυτή η μέρα που αυτός την θεωρούσε γαμημένη του επιφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη, και έτσι όπως εσύ ανυπομονείς να δώσεις ένα δωράκι σε ένα αγαπημένο πρόσωπο μια συγκεκριμένη μέρα, έτσι και ή μοίρα όταν σου έχει μια έκπληξη ανυπομονεί να σου την αποκαλύψει, αι τι έξυπνη είναι αυτή η πουτάνα η μοίρα… σου το φέρνει πάντα εκεί που δεν το περιμένεις, πάντα πραγματική έκπληξη.


Πήγε στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο, νωρίς ήταν , δεν θα είχε κόσμο, ίσως να ήταν και μόνος αλλά δεν πειράζει σκέφτηκε, τι να τους κάνεις όλους τους δήθεν γύρω σου, μόνο μιζέρια πάνω στη μιζέρια φέρνουν, ίσως να τον θεωρούσαν και οι άλλοι δήθεν, αλλά όπως και να χει αυτός δεν θα διάβαζε ποτέ Λένα Μαντά, αυτό από μόνο του ήταν αρκετό να τον διαχωρίσει από πολλούς . Το βλέμμα του τράβηξε το περίπτερο ενός άγνωστου εκδοτικού οίκου, και όχι τόσο το περίπτερο όσο η κοπέλα που δούλευε εκεί. Για κακή του τύχη όμως αυτός ο εκδοτικός είχε μόνο παιδικά βιβλία, πώς να πιάσει κουβέντα ο άμοιρος με θέμα τα παιδικά βιβλία, όχι δηλαδή ότι αν ήταν άλλες εκδόσεις θα έπιανε , αλλά λέμε τώρα…. Είπαμε όμως όταν θέλει η πουτάνα η τύχη να σου δώσει κάτι ακόμα και χαζός να είσαι δεν μπορείς να το αποφύγεις. Πέρασε το περίπτερο χωρίς να σταματήσει, έφτασε μέχρι το τέλος της έκθεσης χωρίς να του τραβήξει κάτι το ενδιαφέρον, όλα έγιναν πιο άχρωμα απ΄ ότι ήταν πριν, δεν του έμεινε τίποτα άλλο από το να γυρίσει πίσω, έτσι και έκανε. Στο γυρισμό το περίπτερο έμοιαζε σαν ο μόνος προορίσμος που τώρα τον πλησίαζε και μετά απλά θα απομακρυνόταν, αλλά σαν από θαύμα σαν οπτασία, σαν θείο δώρο είδε έναν γνωστό του παντρεμένο με παιδί να είναι στο περίπτερο και να κοιτάει παιδικά βιβλία, τι και αν ήταν πάνχοντρος ο φίλος του, εκείνη την στιγμή του φάνηκε σαν το όμορφο δώρο. Πήγε εκεί και χαιρέτησε τον φίλο του.
-Τι κάνεις εδώ ρε φίλε;
-Έλα ρε και εσύ εδώ; Να ήρθα να πάρω κάνα βιβλίο για το παιδί
-Μπράβο, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χάρηκα που σε είδα
-Είδες πως τυχαίνει, τόσο καιρό στην Αθήνα και συναντιόμαστε εδώ, δηλαδή τι πιο ακραίο μπορεί να μας φέρει η τύχη
-Αστο μην το συζητάς
Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. Η κοπέλα όμως ήταν τόσο όμορφη που έλαμπε πίσω από τα βιβλία της, και ήταν και πρόσχαρη και ομιλητική, «πάρτε και εσείς ένα βιβλίο, σίγουρα θαυπάρχει κάτι που θα σας αρέσει» του είπε με ένα χαμόγελο «Δεν νομίζω καρδιά μου είμαι λίγο μεγάλος γι αυτά» της απάντησε με ένα σφίξιμο στο στομάχι «Δεν είστε και τόσο μεγάλος… άλλωστε όλοι κρύβουν ένα παιδί μέσα τους» με το ίδιο χαμόγελο «Τι θες να πεις; Ότι είμαι έγκυος;» τις απάντησε ο ήρωας μας και η κοπέλα λύθηκε στα γέλια. Από ευγένια; Της άρεσε το αστείο δεν θα μάθουμε πότε γιατί έχουμε να κάνουμε με βλάκα, γιατί αυτός ο βλάκας είδε τον φίλο του να φεύγει και τον ακολούθησε συνεχίζοντας την αδιάφορη συζήτηση, αλλά ήταν και ευγενικός βλάκας γιατί φεύγοντας είπε της κοπέλας «Χαιρετούμε τώρα και όταν γεννήσω να είσαι σίγουρη ότι θα σε προτιμήσω» «Να είστε καλά, μου φτιάξατε την μέρα» πληθυντικός, νιεχ .Προχώρησαν λίγα περίπτερα με την αδιάφορή κουβέντα και ο βλάκας χαιρέτισε τον χοντρό με την υπόσχεση ότι κανονίσουν για καφέ. Ο βλάκας γυρνούσε πίσω τώρα, για να δούμε θα τις μιλήσει; Πέρασε πάλι μπροστά από το περίπτερο και η κοπέλα του χαμογέλασε πάλι και του είπε «Αυτό ήταν φεύγετε;» «Ναι, έχω να πάω κάπου για καφέ» της είπε ψέματα γιατί ντρεπόταν να της μιλήσει κι άλλο και αυτή του είπε «Και μου το λέτε έτσι; Σε μένα που μείνω εδώ να δουλεύω μόνη ; πλάκα κάνω..καλό καφέ λοιπόν» «Καλή δουλεία» της είπε και χαμογέλασε και έφυγε. Να μαλάκα! Ο θεός και όλοι οι άγιοι του κόσμου σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους και τον μούντζωναν, ο Δίας και όλοι θεοί του αρχαίου κόσμου κούνησαν το κεφάλι τους με απελπισία , τα δέντρα και τα λουλούδια του πάρκου τον κοιτούσαν που έφευγε με απορία, ακόμα και ο χοντρός τον κοιτούσε και απόρησε, η κοπέλα αισθάνθηκε λίγο άσχημα αλλά δεν θα πέθανε και από την στεναχώρια της, αυτός όμως χαμογελούσε, τι γελάς ρε μαλάκα;! «Αχ τι ευκαιρία ήταν αυτή, λίγο ακόμα ήθελε για να την πιάσω κουβέντα, λίγο ακόμα, δεν πειράζει όμως δεν μας ήθελε πολύ σήμερα, αλλά από τίποτα κάτι είναι και αυτό» σκέφτηκε, και με την εικόνα της κοπέλας να γελάει στο μυαλό του πήγε στο σπίτι του. Επιτέλους κάτι ευχάριστο είχε συμβεί μέσα στην μέρα, και είχε την εντύπωση ότι η κοπέλα τον είχε κοιτάξει κάπως, αλλά δεν ήταν τελείως σίγουρος, πώς να την έπιανε κουβέντα; Δεν ήταν αρκετά σαφής η κοπέλα. Συν τις άλλοις υπήρχε και το γεγονός ότι ήταν ο μόνος άντρας εκεί με σχετικά καλή εμφάνιση και αυτήν βαριόταν την ζωή της, επίσης δούλευε και ήταν υποχρεωμένη να είναι ευγενική, αλλά κάτι μέσα του, πολύ βαθειά μέσα του έλεγε ότι έχει κάνει βλακεία. Τέλος πάντων, αν και ήταν μεσημέρι έπεσε να κοιμηθεί, το έκανε συχνά όταν ήταν σχετικά καλά .


Ήταν βράδυ, δεν το ήθελε αλλά η κοπέλα ήταν δίπλα του νεκρή. Δεν θυμάται πως έγινε, δεν υπήρχε ίχνος βίας στο μυαλό του, το μόνο που ξέρει είναι ότι είναι δίπλα του νεκρή. Δεν μπορεί να το έχω κάνει εγώ, σκέφτηκε, αλλά πάλι αυτή είναι εδώ δίπλα μου νεκρή, μα πόσο γαλήνιο είναι το πρόσωπο της. Δεν φοβάμαι τίποτα, κανονικά θα έπρεπε, αλλά δεν φοβάμαι, μα γιατί άραγε. Έψαξε στο κορμί της πάνω από τα ρούχα μόνο με το βλέμμα του και είδε ότι δεν υπήρχε ίχνος τραύματος . Έτσι έπρεπε να γίνει σκέφτηκε, αλλιώς δεν θα ήταν ποτέ εδώ, ναι, έτσι έπρεπε να γίνει. Το πρόσωπο της ήταν πολύ γαλήνιο σαν να μην είχε αντικρίσει ποτέ τον θάνατο ή ποτέ την ζωή. Όλη της η παρουσία ήταν όπως μπορούσε να την ονειρευτεί, αλλά όχι νεκρή, μόνο να κοιμάται. Βέβαια αν κοιμόταν θα μπορούσε να ξυπνήσει και να έφευγε και τότε θα έλεγε πάλι στον εαυτό του «Λίγο ακόμα ήθελε». Αυτό που τον καθησύχασε είναι αυτό λένε πως όταν βλέπεις κάποιο αγαπημένο σου πρόσωπο να έχει πεθάνει είναι ότι αυτό το πρόσωπο είναι κάποιος που αγαπάς πάρα πολύ και φοβάσαι μην τον χάσεις. Αλλά αυτός δεν κοιμόταν, ή μήπως κοιμόταν; Δεν ήταν σίγουρος, σίγουρος ήταν για το ότι ήταν η κοπέλα εκεί και την λάτρευε, δεν ήταν έρωτας ούτε πόθος για κατάκτηση, ήταν μόνο αυτό που ήθελε, να ήταν εκεί, αλλά όχι νεκρή. Τι θα έκανε σκέφτηκε αν ήταν ζωντανή, θα την ζωγράφιζε γυμνή, σαν την πιο όμορφη κοιμωμένη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Δεν ένιωθε τύψεις γι αυτό, ήταν σίγουρος ως μπορούσε να της πει σκεπτόταν γι αυτήν τώρα σίγουρα θα της άρεσε, δεν μπορούσε όμως, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει. Έσκυψε και της είπε στο αυτί «Συγνώμη αλλά πρέπει να βγάλω τα ρούχα σου , δεν θα σου κάνω κακό, μόνο καλό θέλω να σου κάνω από δω και πέρα, θα είμαι προσεκτικός μη φοβάσαι.» και τις έβγαλε τα ρούχα σχεδόν τελετουργικά, πρόσεχε να μην την ακουμπήσει σε μέρος που δεν έπρεπε, δεν ήταν αυτός ο σκοπός του, δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί την ανικανότητά της να αντισταθεί. Της έβγαλε όλα τα ρούχα εκτός από το κάτω εσώρουχό της, τα άφησε με προσοχή σε μια καρέκλα για να της τα ξαναφορέσει μετά. Στα μάτια του πλέον δεν ήταν μια νεκρή αλλά μια ωραία κοιμωμένη, σαν τα παιδικά παραμύθια που πουλούσε, αύριο θα ήταν πάλι ζωντανή και θα πήγαινε στην δουλεία της. Ήξερε ότι αυτό ήταν δύσκολο να συμβεί αλλά έπρεπε να το πιστέψει και το πίστεψε, δεν φοβόταν τίποτα. Ναι ήταν όλα όπως έπρεπε, έπρεπε να είναι νεκρή για να φτάσει στο κρεβάτι του και τώρα έπρεπε να είναι μια ωραία κοιμωμένη για να την ζωγραφίσει. Μα γιατί δεν θυμάται πως την σκότωσε; Έπιασε το σώμα της με μεγάλο σεβασμό και το έβαλε στην στάση που ήθελε, τα χέρια της όπως την κρατούσε κρεμόταν σαν του χριστού μετά την αποκαθήλωση , αθώος ο ένας αθώα και αυτήν, όπως αθώα είναι και η κάθε αγνή ψυχή. Αφού την ξάπλωσε στο κρεβάτι όπως έπρεπε σκέπασε την μέση της με ένα σεντόνι αλλά όχι και τον αφαλό της. Μετά στήθηκε απέναντι της και άρχιζε να ζωγραφίζει, την κοιτούσε και έπρεπε να επιστρατεύσει όλη του την τόλμη για να την κοιτάξει γυμνή, ακόμα και κοιμώμενη όπως ήταν δεν μπορούσε να την κοιτάξει χωρίς να ντρέπεται. Αλλά την κοιτούσε και όσο την κοιτούσε τόσο πιο όμορφη του φαινόταν , δεν άντεχε άλλο, νόμιζε ότι την είχε ερωτευτεί, τι χρώμα να έχουν άραγε τα μάτια της, δεν θυμόταν, έφερνε στο μυαλό του την απογευματινή εικόνα που γελούσε αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί το χρώμα των ματιών της. Τώρα όμως κοιμόταν δεν έπρεπε να την ξυπνήσει μόνο και μόνο για να δει τα μάτια της .Και την ζωγράφιζε και την κοιτούσε και ευχόταν να μην τελειώσει ποτέ αυτή η μαγική βραδιά , αλλά η ώρα προχωρούσε ακάθεκτη, να την πάλι η ώρα, άλλες φορές κάνει ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να την κάνει να περάσει, αι δεν περνάει με τίποτα, αλλά τώρα που θέλει να παγώσει τον χρόνο, αυτός γελάει χαιρέκακα και απομακρύνεται με γυρισμένη την πλάτη . Σε λίγο θα ξημερώσει , έχει σχεδόν τελειώσει ,να μια τελευταία πινελιά και είμαστε έτοιμοι, τέλειο το έργο. Τι όμορφα που έκανε την δουλεία της η καλή μου, περίμενε στωικά όλο το βράδυ να τελειώσω, σκέφτηκε, αν την άγγιζα λες να την ενοχλούσε; Δεν ξέρω, αλλά είναι τόσο ήρεμη, δεν θα ταράξω την ηρεμία της, θα την αγγίξω όσο πιο απαλά μπορώ, αν δεν πας κόντρα στην κατάσταση του αλλού δεν τον ενοχλείς, το αντίθετο μάλιστα, δικαιολογείς και χαίρεσαι μαζί του την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Σηκώθκε και έκατσε δίπλα της άγγιξε όλο το γυμνό κορμί της με τρόπο τόσο απαλό που ούτε ένα μικρό πουλί δεν ξυπνούσε. Στο τέλος φίλησε τα πόδια της και κοιμήθηκε δίπλα της, ένιωθε τόσο πλήρης, τόσο γεμάτος, τόσο ζωντανός….. Σε λίγο έπρεπε να την πάει σπίτι της…


Ξύπνησε στα χαμένα, σηκώθηκε, ήταν ακόμα νύχτα, «πουτάνα ζαλάδα» είπε, περπάτησε μέχρι την τουαλέτα, «Γαμημένε καθρέφτη» είπε και έσκυψε μπροστά του, όχι από σεβασμό ούτε και για να μην βλέπει το πρόσωπο του, αλλά για να ρίξει νερό στα μούτρα μπας και ξυπνήσει καλύτερα. Αφού έριξε νερό στα μούτρα σηκώθηκε και κοίταξε τον καθρέφτη τα μάτια του ήταν κατακόκκινα , αλλά για πρώτη φορά είχαν μια αθωότητα και μια πληρότητα . Παρόλα αυτά αυτός δεν ένιωθε έτσι, ένιωθε μια μελαγχολία, γύρισε προς το κρεβάτι του με ένα φόβο γιατί δεν ήθελε να αντικρίσει αυτό που ήταν σίγουρος ότι θα έβλεπε , και το είδε. Το κρεβάτι του ήταν άδειο, φυσικά πίνακας δεν υπήρχε, ποτέ δεν είχε ζωγραφίσει άλλωστε. Όλα ήταν ένα όνειρο λοιπόν, καλύτερα έτσι, θα τρελαινόμουν στην ιδέα ότι η κοπέλα θα είχε πάθει κάτι και πολύ περισσότερο αν ο υπαίτιος ήμουν εγώ, είπε μέσα του. Όνειρο λοιπόν, κάπου είχε δει την φράση αθώος στα όνειρά σου, πόσο μάλλον στα αθώα όνειρα σου. Τι αντίθεσή όμως με τις νύχτες του σεξουαλικού ολέθρου, πάντα παράνομες και ζωντανές , τα όνειρα αθώα και οι νύχτες άνομες, αλλά όμως και τα δύο παρόλο που κρατούσαν λίγο άφηναν μια αίσθηση πληρότητας, μήπως τα παράνομα αθώα όνειρα και παράνομες ένοχες νύχτες κρατάνε λίγο για τον λόγο ακριβώς ότι είναι παράνομες; μήπως και το ότι κρατάνε λίγο για αυτόν ακριβώς τον λόγο σου αφήνουν ένα αίσθημα πληρότητας, για λίγο; Το πολύ μέσα στο λίγο του χρόνου, και περνάνε τα όνειρα και χάνονται , και έρχονται βραδιές που χάνεσαι, και ότι έχασες το ξαναβρίσκεις στο όνειρο, και το όνειρο τελειώνει και ξεθυμαίνει σιγά σιγά όπως το άρωμα στο λαιμό μια κοπέλας τον αγαλλίασε ένα βράδυ στο Γκύζη, που χάθηκε κι αυτή όπως και η γλυκιά αίσθηση της νιότης και της αθωότητας που δίνει χρώμα στη ζωή του καθενός και αυτό το χρώμα δημιούργει πίνακες που νομίζεις ότι τους είδες σε όνειρό, αλλά δεν ήταν όνειρο , ήταν όνειρο μέσα στο όνειρο, όπως υπάρχει ζωή μέσα στην ζωή που δεν θα ήθελες να ζήσεις.

Ποιος Είδε Τον Τρελό Και Δεν Τον Κατάλαβε

Γραφιά του φάνηκε πως είδε να κατεβαίνει στη στάση,
Κοίταξε καλυτέρα και είδε πως ήταν ιπποπόταμος
Λούις Κάρολ

Τα χέρια βάρυναν και έπεσαν δίπλα στο νεκρό κορμί του, με άδεια χέρια φεύγει είπαν όλοι, μα και με άδεια χέρια περπατούσε πάντα, έτσι άδειος ήταν και στην ψυχή, δεν είχε πάρει ποτέ τίποτα και έτσι ήταν πάντα άδειος, τι να πεις για κάποιον που φεύγει; Τι να του πεις; Ότι ήταν να πεις το είπες
Χτες ήρθε μια μέλισσα και μου χτυπούσε το τζάμι, φύγε ρε της είπα, πριν από λίγο το καθάρισα, φύγε μην το βρωμίσεις με τα βρωμοπόδαρά σου, και μετά έπιασε βροχή, καρεκλοπόδαρα, λες να βρωμάνε και αυτά; Πήγα και μύρισα τα πόδια της καρέκλας και μου φάνηκε ότι η καρέκλα δεν ήταν στην θέση που την είχα αφήσει, ούτε και το κρεβάτι, μα ούτε και η πόρτα ήταν εκεί που την θυμόμουν, θεέ μου! Είμαι σε άλλο σπίτι, καλύτερο από το δικό μου, προφανώς, τρέχω να ανοίξω την πόρτα μα είναι κλειδωμένη , κοιτάω από το παραθυράκι της πόρτας έξω μα βλέπω μόνο ένα διάδρομο, και μετά από λίγο ένας ένστολος πλησίαζε προς την πόρτα μου, κάτι μέσα μου, μου έλεγε να μην μιλάω μ αυτόν, ναι σωστά θυμάμαι, δεν πρέπει να μιλάω μ αυτόν, γιατί πάντα καταλήγουμε να μαλώνουμε και μετά μου βάζουν αυτό το άσπρο το ρούχο με το οποίο δεν μπορώ να κουνήσω τα χέρια μου. Όχι δεν θα του μιλήσω, θα πάω να καθίσω στην καρέκλα μου, μα για κάτσε να δω μήπως βρομάνε τα πόδια της; Μπα όχι, τα δικά μου θα είναι… ευτυχώς δεν έχω τέσσερα πόδια, θα μύριζαν διπλάσια, αλλά λες μετά να μου δίνανε διπλάσιο δωμάτιο; Μπα, τέτοιοι που είναι αυτοί θα μου κόβανε τα δύο πόδια, άραγε ποια θα μου κόβανε τα πάνω ή τα κάτω; Μάλλον τα κάτω , τα πάνω τα χρειάζονται για να με δένουν. Αχ δεν έπρεπε να την μαλώσω την μελισσούλα , τι μου φταίγε και αυτή; Λες και ήθελε να μένει απ έξω; αυτοί την έκλεισαν έξω από το δωμάτιό μου, αχ δεν έπρεπε να της μιλήσω έτσι, την επόμενη φορά θα της έχω έτοιμο ένα γράμμα, και θα της το κολλήσω στο παράθυρο να το διαβάσει, και αν μπορεί ,θα την παρακαλέσω να πάει να βρει την αγαπημένη μου να της μιλήσει, μα τι λέω; Τρελός είμαι; Αφού δεν έχω στυλό και μολύβι, πώς να γράψω το γράμμα; Θα της κάνω νοήματα, αλλά μάλλον αυτήν θα καταλαβαίνει μόνο την νοηματική των μελισσών, πώς να πεις σε μια μέλισσα ότι είσαι στενοχωρημένος και ότι σου λείπει κάτι, εδώ οι άλλοι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν καλά καλά, αλλά μήπως το είπα και ποτέ; Θα μου το είπα, δεν μπορεί. Το έλεγα με τον τρόπο μου, αλλά αυτοί νόμιζαν ότι είμαι τρελός, Τρελοί είστε εσείς ρε! Αμαν τι είναι αυτό; Α, το χέρι μου είναι, πως βρέθηκε εκεί; Γειά σου χέρι μου, τι κάνεις; Πόσο χρονών είσαι; Γιατί δεν μιλάς; Με θεωρείς και εσύ τρελό; Δεν είμαι τρελός, αλήθεια λέω, κάποτε ήμουν τρελός, τώρα όμως δεν είμαι, να κοίτα έχω την καρέκλα μου και το κρεβάτι μου και το δωμάτιό μου , γιατί να είμαι εγώ ο τρελός και όχι αυτοί που έχουν καλύτερη καρέκλα καλύτερο κρεβάτι και καλύτερο δωμάτιο; Και εγώ θα μπορούσα να τα έχω αυτά, αλλά έπρεπε να δουλέψω λέει, γιατί αυτοί που τα έχουν δουλεύουν πολύ, μα εγώ προτιμούσα να μιλάω με τον κόσμο παρά να προσπαθώ να πάρω καρέκλες και κρεβάτια, και οι άλλοι δεν θέλαν να τους μιλάω γιατί λέει τους απασχολούσα από τις δουλείες τους, και έτσι με έκλεισαν εδώ να μην μιλάω με κανέναν, αυτοί μιλάνε μεταξύ τους, αλλά δεν καταλαβαίνονται πολλές φορές , ή μιλάνε με ψέματα, γιατί να είμαι εγώ ο τρελός και όχι αυτοί;
Παλιοκαρέκλα, με κούρασες, τόση ώρα κάθεσαι από κάτω μου και δεν λες να κουνηθείς, τι θες να κουνηθώ εγώ; Να ρε κουνιέμαι! Τι κατάλαβες; Εγώ πάντως δεν κατάλαβα τίποτα . Εσείς χέρια μου καταλάβατε; Τι με κοιτάτε έτσι άδεια; Τι με κοιτάτε έτσι; Δεν φταίω εγώ! Μην κοιτάτε!
Και έστρεψε τα χέρια του στην πόρτα, για κακή του τύχη ήταν εκεί δυο φρουροί που τον κοιτούσαν, στην αρχή γελούσαν με τον τρελό που μονολογούσε, μα μόλις τους μούντζωσε τα πήραν στο κρανίο
-Εμάς μουντζώνεις ρε τρελέ! Τώρα θα δεις!